Σύνδεση συνδρομητών

Αυτοκρατορική μνήμη και εθνική αυτοδιάθεση

Παρασκευή, 01 Μαϊος 2026 01:34
Αλέκος Παπαδάτος / The Books’ Journal
«Δεκαεφτά χρονώ παιδιά», σηκώθηκαν από το σκέιτμπορντ και πήραν το όπλο. Ο Αλέκος Παπαδάτος μετέγραψε δημιουργικά μια φωτογραφία από την Ουκρανία, που δημοσιεύτηκε στο twitter – και έγινε εξώφυλλο στο Books’ Journal, τχ. 128, Μάρτιος 2022, που κυκλοφόρησε
Αλέκος Παπαδάτος / The Books’ Journal

H ρωσοουκρανική διαμάχη: δύο αφηγήσεις, ένας πόλεμος 

Η Ρωσία και η Ουκρανία έχουν βαθιές και πολύπλοκες ιστορικές ρίζες που χρονολογούνται από τον 9ο αιώνα, την εποχή των Ρως του Κιέβου, αλλά οι ιστορίες τους συχνά διαφέρουν. Για περισσότερα από 350 χρόνια, μεγάλο μέρος της Ουκρανίας βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα της Σοβιετικής Ένωσης, δημιουργώντας μια περίπλοκη σχέση που περιελάμβανε τόσο κοινή κουλτούρα όσο και βίαιη καταπίεση (π.χ. το Γολοντομόρ). Η Ουκρανία απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991, αλλά η Ρωσία προσπάθησε συνεχώς να επιβάλει τον έλεγχό της, με αποτέλεσμα την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και την εισβολή το 2022.

Η σχέση Ρωσίας–Ουκρανίας είναι προϊόν πάνω από μιας χιλιετίας κοινής ιστορίας, διαδοχικών κατακτήσεων και ανταγωνιστικών εθνικών αφηγήσεων, που σήμερα τροφοδοτούν έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Από τον μεσαιωνικό κόσμο των Ρως του Κιέβου έως τη Σοβιετική Ένωση και τη σημερινή σύγκρουση, το ερώτημα «τι ανήκει σε ποιον» έχει μετατραπεί από ιστορικό σε υπαρξιακό διακύβευμα για τα δύο κράτη.

 

Από τους Ρως του Κιέβου στις αντιμαχόμενες κληρονομιές

Η απαρχή της κοινής ιστορίας τοποθετείται συνήθως στους Ρως του Κιέβου, το πρώτο μεγάλο σλαβικό κράτος με κέντρο το Κίεβο, που συγκροτήθηκε από τον 9ο αιώνα και θεωρείται από πολλούς ως «κοινό λίκνο», τόσο της Ρωσίας όσο και της Ουκρανίας. Το 988 ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος Α΄ υιοθέτησε τον ορθόδοξο χριστιανισμό και βαπτίστηκε στη Χερσόνησο της Κριμαίας, γεγονός που προσέδωσε στην περιοχή έναν μύθο κοινής θρησκευτικής και πολιτισμικής καταγωγής, τον οποίο επικαλούνται μέχρι σήμερα οι ρωσικές ηγεσίες.

Η μετέπειτα διαδρομή, ωστόσο, διέσπασε αυτή την υποτιθέμενη ενότητα. Τον 13ο αιώνα, η μογγολική εισβολή κατέστρεψε το κράτος των  Ρως του Κιέβου και τα εδάφη του κατακερματίστηκαν. Στα δυτικά, πολωνικές και λιθουανικές δυνάμεις επεκτάθηκαν προς τις ουκρανικές πεδιάδες, ενώ στα βορειοανατολικά η Μόσχα εξελίχθηκε σταδιακά σε νέο κέντρο ισχύος. Έτσι, η κοινή απαρχή μετατράπηκε με τον καιρό σε διαφιλονικούμενη κληρονομιά, με κάθε πλευρά να προβάλλει τη δική της εκδοχή συνέχειας· η Ρωσία ως «νόμιμος κληρονόμος» των Ρως, η Ουκρανία ως αυτόνομη γραμμή που προηγείται της ρωσικής κρατικής συγκρότησης.

