Σύνδεση συνδρομητών

Διασχίζοντας έναν αιώνα. Από την Τζουντερία της Ρόδου στο Γκρήνουιτς Βίλλατζ

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2026 09:59
ΥouΤube
Η Στέλλα Λεβή το 2022, στο Κέντρο Πρίμο Λέβι στη Νέα Υόρκη.
ΥouΤube

Michael Frank, Εκατό Σάββατα. Η Στέλλα Λεβή κι η αναζήτηση ενός χαμένου κόσμου, μετάφραση από τα αγγλικά: Σπύρος Κουλούρης, Ίκαρος, Αθήνα 2025, 382 σελ.

Ονομάζεται Στέλλα Λεβή. Γεννήθηκε στη Ρόδο, πέρασε από το Άουσβιτς και επέζησε, έγινε πετυχημένη επιχειρηματίας στη Νέα Υόρκη. Ήδη το 1947, με εγχείρηση, αφαίρεσε από το χέρι της τον αριθμό που είχε στο στρατόπεδο. Όμως, έπειτα από μια επίσκεψη στο σπίτι της του συγγραφέα Μάικλ Φρανκ, δέχτηκε να του αφηγηθεί όλη της τη ζωή, από τα παιδικά της χρόνια μέχρι σήμερα. Για περισσότερα από έξι χρόνια, συναντιούνταν και μιλούσαν, κάθε Σάββατο.

Είναι πολύ σπάνιο πια, σχεδόν αδύνατον, να ανακαλύψεις το βιβλίο ενός ή μίας που επέζησε του Άουσβιτς-Μπιρκενάου, και εκείνος ή εκείνη να είναι ακόμη εν ζωή. Τα τελευταία χρόνια οι τελευταίοι επιζήσαντες κι επιζήσασες μας εγκαταλείπουν. Κι αυτό είναι επόμενο, εφόσον το 2025 σηματοδότησε 80 χρόνια από την απελευθέρωση όλων των ναζιστικών στρατοπέδων, με πρώτο το Άουσβιτς ήδη από τον Ιανουάριο του 1945. Καθώς η παρουσία τους πήρε καθοριστική σημασία από την «εποχή του μάρτυρα»  και μετά στην υπόθεση της μεταβίβασης της μνήμης, η απουσία τους εκτός από θλίψη γεννά και πολλούς προβληματισμούς.

Το 2025, η τύχη το έφερε να έχω τη σπάνια συγκίνηση να ανακαλύψω δύο βιβλία, και τα δύο γραμμένα από Ροδεσλί, δηλαδή Εβραίους της Ρόδου, που είναι ακόμη εν ζωή. Ο Σάμη Μοντιάνο, σήμερα 95 ετών, και η Στέλλα Λεβή, άνω των 100 ετών, γεννήθηκαν στη Ρόδο, εκτοπίστηκαν και επέζησαν του Άουσβιτς και ζουν ο πρώτος στη Ρώμη με τη σύζυγό του Σέλμα και η δεύτερη στη Νέα Υόρκη. Το βιβλίο του Σάμη Μοντιάνο, Γι’ αυτό έζησα, εκδόθηκε πριν από 12 χρόνια στην Ιταλία.[1]

Το  βιβλίο του Μάικλ Φρανκ, Εκατό Σάββατα. Η Στέλλα Λεβή κι η αναζήτηση ενός χαμένου κόσμου, εκδόθηκε το 2022 στις ΗΠΑ (βλ. την παρουσίαση στο Centro Primo Levi στο Youtube) και το 2025 εκδόθηκε στα ελληνικά στην πολύ καλή μετάφραση του Σπύρου Κουλούρη, σε  μια πολύ όμορφη έκδοση από τον Ίκαρο[2]. Η Στέλλα Λεβή δεν θα έγραφε ποτέ μόνη της, αλλά δέχτηκε για 100 Σάββατα που απλώθηκαν σε έξι χρόνια (2015-2021) την επίσκεψη του συγγραφέα Μάικλ Φρανκ, με τον οποίο συνομίλησε για όλη της τη ζωή, από τα παιδικά της χρόνια μέχρι σήμερα. Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, είναι η παρακαταθήκη που η ίδια, σε πλήρη διαύγεια παρά την προχωρημένη της ηλικία, θέλησε να αφήσει. Η δική της αναζήτηση όχι του χαμένου χρόνου μόνο αλλά συνάμα του χαμένου κόσμου (είναι σαφής η υπόρρητη αναφορά στον Προυστ στον υπότιτλο). Είναι όμως και πολύ περισσότερα. Είναι μια στοχαστική ματιά σ’ όλη τη ζωή της.  

