Σύνδεση συνδρομητών

Ξανακερδισμένες ταυτότητες [1]

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2023 14:47
H Μισέλ Βερνάν, τσολιαδάκι στο Παρίσι το 1951.
Αρχείο Οντέτ Βαρών-Βασάρ
H Μισέλ Βερνάν, τσολιαδάκι στο Παρίσι το 1951.

Mισέλ Βερνάν, Μοιρασμένες αναμνήσεις, μετάφραση από τα γαλλικά - επιμέλεια: Αντώνης Καζάκος, δίγλωσση έκδοση, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2022, 152 σελ.

«Στα οικογενειακά μας άλμπουμ υπάρχουν πολλοί μικροί εύζωνοι, γιατί όλοι μας στην ηλικία των τεσσάρων, στο Παρίσι και στη Βρέστη, ποζάραμε φορώντας για μια μέρα αυτή τη στολή που είχε έρθει από την Ελλάδα και την οποία η θεία Ντόρα φύλαγε με θρησκευτική ευλάβεια μέσα σε μια βαλιτσούλα από χαρτόνι». Πώς και γιατί οικογένειες της Σαλονίκης μετανάστευσαν από την όμορφη Θεσσαλονίκη στη Γαλλία; Και γιατί εξακολουθούσαν να ντύνονται τσολιαδάκια; [ΤΒJ]

Αμπραβανέλ, ή αλλιώς Φαρίας, ή αλλιώς Πινέδο

Όταν από την Ισπανία τους εξορίσαν

-ανίερη πράξη- το κλειδί αυτοί κρατήσαν

Από το σπίτι που πριν είχαν στο Τολέδο.

                                                Χόρχε Λούις Μπόρχες

                                                (μτφρ. Ξενοφών Κοκόλης)

H συγγραφέας αυτού του μικρού δίγλωσσου βιβλίου στο οποίο μοιράζεται μαζί μας πολύτιμες αναμνήσεις, η  Michèle Vernan, εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση στο Παρίσι ως φιλόλογος και συνεργάστηκε ως ψυχολόγος με μια ψυχιατρική δομή για παιδιά και εφήβους. Στην Ελλάδα είδαμε για πρώτη φορά το όνομά της ως συγγραφέα του προλόγου στο βιβλίο του ψυχιάτρου Στανισλάς Τόμκιεβιτς, Η κλεμμένη εφηβεία, με τον οποίο η συγγραφέας είχε συνεργαστεί στενά για τη συγγραφή του.[2] Έκλεινε εκείνον τον πρόλογο της με τις φράσεις:

Ο Τομ, όταν αναφερόταν στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, που τον βοήθησαν τόσο στο Μπέργκεν Μπέλσεν, είχε πλήρη συνείδηση της απήχησης που θα είχε η ιστορία του στη συνομιλήτριά του. Η Σαλονίκη ήταν παρούσα σε αυτό το βιβλίο αόρατη σαν μία ηχώ. (σ. 20).

Υπέγραφε τον πρόλογό της ως “Michèle Vernant, (γεννημένη Assael)”. Η φράση αυτή, καθώς και η προσθήκη του πατρικού της επωνύμου, υπόσχονταν ότι κάποτε η Θεσσαλονίκη θα γινόταν ορατή σε κάποιο της κείμενο. Και πράγματι.

Όχι απλώς ορατή, αλλά πρωταγωνίστρια επανέρχεται πλέον η Θεσσαλονίκη, ή μάλλον η Σαλονίκη, στις Μοιρασμένες αναμνήσεις της (Souvenirs partas), που κυκλοφόρησαν σε δίγλωσση έκδοση (στο γαλλικό πρωτότυπο και στη μετάφραση του Αντώνη Καζάκου, ο οποίος υπογράφει κι ένα προλογικό σημείωμα). Αναμνήσεις που μοιράζεται με την αδελφή της, Joëlle Assael, αλλά και με τον αναγνώστη αυτών των σελίδων.     

Για το βιβλίο της μου είχε μιλήσει, είχα δει το γαλλικό χειρόγραφο και είχα χαρεί πολύ που θα έβγαινε σε δίγλωσση έκδοση. Τον Μάρτιο του 2023, στην επέτειο των 80 χρόνων από τις πρώτες εκτοπίσεις της Θεσσαλονίκης για το ΄Αουσβιτς, αλλά και τις εκτοπίσεις της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης από τους Βουλγάρους, έχουμε στα χέρια μας το βιβλίο της σε δίγλωσση προσεγμένη έκδοση. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να συζητήσω τις λησμονημένες ιστορίες στις οποίες ρίχνει φως το υπαινικτικό βιβλίο της, να φωτίσω το ιστορικό τους πλαίσιο και, βέβαια, να αναδείξω τις αρετές του που έχουν να κάνουν και με τη λεπτότητα της γραφής.

