Σύνδεση συνδρομητών

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η Ελλάδα παρακολουθεί ακόμη μια φορά ένα γνώριμο έργο. Μια ομάδα ανθρώπων οργανώνει επιθέσεις, εκφοβίζει πολίτες, κυνηγά ανθρώπους στους δρόμους επειδή είναι εβραίοι και, λίγες ημέρες αργότερα, μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί τη ζωή μιας αθώας γυναίκας. Θα περίμενε κανείς ότι μια δημοκρατία με την εμπειρία της ελληνικής θα αντιδρούσε απέναντι στην πολιτική βία χωρίς δισταγμούς και χωρίς αστερίσκους. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες λέξεις για τις ίδιες πράξεις. Σαν να εξακολουθεί η ελληνική κοινωνία να κρίνει πρώτα τον δράστη και ύστερα την πράξη.

Αυτό δεν είναι σύμπτωση ούτε προϊόν της συγκυρίας. Είναι η κατάληξη μιας διαδρομής που ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν.

Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.

Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. Από ένα σημείο και μετά ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι υποχρεώνονταν να απολογούνται με τους δικούς της όρους, να χρησιμοποιούν το δικό της λεξιλόγιο και να αποδέχονται τις δικές της ιστορικές ιεραρχήσεις. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογικής ηγεμονίας: η στιγμή κατά την οποία ακόμη και οι αντίπαλοί σου αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το δικό σου αξιακό σύστημα.

Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης.

Η πράξη παρέμενε ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η ηθική της αξιολόγηση, η δημόσια ερμηνεία της. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.

Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Η πράξη δεν άλλαζε. Άλλαζε η διαδρομή που οδηγούσε στην ηθική της αξιολόγηση.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς αυτή τη διαφορά. Αρκεί να παρακολουθήσει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν  ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.

Δεν πρόκειται για μια θεωρητική παρατήρηση. Η ίδια η μεταπολιτευτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία.

Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης.

Δύο δολοφονίες σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της νεότερης Ελλάδας. Η πρώτη ήταν η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν το 1992 από ρουκέτα της 17 Νοέμβρη. Ένας εικοσάχρονος που περνούσε τυχαία από το σημείο έχασε τη ζωή του χωρίς να έχει καμία σχέση με το στόχο της επίθεσης. Δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ούτε διαρκής υπενθύμιση της φρίκης της τρομοκρατίας. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως μια τραγική εξαίρεση, ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου που κάποιοι εξακολουθούσαν να περιγράφουν με πολιτικούς όρους. Ακόμη και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη σημαδεύτηκε από εικόνες συμπάθειας προς τους κατηγορουμένους, από διακηρύξεις περί πολιτικών κρατουμένων, από μια διάχυτη απροθυμία να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αυτό που ήταν: δολοφόνοι.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό συγκλόνισε δικαιολογημένα ολόκληρη τη χώρα. Ο δράστης συνελήφθη αμέσως, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην περίπτωση αυτή όμως το γεγονός συμβολοποιήθηκε. Ο  δεκαπεντάχρονος Γρηγορόπουλος, ένα αθώο θύμα μιας εγκληματικής πράξης κρατικής αυθαιρεσίας, μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές πολιτικό σύμβολο, σε σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και σε εμβληματική μορφή μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης.

Ας μην υπάρξει καμία παρανόηση. Δεν συγκρίνονται οι δύο άνθρωποι, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους. Συγκρίνεται αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε να θυμάται τις δύο υποθέσεις, να τις εντάξει στη συλλογική της μνήμη και να τις μετατρέψει —ή να μην τις μετατρέψει— σε πολιτικά σύμβολα. Αυτό ακριβώς είναι το αποτύπωμα της πολιτισμικής ηγεμονίας. Δεν επιβάλλει απλώς μια γνώμη. Επιλέγει ποια γεγονότα θα αποκτήσουν διαρκή ηθική ακτινοβολία και ποια θα ξεθωριάσουν μέσα στο χρόνο. Δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα· κατασκευάζει τη μνήμη της. Και όποιος διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας, διαμορφώνει τελικά και τα πολιτικά της αντανακλαστικά.

Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκαν οργανωμένες ομάδες που περιπολούσαν στους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους εξαιτίας της εθνικής και της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αναζητούσαν εβραίους. Μόνο αυτή η φράση θα έπρεπε να αρκεί για να σημάνει συναγερμό σε κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η εικόνα αυτή θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ένα ενιαίο, ακαριαίο και καθολικό δημοκρατικό αντανακλαστικό. Αντί γι’ αυτό, ακόμα μια φορά εμφανίστηκαν οι γνώριμες επιφυλάξεις, οι εξηγήσεις, οι συμψηφισμοί, η ανάγκη να προηγηθεί η πολιτική ανάλυση πριν από την ηθική καταδίκη.

Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ο αντισημιτισμός δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τον εκφράζει. Δεν γίνεται προοδευτικός επειδή κρατά παλαιστινιακή σημαία ούτε αποκτά ηθικό άλλοθι επειδή χρησιμοποιεί αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία. Το μίσος απέναντι σε έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής ή της θρησκείας του παραμένει μίσος, όποια ιδεολογία κι αν επικαλείται. Και τα τάγματα εφόδου παραμένουν τάγματα εφόδου, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα συνθήματα ή τα σύμβολά τους.

Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει κάτι που οι ιδεολογίες συχνά αρνούνται να δεχθούν. Εκείνος που συνηθίζει να χωρίζει τους ανθρώπους σε ηθικά άξιους και ηθικά ανάξιους, αργά ή γρήγορα, θα θεωρήσει ότι ορισμένοι δεν δικαιούνται ούτε την ασφάλεια ούτε την αξιοπρέπειά τους. Η απόσταση ανάμεσα στον λεκτικό εκφοβισμό και στη φυσική βία είναι πολύ μικρότερη από όσο συνήθως πιστεύουμε.

Ίσως γι’ αυτό η πολιτική βία ξαναχτύπησε λίγες ημέρες αργότερα χωρίς να προκαλέσει την έκπληξη που θα άρμοζε σε μια ώριμη δημοκρατία. Οι εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη άφησαν πίσω τους κάτι πολύ βαρύτερο από υλικές καταστροφές. Οδήγησαν στο θάνατο μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς καμία συμμετοχή στην πολιτική σύγκρουση που εξελισσόταν γύρω της. Η παρουσία της στο σπίτι αρκούσε για να μετατραπεί, χωρίς να το γνωρίζει, σε θύμα της τυφλής πολιτικής βίας. Σχεδόν ως αναμενόμενο επεισόδιο μιας διαρκούς επαναστατικής εφηβείας. Η βία, όμως, αδιαφορεί για τις ιδεολογίες που επικαλούνται όσοι την ασκούν. Η φωτιά καίει το στόχο και τον περαστικό. Η έκρηξη σκοτώνει τον πολιτικό αντίπαλο και τον άσχετο με την πολιτική. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε ιδεολογικό άλλοθι καταρρέει. Απομένει μόνο η ευθύνη για την εγκληματική πράξη.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.