Αν η μνήμη του Ολοκαυτώματος άργησε γενικώς να αναδυθεί, κι αυτό συνέβη διεθνώς, αφού ελάχιστες είναι οι πρώιμες μαρτυρίες σαν αυτή του Πρίμο Λέβι (Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, α΄ έκδ. 1947), στην περίπτωση της Ρόδου οι μαρτυρίες ήταν ιδιαίτερα όψιμες. Ήρθαν όταν δεν τις περιμέναμε πια… Συνήθως χρειάστηκε πολύς χρόνος για τους ανθρώπους που σημαδεύτηκαν από αυτό το τραύμα για να τολμήσουν να εκφραστούν.  Η εντυπωσιακή μακροζωία του Μοντιάνο και της Λεβή επέτρεψε να ωριμάσει μέσα τους η ανάγκη της διάσωσης των αναμνήσεών τους και της μεταβίβασης σε πολύ προχωρημένη ηλικία. Η χρονική στιγμή που γράφει ο κάθε μάρτυρας ορίζει και τα συμφραζόμενα. Είναι πολύ διαφορετικό να γράφεις όταν η μνήμη αυτή είναι πλέον καθιερωμένη και πολύ διαφορετικό τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Στη Ρόδο, τον Σάμη Μοντιάνο τον γνωρίζουν ως τον ζωντανό φορέα της μνήμης όσοι επισκέπτονται το νησί για τις αναμνηστήριες τελετές στην επέτειο της εκτόπισης, στις 23 Ιουλίου, ετήσιο ραντεβού των απογόνων της ροδίτικης διασποράς. Η εμβέλεια όμως του εγχειρήματός του είναι πολύ ευρύτερη, αφού ο ίδιος αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια μια εμβληματική μορφή για τη μνήμη του Ολοκαυτώματος στην Ιταλία.   

Αν τον Μοντιάνο η στάση αυτή τον βοήθησε να βρει νόημα στη ζωή του, όπως φαίνεται και από τον τίτλο του έργου του, η περίπτωση της  Στέλλας Λεβή (ή Λέβι, με την ιταλική προφορά του ονόματός της) είναι πολύ διαφορετική. Η Στέλλα δεν έγραψε ένα βιβλίο από μόνη της, εστιασμένο στην εμπειρία του στρατοπέδου και της επιβίωσης, όπως κάποιες εξαιρετικές γυναίκες που επιβίωσαν του Άουσβιτς-Μπίρκεναου και θέλησαν να καταθέσουν τη μαρτυρία τους οπωσδήποτε. Μ’ αυτή την έννοια, το βιβλίο δεν εντάσσεται σ’ αυτό το corpus μαρτυριών.[3] Η Στέλλα Λεβή είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Όχι μόνο δεν ήθελε να γράψει γι’ αυτή την ιστορία αλλά ούτε να φέρει την ταυτότητα της επιζησάσης. Ήθελε αντιθέτως να μιλήσει για την προπολεμική Ρόδο, αυτό ήταν το πρωταρχικό της μέλημα. Πέρασαν χρόνια επισκέψεων, ώσπου να δεχτεί να προσεγγίσει αυτήν την τραυματική ανάμνηση, όπου δεν ήταν η ίδια, αλλά μία άλλη Στέλλα, όπως υπογραμμίζει πολλές φορές.  

 

Οι συναντήσεις και το βιβλίο

Ο Μάικλ Φρανκ ξεκίνησε κάνοντας ένα ταξίδι στη Ρόδο το 2015 για να ξανασυναντήσει τη Στέλλα Λεβή στον γενέθλιο τόπο. Προηγουμένως, την είχε συναντήσει μόλις μία φορά στην  Casa Ιtaliana, στη Νέα Υόρκη, αλλά κάτι τον είλκυε ιδιαίτερα σ’ αυτή την ηλικιωμένη αλλά τόσο νεανική γυναίκα. Η ιστορία λοιπόν που οδήγησε σ’ αυτό το βιβλίο ξεκίνησε στη Ρόδο το 2015, στην αφετηρία των πάντων, στις εκδηλώσεις μνήμης του Ιουλίου.