 

Το τραύμα

Τη Μισέλ Βερνάν τη γνώρισα τον Μάρτιο του 2019 στη Θεσσαλονίκη, σ’ αυτό το καθοριστικό για την ίδια ταξίδι. Ο τότε πρόξενος της Γαλλίας, Philippe Ray, είχε διοργανώσει μια εβδομάδα εκδηλώσεων μνήμης, αναδεικνύοντας τη μετανάστευση των Σαλονικιών Εβραίων στη Γαλλία, αλλά και άλλες πτυχές, όπως τη σημασία των γαλλικών σχολείων και τον πολιτισμικό ρόλο της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού. Στη μεγάλη αίθουσα του Δημαρχιακού Μεγάρου υπήρχε μία συνεδρία με Γάλλους, απογόνους Θεσσαλονικέων Εβραίων των οποίων οι γονείς είχαν μεταναστεύσει στο Παρίσι προπολεμικά. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τη Μισέλ να ξεδιπλώνει θραύσματα της οικογενειακής της ιστορίας, μ’ αυτόν τον πολύ δικό της τρόπο που αποτυπώνεται και στο βιβλίο της. Στο ίδιο τραπέζι, που συντόνιζε ο συγγραφέας και δημοσιογράφος και ιστορικός  Alain Navarro, μίλησαν κι άλλοι άνθρωποι, γεννημένοι στη Γαλλία από γονείς που είχαν μεταναστεύσει από τη Θεσσαλονίκη. Άκουσα εκεί ιστορίες σαν κι αυτές που τόσο εκπληκτικά είχε αφηγηθεί ο Εντγκάρ Μορέν στο βιβλίο για τον Σαλονικιό πατέρα του Βιντάλ Ναούμ, Ο Βιντάλ και οι δικοί του [3]. Όταν το διάβασα το 1989 ήταν ένα μαγικό κλειδί που ξεκλείδωσε και νοηματοδότησε τον κόσμο από τον οποίο προερχόμουν κι εγώ, εννοώ τον γαλλόφωνο σεφαραδίτικο κόσμο.    

Την επόμενη μέρα, με λαμπρό ήλιο και ασυνήθιστα καλόν καιρό, περπατήσαμε για λίγο μαζί στην μεγάλη πορεία μνήμης που γίνεται κάθε χρόνο από το 2013  την πρώτη Κυριακή μετά την επέτειο της ημέρας  που έφυγε το πρώτο τρένο για το ΄Αουσβιτς, την 15η Μαρτίου του 1943. Η πορεία ξεκινά από το Μνημείο Ολοκαυτώματος στην πλατεία Ελευθερίας και καταλήγει στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Είχε μιλήσει τότε ο Γιάννης Μπουτάρης, τελευταία φορά ως δήμαρχος το 2019. Η εμπνευσμένη δημαρχία του Μπουτάρη επί δύο θητείες κατάφερε να νικήσει πολλές αντιστάσεις και να προχωρήσει αφάνταστα την υπόθεση της εδραίωσης της εβραϊκής μνήμης στην πόλη. Άλλες δεν κατόρθωσε να τις νικήσει, και αν και η μελέτη υπάρχει χρόνια τώρα. η πλατεία παραμένει ακόμη υπαίθριο πάρκινγκ και η ανέγερση Μουσείου Ολοκαυτώματος και ερευνητικού κέντρου αργεί ανησυχητικά, αν και έχει αναγγελθεί πολλά χρόνια.

Ο ίδιος είχε την πρωτοβουλία της πρώτης πορείας στα 70 χρόνια, το 2013. Δεν είναι τυχαίο πως ανάμεσα στους ανθρώπους στους οποίους αφιερώνει το βιβλίο της η Mισέλ είναι και ο Γιάννης Μπουτάρης, μαζί με τον πρόξενο της Γαλλίας Philippe Ray. Για την ίδια, το ταξίδι αυτό υπήρξε τόσο σημαντικό ώστε κλείνει μ’ αυτό το βιβλίο της με το κεφ. 14.  Δεν ήταν το πρώτο (το οποίο είχε λάβει χώρα το 2013 με αφορμή τον Τόμκιεβιτς), ήταν όμως το θεραπευτικό, το επουλωτικό ταξίδι.  Γιατί για τη Μισέλ, κι ίσως και για άλλους απογόνους, αν και δεν είχαν γεννηθεί εκεί, υπήρχε ένα τραύμα. Οι αφηγήσεις του πατέρα γι’ αυτή τη μαγική πόλη-πατρίδα αιωρούνταν κι έχτιζαν έναν κόσμο του φαντασιακού, δίχως να μπορούν να ακουμπήσουν πουθενά στην πραγματικότητα.