 

 

Μέσα στον ορυμαγδό της επικαιρότητας, εκεί όπου οι ειδήσεις πέφτουν κατά ριπάς και η μία προλαβαίνει να ακυρώσει την προηγούμενη πριν καν τη διαβάσουμε, υπάρχουν μερικές φράσεις που χάνονται για λίγο μέσα στην ακατάπαυστη ροή των πληροφοριών, σαν ένα μικρό χαρτί που παρασύρεται από τον αέρα σε μια πολύβουη λεωφόρο. Μία από αυτές μου τράβηξε πρόσφατα την προσοχή καθώς ανασκάλευα, όπως συνηθίζω, το αχανές καλάθι του διαδικτύου με την περιέργεια εκείνου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα κείμενα αξίζει να διαβάζονται και όχι απλώς να καταναλώνονται. Με τη συνήθεια, ίσως παλιομοδίτικη πια, να σταματώ σε ορισμένες διατυπώσεις και να αναρωτιέμαι γιατί ειπώθηκαν, από ποιον ειπώθηκαν και κυρίως γιατί ειπώθηκαν τώρα.

 

Ο ισραηλινός υπουργός Διασποράς και Καταπολέμησης του Αντισημιτισμού, Αμιχάι Τσίκλι, δήλωσε ότι η Τουρκία και η νέα Συρία αποτελούν πλέον μεγαλύτερη πρόκληση για το Ισραήλ από το Ιράν και ότι «η εποχή της σιιτικής αυτοκρατορίας του Ιράν έχει τελειώσει». Πρόσθεσε μάλιστα πως ο νέος άξονας της περιοχής είναι η Τουρκία, η Συρία και το Κατάρ.

Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω όμως κάτι άλλο, έναν παλιό και αρκετά αξιόπιστο κανόνα της πολιτικής ανάγνωσης: ότι συχνά πίσω από τη φράση βρίσκεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται σε υπουργεία, επιτελεία, υπηρεσίες πληροφοριών και δεξαμενές σκέψης. Τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, σπάνια αλλάζουν πορεία από τη μια μέρα στην άλλη. Πρώτα αλλάζουν το λεξιλόγιό τους, ύστερα τις προτεραιότητές τους και μόνο στο τέλος τις πράξεις τους.

Και κάπου εκεί η συγκεκριμένη δήλωση παύει να αφορά τον Τσίκλι και αρχίζει να αφορά όλη τη Μέση Ανατολή. Γιατί ίσως περιγράφει μια αλλαγή που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια, αλλά ήδη γίνεται ορατή σε όσους έχουν την υπομονή να κοιτάζουν πίσω από τα πρωτοσέλιδα. Από τότε που άρχισα να διαβάζω περισσότερο Ιστορία παρά επικαιρότητα, απέκτησα μια μικρή καχυποψία απέναντι στις ειδήσεις. Όχι επειδή είναι κυρίως ψευδείς αλλά επειδή είναι βιαστικές.

Η επικαιρότητα μοιάζει με μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το τέλος του. Οι περισσότεροι αναγνώστες παρασύρονται από τις εκρήξεις, τις ανατροπές, τους θανάτους των ηρώων και τις μεγάλες σκηνές.

Η Ιστορία σπάνια αλλάζει κατεύθυνση με τυμπανοκρουσίες. Τις περισσότερες φορές προειδοποιεί διακριτικά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει ούτε η ίδια προς τα πού πηγαίνει. Αφήνει εδώ κι εκεί μικρές σημειώσεις στο περιθώριο, σαν εκείνα τα μολυβένια υπογραμμίσματα που βρίσκει κανείς στα μεταχειρισμένα βιβλία και αναρωτιέται ποιος αναγνώστης τα άφησε πίσω του και γιατί.

Σε αυτό το πνεύμα διάβασα και τη δήλωση του Τσίκλι. Δεν μου έκανε εντύπωση η κριτική προς το Ιράν. Αυτή την ακούμε χρόνια. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε η αναφορά στην Τουρκία. Οι εντάσεις ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ είναι γνωστές.

Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος του ισραηλινού κράτους, κάτι που πάντα λαμβάνω υπόψη μου πολύ σοβαρά, επιχειρούσε να μετακινήσει τον προβολέα. Σαν να έλεγε στους συνομιλητές του: «κοιτάζαμε επί είκοσι χρόνια προς μία κατεύθυνση· ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε προς μια άλλη». Και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως η συγκεκριμένη δήλωση δεν αφορά καθόλου το Ιράν. Ίσως αφορά το τέλος μιας εποχής.

Για δύο δεκαετίες σχεδόν κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή κατέληγε στην Τεχεράνη. Το Ιράν εμφανιζόταν ως ο μεγάλος αναθεωρητής της περιοχής, η δύναμη που οικοδομούσε δίκτυα, εξόπλιζε συμμάχους, χρηματοδοτούσε οργανώσεις και διεύρυνε διαρκώς την επιρροή της. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν για τα μέσα συμφωνούσαν για το βασικό γεγονός: η ιστορία της περιοχής γραφόταν σε μεγάλο βαθμό γύρω από το ιρανικό ζήτημα.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ισραηλινός υπουργός και λέει, περίπου, ότι το βιβλίο αυτό τελειώνει. Όχι ότι το Ιράν εξαφανίζεται. Τα κράτη δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ακόμη δυσκολότερα.

Εκείνο που υπονοεί είναι κάτι πιο ενδιαφέρον. Ότι η κεντρική σύγκρουση του επόμενου κεφαλαίου ίσως δεν έχει ακόμη γραφτεί πλήρως, αλλά τα πρώτα της πρόσωπα έχουν ήδη εμφανιστεί στη σκηνή. Και ανάμεσά τους βρίσκεται η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που κράτησα τη φράση. Την κράτησα επειδή μου θύμισε κάτι που συναντά κανείς συχνά στην Ιστορία. Τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι συνεχίζουν να συζητούν για τον κόσμο που φεύγει, ενώ οι πιο προσεκτικοί έχουν αρχίσει ήδη να παρατηρούν τον κόσμο που έρχεται.

Και καμιά φορά ο κόσμος που έρχεται εμφανίζεται πρώτα ως μια φράση που περνά  σχεδόν απαρατήρητη ανάμεσα σε εκατό άλλες ειδήσεις που την επόμενη μέρα κανείς δεν θα θυμάται. Εκτός ίσως από εκείνους που εξακολουθούν να διαβάζουν την επικαιρότητα όπως διαβάζουν ένα καλό μυθιστόρημα: αργά, υπομονετικά και με το μολύβι στο χέρι. Ίσως βέβαια όλα αυτά να αποδειχθούν λανθασμένα. Η Μέση Ανατολή είναι ο τόπος όπου οι βεβαιότητες έχουν μικρό προσδόκιμο ζωής. Σχεδόν κάθε δεκαετία γεννά τον δικό της «αναπόφευκτο νικητή» και σχεδόν κάθε δεκαετία φροντίζει να τον διαψεύσει. Όμως οι δηλώσεις σαν αυτή δεν έχουν αξία επειδή προβλέπουν το μέλλον. Έχουν αξία επειδή αποκαλύπτουν πώς το φαντάζονται όσοι προσπαθούν να το διαμορφώσουν.

