Σύνδεση συνδρομητών

Εικόνες της πανδημίας του κορωνοϊού στην λογοτεχνία

Τρίτη, 21 Απριλίου 2026 00:21
Pobel
Τοιχογραφία που φιλοτέχνησε ο Pobel, δημοφιλής street artist από τη Νορβηγία, στην πόλη Μπράιν της χώρας του, τον Μάρτιο του 2020, την πρώτη και πιο δύσκολη φάση της πανδημίας του κορωνοϊού.  
Pobel

Κάθε μείζον γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας καταλείπει ίχνος στην τέχνη, τόσο ως καταγραφή για τις μελλοντικές γενιές όσο και ως αφορμή, πλαίσιο, για να σκιαγραφηθούν χαρακτήρες, νοοτροπίες, κοινωνικές δυναμικές. Οι μεγάλες επιδημίες του παρελθόντος δίνουν τέτοιες αφορμές, οι πιθανές επιδημίες του μέλλοντος αποτελούν πάντα ένα λόγο να ξετυλιχθούν αφηγηματικά κουβάρια. Και ο covid, πώς καταγράφηκε στη λογοτεχνία;

Στο ξεκίνημα της πανδημίας του κορωνοϊού πολλοί ανέτρεξαν στην Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ, λιγότεροι θυμήθηκαν την Πανούκλα στο Λονδίνο του Ντάνιελ Ντεφόε, τον Έρωτα στα χρόνια της χολέρας του Μάρκες, το Κοράκι του Στίβεν Κινγκ. Μελλοντικά, πολλοί θα εντάξουν σε αυτό το πλαίσιο και τις σπουδαίες Νύχτες Πανούκλας του Ορχάν Παμούκ, που κυκλοφόρησαν στην διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού.

Πώς όμως παρουσιάστηκε αυτή καθαυτή η πανδημία του κορωνοϊού στη λογοτεχνία; Ποιες παράμετροι κυριάρχησαν και πώς αντιμετωπίστηκαν από διάσημους και μη ανθρώπους της γραφής; Το κείμενο εστιάζει σε εννέα βιβλία που γράφτηκαν στα ελληνικά ή μεταφράστηκαν στα ελληνικά. Η συνολικότερη βιβλιογραφία των αμετάφραστων στα ελληνικά τίτλων είναι μεγαλύτερη και περιέχει κάποιους σημαντικούς τίτλους που ελπίζω μελλοντικά να μεταφραστούν.

 

Jonathan Coe, Bournville / Μπόρνβιλ - Το Διαιρεμένο Βασίλειο

Το Bournville είναι μεγάλος Κόε, είναι αυτός που λατρέψαμε στο Τι ωραίο πλιάτσικο!, στη Λέσχη των τιποτένιων, στον Κλειστό κύκλο, στη Μέση Αγγλία. Είναι μια αδυσώπητη παρατήρηση αυτού που είναι η Βρετανία. Το βιβλίο το αρχίζει και το κλείνει η πανδημία. Αρχίζει τις πρώτες μέρες με το φόβο του άγνωστου ιού, τελειώνει με σημαδεμένους από τον ιό ανθρώπους, με αποσιωπημένες πνευμονίες σε οίκους ευγηρίας, με μοναχικούς θανάτους. Με την οργή του Κόε εκ μέρους όσων ακολούθησαν τους κανόνες. Με την μουσική της Dos Floris, το «Silence», να σε επαναφέρει στην τελική αυτή θλιμμένη οργή του Bournville. Ένας θάνατος σε καραντίνα που είναι ένας μη φυσιολογικός θάνατος χωρίς κανέναν δίπλα σου, κι ένας μη φυσιολογικός αποχαιρετισμός, στερημένος από ένα χάδι ισοδύναμο του αντίο, από μια τελική εκ του σύνεγγυς ματιά. Αλλά για τον Coe, το ίχνος της πανδημίας είναι και στους επιζώντες που δεν θα είναι, ορισμένοι, ποτέ πια οι ίδιοι, όπως ο σχετικά νέος πληθωρικός δευτεραγωνιστής που θα επιζήσει του κορωνοϊού, αλλά με θλιβερά κατάλοιπα διαρκείας, με τα τρεμάμενα χέρια του να μην μπορούν πλέον να παίξουν κιθάρα, με την ανάσα να του πιάνεται ακόμη κι αν προσπαθήσει να περπατήσει λίγα μέτρα άνευ βοήθειας, με τη νοητική του δραστηριότητα τόσο περιορισμένη που να έχει σβήσει από τη μνήμη τις 25 ημέρες που βρισκόταν διασωληνωμένος σε κώμα ή το τρίμηνο που ακολούθησε στο νοσοκομείο, ακόμη και τα ονόματα και τα πρόσωπα αυτών που τον φρόντισαν. Ο Κόε διακρίνει, περιγράφει, οργίζεται, όπως πολλοί από εμάς. Για τον Κόε, η πανδημία είναι μια κοινωνική δοκιμασία, αλλά και εθνική, κι εκεί κρίνει πως η χώρα του συνεχίζει έναν παράξενο κατήφορο. O Κόε όμως εδώ γίνεται και οικουμενικός – την απώλεια εξαιτίας του ιού κανείς άλλος δεν την μετέφερε έτσι, από καρδιάς.