***

Στο πρώτο ταξίδι τής Μισέλ, μετά το θάνατο του πατέρα, το 1982, η πόλη έμοιαζε να έχει θάψει σε οριστική λήθη το εβραϊκό της παρελθόν, να είναι περίκλειστη και εχθρική σ’ αυτή τη μνήμη. Και πράγματι έτσι ήταν. Θυμίζω ότι το Μνημείο Ολοκαυτώματος ανηγέρθη μόνο το 1997, κι αυτό γιατί η πόλη εκείνη τη χρονιά έγινε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης και δεν μπορούσε να μην έχει ένα τέτοιο μνημείο. Έγινε λοιπόν δεκτό το αίτημα που χρόνια διατυπωνόταν από την Κοινότητα προς τον Δήμο για την ανέγερση μνημείου. Την ίδια εποχή δρομολογήθηκε και το πρώτο Εβραϊκό Μουσείο που εγκαινιάστηκε το 2001. Από τότε, αργά αλλά σταθερά, έχουν γίνει κατά καιρούς βήματα που οδηγούν στην παραδοχή αυτής της μνήμης και στην εγγραφή της ως συστατικής για την πόλη, με κορυφαία βέβαια εποχή τη Δημαρχία Μπουτάρη (2010-2019). 

Cambpell pogrom

United States Holocaust Memorial Museum

Ιούλιος 1931. Οικογένειες Εβραίων καταφεύγουν σε συναγωγή μετά τον εμπρησμό του οικισμού Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη. Τι είχε συμβεί; Με αφορμή την ψευδή κατηγορία περί συνεργασίας της κοινότητας με Βούλγαρους και κομμουνιστές για την ανεξαρτητοποίηση της Μακεδονίας, τη νύχτα μεταξύ 29 και 30 Ιουνίου 1931, μικρασιάτες πρόσφυγες, έφεδροι του στρατού και μέλη εθνικιστικών οργανώσεων, επιτέθηκαν στο Κάμπελ, καταστρέφοντας το συνοικισμό και συμβάλλοντας στην έξοδο χιλιάδων φτωχών κατά βάση Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη προς τη Παλαιστίνη.

 

Από τη Θεσσαλονίκη στο Παρίσι

Η πρώτη λησμονημένη ιστορία που φέρνει στην επιφάνεια το βιβλίο είναι η μετανάστευση Σαλονικιών Εβραίων στον μεσοπόλεμο στο Παρίσι. Ανάμεσα στο 1912, που  η Θεσσαλονίκη θα γίνει ελληνική (επίσημα, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913), και στις αρχές της δεκαετίας του 1930, πολλοί Εβραίοι μεσαίας τάξης αποφασίζουν ότι η ζωή θα είναι καλύτερη γι’ αυτούς στο Παρίσι – και για κάποιους απ’ αυτούς πρώτα στη Μασσαλία. Πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν πτωχεύσει, γιατί το μεγάλο κραχ είχε επηρεάσει δραματικά τις επιχειρήσεις τους.

Ο ιστορικός των Εβραίων της Θεσσαλονίκης Joseph Nehama γράφει πως, με την ένταξη της Θεσσαλονίκης στο νέο ελληνικό κράτος, οι επιχειρηματίες νιώθουν να χάνουν την ενδοχώρα τους, αφού τώρα ανήκουν σε άλλες χώρες πόλεις βαλκανικές, όπως λόγου χάρη το Μοναστήρι, στις οποίες είχαν συγγενείς, κλάδους των επιχειρήσεων τους και πολλές επαφές. Χρειάζονται πια να διαβούν σύνορα οι ίδιοι και τα εμπορεύματα να περάσουν από τελωνεία, δασμούς κ.λπ.

Εν τω μεταξύ, η έλευση και η εγκατάσταση περίπου 100.000 ελλήνων προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή φέρνει ανταγωνισμό, γιατί οι νέοι κάτοικοι ξέρουν από εμπόριο κι επιχειρηματικότητα. Το ελληνορθόδοξο στοιχείο επικρατεί δημογραφικά για πρώτη φορά ύστερα από αιώνες στην πόλη. Το 1924 θα καταργηθεί η αργία του Σαββάτου και θα αντικατασταθεί από την αργία της Κυριακής, όπως ισχύει στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι εβραίοι κάτοικοί της χάνουν σιγά σιγά την προνομιακή τους θέση που είχαν στους αιώνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γίνονται για πρώτη φορά «μειονότητα» σε μια πόλη που για τέσσερις αιώνες υπερίσχυαν δημογραφικά, οικονομικά, πολιτισμικά και που στην ουσία την έφτιαξαν και την ένιωθαν δική τους. Δύσκολο πέρασμα.

Υπάρχουν όμως διάφορες επιλογές. Πολλοί, αναφέρεται ο αριθμός ως 10.000, θα φύγουν για την Παλαιστίνη – ο σιωνισμός κερδίζει έδαφος, είναι κατανοητό. Γιατί όμως για τη Γαλλία, όπου οι περισσότεροι δεν έχουν καν πατήσει πριν; Είναι η Γαλλία μια πατρίδα για τους Εβραίους;

 