Για πολλά χρόνια η περιοχή έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από ένα μόνο ερώτημα: τι θα γίνει με το Ιράν; Σήμερα, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, εμφανίζονται άνθρωποι μέσα στο ίδιο το ισραηλινό κατεστημένο που μοιάζουν να αναζητούν αλλού τον επόμενο μεγάλο αντίπαλο. Ίσως έχουν δίκιο. Ίσως όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η συζήτηση μετακινείται. Και όταν μετακινείται η συζήτηση, συνήθως έχει προηγηθεί η μετακίνηση της πραγματικότητας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις ιστορικές αλλαγές όταν έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Όταν έχουν αποκτήσει όνομα, χρονολογία και κεφάλαιο στα βιβλία. Τότε όλα φαίνονται λογικά και αναμενόμενα. Η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε καταδικασμένη αφού κατέρρευσε. Η αμερικανική μονοκρατορία έμοιαζε αυτονόητη αφού εγκαθιδρύθηκε. Η άνοδος της Κίνας φαίνεται σήμερα σχεδόν αναπόφευκτη, λες και δεν υπήρξαν δεκαετίες κατά τις οποίες ελάχιστοι την είχαν προβλέψει.

Η Ιστορία όμως δεν βιώνεται έτσι. Βιώνεται μέσα στην αβεβαιότητα. Μέσα σε μικρές ενδείξεις, μισοτελειωμένες εξελίξεις, υπαινιγμούς και φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι να αποκτήσουν εκ των υστέρων νόημα.

Γι’ αυτό στάθηκα σε αυτή τη δήλωση.

Όχι επειδή πιστεύω ότι ένας υπουργός του Ισραήλ γνωρίζει το μέλλον της Μέσης Ανατολής. Αλλά επειδή, διαβάζοντάς την, είχα για μια στιγμή εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που έχει κανείς όταν διαβάζει ένα καλό μυθιστόρημα και πέφτει πάνω σε μια φράση που μοιάζει δευτερεύουσα. Μια φράση που ο αναγνώστης υπογραμμίζει σχεδόν ενστικτωδώς, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί. Και ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση. Γιατί υποψιάζεται ότι κάπου παρακάτω θα καταλάβει πως εκεί, σε εκείνη ακριβώς τη γραμμή, ο συγγραφέας είχε αφήσει το πρώτο σημάδι ότι η ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση.

 

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2026 13:12

Άτιμη επικαιρότητα και ξεχασιάρα

 

Η χθεσινή βεβαιότητα έχει μια παράξενη συνήθεια. Τη διατυπώνουμε με αυτοπεποίθηση, τη μοιραζόμαστε με ενθουσιασμό, την υπερασπιζόμαστε σαν ηθική υποχρέωση. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε ότι υπήρξε. Δεν πρόκειται για αμνησία. Πρόκειται για έναν διακριτικό συμβιβασμό ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φιλοδοξία που έχουμε να διατηρούμε μια αξιοπρεπή εικόνα του εαυτού μας.

 

Δεν ξεχνάμε όσα είπαμε. Απλώς ξεχνάμε ότι τα είπαμε εμείς.

Η κοινωνία δεν πάσχει από έλλειψη πληροφοριών. Πάσχει από υπερπαραγωγή λήθης. Κάθε εβδομάδα ξεσπά ένα νέο σκάνδαλο. Κάθε εβδομάδα ανακαλύπτεται μια νέα εθνική καταστροφή. Κάθε εβδομάδα εμφανίζονται νέοι σωτήρες, νέοι προφήτες, νέοι αδιάφθοροι, νέοι τιμητές των πάντων. Οι τηλεοράσεις ουρλιάζουν, τα κοινωνικά δίκτυα αφρίζουν, οι πολιτικοί καταγγέλλουν, οι δημοσιογράφοι προφητεύουν το τέλος του κόσμου και οι πολίτες ορκίζονται ότι αυτή τη φορά δεν θα αφήσουν τίποτα να πέσει κάτω.

Ύστερα εμφανίζεται το επόμενο θέμα και το προηγούμενο αποσύρεται από τη σκηνή σαν ηθοποιός που ξέρει πως το κοινό περιμένει ήδη τον επόμενο πρωταγωνιστή.

Πριν από λίγες ημέρες η χώρα συζητούσε αποκλειστικά για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όποιος άνοιγε τηλεόραση νόμιζε ότι παρακολουθεί την αποκάλυψη του μεγαλύτερου σκανδάλου από την εποχή του Κολοκοτρώνη. Πολιτικοί, σχολιαστές και επαγγελματίες αγανακτισμένοι συναγωνίζονταν σε ηθική αγανάκτηση. Το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της παράστασης ήταν η συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ. Ίσως ο πιο έμπειρος παρατηρητής της ελληνικής επιδοματικής ψυχολογίας. Ένα κόμμα που συνάντησε τις επιδοτήσεις νωρίς στη ζωή του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται γι’ αυτές, με εμπειρία επί του αντικειμένου σχεδόν ιστορική, ξαφνικά εμφανίστηκε ως αδέκαστος ανακριτής του συστήματος.

Η ελληνική πολιτική διαθέτει μια μοναδική ικανότητα. Μπορεί να μετατρέψει τον εμπρηστή σε πυροσβέστη και τον πυροσβέστη σε ύποπτο εμπρησμού μέσα σε ένα δελτίο ειδήσεων.

Αλλά ούτε αυτό είναι το σημαντικότερο.

Το σημαντικότερο είναι ότι σε λίγες εβδομάδες κανείς δεν θα θυμάται τίποτα από όλα αυτά.

Όπως δεν θυμάται σχεδόν κανείς τη Νοβάρτις.

Θυμάται κανείς το μέγεθος εκείνης της υπόθεσης; Θυμάται τους τίτλους, τις βεβαιότητες, τις πολιτικές καταδίκες πριν ακόμη υπάρξουν δικαστικές αποφάσεις; Θυμάται το κλίμα μιας εποχής κατά την οποία παρουσιάστηκε ως δεδομένο ότι το μισό πολιτικό σύστημα αποτελούσε εγκληματική συμμορία;

Και όταν το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει, ποιος απολογήθηκε;

Ποιος ζήτησε συγγνώμη;

Ποιος παραδέχθηκε ότι παρασύρθηκε;

Η λήθη μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, έκλεισε τα φώτα και όλοι προσποιήθηκαν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μυστικό της ελληνικής πολιτικής. Δεν χρειάζεται να έχεις δίκιο. Αρκεί να επιβιώσεις μέχρι να ξεχαστεί το προηγούμενο λάθος.

Γι’ αυτό και οι πολιτικές καριέρες στην Ελλάδα δεν πεθαίνουν ποτέ.

Απλώς μπαίνουν σε αναμονή.