 

Michael Cunningham, Μέρα

Το στίγμα μιας άλλης πανδημίας, βραδυφλεγούς, αυτής του AIDS, διέτρεχε κομμάτι του διασημότερου έργου του Κάνινγκχαμ – αναφέρομαι στις Ώρες. Η Μέρα εκτυλίσσεται κι αυτή σε τρία διαφορετικά χρονικά σημεία, την ίδια μέρα του Απριλίου του 2019, του 2020 και του 2021. Ένας ευρύτερος οικογενειακός κύκλος, τον γνωρίζουμε το 2019, ενήλικοι με ζητήματα εγγύτητας και κοινωνικού στίγματος, παιδιά με το πολύχρωμο παράξενο μεγάλωμά τους. Το 2020 τα άτομα αυτού του κύκλου θα βρεθούν στην κορύφωση του πρώτου κύματος της πανδημίας, να αναγκάζονται να επαναπροσδιορίσουν σχέσεις, στάσεις, πράξεις, απόψεις, θα καταλάβουν με διαφορετικό τρόπο τη βαρύτητα της πανδημίας, θα διακινδυνέψουν προσωπικά λιγότερο ή περισσότερο, θα ταξιδέψουν ή θα ασφυκτιούν στα πρώτα lockdown ή στα lockdown που οι ίδιοι είχαν βάλει τον εαυτό τους νωρίτερα. Το 2021 δεν θα είναι όλοι παρόντες, αλλά η πανδημία θα έχει λειτουργήσει ως αφορμή, ως πυροδότηση αλλαγών. Πολλοί άνθρωποι, όταν έμειναν κλεισμένοι, ακόμη και για λίγο, επαναπροσδιόρισαν. Αρκετοί άλλοι, όταν έχασαν κάποιον δικό τους ή είδαν κάποιον μακρινό να χάνεται, επαναπροσδιόρισαν επίσης. Άλλοι, απλά, ξέχασαν. Μαθαίνουν κάτι από την πανδημία οι ήρωες του Κάνινγκχαμ; Μάθαμε κι εμείς κάτι ή, απλώς, μια βίαιη εξωτερική συνθήκη μας ανάγκασε σε προσωρινούς συμβιβασμούς; Πόσο γρήγορα ξεχνάμε αυτούς που φύγανε; Οι χαρακτήρες του Κάνινγκχαμ είναι έτοιμα πρόσωπα, οι σκηνές του είναι έτοιμες εικόνες, διαβάζεις ένα έργο που έζησες κι εσύ. Μέσω του Κάνινγκχαμ συναντάς τις αλλαγές που εκτυλίχθηκαν γύρω σου. 