Εκγαλλισμός

Κι εδώ μπαίνω στο δεύτερο ζήτημα που συνδέεται με το πρώτο και μ’ ενδιαφέρει πολύ. Για να κατανοηθεί γιατί η Γαλλία ήταν προνομιακός προορισμός των Θεσσαλονικιών Εβραίων θα έπρεπε να ανατρέξουμε λίγο στην ιστορία του 19ου αιώνα. Ο εκγαλλισμός της κοινότητας της Θεσσαλονίκης μέσα από τα σχολεία της Mission Laique Française, ενός καθαρά γαλλικού σχολείου, όπου ήταν μαθητής ο Ρενέ Ασσαέλ, πατέρας της Μισέλ, και πολλά παιδιά εβραϊκών οικογενειών, και της Alliance Israélite Universelle (ΑΙU), ήταν πολύ σημαντικό φαινόμενο που διαφοροποίησε την πολιτισμική ταυτότητα των σεφαραδιτών της Θεσσαλονίκης. Εβραϊκός οργανισμός με έδρα του το Παρίσι, δημιούργημα των Γάλλων Εβραίων που ασπάζονται τον Διαφωτισμό ως ιδεολογία και κατά συνέπεια τη χειραφέτηση των Εβραίων ως πολιτική στάση, η AIU θα αρχίσει από το 1860 να παίζει τον σημαντικότατο εκπαιδευτικό ρόλο της στη λεκάνη της Μεσογείου, ανοίγοντας σχολεία σε όλες τις μεγάλες πόλεις, διότι παντού υπήρχαν κοινότητες. Το πρώτο σχολείο της Alliance στη Θεσσαλονίκη θα ανοίξει στις αρχές της δεκαετίας του 1870. Η επιρροή του όμως θα είναι ραγδαία. Ελκύοντας τα παιδιά των μεσαίων κυρίως στρωμάτων, θα τους δώσει γαλλική κουλτούρα, που γρήγορα θα κάνει την ισπανόφωνη, την οποία ως σεφαραδίτες κουβαλούσαν μαζί τους από την έξωση από την Ισπανία (1492), να ξεθωριάσει. Αλλά και παιδιά μη εύπορων οικογενειών μπορούν να φοιτήσουν στα σχολεία της AIU, καθώς αυτά έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν κοινωνική πολιτική.

Μέσα σε λίγα χρόνια, ένα νέο πολιτισμικό φαινόμενο έχει πάρει μορφή: στους κύκλους των πιο μορφωμένων σεφαραδιτών, ένα νέο στρώμα κουλτούρας έρχεται να εγγραφεί και να επικαθίσει πάνω στο προηγούμενο, αυτό της γαλλοφωνίας. Gallomanie galopante, καλπάζουσα γαλλομανία την είχε χαρακτηρίσει ο γλωσσολόγος Χαΐμ Βιντάλ Σεφιχά.  Μια πολιτισμική συνέχεια μακράς διάρκειας, δεμένη με την ισπανική καταγωγή αυτού του πληθυσμού, υφίσταται ρήξη: η συλλογική ταυτότητα των ανώτερων στρωμάτων της κοινότητας διαφοροποιείται. Τα ισπανοεβραϊκά παραμερίζονται, λοιπόν, σταδιακά, από τα μεσαία και τα ανώτερα στρώματα των σεφαραδιτών της Θεσσαλονίκης (κυρίως από τη νέα γενιά) παραχωρώντας τη θέση τους στα γαλλικά, ως γλώσσα δημόσιων συναναστροφών, ως langue de culture αλλά κυρίως ως στοιχείο νεωτερικότητας. Τα γαλλικά γίνονται μια γλώσσα μεγάλης μερίδας των σεφαραδιτών και ισχυρό στοιχείο της ταυτότητάς τους, γίνονται η βασιλική οδός για να ανοίξει ο δρόμος προς τη Γαλλία.

Μαζί με τη γλώσσα, υιοθετούνται και φιλελεύθερες νοοτροπίες, όπως η εκπαίδευση των γυναικών ή η απομάκρυνση από τη θρησκεία, αλλά και νέοι τρόποι ζωής, ένδυσης, ψυχαγωγίας δυτικού τύπου. Μια πολύ σημαντική πολιτισμική διαφοροποίηση επιτελείται στην ταυτότητα αυτού του μέρους των Σαλονικιών Εβραίων. Από το 1920, τα σχολεία αυτά αναγνωρίζονται από το ελληνικό κράτος, με μόνο όρο την προσαρμογή των προγραμμάτων τους σε ορισμένα μαθήματα που πρέπει να γίνονται ελληνικά. Έτσι ξεκινά παράλληλα και ο εξελληνισμός μιας νεότερης γενιάς που θα ολοκληρωθεί απολύτως με την πρώτη μεταπολεμική γενιά, εις βάρος των ισπανοεβραϊκών που δεν θα μιληθούν πια από τους νέους. 