 

Η γεωπολιτική τομή Ανατολής–Δύσης

Από τον 16ο–17ο αιώνα, η ουκρανική γη έγινε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ της Κοινοπολιτείας Πολωνίας–Λιθουανίας και του Τσάρου της Μόσχας, με αποτέλεσμα τον μακρόχρονο διαμελισμό της χώρας. Ο πόλεμος του 17ου αιώνα οδήγησε στην ενσωμάτωση των ανατολικών περιοχών στην τσαρική αυτοκρατορία (η λεγόμενη «Δεξιά Όχθη» του Δνείπερου), ενώ οι δυτικές περιοχές παρέμειναν υπό πολωνική κυριαρχία («Αριστερή Όχθη»). Η διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις διαδοχικές διανομές της Πολωνίας τον 18ο αιώνα, όταν η ρωσική αυτοκρατορία προσάρτησε και τις περισσότερες δυτικές ουκρανικές επαρχίες.

Για τη ρωσική πλευρά, αυτή η επέκταση παρουσιάστηκε ως «επανένωση» των γαιών των Ρως και των «Μικρορώσων» με τον «ρωσικό κορμό». Για τους Ουκρανούς εθνικιστές, αντίθετα, εδραιώθηκε ως εμπειρία υποταγής και «ρωσοποίησης», που περιόρισε τη χρήση της ουκρανικής γλώσσας και επιχείρησε να ενσωματώσει την τοπική ελίτ στην αυτοκρατορική δομή. Από αυτή τη διπλή κληρονομιά –ρωσική στα ανατολικά, πολωνική/κεντροευρωπαϊκή στα δυτικά– διαμορφώθηκε ένας μακροχρόνιος γεωπολιτισμικός άξονας, με την Ουκρανία να βρίσκεται κυριολεκτικά «ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση».

 

Αυτοκρατορία, έθνος και η γέννηση της ουκρανικής ταυτότητας

Τον 19ο αιώνα, όταν το εθνικό ζήτημα αναδύεται σε όλη την Ευρώπη, τα ουκρανικά εδάφη παραμένουν ως επί το πλείστον εντός της ρωσικής αυτοκρατορίας, με μικρότερα τμήματα (όπως η Γαλικία) υπό αυστροουγγρική κυριαρχία. Στο ρωσικό πλαίσιο, η επίσημη ιδεολογία προωθεί την ιδέα ενός «ενιαίου ρωσικού έθνους» –«Μεγαρώσοι», «Μικρορώσοι», «Λευκορώσοι»–, όπου οι Ουκρανοί λογίζονται ως τοπική παραλλαγή μιας αδιαίρετης «εθνικής κοινότητας» και όχι ως ξεχωριστός λαός. Αυτό νομιμοποιεί περιορισμούς στην ουκρανική γλώσσα και λογοτεχνία, ενώ ενθαρρύνει την ενσωμάτωση των ελίτ στην Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα.

Στο περιθώριο αυτής της αυτοκρατορικής πολιτικής, ωστόσο, αναπτύσσεται μια διακριτή ουκρανική εθνική ιδεολογία, ιδίως στα δυτικά εδάφη υπό αυστροουγγρική κυριαρχία, όπου τα περιθώρια πολιτισμικής δράσης είναι ευρύτερα. Λογοτέχνες, ιστορικοί και ακτιβιστές διαμορφώνουν την εικόνα της Ουκρανίας ως χωριστού έθνους με δική του γλώσσα, παράδοση και ιστορική πορεία, αντιπαρατιθέμενοι τόσο στη ρωσική όσο και στην πολωνική κυριαρχία.