Λίγο αργότερα, η Στέλλα Λεβή δέχτηκε τον Φρανκ στο σπίτι της, σε μια πρώτη επίσκεψη, με σκοπό αυτός να επιμεληθεί γλωσσικά λίγες σελίδες που είχε γράψει στα αγγλικά για την προπολεμική ζωή στη Ρόδο. Αυτή ήταν η εποχή και ο τόπος για τον οποίο ήθελε να γράψει και να μιλήσει.  Εκείνος κατόρθωσε σταδιακά να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, να την επισκεφθεί και να συνομιλήσουν σε 100 σαββατιάτικες επισκέψεις που απλώθηκαν σε 6 χρόνια. Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα αυτών των συζητήσεων, όπως τις διέσωσε ο Φρανκ, τις επεξεργάστηκε και μας τις παραδίδει. Θα μπορούσε να μας προσφέρει κατευθείαν το αποτέλεσμα, το «ζουμί» των συναντήσεων. Αλλά το ότι μας εισάγει και σε όλη τη διαδικασία, στο σταδιακό προχώρημα, στην εμβάθυνση των εξομολογήσεων, ενίοτε αναπαράγοντας τον ζωντανό διάλογο, κάνει το βιβλίο πολύ πιο συναρπαστικό αφηγηματικά. Μπαίνουμε και εμείς μαζί με τον Φρανκ στο σαλόνι της Στέλλας κι έχουμε το προνόμιο να την ακούμε να αφηγείται, να αναστοχάζεται, να ερμηνεύει μια όχι εύκολη, αλλά τόσο πλούσια σε εμπειρία ζωή.

Το 380 σελίδων βιβλίο απαρτίζεται από 100 κεφάλαια που αποτυπώνουν τις συζητήσεις του Μάικλ Φρανκ με τη Στέλλα Λεβή, από Σάββατο σε Σάββατο. Το κεφάλαιο 100 αποτελείται από τις εξής δύο γραμμές: 

Πρέπει να τελειώσουμε προτού έρθει το δικό μου τέλος. Αλλά η ζωή της Στέλλας δεν έχει τελειώσει ακόμα, ούτε και η ιστορία της. (σ. 376)

Το βιβλίο είναι πέρα από αφήγηση των παιδικών και πρώτων νεανικών χρόνων μιας κοπέλας για τη ζωή στη Ρόδο, πέρα από μαρτυρία για το Άουσβιτς, για την επιβίωση και τη μετανάστευση, η ιστορία ζωής μιας ευφυούς και καλλιεργημένης γυναίκας όπως την αναστοχάζεται και την αφηγείται σε πολύ προχωρημένη ηλικία, δηλαδή κατανοώντας την κι ερμηνεύοντάς την με την απόσταση του χρόνου.

Η διαλογική μορφή του βιβλίου, το γεγονός ότι απευθύνεται στον ευαίσθητο συνομιλητή της το κάνει εξαιρετικά ζωντανό κι ελκυστικό. Ο Φρανκ δεν αποκρύπτει τους ενδοιασμούς της και τις αρνήσεις της. Σε κάτι που τη ρωτά σχετικά με την προσωπική της ζωή, αυτή απαντάει: «Αυτό δεν θα σ’ το πω ακόμη, ίσως να μην σ’ το πω και ποτέ…».

Αποτυπώνεται όλη η μακρά διαδικασία της συνομιλίας, η αρχική της άρνηση να μιλήσει για την εμπειρία της εκτόπισης, διότι δεν την ενδιαφέρει να είναι το είδος του μάρτυρα που υπηρετεί τη μνήμη. Εξάλλου, ήδη από το 1947, κάνει μια επέμβαση και αφαιρεί το τατουάζ με τον αριθμό του Άουσβιτς από το χέρι της. Το τελευταίο που επιθυμεί είναι να προκαλεί τον οίκτο. Ούτε θέλει να συρρικνώσει την τόσο μακρά ζωή της και να την ταυτίσει με αυτή την εμπειρία μόνο. Την εποχή του μάρτυρα, η Στέλλα σιωπά. 