 

Elizabeth Strout, Η Λούσυ δίπλα στη θάλασσα

Η Λούσυ είναι χήρα από τον δεύτερο γάμο εδώ κι ένα χρόνο κι αναβάλλει ευτυχώς ταξίδια λογοτεχνικών παρουσιάσεων σε Ιταλία και Γερμανία που θα συνέπιπταν με την πρώτη ευρωπαϊκή εξάπλωση της πανδημίας. Ο πρώτος της σύζυγος, παρατημένος από την τρίτη δική του σύζυγο, την παίρνει από τη Νέα Υόρκη σε ερημικό σπίτι στο Μέιν, επειδή ξέρει τι έρχεται καταπάνω τους, παρασιτολόγος γαρ – αν και δεν είμαστε σίγουροι για το αγαθό των προθέσεων, μπορεί απλώς να ήθελε συντροφιά στην επερχόμενη μοναξιά του lockdown και του φόβου. Στην περιφέρεια της αφήγησης οι δύο κόρες, μια από αυτές σε φάση μείζονος προσωπικής αλλαγής. Οι άνθρωποι που προσαρμόζονται στο lockdown «είμαστε όλοι σε κατάσταση lockdown, διαρκώς. Απλώς δεν το ξέρουμε. Αλλά κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Οι περισσότεροι από μας προσπαθούμε ίσα ίσα να τα βγάλουμε πέρα». Που σημαίνει, αποστάσεις και μάσκες και μοναχικοί περίπατοι και τα νέα και ήδη ο διχασμός έχει έλθει στην κοινωνία: «είναι λες και έχει πάθει ο κόσμος όλος κάτι σαν κρίση επιληψίας, και είμαι σίγουρος ότι οδεύουμε για πολύ μεγάλες δυσκολίες. Ξεσκίζουμε ο ένας τον άλλον. Δεν ξέρω για πόσο καιρό ακόμη θα μπορεί να λειτουργήσει η δημοκρατία μας». Η αδερφή της ηρωίδας που βρήκε όψιμα τον Θεό είναι αρνήτρια, κολλάει τον αδερφό τους που πεθαίνει· τα πεθερικά της πρώτης κόρης έρχονται από τη Φλόριντα σε φάση αρνητή, αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι νοσούν και, ευτυχώς, με παρέμβαση  του πρώην συζύγου δεν πάνε στα παιδιά – ο γιος τους έχει και άσθμα, θεωρείται ευπαθής. Η Ελίζαμπεθ Στράουτ περιγράφει τον αποπροσανατολισμό στο χρόνο, την άδεια Νέα Υόρκη και τα κλειστά μαγαζιά όταν οι πρωταγωνιστές επιστρέψουν εκεί μετά τον πρώτο εμβολιασμό τους, περιγράφει κι αυτή τις κρίσεις στις οικογένειες που πυροδοτούνται (αλλά δεν προκαλούνται) από τον εγκλεισμό, τους νέους κοινωνικούς κύκλους που δημιουργεί η ειδική συνθήκη – «σ’ αυτή τη ζωή, είναι δώρο το ότι δεν ξέρουμε τι μας περιμένει». Η Στράουτ καταγράφει το πανδημικό βίωμα αυτών που εκ των (ηλικιακών) πραγμάτων είχαν μεγαλύτερο διακύβευμα.

 