 

Επανάσταση, Σοβιετική Ένωση και «δημιουργία» της Ουκρανίας

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Ρωσική Επανάσταση άνοιξαν ένα σύντομο παράθυρο κρατικής ανεξαρτησίας, με την Ουκρανική Λαϊκή Δημοκρατία να ανακηρύσσεται το 1917–1918, πριν συντριβεί τελικά από τον εμφύλιο και τη νίκη των μπολσεβίκων. Η μετέπειτα ενσωμάτωση στην ΕΣΣΔ συνοδεύτηκε από την ίδρυση της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας, με επίσημα οριοθετημένα σύνορα και θεσμική υπόσταση ως «ένωση-δημοκρατία».

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει υποστηρίξει ότι η σύγχρονη Ουκρανία «δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου» από τη σοβιετική εξουσία, ιδίως από τον Λένιν, ο οποίος –σύμφωνα με τη δική του ανάγνωση– αποκόλλησε «ιστορικά ρωσικά εδάφη» για να τα εντάξει σε μια τεχνητή ουκρανική οντότητα. Η επιχειρηματολογία αυτή αποσιωπά, όμως, τόσο τις προϋπάρχουσες εθνικές ζυμώσεις όσο και το γεγονός ότι η σοβιετική πολιτική, ιδιαίτερα την περίοδο της κολεκτιβοποίησης και του λιμού (Γολοντομόρ), είχε καταστροφικές συνέπειες για τον ουκρανικό πληθυσμό. Την ίδια ώρα, η ύπαρξη ουκρανικής σοβιετικής δημοκρατίας, με δικές της θεσμικές δομές και διεθνές καθεστώς εντός του ΟΗΕ, λειτούργησε μακροπρόθεσμα ως θεσμική βάση για τη μετέπειτα ανεξαρτησία.

 

Ανεξαρτησία το 1991 και οι αποκλίνουσες πορείες

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 έφερε την Ουκρανία στην ανεξαρτησία με δημοψήφισμα όπου η μεγάλη πλειοψηφία ψήφισε υπέρ της αποχώρησης, περιλαμβανομένων και πολλών περιοχών με ρωσόφωνο ή μεικτό πληθυσμό. Τα πρώτα μετασοβιετικά χρόνια, Ρωσία και Ουκρανία προσπάθησαν να ορίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις σε νέο πλαίσιο: η Ρωσία αναγνώρισε τα σύνορα, ενώ η Ουκρανία παρέδωσε το σοβιετικό πυρηνικό της οπλοστάσιο με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφάλειας στο Μνημόνιο της Βουδαπέστης του 1994.

Από τα μέσα όμως της δεκαετίας του 1990 και έπειτα, οι πολιτικές και ταυτοτικές πορείες των δύο κρατών άρχισαν να αποκλίνουν. Ενώ η Ρωσία διολίσθαινε σταδιακά σε αυταρχικό καθεστώς με μια ισχυρή αυτοκρατορική αναθεωρητική αφήγηση, η Ουκρανία διατήρησε ένα ανταγωνιστικό αλλά πλουραλιστικό πολιτικό σύστημα, στο οποίο η εναλλαγή εξουσίας μέσω εκλογών και οι μαζικές κινητοποιήσεις (όπως η Πορτοκαλί Επανάσταση του 2004) λειτούργησαν ως μοχλός ανάσχεσης της αυταρχικής παλινδρόμησης. Αυτό το διαφορετικό πολιτικό μοντέλο ενίσχυσε μια πιο σαφή ουκρανική εθνική ταυτότητα, με προσανατολισμό –ιδίως στα δυτικά και κεντρικά εδάφη– προς την Ευρώπη.

