Σύνδεση συνδρομητών

Ένας πολύ φρέσκος Σολωμός

Τετάρτη, 01 Δεκεμβρίου 2021 23:09
O Διονύσιος Σολωμός από τη Μάρια Μπαχά.
Μάρια Μπαχά / Καλειδοσκόπιο
O Διονύσιος Σολωμός από τη Μάρια Μπαχά.

Μάρια Μπαχά, Μια ιστορία για τον Διονύσιο Σολωμό, Καλειδοσκόπιο 2021, 88 σελ.

Δεν πρόκειται για φιλολογική μελέτη ή δοκίμιο. Δεν είναι βιογραφία ούτε βεβαίως vie romancée, αλλά μια εντελώς προσωπική εκδοχή, μια ιδιωτική κατάθεση αγάπης και τιμής,  «με το χέρι στην καρδιά», για τον γενάρχη του σύγχρονου ποιητικού λόγου μας. Ένα βιβλίο μύησης στον Σολωμό – και όχι μόνο. [ΤΒJ]

Ο βίος και οι εκδόσεις του έργου του εθνικού ποιητή μας Διονυσίου Σολωμού έχουν ανατεθεί εδώ και ενάμιση αιώνα σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα στους φιλολόγους – πολύ  άξιους κατά κανόνα φιλολόγους, γυναίκες και άντρες. Σπανιότερα παρεμβαίνουν με  ευφυείς και βαθυστόχαστους σχολιασμούς κάποιοι δοκιμιογράφοι. Αντιθέτως, οι ποιητές μας, παλαιότεροι και νεότεροι, μείζονες και ελάσσονες, αποφεύγουν να γράψουν εκτενώς και με δικά τους κριτήρια για την περίπτωσή του. Στέκονται απέναντί του με υπερβολικό θαυμασμό, χωρίς να έχουν προσπαθήσει να μας εξηγήσουν και να μας μεταδώσουν την αισθητική συγκίνηση που τους προκαλεί το έργο του. Για παράδειγμα, τον Σεφέρη φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει περισσότερο να ερευνήσει και να κατανοήσει τις όποιες ποιητικές δυσκολίες του Κάλβου ή του Καβάφη, ενώ για τον Σολωμό αποφαίνεται πως είναι «άρχοντας του ποιητικού λόγου», «ένας από τους πιο καλλιεργημένους ανθρώπους της Ευρώπης» και, παράλληλα, θεωρεί τη Γυναίκα της Ζάκυθος  «κορυφαία στιγμή του νεοελληνικού πεζού λόγου». Υπερθετικός ο Ελύτης θα γράψει πως ο Σολωμός «είναι ένας από τους πέντε ή δέκα μεγαλύτερους ποιητές σ’ όλο τον κόσμο και σ’ όλους τους αιώνες». Είναι φανερό πως και οι δύο ποιητές μας καταλήγουν σ’ ένα τελικό συμπέρασμα, χωρίς να έχουν αναπτύξει προηγουμένως αποδεικτικούς συλλογισμούς.

 

Είδος μικτό αλλά νόμιμο

Με τις όλο και σπανιότερες εκδόσεις μελετών για τον Σολωμό, κυρίως από νεότερους, θεωρώ αναπάντεχη και απολύτως ευπρόσδεκτη  την  εμφάνιση του βιβλίου της Μάριας Μπαχά, Μια ιστορία για τον Διονύσιο Σολωμό. Σπεύδω να δηλώσω πως δεν πρόκειται για φιλολογική μελέτη ή δοκίμιο. Δεν είναι βιογραφία ούτε βεβαίως vie romancée, αλλά μια εντελώς προσωπική εκδοχή, μια ιδιωτική κατάθεση αγάπης και τιμής,  «με το χέρι στην καρδιά», για τον γενάρχη του σύγχρονου ποιητικού λόγου μας.