Πολιτικοί που χρεώθηκαν ιστορικές αποτυχίες επανέρχονται ως εθνικά κεφάλαια. Πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως καταστροφές επαναλανσάρονται ως λύσεις. Άνθρωποι που υποσχέθηκαν τα πάντα και απέτυχαν σχεδόν στα πάντα επιστρέφουν ως έμπειροι καθοδηγητές της χώρας.

Σαν ταξιδιώτες που κατεβαίνουν για λίγο από το τρένο και ανεβαίνουν ξανά στον επόμενο σταθμό φορώντας διαφορετικό παλτό.

Η πολιτική μνήμη του Έλληνα μοιάζει με κινητό τηλέφωνο γεμάτο φωτογραφίες που δεν ανοίγει ποτέ.

Όλα υπάρχουν κάπου μέσα. Οι δηλώσεις, οι υποσχέσεις, οι καταγγελίες, οι διαψεύσεις, οι θεαματικές κυβιστήσεις, οι προφητείες που διαψεύστηκαν πριν στεγνώσει το μελάνι τους.

Αλλά σχεδόν κανείς δεν επιστρέφει να τις κοιτάξει.

Και βέβαια υπάρχει το μεγάλο εθνικό μας σπορ: η αγανάκτηση.

Η Ελλάδα δεν παράγει πλέον αρκετά βιομηχανικά προϊόντα. Παράγει όμως άφθονη αγανάκτηση.

Αγανακτήσαμε με τα μνημόνια και αργότερα με όσους τα πολεμούσαν. Αγανακτήσαμε με τους πλούσιους, με τους φτωχούς, με τους πολιτικούς, με τους δημοσιογράφους, με τους δικαστές και κάποτε ακόμη και με όσους δεν έδειχναν αρκετά αγανακτισμένοι. Η αγανάκτηση εξελίχθηκε σε μορφή εθνικής ψυχαγωγίας. Τη βιώνουμε με πάθος, τη διαφημίζουμε στα κοινωνικά δίκτυα, την καταναλώνουμε τηλεοπτικά και ύστερα την αντικαθιστούμε με την επόμενη. Η παλιά οργή εγκαταλείπεται όπως τα καλοκαιρινά σπίτια τον Σεπτέμβριο. Παραμένουν τα έπιπλα στη θέση τους, λίγη σκόνη στα παράθυρα και η αίσθηση ότι κάποτε υπήρξε ζωή εκεί μέσα.

Έτσι συμβαίνει και με τις μεγάλες δημόσιες εξάρσεις. Για λίγο μοιάζουν ικανές να αλλάξουν τον κόσμο. Έπειτα παραδίδονται στη σιωπή, μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο γεγονός που θα διεκδικήσει το δικαίωμα στην απόλυτη προσοχή μας. Η τραγωδία γίνεται σύνθημα. Το σύνθημα γίνεται τηλεθέαση. Η τηλεθέαση γίνεται πολιτική. Και η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα. Το έχουμε δει πολλές φορές. Και πιθανότατα θα το ξαναδούμε. Δεν είναι λοιπόν η διαφθορά το μεγαλύτερο πρόβλημά μας. Ούτε η ανικανότητα. Ούτε καν η υποκρισία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η χθεσινή βεβαιότητα θάβεται πριν καν διαψευστεί.

Οι πολιτικοί δεν φοβούνται ιδιαίτερα την κρίση των πολιτών. Φοβούνται μόνο τον επόμενο κύκλο ειδήσεων. Γνωρίζουν ότι η χθεσινή βεβαιότητα θα αντικατασταθεί από τη σημερινή και η σημερινή από την αυριανή. Γνωρίζουν ότι η δημόσια συζήτηση κινείται με την ταχύτητα της επικαιρότητας και όχι με την υπομονή της μνήμης.

Και έτσι συνεχίζουν. Οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι. Οι παλιοί και οι νέοι. Οι καταγγέλλοντες και οι καταγγελλόμενοι. Οι αυτόκλητοι σωτήρες και οι μόνιμοι τιμητές.

Όλοι παίζουν στο ίδιο έργο.

Ένα έργο που αλλάζει σκηνικά κάθε εβδομάδα για να κρύψει ότι το σενάριο παραμένει σχεδόν το ίδιο. Και εμείς από κάτω παρακολουθούμε, ενθουσιαζόμαστε, εξοργιζόμαστε, χειροκροτούμε, αποδοκιμάζουμε και προχωράμε στο επόμενο επεισόδιο.

Γιατί η άτιμη η επικαιρότητα έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στην αλήθεια. Έρχεται κάθε πρωί φρέσκια. Αντίθετα η μνήμη απαιτεί κόπο. Και ο κόπος δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής στην ελληνική πολιτική αγορά.

 

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2026 12:56

Η επιτυχία ως πολιτικό πρόβλημα

Την ώρα που η ελληνική δημόσια συζήτηση αναλώνεται για πολλοστή φορά σε έναν κύκλο μικροπολιτικής έντασης, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού εξελίσσονται γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη θέση της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.

 

Όσα εξελίσσονται αυτές τις ημέρες δεν ανήκουν στην κατηγορία των ειδήσεων που προκαλούν θόρυβο για λίγες ώρες και ύστερα χάνονται. Αφορούν τη θέση που φιλοδοξεί να καταλάβει η Ελλάδα σε μια περιοχή όπου ενέργεια, διπλωματία, ασφάλεια και οικονομία συνδέονται πλέον με τρόπο σχεδόν αδιαχώριστο. Αναφέρομαι στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου ενεργειακού και γεωπολιτικού πλέγματος στην Ανατολική Μεσόγειο, με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ.

Η υπογραφή της διακήρυξης για τη δημιουργία του East Med Energy Center στο Χιούστον, η παρουσία του αμερικανού υπουργού Ενέργειας, οι συζητήσεις με τη Chevron και την ExxonMobil, οι νέες έρευνες και οι ενεργειακοί διάδρομοι που προωθούνται στην Ανατολική Μεσόγειο εντάσσονται σε έναν ενιαίο σχεδιασμό. Η ενέργεια έχει μετατραπεί σε πεδίο όπου συναντώνται η οικονομία, η ασφάλεια, η διπλωματία και η γεωπολιτική ισχύς.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στο περιθώριο της διαδικασίας. Συμμετέχει σ’ αυτή. Και ενώ η χώρα αποκτά μεγαλύτερη σημασία στους σχεδιασμούς της Δύσης για την Ανατολική Μεσόγειο, ένα τμήμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος μοιάζει να αντιμετωπίζει αυτές τις εξελίξεις με αμηχανία, καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα. Δεν μιλάμε για κριτική σε κυβερνητικές επιλογές. Αυτή είναι θεμιτή και αναγκαία. Μιλάμε για κάτι βαθύτερο. Για μια πολιτική κουλτούρα που συχνά αδυνατεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην αντιπολίτευση και στην υπονόμευση στρατηγικών επιλογών της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία ακολουθεί με αξιοσημείωτη συνέπεια μια στρατηγική που έχει αποκτήσει σχεδόν δογματικό χαρακτήρα. Η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» έπαψε προ πολλού να αποτελεί μια ακόμα  θεωρία κάποιων γραφικών απόστρατων αξιωματικών ή ρητορική υπερβολή που επιστρατεύεται για εσωτερική κατανάλωση. Έχει ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και ευρύτερα στην περιοχή.