Στους λόγους που τους έκαναν να πάρουν τη δύσκολη απόφαση της εγκατάλειψης της Θεσσαλονίκης, ενός γενέθλιου τόπου που αγάπησαν ιδιαίτερα, μιας αληθινής «πατρίδας», με την οποία ταυτίστηκαν και της οποίας την ιστορία σημάδεψαν από τον 15ο ώς τον 20ό αιώνα, έπαιξε ρόλο η δύσκολη οικονομική κατάσταση της δεκαετίας του 1930 αλλά και ένας περιρρέων αντισημιτισμός. Το πογκρόμ του Κάμπελ, στις 29 Ιουνίου 1931, όπως ονομάστηκε ο εμπρησμός και οι βιαιότητες στον συνοικισμό των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί μετά την πυρκαγιά του 1917, είναι ένα από τα εμβληματικότερα γεγονότα αυτής της περιόδου κατά την οποία εντείνονται στην κοινωνία τα αρνητικά αισθήματα προς τους «Άλλους» σ’ ένα κλίμα εθνικιστικό. Και οι Εβραίοι είναι οι κατεξοχήν «Άλλοι», ακόμη και (ή μάλλον κυρίως!) στη Μάδρε δε Ισραέλ, ή την Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων, όπως ονομαζόταν ώς τότε η Θεσσαλονίκη. Εξάλλου, οι μουσουλμάνοι έχουν ήδη αποχωρήσει με την ανταλλαγή.      

Η Γαλλία, λοιπόν, χώρα των ανθρώπινων δικαιωμάτων και πρώτη χώρα που έκανε τους Εβραίους της ισότιμους πολίτες, φαντάζει ο ιδανικός προορισμός. Τα γαλλικά έφερναν μαζί τους «τον αέρα ενός ανοίγματος σε έναν πιο ελεύθερο κόσμο, έναν κόσμο ανεκτικότητας και προόδου», γράφει η Μισέλ (σ. 44). Και πράγματι, αυτό υπήρξε για πολλούς η Γαλλία, όχι όμως για όσους άρπαξε εκεί ο ναζιστικός διωγμός.

Δεν υπήρχε η παραμικρή υποψία για τη συνέχεια. Η ιστορία της εβραϊκής διασποράς είναι γεμάτη από τέτοιες ειρωνείες: η μία επιλογή μπορεί να αποδειχθεί ολέθρια, η άλλη όχι. Τα γυρίσματα της ιστορίας είναι απρόβλεπτα. Αν οι 10.000 περίπου φτωχοί χειρώνακτες Εβραίοι που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Εβραίων της Παλαιστίνης και μετανάστευσαν εκεί σώθηκαν από τον ναζιστικό διωγμό, δεν συνέβη το ίδιο και με όσους επέλεξαν τη Γαλλία για προορισμό τους. Εγκαταλείπουν μια Θεσσαλονίκη με εχθρικό κλίμα για τη φιλική Γαλλία, αλλά αντιμετωπίζουν αρχές της δεκαετίας του 1940 τον ναζιστικό διωγμό. Και δυστυχώς η Γαλλία όχι μόνο δεν θα τους προστατέψει, αν και 16.000 ξένοι Εβραίοι είχαν εθελοντικά καταταγεί στον γαλλικό στρατό στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά είναι οι πρώτοι Εβραίοι που θα «παραδώσει», μαζί με όσους είχαν καταφύγει από άλλες χώρες και δεν ήσαν γάλλοι πολίτες (πάρα πολλοί Πολωνοεβραίοι μεταξύ αυτών). Ξένοι λοιπόν, άρα πιο ευάλωτοι, αντιμετώπισαν από τους πρώτους τη σύλληψη και την εκτόπιση στα ναζιστικά στρατόπεδα. Η μεγάλη rafle του Χειμερινού Ποδηλατοδρόμιου (μαζική σύλληψη) του Ιουλίου του 1942 με 13.152 άτομα αφορά τους λεγόμενους «Juifs apatrides» (απάτριδες Εβραίους).            

Οι Σαλονικιοί Εβραίοι της Γαλλίας που δολοφονήθηκαν έμεναν έξω και από την ιστορία των Ελληνοεβραίων (αφού μιλάμε πάντα για την εντός Ελλάδος εκτόπιση και διωγμό) αλλά και των Γαλλοεβραίων, αφού δεν ήσαν ακόμη Γάλλοι. Καμιά φορά λησμονούμε πόσο εθνοκεντρικές είναι οι οπτικές μας ακόμη κι όταν μελετούμε μια κατεξοχήν διεθνή ιστορία όπως την εκτόπιση των Εβραίων από τους ναζί. Και βέβαια, στην κάθε χώρα υπάρχει ενδιαφέρον για τη διαπλοκή της εκτόπισης με την τοπική ιστορία και το βάρος πέφτει σ’ αυτό. Αόρατοι λοιπόν οι σεφαραδίτες Θεσσαλονικείς μας, που δεν είχαν προλάβει να γίνουν Γάλλοι, αν και ζούσαν σε γαλλικό έδαφος, Έλληνες στα χαρτιά, δεν είχαν προσεχθεί. Σ’ αυτό έγκειται η προσφορά της σημαντικής μελέτης του Γιάννη Καρατζόγλου για τον Αφανισμό των Θεσσαλονικέων Εβραίων της Γαλλίας (εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014). Στους 47.000 περίπου Θεσσαλονικείς Εβραίους μπορούμε να προσθέτουμε τους 6.766 που εκτοπίστηκαν τον Νοέμβριο του 1942 από τη Γαλλία και από τους οποίους επέστρεψαν 95 άτομα το 1945. Έτσι οι αφανισμένοι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης φτάνουν τις 53.000. Όσοι περίπου του Βερολίνου (55.000).