 

Η εποχή της αθωότητας

Ο Φρανκ ξεκινά με μια ευφυή ερώτηση: « Γιατί δεν μου λέτε για την πρώτη φορά που καταλάβατε ότι είστε διαφορετική;» (σ. 25). Ξεκινά με μια ιδρυτική στιγμή στη ζωή της. Στα δεκατέσσερά της, γεμίζει μια βαλιτσούλα με τα αναγκαία, γιατί επιθυμεί να φύγει και να πάει να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο στην Ιταλία. Δεν έφυγε βέβαια, αλλά η επιθυμία να ζήσει μια άλλη ζωή, με άλλες ελευθερίες, στέριωσε μέσα της. Η κλειστή ζωή της Τζουντερία, της γειτονιάς μέσα στα τείχη, όπου ζουν οι σεφαραδίτες, οι εξόριστοι από την Ισπανία Εβραίοι, από τις αρχές του 16ου αιώνα, όταν το νησί περνά στην οθωμανική κυριαρχία, είναι ο τόπος. Ο χρόνος είναι ο μεσοπόλεμος. Την εποχή εκείνη, ο  ορίζοντας ενός εβραϊκού γάμου με προεπιλεγμένο σύζυγο εντός κοινότητας και η προοπτική της ανατροφής πολλών παιδιών ήταν ο κανονικός δρόμος για μια κοπέλα. Αυτός όμως ο ορίζοντας είναι απολύτως αποπνικτικός για τη Στέλλα ήδη από την εφηβεία της. Με άλλα λόγια, δεν τη χώραγε ο τόπος…  Αυτή ονειρευόταν μακρινές, ελεύθερες ζωές, με σπουδές και ανεξαρτησία, όχι να κεντάει προικιά και να μαγειρεύει. Δεν χρειάζεται να υπογραμμίσω πόσο ρηξικέλευθο ήταν προπολεμικά για μια κοπέλα ακόμη και να ονειρεύεται μια τέτοια ζωή. Θυμίζω πως η επιλογή αυτή εθεωρείτο ρηξικέλευθη εντός των εβραϊκών κοινοτήτων (αλλά και εκτός), αρκετές δεκαετίες ακόμη μετά τον πόλεμο. 

Αλλά αυτό το περιβάλλον που τότε ήταν γι’ αυτήν αποπνικτικό, τώρα που έχει χαθεί οριστικά προσπαθεί να το διασώσει μέσα από τις αφηγήσεις της στον Φρανκ. Έχει αποκτήσει πλέον άλλη αξία κι άλλη γοητεία στα μάτια της και αισθάνεται ότι αυτή την παρακαταθήκη πρέπει να τη μεταβιβάσει. Εγγράφεται κι αυτή στη χορεία των storytellers, όπως οι δύο γιαγιάδες του συγγραφέα, στις οποίες εκείνος αφιερώνει το βιβλίο.

                                            

Βίαιη συνάντηση με την ιστορία

Τα 36 πρώτα κεφάλαια αφορούν την προπολεμική Ρόδο και την ξένοιαστη ζωή της ώς το 1938. Η τομή γίνεται στο κεφάλαιο 37, όταν εισβάλλει απότομα η Ιστορία και τα ανατρέπει όλα. Το 1938, η φασιστική Ιταλία επιβάλλει φυλετικούς νόμους και στη Ρόδο, όπως σε όλη της την επικράτεια. Η ξενοιασιά τελείωσε. Η οικογένεια θα τους ζήσει στο πετσί της. Ο πατέρας βρίσκεται υποχρεωμένος να πουλήσει την επιχείρησή του σε νέο ιδιοκτήτη, Ιταλό, και να γίνει υπάλληλός του – θα κλονιστεί η υγεία του. Πολύ σκληροί καιροί άρχισαν για την οικογένεια. Είναι η αρχή ενός ασφυκτικού κλοιού που τον Ιούλιο του 1944 θα καταλήξει στην εκτόπιση της κοινότητας από τους Γερμανούς.      