 

Μαϊντάν, Κριμαία και ο πόλεμος στο Ντονμπάς

Το 2013–2014, η σύγκρουση πήρε σαφέστερα γεωπολιτικά και ταυτοτικά χαρακτηριστικά, όταν η ουκρανική κυβέρνηση υπέκυψε σε πιέσεις της Μόσχας και ανέστειλε την υπογραφή συμφωνίας σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκαλώντας το κίνημα του Μαϊντάν. Οι μαζικές διαδηλώσεις στο Κίεβο, η πτώση του φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς και ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης ερμηνεύτηκαν από το Κρεμλίνο ως «πραξικόπημα» που έστρεφε οριστικά την Ουκρανία προς τη Δύση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία προχώρησε στην κατάληψη και προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, αξιοποιώντας την παρουσία ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων και την τοπική φιλορωσική πλειοψηφία, σε μια κίνηση που δεν αναγνωρίστηκε διεθνώς και οδήγησε σε κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Λίγο αργότερα, φιλορωσικές δυνάμεις στο Ντονμπάς, με ρωσική υποστήριξη, κήρυξαν «λαϊκές δημοκρατίες» στο Ντονέτσκ και στο Λουγκάνσκ, εγκαινιάζοντας έναν πόλεμο χαμηλής αλλά σταθερής έντασης στην ανατολική Ουκρανία. Αντί να αποτρέψουν την ουκρανική στροφή προς τη Δύση, αυτές οι ενέργειες λειτούργησαν τελικά ως επιταχυντής, ενισχύοντας την αντίληψη της Ρωσίας ως απειλής και σφυρηλατώντας μια πιο συνεκτική ουκρανική ταυτότητα.

 

Η πλήρους κλίμακας εισβολή και ο πόλεμος για την ταυτότητα

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» για την προστασία των ρωσόφωνων πληθυσμών και την αποτροπή της «ναζιστικοποίησης», ανέδειξε με ωμό τρόπο το ρόλο της ιστορίας στην πολιτική νομιμοποίηση. Στις σχετικές ομιλίες και σε ανάλογα κείμενά του, ο Πούτιν παρουσιάζει Ρώσους και Ουκρανούς ως «ένα λαό, μια ενότητα», αρνείται την ύπαρξη αυτοτελούς ουκρανικού έθνους και υποβαθμίζει την ουκρανική κρατική υπόσταση σε ιστορικό ατύχημα ή σε κατασκεύασμα του σοβιετικού καθεστώτος. Για την ουκρανική κοινωνία, όμως, ο πόλεμος έχει λειτουργήσει ως επιταχυντής της εθνικής συγκρότησης: έρευνες και επιτόπια ανάλυση δείχνουν ότι η υποστήριξη στην ανεξαρτησία, στην ευρωπαϊκή ένταξη και στην απομάκρυνση από τη ρωσική σφαίρα επιρροής αυξήθηκε ακόμη και σε παραδοσιακά ρωσόφωνες περιοχές. Η ουκρανική πολιτεία προβάλλει πλέον το αφήγημα ενός κυρίαρχου, δημοκρατικού κράτους που ακολουθεί τη δική του πορεία και αντιστέκεται στην προσπάθεια επαναφοράς του σε μια «ρωσική αυτοκρατορία», ανατρέποντας στην πράξη την ιδέα ότι οι ιστορικές ρίζες των Ρως του Κιέβου συνεπάγονται και πολιτική κυριαρχία της Μόσχας.​

 

Η Ιστορία ως πεδίο σύγκρουσης και εργαλείο ισχύος

Η «περίπλοκη ιστορία» που ενώνει και διχάζει Ρωσία και Ουκρανία δεν αφορά απλώς το παρελθόν, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν εργαλειοποιείται. Από τη μία πλευρά, το Κρεμλίνο επιστρατεύει μια νεο-ιμπεριαλιστική εκδοχή ιστορικής συνέχειας, όπου η Ρωσία εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της ενότητας των σλαβικών ορθόδοξων λαών, νομιμοποιώντας έτσι επεμβάσεις στα «χαμένα» εδάφη. Από την άλλη, η Ουκρανία οικοδομεί μια αφήγηση αποαποικιοποίησης, που τοποθετεί τη Ρωσία στη θέση αυτοκρατορικής δύναμης και διεκδικεί την ιστορία των Ρως του Κιέβου ως θεμέλιο ενός ανεξάρτητου ουκρανικού έθνους.