Τάκης Καμπύλης, Γενικά συμπτώματα

Αλυσίδα ανθρώπινων σχέσεων και πράξεων (όπως αλυσίδα κάνει και η μετάδοση του ιού και οι συνέπειές της) και διήγηση από πέντε διαφορετικές φωνές. Το μονόχνωτο άτεγκτο στέλεχος τραπέζης που κόβει όλα τα δάνεια με δευτερογενείς συνέπειες, που θεωρεί ότι επιτελεί ύψιστο καθήκον μετέχοντας στην δοκιμή του εμβολίου – «ίσως αυτό να είναι το Εμβόλιο, μια πράξη συγγνώμης» (αλλά τρελαίνεται με έναν πυρετό του και την ψυχρή αντιμετώπισή του από τους παρακολουθούντες την κλινική δοκιμή). Ο αναρχοαυτόνομος αρνητής γιος βιοτέχνη που πλήττεται έμμεσα από την απόφαση του πρώτου (με τον οποίο προϋπήρχε μια σχέση φροντίδας από την οικογένεια του βιοτέχνη), η ανοϊκή μητέρα του σε παραλήρημα. Ο καφετζής της περιοχής που γνωρίζει τους πάντες και τηρεί τα μέτρα, αλλά πλήττεται από το κλείσιμο μιας εργασιακής μονάδας απέναντί του, επειδή αυτό σημαίνει 100 καφέδες λιγότερους. Ο freelancer δημοσιογράφος που ανακαλύπτει την ταυτότητα του πρώτου αλλά δεν θα προλάβει να πουλήσει το θέμα.

Δεν είναι απαραίτητα ένα βιβλίο για την πανδημία, ετούτο, αλλά την εμπεριέχει: «η νύχτα έχει αποκτήσει το χρώμα των ασθενοφόρων», «πιστεύω ότι η σιωπή είναι το όπλο απέναντι στην πανδημία, όχι, δεν εννοώ τους ήχους, αλλά ό,τι γεννά την σιωπή: το μέτρο των πραγμάτων», «κι αυτοί που έφυγαν; αυτοί που φεύγουν ή που θα φύγουν; Σε ποιον κωδικό εντάσσονται; οι πολυκατοικίες μουρμουρίζουν, τα κλιμακοστάσια πυκνώνουν το ένα κοντά στο άλλο, όλα ψιθυρίζουν “τι μάθαμε από το κακό;”. Γίνονται –επιτέλους!– σχέδια για τη νέα εποχή που είναι “τώρα ορατή”, όμως οι πληγές είναι βαρίδια: τόσο πολλοί νεκροί, τόσο πανομοιότυποι, ανομολόγητοι... Λοιπόν, διαφύγαμε, αλλά τι μάθαμε;» Αριστοτεχνική γραφή, ουσιώδη ερωτήματα – η πανδημία ως εφαλτήριο κοινωνικών, αλλά όχι εσωτερικών, μοχλεύσεων.

 

Goncalo M. Tavares, Ημερολόγιο της πανούκλας

Καθημερινές σημειώσεις από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2020, 90 μέρες, σε εφημερίδα,  μεταφρασμένες σε πολλές γλώσσες. Σκόρπιες σημειώσεις, «μια τάση να καταγράψω, να επισημάνω σε πραγματικό χρόνο ό,τι συμβαίνει και ό,τι είναι αισθητό», «ειδήσεις ενός κόσμου πιο αργού» που εξελίσσουν ενίοτε το πώς ο μέσος άνθρωπος προσλαμβάνει τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Βέβαια ο Ταβάρες αγαπά περισσότερο να εστιάζει σε αντιρρησίες παρά στο τι θα πει ο διακεκριμένος ανοσολόγος Άντονι Φάουτσι, δεν μπορείς να βγάλεις τον αντισυστημικό από μέσα σου εύκολα. Οι αριθμοί των νεκρών («ένας μοναδικός αριθμός ανά χώρα»), τα ελληνικά SMS 1-6 ως αναγνώριση/σηματοδότηση του τι είναι σημαντικό στη ζωή (προσθέτει αργότερα ο Ταβάρες το 7: κυκλοφορία με σκοπό την απόλαυση), ο 21ος αιώνας σπασμένος στα δυo από έναν ιό, το «δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάρος από το βάρος του νεκρού σώματος» του Χάιντεγκερ, ο Ούγκο Λόπες Γκατέλ στο Μεξικό ως υγειονομικός υπερήρωας, μνήμες από τραγούδια του 1986 (τα περισσότερα από όσα αναφέρει βέβαια ο Ταβάρες δεν είναι καν τραγούδια του 1986, αλλά δεν είναι αυτό το μόνο λάθος, ίσως να αποδοθεί απλά στην ένταση της καθημερινής πίεσης της εξωτερικής συνθήκης), οι ατομικές καραντίνες («δεν είναι πια ο χώρος. Το 2020 το νέο σύνορο είναι ο χρόνος: 14 ημέρες»),  ο βουλευτής που λέει ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τη μάσκα για λόγους ιερούς στο facebook, ενώ με την ίδια λογική δεν πρέπει να χρησιμοποποιούμε το facebook για λόγους ιερούς αφού γίνεται το πρόσωπο κάδρο-κουτί. Και  η αναμονή τού μετά, «ένα μετά αμφίσημο, κτηνώδες και χαρούμενο». Η πανδημία μέσα από τα γραπτά του Ταβάρες, γίνεται πρόσληψη που χρωματίζεται από προϋπάρχουσες αντιλήψεις.