Η Στέλλα θα ανοιχτεί στον Φρανκ με την πάροδο του χρόνου και τελικά θα μιλήσει και γι’ αυτό που ήθελε αρχικά να αποφύγει: την εμπειρία της εκτόπισης και του στρατοπέδου. Αρχίζει την αφήγηση από την εκτόπιση όλης της κοινότητας από τη Ρόδο στις 23 Ιουλίου 1944. Η ίδια εκτοπίζεται με τους γονείς της και τα μικρότερα αδέρφια. Τέσσερα αδέλφια της έχουν ήδη μεταναστεύσει: το 1920 ο Μωρίς για τη Νέα Υόρκη, δέκα χρονών παιδί με το θείο και τη θεία του· το 1930 η Σέλμα με προξενιό για να παντρευτεί στις ΗΠΑ· το 1939 ο Βικτόρ για το Βελγικό Κονγκό, προνομιακό προορισμό κι αυτόν για τους Ροδίτες· και το 1940, με το τελευταίο πλοίο, η Φελίτσε για τις ΗΠΑ (σ. 74-77).

Αυτό είναι το μακρύτερο ταξίδι όλων των εκτοπισμένων προς το Άουσβιτς, αφού θα κρατήσει 25 ημέρες. Τα άθλια πλοιάρια για μεταφορά ζώων, όπου οι κρατούμενοι γνωρίζουν την ίδια έλλειψη ζωτικού χώρου με τα τρένα, θα κάνουν δέκα ημέρες ώς τον Πειραιά, διότι ταξιδεύουν μόνο νύχτα. Ακολουθεί η παραμονή στο Χαϊδάρι σε απάνθρωπες συνθήκες. Άλλοι θα πεθάνουν στο πλοίο κι άλλοι στο Χαϊδάρι. Τέλος, ακολουθεί το γνωστό ταξίδι με το τρένο στα σφραγισμένα βαγόνια για άγνωστο προορισμό. Μπορεί τον Ιούλιο του 1944 να έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η «τελική λύση», όμως οι Ροδίτες, όπως και οι Κρητικοί και οι Κερκυραίοι Εβραίοι, τον Ιούνιο του 1944, αγνοούν τον προορισμό και δεν έχουν ακούσει ποτέ τη λέξη Άουσβιτς… 

Η έγνοια της σ’ όλο τα ταξίδι είναι ο αδύναμος πατέρας της, ο οποίος θα σταλεί κατευθείαν στους θαλάμους αερίων. Η αποστολή αυτή, η τελευταία που φεύγει από την κατεχόμενη Ελλάδα, θα φτάσει στο Άουσβιτς στις 16 Αυγούστου 1944. Οι Ροδεσλί θα είναι από τους τελευταίους που θα θανατωθούν στους θαλάμους αερίων, αφού έχει μόλις ολοκληρωθεί και η εξόντωση των 400.000 περίπου Ούγγρων Εβραίων. Η Στέλλα, νέα και υγιής, 25 ετών όταν φτάνει στο στρατόπεδο, θα σταλεί για εργασία στο Μπίρκεναου, στο στρατόπεδο γυναικών. Στα τέλη του Οκτωβρίου του 1944 θα περάσουν κι αυτή κι η Ρενέ τη δεύτερη διαλογή και θα σταλούν στο Λάντσμπεργκ, που «περιβαλλόταν από δάση με πεύκα» και «φαινόταν ένας τελείως διαφορετικός κόσμος» (σ. 257). Έχουν οριστικά γλιτώσει τον θάλαμο αερίων, αλλά ελλοχεύει ο θάνατος από αρρώστια και κακουχίες. Εκεί είδε χιόνι για πρώτη φορά στη ζωή της. Αργότερα θα μεταφερθεί πάντα με τη Ρενέ στο στρατόπεδο του Τουρκχάιμ όπου έκανε παγωνιά κι οι συνθήκες ήταν πιο σκληρές. Η Απελευθέρωση θα τις βρει στο στρατόπεδο του Άλλαχ, όταν φτάσουν οι Αμερικανοί. Η Στέλλα γλίτωσε τις εφιαλτικές πορείες θανάτου όσων εκκενώθηκαν στις 18 Ιανουαρίου και δεν έζησε την είσοδο των Ρώσων σ’ αυτά. Οι Αμερικανοί θα τις οδηγήσουν ως Ιταλίδες στην Ιταλία, το καλοκαίρι του 1945.  