Οι αιώνες ξένης κυριαρχίας, διαμελισμών και βίαιων πολιτικών (από το λιμό της δεκαετίας του 1930 έως τις σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις) έχουν αφήσει μια βαθιά γεωγραφική και πολιτισμική ετερογένεια εντός της ίδιας της Ουκρανίας, με διαφορετικές μνήμες και προσανατολισμούς ανά περιοχή. Όμως ο σημερινός πόλεμος, αντί να αποκλιμακώσει αυτές τις διαφορές, συχνά τις ανασχηματίζει προς την κατεύθυνση μιας ενιαίας αντίληψης για τη ρωσική επιθετικότητα, κάνοντας την ιστορική συγγένεια να μοιάζει λιγότερο με γέφυρα και περισσότερο με πεδίο σύγκρουσης.

Έτσι, η ιστορία που κάποτε προβαλλόταν ως κοινή μήτρα των δύο λαών έχει μετατραπεί σε σύνορο: εκεί όπου η μία πλευρά βλέπει ενότητα και «ιστορικά ρωσικά εδάφη», η άλλη βλέπει μια μακρά διαδρομή αγώνα για κυριαρχία και αποδέσμευση από μια αυτοκρατορική σκιά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το παρελθόν δεν λειτουργεί πλέον ως κοινή μνήμη αλλά ως πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης –και συχνά ως όπλο– στην προσπάθεια να καθοριστεί ποιος γράφει την ιστορία και ποιος την υφίσταται.

 

Επίλογος

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως μια συγκυριακή γεωπολιτική σύγκρουση. Αντιθέτως, εδράζεται σε μια συνεκτική ιδεολογική αφήγηση που ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει διαμορφώσει συστηματικά τα τελευταία χρόνια. Στον πυρήνα της βρίσκεται η άρνηση της ουκρανικής ιστορικής αυτονομίας και η προβολή μιας «ενιαίας ρωσικής ιστορικής και πνευματικής ενότητας», η οποία εκτείνεται από το κράτος των Ρως του Κιέβου έως τη σύγχρονη Ρωσική Ομοσπονδία. Η αναγνώριση των αποσχισμένων περιοχών του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ το 2022 και η επακόλουθη στρατιωτική επέμβαση αποτέλεσαν την έμπρακτη εφαρμογή αυτής της ιδεολογίας.

Ο Πούτιν επανειλημμένα επιχείρησε να παρουσιάσει την Ουκρανία ως «ιστορικό παραπροϊόν» της μπολσεβίκικης πολιτικής, αποδίδοντας τη δημιουργία της στη διοικητική μηχανική του Λένιν μετά το 1917. Η αναφορά αυτή παραπέμπει άμεσα στη συγκρότηση της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, όπου η Ουκρανική Σοβιετική Δημοκρατία υπήρξε τυπικά ισότιμο ομόσπονδο κράτος. Ωστόσο, η ουκρανική κρατική ιδέα προηγείται της σοβιετικής περιόδου. Από το Σύνταγμα του Μπεντέρι του 1710, ένα κείμενο που συντάχθηκε μετά την ήττα του Κοζάκου ηγεμόνα Ιβάν Μαζέπα από τον Μέγα Πέτρο στη μάχη της Πολτάβα (1709), έως τα επαναστατικά γεγονότα του 1917 και τη δημιουργία ουκρανικών δημοκρατιών μετά τη διάλυση των αυτοκρατοριών των Ρομανώφ και των Αψβούργων, η ουκρανική πολιτική συνείδηση διαμορφωνόταν επί δύο και πλέον αιώνες. Το τραύμα του Γολοντομόρ, της λιμοκτονίας του 1932–33, εμβάθυνε περαιτέρω την απόσταση μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, ενισχύοντας την αίσθηση ξεχωριστής εθνικής ταυτότητας.