Η τουρκική ηγεσία επαναλαμβάνει σχεδόν καθημερινά, με διαφορετικές διατυπώσεις αλλά με την ίδια ουσία, ότι επιδιώκει την αναθεώρηση του σημερινού καθεστώτος θαλάσσιων δικαιωμάτων. Αμφισβητεί την επήρεια των ελληνικών νησιών, αμφισβητεί το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιεί τους φυσικούς της πόρους, αμφισβητεί στην πράξη βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές δηλώσεις ούτε για λεκτικές εξάρσεις της στιγμής. Πρόκειται για μια σταθερή αναθεωρητική στρατηγική, η οποία παραμένει αναλλοίωτη ανεξαρτήτως συγκυρίας, κυβερνήσεων ή τακτικών ελιγμών.

Υπ’ αυτό το πρίσμα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ενεργειακές συνεργασίες της Ελλάδας με την Κύπρο, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν αφορούν μόνο επενδύσεις, αγωγούς ή έρευνες υδρογονανθράκων. Αφορούν την εμπέδωση μιας πραγματικότητας στην οποία η Ελλάδα ασκεί τα δικαιώματά της, συμμετέχει σε περιφερειακές συμμαχίες και καθίσταται μέρος ενός ευρύτερου συστήματος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και ακριβώς γι’ αυτό προκαλούν την ενόχληση της Άγκυρας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ελληνική πρωτοβουλία που ενισχύει τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Κύπρο λειτουργεί αντικειμενικά ως εμπόδιο στους τουρκικούς σχεδιασμούς. Και δεν είναι αδιάφορο το ότι ο τουρκικός Τύπος και πολλοί κύκλοι της Άγκυρας παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις φωνές της ελληνικής αντιπολίτευσης που επιτίθενται στις ίδιες ακριβώς πρωτοβουλίες.

Γι’ αυτό προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που η Τουρκία αντιμετωπίζει ως εμπόδιο στους σχεδιασμούς της συναντούν συχνά μεγαλύτερη καχυποψία μέσα στην ελληνική πολιτική ζωή παρά στο εξωτερικό. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως άσκηση αντιπολίτευσης. Αγγίζει μια βαθύτερη δυσκολία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να διακρίνει πού τελειώνει η κομματική αντιπαράθεση και πού αρχίζει το εθνικό συμφέρον.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν προστεθεί μια δεύτερη παρατήρηση. Σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια εξαιρετικά επιεικές και ανεκτικό απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν. Ένα άλλο μέρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ μέσα από το πρίσμα μιας παρωχημένης αντιιμπεριαλιστικής μυθολογίας, λες και πρόκειται για δημοκρατικά κινήματα και όχι για ένοπλες τρομοκρατικές οργανώσεις που λειτουργούν ως εργαλεία περιφερειακής ισχύος του Ιράν.

Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες δυνάμεις εμφανίζονται συχνά ως υπερασπιστές της ειρήνης και της σταθερότητας. Η πραγματικότητα όμως δεν κρίνεται από προθέσεις ούτε από συνθήματα. Κρίνεται από τα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια κατάφερε να ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες που συγκροτούν τον βασικό άξονα ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου. Κατάφερε να αναβαθμίσει τον ρόλο της στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Κατάφερε να προσελκύσει το ενδιαφέρον κολοσσών που δεν επενδύουν δισεκατομμύρια επειδή συγκινήθηκαν από κάποιο επικοινωνιακό αφήγημα.

Οι εταιρείες αυτού του μεγέθους επενδύουν όταν διακρίνουν προοπτική. Τα κράτη αυτού του μεγέθους συνεργάζονται όταν αναγνωρίζουν αξία. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ελληνική κοινωνία μοιάζει συχνά να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις αυτές με δυσπιστία. Υπάρχει μια παλιά ελληνική συνήθεια που επιβίωσε της κρίσης και ίσως ενισχύθηκε απ’ αυτή. Η πεποίθηση ότι καμία επιτυχία δεν είναι πραγματική αν δεν μεταφράζεται άμεσα σε προσωπικό όφελος.

Ένα νέο ενεργειακό κέντρο δεν μειώνει αύριο το λογαριασμό του ρεύματος. Μια γεωπολιτική αναβάθμιση δεν αυξάνει αυτόματα το μισθό. Μια στρατηγική συμμαχία δεν λύνει σε μια νύχτα τα προβλήματα της καθημερινότητας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουν αξία.

Οι σοβαρές εθνικές επιτυχίες σχεδόν ποτέ δεν γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που συμβαίνουν. Η αξία τους φαίνεται αργότερα, όταν μια χώρα διαθέτει περισσότερα ερείσματα, περισσότερους συμμάχους και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από εκείνη που είχε στο παρελθόν.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας να μην είναι η έλλειψη ευκαιριών. Ίσως να είναι η δυσκολία της να αναγνωρίσει μια ευκαιρία όταν βρίσκεται μπροστά στα μάτια της. Διότι ένας λαός που έχει μάθει να συγκινείται μόνο από τις καταστροφές κινδυνεύει να χάσει την ικανότητα να κατανοεί τις επιτυχίες του. Και όταν μια κοινωνία παύει να αναγνωρίζει όσα κερδίζει, αργά ή γρήγορα αρχίζει να θεωρεί φυσικό ότι μπορεί και να τα χάσει.

 

Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σήμερα ξανά στον δημόσιο διάλογο ως τιμητής των εξελίξεων. Αξίζει όμως να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη το καλοκαίρι του 2015.

 

Όπως είδαμε και στην εξαιρετικά αποκαλυπτική σειρά ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, Στο χιλιοστό, για τις δραματικές εκείνες ημέρες, πολλοί από τους ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους που βρέθηκαν στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων περιγράφουν την έκπληξη, ακόμη και την αμηχανία τους, απέναντι στην εικόνα που παρουσίαζε η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστερά». Σε μια αίθουσα γεμάτη πρωθυπουργούς, υπουργούς Οικονομικών, κεντρικούς τραπεζίτες και τεχνοκράτες που έφθαναν με φακέλους, αναλύσεις, προβολές και εναλλακτικά σχέδια, η ελληνική πλευρά έμοιαζε συχνά να λειτουργεί περισσότερο με πολιτικούς αυτοσχεδιασμούς και συνθήματα παρά με επεξεργασμένο σχέδιο διαπραγμάτευσης.

Η περίφημη «περήφανη διαπραγμάτευση» κατέληξε σε κλειστές τράπεζες, σε ένα δημοψήφισμα που μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες στο αντίθετό του και σε μια χώρα που βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από το ευρώ. Χάθηκαν χρόνια ανάπτυξης, επενδύσεις και αξιοπιστία. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στο πιο επικίνδυνο σημείο της μεταπολιτευτικής της ιστορίας.