Η Μπαχά δεν αφηγείται γραμμικά και εξαντλητικά τη ζωή του Ζακύνθιου, δεν είναι αυτή η πρόθεσή της. Έχοντας προφανώς εγκύψει στην εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία, όπως προκύπτει και από τα επιλεγμένα λήμματα που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, και έχοντας σταθεί στις στιγμές που την ενδιέφεραν, σχεδιάζει και ανασυνθέτει ένα διάγραμμα βίου και έργου, με τα πιο σημαντικά και σε γενικές γραμμές γνωστά σε όλους μας γεγονότα και περιστατικά της σολωμικής ζωής: Ο γάμος της μητέρας του με τον Νικόλαο Σολωμό «το βράδυ του θανάτου του», η αποφασιστικής σημασίας συνάντηση με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, η πολιορκία του Μεσολογγιού, η επίθεση του σαρκοβόρου θαλάσσιου τέρατος (πόρφυρα), η οικογενειακή δίκη, η διαμονή στην Κέρκυρα, το τέλος. Προσπαθεί να περιγράψει και να μας μεταδώσει την ατμόσφαιρα της εποχής, τις εσωτερικές ψυχολογικές διακυμάνσεις, τη δημιουργική περιπέτεια του ποιητή. Το βιβλίο ανταποκρίνεται, θα έλεγα,  στη σολωμική φράση «είδος μικτό αλλά νόμιμο», συνδυάζοντας σε θαυμαστή αρμονία τον πεζό λόγο και την εικαστική απόδοση. 

Η Μάρια Μπαχά είναι εικαστικός. Έτυχε να παρακολουθήσω πριν από μερικά χρόνια εκθέσεις έργων της σε μια γκαλερί της οδού Σκουφά, μετά από παρότρυνση αγαπημένου φίλου. Μου είχαν κάνει και τότε εντύπωση η χρωματική τόλμη, η θεματική ποικιλία και ο εσωτερικός παλμός που διέκρινε τους πίνακές της. Αργότερα διάβασα, και μου το επιβεβαιώνουν τώρα οι πληροφορίες στο «αυτί» του εξωφύλλου, πως έχει βραβευτεί κατ’ επανάληψη για την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων. Το τωρινό βιβλίο της δεν είναι για παιδιά – θα πρόσθετα, χωρίς παιγνιώδη διάθεση, πως είναι για μεγάλα παιδιά, για όσους θέλουν να προσεγγίσουν μέσα από τη φρέσκια και δροσερή  οπτική της στιγμές της ζωής και της πορείας του Σολωμού, όπως αποτυπώνονται όχι μόνον στο κείμενο αλλά και στις εικόνες που συνοδεύουν το βιβλίο. Όλες οι εικόνες που σχολιάζουν ή αποδίδουν το κλίμα του βιβλίου συγκεντρώνονται στις πρώτες 32 σελίδες και με τον τρόπο αυτόν συγκροτούν μιαν εντυπωσιακή ενότητα με όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Μπαχά. Εκτός από τις έγχρωμες εικόνες, αξίζει να σημειωθούν τα μαυρόασπρα σκίτσα των χωρίς αρίθμηση σελίδων 4 και 5, που μιμούνται τα φύρδην μίγδην χειρόγραφα του Σολωμού, όπως μας τα γνώρισε ο Λίνος Πολίτης στη μνημειώδη έκδοση των Αυτογράφων του ποιητή, καθώς και τα ανάλογα των σελίδων 8 και 9, που αποδίδουν τις φυσιογνωμίες του Σπυρίδωνος Τρικούπη, του Νικολάου Μάντζαρου, του Ιάκωβου Πολυλά κ.ά.  Θεωρώ πολύ πιθανόν (και θα ευχόμουν) όλα τα εικαστικά έργα που έχουν προκύψει από τη δημιουργία του βιβλίου να αποτελέσουν κάποτε τους πίνακες μιας καινούργιας έκθεσης. Κείμενο και εικονογράφηση βρίσκονται μεταξύ τους σε απολύτως ισόρροπη και ισορροπημένη σχέση.

Σε καθεμιά από τις τέσσερις ενότητες που διαρθρώνεται το κείμενο (Ζάκυνθος, - Ιταλία, δύο γράμματα - Πίσω στη Ζάκυνθο - Κέρκυρα) προτάσσεται του επιμέρους τίτλου, σε μικρογραφία σκίτσου, και μια από τις γνωστές ζωγραφικές αποδόσεις της μορφής του ποιητή. Το κείμενο καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου (σελ. 33-88), και  συχνά το ασκημένο αυτί συλλαμβάνει ανάμεσα στις γραμμές απόηχους σολωμικού λόγου, που μαρτυρούν τη θητεία της Μπαχά στο έργο του Σολωμού.  Εισαγωγή στο κείμενο του βιβλίου αποτελεί η ακόλουθη παράγραφος:

Είχε πολλή ησυχία στη Ζάκυνθο τον Απρίλιο του 1798.  Εκτός κι αν θεωρείς θόρυβο το τρίξιμο των γρύλων και το θρόισμα των φύλλων, ή ενοχλείσαι απ’ τον ήχο των απλωμένων ρούχων που κουνιούνται με τον αέρα ή από μια πέτρα που τελικά υποχωρεί κάτω από το βάρος μιας γάτας που κυνηγάει το βραδινό της. Η Ζάκυνθος ήταν σχεδόν όπως είναι τώρα. Είχε όμως πολύ περισσότερη ησυχία. Φαντάσου…

Αυτή η τρυφερή προστακτική (φαντάσου…) με τα αποσιωπητικά που τη συνοδεύουν, αποτελεί το σύνθημα για να πάρει μπρος και να αναπτυχθεί η ιστορία.