 

Ζεμπουλιά Κοπανά, Ημερολόγιο γηραιάς κυρίας

Η Ζεμπουλιά Κοπανά δεν είναι επαγγελματίας της γραφής. Είναι μια απλή γυναίκα που ανήκει στις ευπαθείς ομάδες ως ηλικιωμένη και, μένοντας μόνη της, αποφασίζει να καταγράψει τη δική της οπτική της πανδημίας – πραγματικά πρωτογενές, ακατέργαστο υλικό (ακόμη και στην απουσία κειμενικής επιμέλειας που δημιουργεί λάθη στην καταγραφή του αριθμού των νεκρών). Σημαντικό επειδή βλέπουμε από πού αντλεί πληροφόρηση ο μέσος άνθρωπος, αυτός που δεν μπορεί να φιλτράρει ως ειδικός. Βλέπουμε ενίοτε και πώς αναπτύσσονται οι ενδοιασμοί: μιλά για παράδειγμα η συγγραφέας για «αλλοπρόσαλλους επιστήμονες» επειδή, σου λέει, καθηγητής είναι αυτός, καθηγητής κι ο άλλος, και άμα είναι και από το εξωτερικό κάποιος είναι καλύτερος (οι βαθιά ριζωμένες στον γενικό πληθυσμό πεποιθήσεις περί τίτλων και περί εξωτερικών) – επειδή ακριβώς αποτύχαμε να εξηγήσουμε στον κόσμο πώς κρίνοιυμε την αξιοπιστία ενός επιστήμονα, πώς τα βιογραφικά μπορούν να τρέχουν και να αναπτύσσονται και εκτός ακαδημίας, πώς η πανδημία είναι ένα σύνθετο φαινόμενο για το οποίο δεν μπορούν να μιλάνε με γνώση όλοι. Έχει και τις πολιτικές της χροιές η γραφή εδώ, όπως πολιτική χροιά είχε και η αντιμετώπιση από πολλούς συμπολίτες: σχόλια για την «κυβέρνηση της Δεξιάς» και μια επαναλαμβανόμενη επίθεση στα «τρομολάγνα» ενημερωτικά σποτάκια. Είναι ίδιον των ζωντανών να θεωρούν ότι αυτό που εκτυλίσσεται δεν είναι τόσο τραγικό; Πού πρέπει να σταματά ο φόβος και να αρχίζει η κατανόηση των φόβων του πολίτη; Είναι κοινοί αυτοί οι φόβοι; Οι φόβοι της ηλικιωμένης εδώ είναι παρόντες και καταγράφονται ολοζώντανοι: η δυσχέρεια του έξω, του ταξιδιού, οι εσωτερικοί μονόλογοι με τη ζωή της, το ερώτημα αν μετά απ’ όλο αυτό θα προκύψουμε καλύτεροι. Είναι κοινωνιολογική η σημασία γραπτών σαν αυτό της Κοπανά. Μας φέρνει, όσους δηλώνουμε ειδικότεροι για το θέμα, κοντά στην αντίληψη του μέσου ανθρώπου, στους φόβους, ακόμη και στις πλάνες του.