Αυτό που συχνά λησμονούμε είναι ότι η χώρα δεν διασώθηκε επειδή το σχέδιο πέτυχε. Διασώθηκε επειδή, την ύστατη στιγμή, βρέθηκαν άνθρωποι που έδωσαν κυριολεκτικά την ψυχή τους για να αποτραπεί η καταστροφή. Εκείνες τις ημέρες υπήρξαν ισχυρές φωνές στην Ευρώπη που θεωρούσαν ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση. Η πίεση υπέρ ενός Grexit ήταν πραγματική και ισχυρή.

Κι όμως, απέναντι σε αυτή τη λογική, εμφανίστηκε ένα διαφορετικό ρεύμα. Πολιτικοί, αξιωματούχοι και παράγοντες των ευρωπαϊκών θεσμών επέλεξαν να δουν την Ελλάδα όχι ως προβληματικό λογαριασμό προς εκκαθάριση αλλά ως μέρος μιας κοινής ευρωπαϊκής ιστορίας. Υπήρξαν άνθρωποι που πάλεψαν για να μείνει η χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ακόμη και όταν η ίδια η ελληνική κυβέρνηση φαινόταν να εξαντλεί κάθε περιθώριο ανοχής των εταίρων της.

Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό σε αυτή την πλευρά της ιστορίας. Θυμίζει, σε διαφορετικές φυσικά συνθήκες, εκείνη τη ρομαντική διάσταση του φιλελληνισμού των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων, όταν άνθρωποι εκτός Ελλάδας πίστεψαν στην επιβίωση της χώρας περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ορισμένοι από τους ίδιους τους ηγέτες της.

Το δημοψήφισμα του Ιουλίου δεν υπήρξε η κορύφωση μιας πολιτικής αυταπάτης/απάτης που οδήγησε τη χώρα λίγα βήματα πριν από μια ιστορική καταστροφή. Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, η αδυναμία εισαγωγών και η βίαιη φτωχοποίηση δεν ήταν θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου. Ήταν πραγματικές πιθανότητες που συζητούνταν καθημερινά στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.

Το δράμα δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα σώθηκε κυριολεκτικά στο χιλιοστό. Είναι ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο κοντά βρέθηκε στον γκρεμό. Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε εκείνη την περίοδο ως μια παρεξηγημένη προσπάθεια που δήθεν συγκρούστηκε με το κατεστημένο της Ευρώπης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η πιο επικίνδυνη πολιτική περιπέτεια της μεταπολίτευσης.

Οι λαοί έχουν δικαίωμα στο λάθος. Οι δημοκρατίες επιβιώνουν και μέσα από τις λανθασμένες επιλογές τους. Έχουν όμως και υποχρέωση στη μνήμη. Διότι όταν ξεχνάς πόσο κοντά βρέθηκες στην καταστροφή, αρχίζεις σταδιακά να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος που σε οδήγησε εκεί μπορεί να παρουσιαστεί ως ο κατάλληλος για να σε οδηγήσει στο μέλλον.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Ότι ο άνθρωπος που έφερε τη χώρα σε απόσταση αναπνοής από μια εθνική τραγωδία ανυπολόγιστων διαστάσεων επιχειρεί να επανεμφανιστεί ως φωνή δικαίωσης και πολιτικής σοφίας. Η δημοκρατία ασφαλώς του αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα. Η ιστορική μνήμη, όμως, επιβάλλει να θυμόμαστε ολόκληρη τη διαδρομή και όχι μόνο το γεγονός ότι, την τελευταία στιγμή, η χώρα σώθηκε... από τους γερμανοτσολιάδες.

Κάποιες φορές πρέπει να μάθουμε ότι δεν αρκεί να απολογείται η πολιτική. Οφείλει να ντρέπεται και η κοινωνία. Διότι αν ο «λαός» και το «λαϊκό» μετατρέπονται σε απόλυτες ηθικές αρχές, τότε κάτι πολύ σοβαρό έχουμε μετρήσει λάθος.

Κυριακή, 31 Μαϊος 2026 11:54

Το σκάνδαλο μετά το σκάνδαλο

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία περισσότερο για τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε πολιτικά παρά για όσα τελικά αποδείχθηκαν. Διότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπήρξαν παθογένειες, κυκλώματα, εικονικές επιδοτήσεις και διαχρονικές πελατειακές σχέσεις. Οι ίδιες οι έρευνες αποκάλυψαν περισσότερους από χίλιους κατηγορούμενους και ζημίες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Το πρόβλημα υπήρχε. Το ερώτημα είναι άλλο: ποιοι ήταν οι υπεύθυνοι και ποιοι επιχειρήθηκε να εμφανιστούν ως υπεύθυνοι.

Παρασκευή, 29 Μαϊος 2026 14:22

Οι έμποροι της εθνικής ανησυχίας

Ο Κώστας Καραμανλής αποφάσισε ξανά να μιλήσει. Και όπως συμβαίνει συνήθως τα τελευταία χρόνια, η δημόσια παρέμβασή του συνοδεύτηκε από προειδοποιήσεις για την πορεία της χώρας, αιχμές για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και υπαινιγμούς για τα περίφημα «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο ανθρώπινος πόνος παύει να λειτουργεί ως τραγωδία και μετατρέπεται σε ριάλιτι ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης. Στη σημερινή Δύση, ο ανθρωπισμός έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί απλώς μια ηθική στάση. Έχει εξελιχθεί σε αισθητική, σε φιγούρα προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής, σε πολιτικό lifestyle. Και όσο πιο βαρύγδουπες γίνονται οι λέξεις «παγκόσμια συνείδηση», «ανθρωπιστική ευθύνη», «διεθνής αλληλεγγύη», «δικαιωματικός αγώνας», τόσο συχνότερα λειτουργούν ως περιτύλιγμα πολιτικής εκμετάλλευσης, χρηματοδοτήσεων, γεωπολιτικών παιχνιδιών και επιλεκτικής ευαισθησίας.

Η πραγματικότητα αποκτά ενδιαφέρον τη στιγμή που σταματάς να κοιτάς τα συνθήματα και αρχίζεις να παρατηρείς ποιοι ωφελούνται πολιτικά, επικοινωνιακά και οικονομικά από όλο αυτό το θέαμα.

Διότι οι περίφημες φλοτίλλες μοιάζουν όλο και περισσότερο με πλωτές παραστάσεις ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης. Μικρές θαλάσσιες πορείες γεμάτες κάμερες, hashtags, συγκινητικά βίντεο, νεανική επαναστατικότητα με τραγούδια και χορούς και την απαραίτητη δόση εξωτικού κινδύνου που χρειάζεται η δυτική ακτιβιστική κουλτούρα για να αισθανθεί ζωντανή...  Άνθρωποι που ταξιδεύουν από λιμάνι σε λιμάνι μέσα σε ένα σχεδόν φεστιβαλικό κλίμα, μεταφέροντας συμβολικά φορτία «αντίστασης», ενώ πίσω από την ίδια την παλαιστινιακή τραγωδία στέκονται εδώ και δεκαετίες πολιτικές ηγεσίες που διαχειρίστηκαν δισεκατομμύρια.