 

Το ρίγος της ποίησης

Η αφήγηση αρχίζει την εποχή που ο ποιητής είναι μόλις εννέα ετών, «την εποχή που η μητέρα του η Αγγελική δούλευε στο σπίτι του πατέρα του, του κόντε Νικολάου Σολωμού, και της γυναίκας του, της κοντέσας Μαρνέτας Κάκνη, «σ’ εκείνο το λαβυρινθώδες σπίτι του Πλατύφορου». Θα αποφύγω τον πειρασμό να παραθέσω και πάλι  αποσπάσματα του κειμένου. Θα περιοριστώ σ’ ένα μόνον. Είναι η στιγμή που ο Σολωμός αντιλαμβάνεται μέσα του το ρίγος της προσωπικής ποιητικής έκφρασης.

Μετά από  ένα ατελείωτο λεπτό, η πόρτα της άνοιξε και στο σκοτεινό βάθος της σάλεψε μια επιβλητική γυναικεία μορφή. Η γυναίκα κινήθηκε με χάρη, αναδύθηκε ολόκληρη μέσα στο μεταξωτό σάλι της κι ανασήκωσε το πέπλο αποκαλύπτοντας το φωτεινό, κατάλευκο πρόσωπό της και μια μικρή μάσκα που κάλυπτε μόνο τα μάτια. Μετά πάτησε τα πόδια στο χορτάρι κι ευλύγιστοι, φρέσκοι μίσχοι αγκάλιασαν τους αστραγάλους της. Οι ματιές τους συναντήθηκαν –είδε το βλέμμα της ν’ αστράφτει πίσω από τη μάσκα. Κάτι του φάνηκε ότι του ψιθύρισε, όμως δεν μπορούσε ν’ ακούσει τη φωνή της. Γύρω τους το μοβ είχε βαθύνει πολύ, λίγα δευτερόλεπτα απόμεναν ώς το σούρουπο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του κι ο ουρανός είχε γίνει πλέον βαθύ μπλε κι οι καρποί στα δέντρα είχαν σκοτεινιάσει χαρίζοντας το τελευταίο τους φως στ’ αστέρια. Η γυναίκα με τη μυστηριακή φιγούρα και τη λάμψη στα μάτια είχε εξαφανιστεί. Δεν θα μάθαινε ποτέ ποια ήταν, αλλά σ’ εκείνη την απρόσμενη συνάντηση φυτεύτηκε μέσα του ανεξήγητα η υποψία της δημιουργίας. Ίσως επειδή τον έκανε να νιώσει για πρώτη φορά ορατός. (σελ. 40-41)

Με περιγραφές αυτού του είδους σε μιαν υποβλητική ατμόσφαιρα το βιβλίο αφηγείται την ιστορία του για τον Σολωμό, και προσπαθεί να καταγράψει και να αποδώσει την εσωτερική πάλη του ποιητή στον αγώνα του να υπερβεί το ανέκφραστο, με εργαλεία τα λίγα ελληνικά που ήξερε και τη γνώση του της ιταλικής, για να μας αφήσει τελικά τα συγκλονιστικά συντρίμμια των εμπνεύσεών του.

Ο πολυσυζητημένος εθνικός μας ποιητής κατεβαίνει εδώ από το βάθρο του και αποκτά μέσα από τις σελίδες της αφήγησης ανθρώπινες διαστάσεις, με όλα τα παρεπόμενα της προσωπικής ζωής σ’ ένα οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον που δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στα αιτήματα της ψυχής του. Η Μάρια Μπαχά επιχείρησε ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα: να αναμετρηθεί μ’ έναν ποιητή κι ένα έργο που παραμένει μέτρο τόσο του  λυρικού λόγου μας όσο και της νεοελληνικής γλώσσας. Νομίζω πως τα κατάφερε.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος

Κριτικός και βιβλιογράφος. Πρόσφατα βιβλία του: Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου, Χρονικό  (2016),  Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη (1922-2016) (2016), Το δικαίωμα του αναγνώστη, Κείμενα για τον έντυπο λόγο (2017).  Ιστορίες του 20ού αιώναΕπιφυλλίδες (2019),  Χωρικά ύδατα (2020).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.