Η Στέλλα και η Ρενέ θα είναι ανάμεσα στα 150 άτομα που επέζησαν από τους 1.700 περίπου Ροδεσλί, χάνοντας παππούδες, γονείς, αδέρφια και πολλά μέλη της ευρύτερης οικογένειάς τους και αφήνοντας πίσω τους για πάντα έναν ολόκληρο κόσμο.                                    

                          

Ιταλία - Λος Άντζελες - Νέα Υόρκη 

Μετά την απελευθέρωση αρχίζει μια νέα οδύσσεια, αυτή της μετανάστευσης. Πού να ριζώσει; Όπως και για τους περισσότερους επιζήσαντες Ροδίτες, δεν τίθεται καν η επιλογή της επιστροφής στη Ρόδο, όπου δεν έχει πια κανέναν. Ούτε η Παλαιστίνη την ελκύει. Θα ζήσει για ένα χρόνο στην Ιταλία που είναι οικεία σ’ αυτήν, γνωρίζει πολύ καλά ιταλικά κι έχει την ιταλική ιθαγένεια, όπως και όλοι οι Εβραίοι της Ρόδου.

Τελικά, το 1947, με την αδελφή της θα κατορθώσουν να φύγουν για τις ΗΠΑ να συναντήσουν τον αδερφό τους Μωρίς, που είχε μεταναστεύσει προπολεμικά και βρισκόταν πια στο Λος Αντζελες. Όταν συναντήθηκαν, έκλαψαν:

Τα δάκρυα –από όλες τις πλευρές– ήταν ατέλειωτα. Έκλαιγαν αυτοί και κλαίγαμε κι εμείς. […] Η άφιξή μας στο Λος Άντζελες έκανε πραγματική για όλους τους την τραγωδία αυτού που εκτυλίχτηκε στη Ρόδο και μετά τη Ρόδο. Έκλαιγαν για την απώλεια του σπιτιού μας, για το θάνατο των γονιών μας, για το τέλος […] όλων αυτών με τα οποία όλοι μας είχαμε μεγαλώσει μαζί. (σ. 306) 

Ούτε εκεί όμως τη χωράει ο τόπος, κι ας υπάρχουν στενοί συγγενείς. Η Στέλλα θα φύγει λίγο αργότερα για τη Νέα Υόρκη, που θα γίνει η νέα της πατρίδα. Εκεί, στη μεγάλη πολυπολιτισμική πόλη των μεταναστών, την πολύ πιο ευρωπαϊκή σε σχέση με το Λος Αντζελες, θα μπορέσει να στεριώσει. Θα γίνει μια επιτυχημένη επιχειρηματίας, πράγμα που θα της εξασφαλίσει οικονομική ανεξαρτησία, αλλά λυπάται ακόμη που δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει το εφηβικό της όνειρο, «να σπουδάσει και να ζήσει μια ζωή πιο πνευματική» (σ. 318).

Στην ερώτηση του Φρανκ για την ταυτότητά της και τη «δική της» γλώσσα απαντά πως η γλώσσα της είναι τα ιταλικά. «Από την αρχή λάτρεψα τα ιταλικά. […] ΄Ηταν επίσης η γλώσσα με την οποία μορφώθηκα και που άνοιξε τον κόσμο μου όσο ήμουν ακόμη στη Ρόδο» (σ. 89). Συνεχίζει όμως διευκρινίζοντας ότι δεν νιώθει Ιταλίδα, αφού γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Τζουντερία της Ρόδου, με μητρική γλώσσα τα ισπανοεβραϊκά. «Είναι περίπλοκο, το ξέρω. Δεν υπάρχει όμως μια σύντομη απάντηση, ή τουλάχιστον δεν την έχω βρει» (σ. 90). Έτσι είναι όμως οι πολιτισμικές ταυτότητες της εβραϊκής διασποράς, αυτός είναι ο πλούτος τους κι η γοητεία τους, αυτή η πολυπλοκότητά τους. 