 

Η οικογένεια Ασσαέλ

Και τέλος, δυο λόγια για την οικογενειακή ιστορία των Ασσαέλ. Ο πατέρας της Μισέλ μεταναστεύει ως παιδί το 1929 με την οικογένειά του στο Παρίσι. Η πτώχευση τούς ρίχνει σε ακραία φτώχεια, οδυνηρότατη για μια διαπρεπή οικογένεια, όπως οι Ασσαέλ. Ο παππούς της, Jacob Michel Assael, με το εβραϊκό και το γαλλικό του ήδη μικρό όνομα, είναι διευθυντής Τράπεζας και ιδρυτής του ορφανοτροφείου Mair Aboav. Ο ίδιος έχει τουλάχιστον την τύχη να πεθάνει τον Μάρτιο του 1940, λίγους μήνες πριν από την είσοδο των Γερμανών στο Παρίσι και την étrange défaite (παράξενη ήττα) κατά την έκφραση του ιστορικού Μαρκ Μπλόχ,  και τρία χρόνια πριν από την εκτόπιση και τον αφανισμό των συντοπιτών του από τη Θεσσαλονίκη.

Ο νεαρός Ρενέ είναι ο ήρωας της παιδικής ηλικίας της Μισέλ και της αδελφής της Ζοέλ. Τους διηγείται τις απίστευτες περιπέτειές του στα υπερπόντια ταξίδια του ως εμπορικός αντιπρόσωπος στα νιάτα του: 

Ο Ρ. Α.,  ο πατέρας μου, είναι ο Ιντιάνα Τζόουνς των παιδικών μας χρόνων, ο πρώτος μας Τεντέν, ο πρώτος μας Οδυσσέας. (σ. 19)

Η γέννησή του το 1912 συμπίπτει με την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη κι η νεαρή μητέρα του θα δει τον πρώτο εύζωνα από το παράθυρο. Από την ταραχή της θα πέσει από τη σκάλα και θα γεννήσει πρόωρα στο σπίτι της οδού Ευζώνων. Έτσι τουλάχιστον διασώθηκε η ιστορία στο οικογενειακό μυθιστόρημα. Κι οι εύζωνες έχουν μια συμβολική θέση σ’  αυτό, όπως και στο εξώφυλλο του βιβλίου. Ο Ρενέ έχει γίνει Γάλλος, και ως Γάλλος θα υπηρετήσει στις γαλλικές δυνάμεις στην Αφρική, αφού κρυφτεί στην Τουλούζη και κατορθώσει να φτάσει στο Μαρόκο. Δεν θα μιλήσω για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, για τα οποία θα διαβάσει ο αναγνώστης στο βιβλίο.

 

Η μεταβίβαση της μνήμης

Θα θίξω όμως ένα τελευταίο ζήτημα που βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντός μου κι έχει να κάνει με τη μεταβίβαση της ταυτότητας και την αίσθηση του ανήκειν. Εξάλλου μ’ ενδιαφέρει ιδιαίτερα η πολιτισμική ιστορία των Εβραίων της διασποράς, και ειδικά των σεφαραδιτών.

Ο Ρενέ θα παντρευτεί, εντός εβραϊκής θρησκείας μεν αλλά όχι σεφαραδίτισσα. Η μητέρα –δεν αναφέρεται πουθενά το όνομά της– είναι γεννημένη στο Παρίσι αλλά οι δικοί της έχουν έρθει από τη Βίλνα, το σημερινό Βίλνιους, πρωτεύουσα της Λιθουανίας. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, αυτός τότε εθεωρείτο μεικτός γάμος και δεν ήσαν συχνοί αυτοί οι γάμοι ανάμεσα σε ανθρώπους των δύο πολιτισμικών παραδόσεων. Η Μισέλ είναι κληρονόμος της μίας μόνο παράδοσης, αυτής του πατέρα, που επικράτησε στην οικογένεια. Όταν τη ρώτησα σχετικά μου είπε πως η άλλη ιστορία έμενε στη σιωπή, ήταν μια σκοτεινή ιστορία. Γράφει:

«Ήμασταν από τη Θεσσαλονίκη» κι αυτό ήταν όλο (κι όχι από τη Βίλνα, που για λόγους σκοτεινούς ήταν σχεδόν ξεχασμένη). Από τη Θεσσαλονίκη λοιπόν, από μια πόλη που τρώγανε χαλβά, φιλίκας, νεραντζίκας, σφουγγάτο, καθώς και κυδωνόπαστο και πάστα βερύκοκου, που μας έφερνε στο σπίτι η θεία Ντόρα. (σ. 25)   

Ήταν δηλαδή από έναν χαμένο παράδεισο. Πώς να μη σκεφτώ και την εξιδανικευμένη Κέρκυρα του Αλμπέρ Κοέν και των Γενναίων του; Εξάλλου, κι η δική του οικογένεια φεύγει το 1905 για τη Μασσαλία. Πέντε χρονών ο Αλμπέρ μόνο, κι η νοσταλγία έμεινε μέσα του και φυσικά καλλιεργήθηκε. H νοσταλγία πέρασε και στη γενιά που δεν είχε γεννηθεί εκεί. Αυτό είναι και το οδηγητικό νήμα που συνέχει τα θραύσματα αυτά μνήμης που παρουσιάζονται στα κείμενα του βιβλίου.