Εκεί αρχίζει και η μεγάλη σιωπή.

Για δεκαετίες, η διεθνής κοινότητα, ο ΟΗΕ, πολλές ΜΚΟ, τα ευρωπαϊκά δίκτυα δικαιωματισμού και ένα τεράστιο κομμάτι της δυτικής Αριστεράς απέφυγαν συστηματικά να απαντήσουν σε απλά ερωτήματα. Πώς ακριβώς δημιουργήθηκαν οι αμύθητες περιουσίες στελεχών της Χαμάς και των πολιτικών της μηχανισμών; Πώς εμφανίζονται ηγετικά στελέχη με δισεκατομμύρια σε επενδύσεις, ακίνητα, τραπεζικούς λογαριασμούς και επιχειρηματικά δίκτυα σε Τουρκία, Κατάρ, Αίγυπτο και αλλού, την ώρα που ο παλαιστινιακός πληθυσμός παρουσιάζεται ως λαός εγκαταλελειμμένος στην απόλυτη εξαθλίωση;

Οι πληροφορίες για τις περιουσίες προσώπων όπως ο Χάλεντ Μασάλ, ο Ισμαήλ Χανίγια και ο Μούσα Αμπού Μαρζούκ κυκλοφορούν εδώ και χρόνια στον διεθνή Τύπο. Κι όμως, όσοι εμφανίζονται καθημερινά ως υπερασπιστές των καταπιεσμένων δείχνουν εντυπωσιακά μικρό ενδιαφέρον να εξηγήσουν αυτή την αντίφαση. Αντίθετα, όποιος τολμήσει να τη θέσει δημόσια, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ηθικός αποστάτης.

Κάπου εκεί ο ανθρωπισμός αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με αλληλεγγύη και περισσότερο με ιδεολογική σκηνογραφία.

Διότι η ίδια δυτική ακτιβιστική κουλτούρα, που εμφανίζεται αμείλικτη απέναντι σε κάθε αμαρτία της Δύσης, μετατρέπεται συχνά σε υπόδειγμα επιείκειας απέναντι σε θεοκρατικά ή αυταρχικά καθεστώτα. Άνθρωποι που μιλούν καθημερινά για ανθρώπινα δικαιώματα, καταλήγουν να εξωραΐζουν πολιτικά συστήματα που αν ζούσαν σε αυτά, όχι μόνο δεν θα μπορούσαν όχι μόνο να εκφραστούν ελεύθερα –όπως στη «διεφθαρμένη» Δύση– αλλά ούτε να υπάρξουν ως φυσικές οντότητες.

Το Ιράν κρεμά δημόσια αντιφρονούντες και εκτελεί εικοσάχρονους νέους επειδή συμμετείχαν σε διαδηλώσεις. Η Τουρκία φυλακίζει πολιτικούς αντιπάλους, ανοιγοκλείνει πανεπιστήμια, ελέγχει τη Δικαιοσύνη, παρεμβαίνει ακόμη και στη λειτουργία της αντιπολίτευσης και χρησιμοποιεί τη γεωπολιτική αστάθεια ως εργαλείο διαρκούς εκβιασμού απέναντι στη Δύση. Κι όμως, ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής και της ευρωπαϊκής Αριστεράς εμφανίζεται πρόθυμο να διαδηλώσει υπέρ αυταρχικών καθεστώτων και θεοκρατικών μηχανισμών που, αν εφαρμόζονταν στο εσωτερικό των δικών τους κοινωνιών, θα έπνιγαν κυριολεκτικά στο αίμα τις ίδιες τις ελευθερίες τις οποίες επικαλούνται καθημερινά.

Κάπου εδώ αρχίζει να σχηματίζεται ένας πραγματικός κυκλώνας υποκρισίας.

Το Ισραήλ αντιμετωπίζεται συλλογικά ως απόλυτη ενσάρκωση του κακού, ακόμη και όταν διεξάγει έναν πόλεμο που, όπως τον διαβάζω εγώ, δεν αφορά απλώς τον έλεγχο μιας περιοχής ή μια συνηθισμένη γεωπολιτική σύγκρουση, αλλά το ίδιο του το δικαίωμα να υπάρχει μέσα σε μια περιοχή όπου μεγάλα τμήματα του πολιτικού και θρησκευτικού φανατισμού εξακολουθούν να ονειρεύονται έναν κόσμο χωρίς εβραίους.

Την ίδια στιγμή, πολλοί απ’ αυτούς που καταγγέλλουν καθημερινά τον «σιωνιστικό φασισμό» εμφανίζονται ψυχολογικά συμφιλιωμένοι με τη ρωσική βία στην Ουκρανία. Ξαφνικά, οι πύραυλοι που πέφτουν πάνω σε πολυκατοικίες του Κιέβου μετατρέπονται σε «αντιναζιστική επιχείρηση», οι νεκροί σχετικοποιούνται και ο ρωσικός επεκτατισμός βαφτίζεται γεωπολιτική αντίσταση απέναντι στη Δύση. Λησμονώντας ότι η Σοβιετική Ένωση υπήρξε η πρώτη δύναμη που υπέγραψε σύμφωνο συνεργασίας με τον Χίτλερ και συμμετείχε στο διαμελισμό της Ευρώπης πριν ακόμη ξεκινήσει η μεγάλη σύγκρουση.

Όταν οι ίδιες πολιτικές φωνές εμφανίζονται ταυτόχρονα να δικαιολογούν την ιρανική θεοκρατία, τον ρωσικό αυταρχισμό και τον τουρκικό νεο-οθωμανισμό, ενώ παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τότε το ζήτημα παύει να είναι πολιτική διαφωνία και αρχίζει να μοιάζει με αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στη δημοκρατία και στον αυταρχισμό. Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας: όχι η υποκρισία, αλλά το ότι ένα μέρος της δυτικής διανόησης και της ακτιβιστικής κουλτούρας μοιάζει να έχει χάσει κάθε στοιχειώδες μέτρο διάκρισης ανάμεσα σε μια δημοκρατία και σε καθεστώτα που οικοδομούν συστηματικά το φόβο, τη βία και την καταστολή.

Κάπου εκεί τα πράγματα παύουν να είναι απλώς αστεία. Η αντίφαση γίνεται τόσο κραυγαλέα, ώστε πίσω από την κωμωδία αρχίζει να διακρίνεται κάτι πολύ πιο σκοτεινό: ένας πολιτισμός που δυσκολεύεται πλέον να αναγνωρίσει ακόμη και τους εχθρούς του.

Στον αραβικό κόσμο, οργανώσεις που εμφανίζονται ως «αντιστασιακές» έχουν οικοδομήσει ολόκληρους μηχανισμούς αυταρχισμού, διαφθοράς και πολιτικού τρόμου. Κι όμως, ένα μεγάλο μέρος της δυτικής προοδευτικής σκηνής αντιμετωπίζει όλα αυτά με μια παράξενη κατανόηση, σχεδόν με τρυφερότητα.