 

Stephen King, Χόλι

Στον Στίβεν Κινγκ, φυσικά και δεν είναι η πανδημία το επίκεντρο· είναι το κάδρο. Αλλά ένας ευφυής παρατηρητής του κόσμου όπως ο Κινγκ, μέσα από μια από τις κλασικές ιστορίες αποτρόπαιων κατά συρροή δολοφόνων και επίμονων ερευνητριών της αλήθειας, λέει πολύ περισσότερα από αρκετούς που αποπειράθηκαν να γράψουν για την ίδια την πανδημία. Η Χόλι ξεκινά με την κηδεία της μητέρας τής πρωταγωνίστριας, αντιεμβολιάστριας και οπαδού του πρώην και νυν προέδρου των ΗΠΑ – η κηδεία γίνεται μέσω zoom. Όπως εύστοχα σχολιάζει ένας οικείος της οικογένειας, «δεν πέθανε από covid, αλλά από ανοησία». Η πρωταγωνίστρια αντίθετα είναι σχολαστική – ο νέος χαιρετισμός όλων είναι συνθηματικός: είστε εμβολιασμένος/η και με τι; Είμαστε στο καλοκαίρι του 2021, μόλις έχει εμφανιστεί η παραλλαγή Δέλτα που διακόπτει την αισιοδοξία ότι ο εμβολιασμός από μόνος του μπορούσε να αποτελεί διαβατήριο προς κάποια κανονικοποίηση. Ο Κινγκ καταγράφει έκπληκτος αυτά που βλέπει γύρω του: τον συνωμοσιολόγο αντιεμβολιαστή νοσηλευτή που διασπείρει τον ιό στον οίκο ευγηρίας. Τις διαφωνίες για τις μάσκες που είναι, λέει, σα να στέκεσαι στο δρόμο μες στη βροχή και να διαφωνείς για το αν βρέχεσαι, τον διχασμό. Φυσικά οι κακοί είναι απ’ αυτούς που υποτιμούν τον κορωνοϊό, «μια νέα γρίπη» τον χαρακτηρίζουν, φυσικά δεν εμβολιάζονται, φυσικά δεν φοράνε μάσκες. Ο Κινγκ προβλέπει, εν έτει 2023 που έγραψε τη Χόλι, την πολιτική εξέλιξη με την επάνοδο του Τραμπ, αυτού που άφησε «πίσω του μια χώρα σε πόλεμο με τον εαυτό της», και φροντίζει με σοφία να μας υπενθυμίσει: «Όταν τελειώσει αυτό δεν θα πιστεύει κανείς ότι συνέβη στ’ αλήθεια. Ή, αν το πιστεύει, δεν θα καταλαβαίνει πώς συνέβη». Ούτε ένας σοφός όμως δεν θα φανταζόταν πως θα κάναμε σαν να μη συνέβη.

 