Έτσι αρχίζει όλη η φαντασιακή σχέση της Μισέλ με την προπολεμική Θεσσαλονίκη, η αναζήτηση του χαμένου γενέθλιου τόπου του πατέρα, που θα την οδηγήσει στη σχέση της με τη Θεσσαλονίκη του σήμερα.

Η δική της «μαντλέν» σ’ αυτή την αναζήτηση δεν ήταν γευστική αλλά οπτική: η φωτογραφία του μικρού ξαδέλφου Ζαν έπαιξε αυτόν τον ρόλο. Το κεφάλαιο αυτό (κεφ. 6), με τίτλο «Το παιδί του κήπου του Λουξεμβούργου ή Το παιδί με τη στολή», που είχε πρωτοδημοσιευτεί ως αυτόνομη νουβέλα το 2000 στο περιοδικό Το Δέντρο, είναι ιδιαίτερα συγκινητικό. Ο μικρός Ζαν Αρνού, γιος της θείας της Ντόρας Μπενουζίλιο και του γάλλου στρατιώτη Αρνού, που τη γνώρισε στη Θεσσαλονίκη και την έφερε μαζί του στη Γαλλία, φωτογραφήθηκε μικρός με τη στολή του εύζωνα. Η φωτογραφία αυτή κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου ως ένα συνδετικό νήμα με την ελληνική καταγωγή του μικρού. Η τύχη θέλησε ο νεαρός Ζαν να είναι ο τελευταίος στρατιώτης που πέθανε για τη Γαλλία, στον κήπο του Λουξεμβούργου, την ημέρα της απελευθέρωσης του Παρισιού. Τη στολή όμως δεν την είχε φορέσει μόνο ο μικρός Ζαν, αλλά όλα αυτά τα παιδάκια που τα συνοδεύει μια αύρα ελληνικότητας:

Ντυμένοι με την ίδια στολή, θα κάνουν παρέα με τα παιδιά της Λουσί, τα ξαδέλφια τους. Κι όλοι αυτοί οι τετράχρονοι στρατιώτες, κάτοικοι του Ος, της Βρέστης ή του Παρισιού, θα φορούν με τον τρόπο του ο καθένας το ενθύμιο από τη γενέτειρα πόλη της μητέρας τους. (σ. 38)

                                       

Αντίο Θεσσαλονίκη

Στο πρώτο της ταξίδι, το 1982, στην πόλη των φαντασμάτων του Μαζάουερ, η Μισέλ Βερνάν λέει: 

Στη Θεσσαλονίκη δεν είδα τίποτε. Μόνο ένα πάρκινγκ στην πλατεία Ελευθερίας, μόνο μια συναγωγή (κλειστή εκείνη την ημέρα) και παντού τα σημάδια της λήθης. Φάγαμε στην παλαιά λεγόμενη τουρκική συνοικία, εκεί τουλάχιστον μπορούσαμε να νιώθουμε ξένοι χωρίς οδύνη. (σ. 28)

Από την πρώτη επίσκεψη το 1982 σε μια πόλη δίχως ίχνη του εβραϊκού της παρελθόντος ως εκείνην του 2019, βαδίζοντας στην πορεία μνήμης με 2.000 περίπου Θεσσαλονικείς, διανύθηκε μακρά διαδρομή: η διαδρομή ανάδυσης της μνήμης της Shoah που στην Ελλάδα υπήρξε και όψιμη και δύσκολη.[4]

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον πώς εισπράχθηκε αυτό από κάποιον που δεν είχε ζήσει στην πόλη, που γεννήθηκε αλλού, αλλά στον οποίο μεταβιβάστηκε η αίσθηση του «χαμένου παραδείσου» που υπήρξε προπολεμικά για τους Εβραίους η δική τους Σαλονίκη.

Σε άλλη ευκαιρία, έχω προσεγγίσει το πώς μέσα στην κουλτούρα της διασποράς και της εξορίας οι σεφαραδίτες καλλιεργούν ως κεντρικό στοιχείο τη νοσταλγία.[5] Αν αυτή η νοσταλγία τους πρώτους αιώνες αφορούσε τη Sefarad, την ίδια την Ισπανία, και μάλιστα τον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής του καθενός, το Τολέδο, τη Σεβίλλη, την Κόρντοβα, τον 20ό αιώνα η νοσταλγία μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη από τους ξενιτεμένους της. Αυτή έγινε ο προηγούμενος χαμένος παράδεισος. Ένα κείμενο αναφέρεται διεισδυτικά σ’ αυτό το ζήτημα, το Γράμμα στον Αντόνιο Σάουρα, τον σκηνοθέτη αδελφό του, που απευθύνει ο Μαρσέλ Κοέν γράφοντας ισπανοεβραϊκά.[6] 