Η σύγχρονη πολιτική ηθική έχει αντικαταστήσει την κρίση των πράξεων με μια φυλετικού τύπου διαίρεση ανάμεσα σε «καλούς καταπιεσμένους» και «κακούς καταπιεστές». Από εκεί και πέρα, η πραγματικότητα προσαρμόζεται στην αφήγηση και όχι η αφήγηση στην πραγματικότητα. Αν κάποιος έχει ενταχθεί συμβολικά στην κατηγορία του «καταπιεσμένου», σχεδόν κάθε πράξη του σχετικοποιείται. Αντιθέτως, η Δύση και ειδικά το Ισραήλ στην προκειμένη περίπτωση,  αντιμετωπίζεται ως διαρκώς ένοχη οντότητα, ανεξαρτήτως συγκυρίας, γεγονότων ή ιστορικού πλαισίου.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πιο επικίνδυνη πλευρά της πολιτικής ορθότητας καθώς δεν περιορίζεται στο να  αποκρύπτει μόνο γεγονότα αλλά δημιουργεί μια ολόκληρη ηθική ασυμμετρία. Μια κατάσταση όπου η πραγματικότητα λογοκρίνεται επιλεκτικά για να προστατευθεί η ιδεολογική αφήγηση. Οι θηριωδίες αυταρχικών καθεστώτων αντιμετωπίζονται περίπου ως πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, ενώ η Δύση καλείται να απολογείται αιωνίως ακόμη και για την ίδια της την ύπαρξη.

Είναι ένα από τα πιο αποκαλυπτικά παράδοξα της επιλεκτικής ηθικής της εποχής μας: η Δύση κατηγορείται καθημερινά για αποικιοκρατία, λες και υπήρξε η μοναδική δύναμη στην ιστορία που επεκτάθηκε στρατιωτικά, πολιτισμικά ή οικονομικά πέρα από τα σύνορά της. Η βρετανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή διήρκεσε ελάχιστο ιστορικό χρόνο από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την αποχώρηση από τις περισσότερες περιοχές της, δεκαετίες αργότερα. Η Βρετανική Εντολή στην Παλαιστίνη κράτησε από το 1920 ώς το 1948. Στο Ιράκ η βρετανική επιρροή, με διάφορες μορφές, εκτείνεται περίπου από το 1917 ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Στην Αίγυπτο, από το 1882 έως τυπικά το 1956. Πρόκειται δηλαδή για λίγες δεκαετίες ιστορικής παρουσίας.

Αντιθέτως, η ισλαμική επέκταση και κυριαρχία σε τεράστιες περιοχές του κόσμου ξεκινά ήδη από τον 7ο αιώνα, περίπου μετά το 650 μ.Χ., και σε πολλές περιοχές διαρκεί έως και τον 19ο ή ακόμη και τον πρώιμο 20ό αιώνα. Από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Μικρά Ασία, τα Βαλκάνια και μεγάλα τμήματα της Ασίας, ο ισλαμικός κόσμος οικοδόμησε επί αιώνες αυτοκρατορίες μέσω στρατιωτικής επέκτασης, δουλεμπορίου, θρησκευτικής κυριαρχίας και πολιτικής υποταγής λαών. Παρ’ όλα αυτά, στον σύγχρονο δυτικό δημόσιο λόγο η λέξη «αποικιοκρατία» μοιάζει να αφορά αποκλειστικά τη Δύση, σαν οι υπόλοιπες αυτοκρατορίες της ιστορίας να υπήρξαν περίπου φιλολογικές λέσχες πολιτισμικών ανταλλαγών.

Ακόμη πιο παράδοξο είναι το εξής: τα ίχνη της δυτικής παρουσίας,  όσο βίαιη, αλαζονική ή εκμεταλλευτική κι αν υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις,  άφησαν πίσω τους κρατικούς μηχανισμούς, λιμάνια, σιδηροδρόμους, πανεπιστήμια, νομικά συστήματα, διοικητικές δομές, τεχνολογία, βιομηχανική οργάνωση, ακόμη και την ίδια τη σύγχρονη έννοια του κράτους σε πολλές περιοχές του κόσμου. Η Ινδία εξακολουθεί να λειτουργεί πάνω σε μεγάλο μέρος του βρετανικού διοικητικού και νομικού μοντέλου. Στη Μέση Ανατολή, σιδηροδρομικά δίκτυα, λιμενικές εγκαταστάσεις, αστικά κέντρα και κρατικοί θεσμοί οικοδομήθηκαν μέσα στη δυτική παρουσία του 19ου και του 20ού αιώνα.

Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη ειρωνεία της εποχής μας: ένα σημαντικό μέρος του σύγχρονου αντιδυτικισμού χρησιμοποιεί καθημερινά τη δυτική τεχνολογία, τα δυτικά πανεπιστήμια, τις δυτικές ελευθερίες, τα δυτικά κοινωνικά δίκτυα, τη δυτική ιατρική, τη δυτική οικονομία και το δυτικό κράτος δικαίου για να καταγγείλει τη Δύση ως τη μεγαλύτερη καταστροφή της ανθρωπότητας.

Η ίδια η Δύση μοιάζει σήμερα να χρηματοδοτεί ιδεολογικά, τεχνολογικά και πολιτισμικά την αποδόμησή της. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι μεγάλο μέρος αυτής της αποδόμησης πραγματοποιείται στο όνομα της «ανεκτικότητας», της «συμπερίληψης» και της «ιστορικής αυτοκριτικής». Δηλαδή μέσα από αξίες που η ίδια η Δύση γέννησε!

Έτσι καταλήγουμε σε ένα παράδοξο σχεδόν κωμικό: άνθρωποι που απολαμβάνουν όλες τις ελευθερίες του δυτικού πολιτισμού να αφιερώνουν τη ζωή τους στην υπεράσπιση πολιτικών και θεοκρατικών μοντέλων που θα εξαΰλωναν αυτές ακριβώς τις ελευθερίες –μαζί με τους φορείς τους– μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ειλικρινές σύμπτωμα της εποχής μας. Όχι η υποκρισία των κρατών –αυτή υπήρχε πάντοτε– αλλά η βαθιά αδυναμία ενός μέρους της Δύσης να υπερασπιστεί τον ίδιο της τον πολιτισμό χωρίς ενοχές.

Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό στον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα της ελληνικής αντιπολίτευσης κατορθώνει κάθε φορά να μετατρέπει μια αμυντική κίνηση της χώρας σε εθνικό μνημόσυνο πανικού. Πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος ενημέρωσης για την απομάκρυνση των Patriot από την Κάρπαθο, ένα ολόκληρο οικοσύστημα τηλεοπτικών ειδικών, επαγγελματιών ανησυχούντων, μεσσιών της γεωπολιτικής και μόνιμων προφητών της καταστροφής έσπευσε να εξηγήσει ότι η Ελλάδα απογυμνώνεται, παραδίδεται, καταρρέει και εγκαταλείπει το Αιγαίο σχεδόν με λευκή σημαία.

Σελίδα 1 από 12