Ali Smith, Καλοκαίρι

Το Καλοκαίρι, τελευταίο μέρος της επιτυχημένης και παινεμένης τετραλογίας των εποχών της συγγραφέως, δεν είναι βιβλίο για την πανδημία – οριακά προλαβαίνει τους πρώτους μήνες της. Ακολούθησε το Companion Piece, αμετάφραστο ακόμη στα ελληνικά, που είναι για την πανδημία, με παράλληλες αναφορές σε μια πανδημία του παρελθόντος. Και στο Καλοκαίρι όμως έχουμε αναφορές σε θανάτους σε οίκους ευγηρίας, στην αγωνία μιας νεαρής Σινοβρετανίδας για το θάνατο του κινέζου γιατρού που προειδοποίησε και τιμωρήθηκε, τις αναλογίες που αυτόματα δημιουργούνται σε ό,τι βλέπει και ακούει κανείς: το ράμφος από ένα ψαροπούλι θυμίζει αντανακλαστικά την παλιά μάσκα της πανώλης κι αυτή μοιάζει τόσο επιβλητική σε σχέση με τις τωρινές, τις απλές, τις φτηνιάρικες. Κι εδώ στηλιτεύεται η ανεπάρκεια της βρετανικής κυβέρνησης που μιλά για έπη αντίστοιχα της Δουνκέρκης ενώ κάνει μπίζνες και μιλά με τους μοντελιστές της πανδημίας την ίδια ώρα που μένουν απροστάτευτοι από μέσα ατομικής προστασίας οι υγειονομικοί – εδώ και ο παραλληλισμός του πρωθυπουργού με τον δήμαρχο που δεν κλείνει την παραλία στα Σαγόνια του Καρχαρία παρά τους νεκρούς και καμαρώνει γι’ αυτό, επειδή δεν έθιξε την οικονομία. Η Σμιθ περιγράφει απλούς ανθρώπους που πιθανόν νόσησαν αλλά δεν έβρισκαν να κάνουν τεστ (εκείνες τις πρώτες δραματικές μέρες, όχι μόνο εκεί) και σκιαγραφεί πρότυπα όπως η γηραιά Άιρις, ακτιβίστρια που διαθέτει τα άδεια δωμάτια του κτιριακού συγκροτήματος σε πρόσφατα αποφυλακισθέντες (μαζικές απολύσεις από τις φυλακές στο πλαίσιο της αποφυγής εκατομβών αν έμπαινε, τότε, απροετοίμαστοι εντελώς όπως ήμαστε, ο ιός στις φυλακές). Η Άιρις, αντί να προφυλάξει τον εαυτό της, γυρίζει έξω καθημερινά να βοηθήσει ευπαθέστερους, να αγοράσει τρόφιμα και φάρμακα γι’ αυτούς, να δει τι κάνουν. Το Καλοκαίρι είναι η επερχόμενη καταιγίδα.

 

Juli Zeh, Περί ανθρώπων

Κι εδώ η πανδημία μοιάζει να είναι η αφορμή, μια χρονική σύμπτωση: η ηρωίδα αποφασίζει να αλλάξει ζωή, χωρίζει και φεύγει στην επαρχία – την ενοχλούσε κι από πριν που ο σύντροφός της, ο οποίος λειτουργούσε ως μάντης κακών κι ετοιμαζόταν για την Αποκάλυψη της κλιματικής αλλαγής έχοντας καταλήξει groupie της Γκρέτας, με τον κορωνοϊό έγινε, ή της φάνηκε της πρωταγωνίστριας τουλάχιστον, ακόμη πιο καταστροφολάγνος, καταλήγοντας να της «απαγορεύει» ακόμη και τους (παρατεταμένους βέβαια) καθημερινούς περιπάτους. Η ίδια η πρωταγωνίστρια προτιμά τη «χαλαρή» προσέγγιση της Σουηδίας – δεν είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο η ηρωίδα είναι ασυμπάθητη, στον πυρήνα του βιβλίου άλλωστε βρίσκεται η κανονικοποίηση του νεοναζί της διπλανής πόρτας με τον οποίο, και με την κόρη του, η πρωταγωνίστρια καταλήγει σχεδόν στη δημιουργία ενός ιδιότυπου πυρήνα οικογένειας. Είναι η ειρωνεία της για το φόβο των ανθρώπων: «πίσω από αναρίθμητα παράθυρα των ατέλειωτων δρόμων κάθονται φοβισμένοι άνθρωποι και κρατούν ημερολόγια κορονοϊού». Καταγράφονται καταστάσεις των πρώτων ημερών, ιδιαίτερα επιτυχημένα σχολιάζεται η ευφορία μετά το πρώτο κύμα, στις αρχές του καλοκαιριού του 2020, με τους έως τότε ανήσυχους και πειθήνιους πολίτες να ξεχνάνε μαζικά τα μέτρα και να εφορμούν στις παραλίες της Βαλτικής. Από τους πλέον ενδιαφέροντες χαρακτήρες είναι ο πατέρας της πρωταγωνίστριας, διάσημος νευροχειρουργός που έχει το ελεύθερο λόγω ιδιότητας και δημοσιότητας να κυκλοφορεί, έχει ίσως και λόγω γνώσης μια ψυχραιμότερη αντιμετώπιση και θεωρεί πως η πραγματική πανδημία είναι αυτή του entitlement, «η αίσθηση του κόσμου ότι έχει διευρυμένα δικαιώματα». Κατά τα άλλα, η Ζεχ καταγράφει την πολιτικοποίηση του διχασμού για τις μάσκες, τις απολύσεις –όπως τελικά της πρωταγωνίστριας–, τους κλειστούς βρεφονηπιακούς σταθμούς και το αδιέξοδο που δημιουργούν σε μονογονεϊκές οικογένειες, συν το κακό χιούμορ που μπορεί να ανέπτυξαν ορισμένοι («ο κορωνοϊός δεν θα κρατήσει επειδή είναι made in China»). Η Ζεχ γράφει υπεροπτικά, ή πάλι μπορεί να γράφει ως άτομο που δεν κατανόησε αυτά που συνέβησαν – εδώ υποτίμησε τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας θα πει κανείς…