Η ρητορική του Κρεμλίνου εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μετασοβιετικού νεοϊμπεριαλισμού. Η επίκληση των «δύο προηγούμενων αυτοκρατοριών» —της τσαρικής και της σοβιετικής— υποδηλώνει μια επιθυμία ιστορικής συνέχειας και αποκατάστασης ισχύος. Η έννοια της αυτοκρατορίας λειτουργεί ως ιδεολογικό εργαλείο που νομιμοποιεί εδαφικές αξιώσεις και αμφισβητεί τη μεταψυχροπολεμική αρχή της εθνικής κυριαρχίας. Ωστόσο, οι ρωσικές κοινωνικές στάσεις εμφανίζονται πιο σύνθετες. Παρότι τμήμα της κοινής γνώμης εκφράζει νοσταλγία για το αυτοκρατορικό παρελθόν, οι δημοσκοπήσεις πριν από την πλήρη κλιμάκωση του πολέμου έδειχναν περιορισμένη στήριξη για άμεση προσάρτηση του Ντονμπάς ή για γενικευμένη πολεμική σύγκρουση.

Η ουκρανική πορεία προς τη συγκρότηση κράτους, αντίθετα, αποτελεί μακρά διαδικασία πολιτισμικής και πολιτικής αυτοεπιβεβαίωσης. Η γλώσσα, η κοζάκικη παράδοση και το ρομαντικό εθνικό κίνημα του 19ου αιώνα συνέβαλαν στη συγκρότηση διακριτής εθνικής αφήγησης. Η ανεξαρτησία του 1991 δεν ήταν ιστορική παρέκκλιση, αλλά κορύφωση μιας τριακοσίων ετών διαδρομής. Υπό αυτό το πρίσμα, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο εδάφη, αλλά δύο ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί ιστορίας: η μία αυτοκρατορική και αναθεωρητική, η άλλη εθνοκρατική, βασισμένη στην αρχή της εθνικής κυριαρχίας.

Η ουκρανική κρίση επαναφέρει έτσι ένα διαχρονικό ερώτημα: πώς οι κοινωνίες που αναδύονται από τις στάχτες αυτοκρατοριών μπορούν να εδραιώσουν την κυριαρχία τους χωρίς να αναπαράγουν κύκλους εξάρτησης και βίας; Η απάντηση θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της Ουκρανίας, αλλά και τη σταθερότητα της ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων στον 21ο αιώνα.

 

Επιλεκτική βιβλιογραφία  

Serhii Plokhy, The Russo-Ukrainian War: The Return of History (Allen Lane, 2023). Συνδέει ευθέως τον τρέχοντα πόλεμο με τη μακρά διαμάχη για την ιστορική κληρονομιά και την κρατική κυριαρχία.

Serhii Plokhy, The Gates of Europe: A History of Ukraine (Penguin, 2015, αναθ. εκδ.). Η πλέον καθιερωμένη σύνθεση για την ουκρανική ιστορία από τη Ρως του Κιέβου μέχρι σήμερα.

Paul Bushkovitch, A Concise History of Russia (Cambridge University Press, 2011). Κλασική, συμπυκνωμένη ιστορία από τη Ρως έως τη διάλυση της ΕΣΣΔ, χρήσιμη ως ραχοκοκαλιά για τις μακρές συνέχειες.

Orlando Figes, The Story of Russia (London: Bloomsbury, 2022). Μια σύγχρονη, αφηγηματική επισκόπηση της ρωσικής ιστορίας, με έμφαση στις μνήμες και μύθους που τροφοδοτούν την τωρινή πολιτική.

Andrew Wilson, The Ukrainians: Unexpected Nation (Yale University Press, 2022, 5η εκδ.). Κλασική μελέτη για τη διαμόρφωση της ουκρανικής ταυτότητας και τις σχέσεις με τη Ρωσία.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.