Γι’ αυτό και το κλειδί είναι τόσο κεντρικό στη μυθολογία τους, το μεγάλο, σιδερένιο κλειδί του παλιού σπιτιού στην Iσπανία, που περνά από γενιά σε γενιά. Περιέργως, η απόλυτη αποσιώπηση της ασκενάζι καταγωγής της μητέρας της οικογένειας, που προφανώς συνδέεται με απόλυτα τραυματικές μνήμες οι οποίες δεν επιθυμεί η οικογένεια να μεταβιβαστούν στα παιδιά, μου έφερε στο νου ένα λογοτεχνικό απόσπασμα, διαβασμένο πολλά χρόνια πριν. Μ’ αυτό θα κλείσω.  Πρόκειται για ένα  παράθεμα από το βιβλίο του  Χόρχε Σεμπρούν, 20 χρόνια και μια μέρα (Εξάντας, 2005, μτφρ. από τα ισπανικά Μελίνα Παναγιωτίδου). Γράφει ο Σεμπρούν γι’ αυτό το ισχυρό στοιχείο ταυτότητας των σεφαραδιτών, το κλειδί του σπιτιού στην Ισπανία, καθώς κόβει βόλτες με το φίλο του, Μάικλ Λάιντσον:

Πρώτα στην Τυνησία, μετά στο Κάιρο και τέλος στη Θεσσαλονίκη, το κλειδί του σπιτιού του Τολέδο αποτελούσε το βασικό στολίδι των οικογενειακών σαλονιών διαμέσου των αιώνων. […] Το 1922 στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας η Ρασέλ Λεβή Τολεδάνο παντρεύτηκε τον Ίλια Λάιντσον και τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε ο Μάικλ.

Οι Λάιντσον δεν κατάγονταν από το Τολέδο, αλλά από τη Ρίγα που δεν συγκρίνεται φυσικά. Όταν το 1918 οι μπολσεβίκοι διέλυσαν τη συντακτική συνέλευση του Πέτρογκραντ, […] η οικογένεια αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Αμερική. Αλλά έφυγε χωρίς το κλειδί του σπιτιού τής Ρίγα. Ίσως επειδή κανένας από τους Λάιντσον δεν σκόπευε να επιστρέψει ποτέ στη Ρίγα. Ίσως επειδή εκείνο το σπίτι δεν διέθετε ένα κλειδί άξιο να εκτεθεί, μυσταγωγικά, στα σαλόνια της εξορίας και του ονειροπολήματος. Ίσως επειδή η Ρίγα, όσο ωραία και να ήταν, υπαινισσόταν η Ρασέλ Τολεδάνο, αποκλείεται να παράβγαινε σε ομορφιά με το Τολέδο της Σεφαράδ.

Ή με τη Θεσσαλονίκη…

 

[1] Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας μου για την παρουσίαση του βιβλίου της Μισέλ Βερνάν στο βιβλιοπωλείο “Επί λέξει” τη Δευτέρα 13 Μαρτίου 2023 (η εκδήλωση υπάρχει και στο ΥouΤube). Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης η κοινωνική ανθρωπολόγος Αίγλη Μπρούσκου και η ίδια η συγγραφέας.   

[2] Stanislas Tomkiewicz, Η κλεμμένη εφηβεία, πρόλογος Michèle Veranant, μτφρ. Γ. Αμπατζόγλου, επιμ. ελλ. έκδ. Γρηγόρης Αμπατζόγλου - Δημήτρης Πλουμπίδης, εκδ. Studio University Press, Θεσσαλονίκη 2012.

[3] Edgar Morin, Ο Βιντάλ και οι δικοί του. Από τη Θεσσαλονίκη στο Παρίσι, επιμ.- εισαγ. Αλέξανδρος Δάγκας, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2011.

[4] . Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ανάδυση μαις δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2013.

[5] Βλ. Ο. Βαρών-Βασάρ, «Συγκρότηση και μεταμορφώσεις μιας πολιτισμικής ταυτότητας της εβραϊκής διασποράς. Οι Σεφαραδίτες της Θεσσαλονίκης», στον τόμο Οι Εβραίοι της Ελλάδας (επιμ. Γ. Αντωνίου - Ε. Χεκίμογλου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2022, σ. 121-144).

[6] Μαρσέλ Κοέν, Γράμμα στον Αντόνιο Σάουρα, δίγλωσση έκδ., μτφρ. από τα ισπανοεβραϊκά Σάμης Ταμπώχ, εκδ. Νησίδες, Σκόπελος 1997.

Οντέτ Βαρών-Βασάρ

Iστορικός που ασχολείται ερευνητικά με τη δεκαετία του 1940, συγγραφέας των βιβλίων Ελληνικός νεανικός τύπος, Καταγραφή 1941-1945 (1987), Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και στην Αντίσταση (2009) και Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων (2013). Διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και κάνει ένα Σεμινάριο σχετικό με τη γενοκτονία των Εβραίων, τη μνήμη της και τις αναπαραστάσεις της  στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.