Μπορεί η ζωή να μην επέτρεψε στη Στέλλα να σπουδάσει, ο τρόπος όμως που αναστοχάζεται και εκφράζεται αποδεικνύει ότι δεν ήταν απλώς θαρραλέα με μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα, ήταν και μια ευφυέστατη γυναίκα με ανατρεπτικές ιδέες για πολλά θέματα και βαθιά ανεξάρτητη. Από έναν σύντομο γάμο απέκτησε τον μοναδικό της γιο. Η τεκνοποίηση δεν ήταν διόλου δεδομένη στην επιστροφή της, αλλά με καλές θεραπείες το κατόρθωσε. Συνεχίζει να ζει μια μακρά και πλούσια σε εμπειρίες ζωή, με τις φιλίες να παίζουν καθοριστικό ρόλο.

 

Μνήμη του Ολοκαυτώματος

Η Στέλλα άργησε να συνδεθεί με τη μνήμη του Άουσβιτς, με τη μορφή που αυτή πήρε στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1980, όταν καθιερώθηκε ο όρος Ολοκαύτωμα, και ακόμη εντονότερα τη δεκαετία του 1990, όταν άνοιξαν τα μεγάλα Memorials (Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες, Ουάσινγκτον) και ιδρύθηκε η Shoah Foundation, το μεγάλο Ίδρυμα συλλογής προφορικών μαρτυριών, από τον Στήβεν Σπίλμπεργκ. Παρ’ όλα αυτά, είχε καταθέσει τότε τη μαρτυρία της στο Visual History Archive που απόκειται σήμερα στο Μεμόριαλ της Ουάσιγκτον. Το πλήρωμα του χρόνου για να αποδεχθεί να εμβαθύνει περισσότερο άργησε να έρθει γι’ αυτήν. Αν είχε χαθεί νεότερη, δεν θα είχε προλάβει. Είναι και η περίπτωσή της μια υπόμνηση του πόσο πολύ χρόνο χρειάστηκαν πολλοί άνθρωποι για να επιτρέψουν στην τραυματική μνήμη να αναδυθεί. Τα τελευταία χρόνια, την 27η Ιανουαρίου, Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, η Στέλλα Λεβή την περνά στο Κέντρο Πρίμο Λέβι στη Νέα Υόρκη, όπου συμμετέχει στην ανάγνωση όλων των ονομάτων των Ιταλών Εβραίων που εκτοπίστηκαν και θανατώθηκαν. Τιμά έτσι τη μνήμη των δικών της που δεν έχουν τάφο ούτε  άλλο μνημόσυνο. Η τελευταία της επιθυμία είναι, μετά θάνατον, να επιστρέψει στον γενέθλιο τόπο και να ταφεί  στη Ρόδο, στο γαλήνιο εβραϊκό κοιμητήριο.

 

 

[1] To βιβλίο του Sami Modiano, Per questo ho vissuto, ed. Rizzoli, 2013, μεταφράστηκε στα γαλλικά (Cest pour cela que jai vécu) κι ετοιμάζεται η έκδοσή του (επιμ. Chiara Nannicini, εκδ. Le Manuscrit). Είχα τη χαρά να γράψω τον πρόλογο της γαλλικής έκδοσης του βιβλίου που θα ήταν σημαντικό να μεταφραστεί και στην Ελλάδα.

[2] Ο πίνακας του εξωφύλλου, όπως και στην πρωτότυπη έκδοση, είναι της Maira Kalman κι εικονίζει ένα δρόμο της Τζουντερία. Είναι κρίμα που στην ελληνική έκδοση δεν αναπαρήχθησαν και τα υπόλοιπα 12 σχέδια που κοσμούν το πρωτότυπο. 

[3] Ας θυμίσω μόνο την Μπέρρυ Ναχμίας που υπήρξε στην Αθήνα ιδιαίτερα δραστήρια για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος επί τρεις δεκαετίες, του 1980, του 1990 και του 2000. Ας θυμίσω και το βιβλίο της, Κραυγή για το αύριο εκδ. Αλεξάνδρεια, 2020, επιμέλεια - επίμετρο: Οντέτ Βαρών-Βασάρ.

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Iστορικός που ασχολείται ερευνητικά με τη δεκαετία του 1940, συγγραφέας των βιβλίων Ελληνικός νεανικός τύπος, Καταγραφή 1941-1945 (1987), Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και στην Αντίσταση (2009) και Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (2013). Διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και κάνει ένα Σεμινάριο σχετικό με τη γενοκτονία των Εβραίων, τη μνήμη της και τις αναπαραστάσεις της  στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.