***

Θα γίνουν σοφότερες οι γενιές του αύριο διαβάζοντας τη λογοτεχνία της πανδημίας; Υπάρχει κάποια αμετάφραστο στα ελληνικά αριστούργημα που θα αποτελέσει σημείο αναφοράς; Όχι ώς τώρα, αν και υπάρχουν πολλά σημαντικά. Οι επόμενες γενιές θα επιστρέφουν πάντα στον Καμύ, κι εμείς θα τις καλούμε να αποπειραθούν να συνθέσουν: την απώλεια, το φόβο, τη μοναξιά, την ελπίδα, το διχασμό, την παράνοια και το φανατισμό, τις αλλαγές που κάθε μείζον γεγονός σε αναγκάζει να σκεφτείς ή και να πράξεις, τον επαναπροσδιορισμό του ουσιαστικού. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν βγήκαμε σοφότεροι, δεν επιστρέψαμε άλλωστε στον Καμύ πέρα από το εξώφυλλο...

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ

Jonathan Coe, Bournville / Μπόρνβιλ - Το Διαιρεμένο Βασίλειο, μετάφραση από τα αγγλικά: Άλκηστις Τριμπέρη, Πόλις, Αθήνα 2023, 496 σελ.

Michael Cunningham, Μέρα, μετάφραση από τα αγγλικά: Παναγιώτης Κεχαγιάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2025, 336 σελ.

Elizabeth Strout, Η Λούσυ δίπλα στη θάλασσα, μετάφραση από τα αγγλικά: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Άγρα, Αθήνα 2024, 280 σελ.

– Τάκης Καμπύλης, Γενικά συμπτώματα, Καστανιώτη, Αθήνα 2021, 184 σελ.

Goncalo M. Tavares, Ημερολόγιο της πανούκλας, μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αθηνά Ψυλλιά, Καστανιώτη, Αθήνα 2021, 322 σελ.

– Ζεμπουλιά Κοπανά, Ημερολόγιο γηραιάς κυρίας, Όστρια, Αθήνα 2024, 186 σελ.

Stephen King, Χόλι, μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος, Κλειδάριθμος, Αθήνα 2024, 600 σελ.

Ali Smith, Καλοκαίρι, μετάφραση από τα αγγλικά: Μιλτιάδης Αργυρόπουλος, Καστανιώτη, Αθήνα 2023, 368 σελ.

Juli Zeh, Περί ανθρώπων, μετάφραση από τα γερμανικά: Απόστολος Στραγαλινός, Μεταίχμιο, Αθήνα 2023, 464 σελ.

 

 

 

 

 

 

Γιώργος Παππάς

Παθολόγος που ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα. Αγαπά να μελετά την επιδημιολογία των λοιμώξεων και την ετοιμότητα απέναντι σε πανδημίες, και έχει ένα σχετικό ερευνητικό έργο γι’ αυτά. Κυκλοφορεί το βιβλίο του, Οι επόμενες δύο εβδομάδες θα είναι κρίσιμες (2022).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.