Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της δραστηριότητας θα είναι ότι: συνιστά αυτοσκοπόν εκτός πρακτικού αποτελέσματος, διαθέτει κανόνες αλλα και φαντασία, διακρίνεται απο απουσία ουσιώδους κινδύνου, και συνιστά βίωση ευθυμικών εμπειριών.
Σημειώνεται, τέλος, οτι οι δραστηριότητες Παιγνίου μπορεί να είναι σωματικές ή διανοητικές (γνωσιακής, ηθικής ή αισθητικής κατηγορίας). Οι σχετικές εμπειρίες τώρα, μπορεί να έχουν ποικίλες (αθέλητες συνήθως) συνέπειες στον Παίκτη: Πρώτον, ευδοκίμηση των σωματικών ή των διανοητικών ικανοτήτων, κυρίως όμως αυτοεπιβεβαίωση της υπόστασής-του με βαθύτερη αυτοσυνειδησία και μέσω πρόσθετου συσχετισμού-του με το κοινωνικό ή το φυσικό περιβάλλον. Και μάλιστα, όλα αυτά, πολύ ευκολότερα απ’ ό,τι θα γίνονταν μέσα στο πλαίσιο της «πραγματικής» Ζωής, διοτι στο πλαίσιο του Παιγνίου (εξ ορισμού) δέν διατρέχομε ουσιώδη κίνδυνο… Αυτή φαίνεται να είναι και η έλξη την οποία ασκεί το παιχνίδι σε πλήθος ανθρώπων: Δίνει τη δυνατότητα ενος «παράλληλου βίου» (κατα παραγγελίαν) για την ικανοποίηση διαφόρων ανθρωπικών αναγκών (σωματικών και διανοητικών), χωρίς τους κινδύνους της πραγματικής ζωής. Αυτές ακριβώς οι συνθήκες συνιστούν εναν νέον αναπάντεχο χώρο Ελευθερίας, που δημιουργείται με τη φαντασία. Γι’ αυτό ακριβώς, όσοι «παίκτες» είναι μυημένοι σ’ αυτήν την οιονεί κρυφή πραγματικότητα, όσοι δηλαδή συνειδητοποιούν τις δυνατότητες αυτού του νέου «χώρου Ελευθερίας», μπαίνουν μέσα σε ποικίλα παίγνια και απολαμβάνουν άμεσες ικανοποιήσεις, αποκτούν εμπειρίες, και επιτυγχάνουν εν χρόνω βελτιώσεις και επιβεβαιώσεις Εαυτών. Ιδού γιατί το Παίγνιον είναι πολύτιμη συνιστώσα του βίου!
Τέλος, εδώ έχει τη θέση-της μια ουσιώδης σημείωση. Σε όσα προηγήθηκαν, δέν επηρεασθήκαμε απο δήθεν «στεγανά» ανάμεσα σε δραστηριότητες της «συνήθους» ζωής και σε δραστηριότητες παιγνίου. Αντιθέτως, διαπιστώνουμε οτι το Παίγνιον, εκτός απ’ τις σαφείς ιδιοτυπίες του, έχει και τόπους κοινούς με τη «συνήθη ζωή». Κι η διαπίστωση αυτή μας προφυλάσσει απ’ την τάση να βαφτίζομε «παιχνίδι» ορισμένες δράσεις της συνήθους ζωής, επειδή συμβαίνει να έχουν κάτι κοινό με το παίγνιο.

Ταμπλό παιχνιδιού Senet από την αρχαία Αίγυπτο, με ξεχωριστό συρόμενο συρτάρι και με επιγραφή για τον Αμενχοτέπ Γ΄, περ. 1390-1353 π.Χ. Φαγεντιανή γυαλισμένη, 5,5 × 7,7 × 21 εκ.
Brooklyn Museum / Charles Edwin Wilbour Fund - 49.56a-b
- «Καθ’ υπερβολήν» και «εν κυριολεξία» χρήσεις
Πρέπει πάντως αμέσως να παρατηρηθεί ότι, στον καθημερινό λόγο (και σε μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας), οι όροι «παίζω / παιχνίδι» χρησιμοποιούνται καταχρηστικώς για πάμπολλες δράσεις οι οποίες όμως, όταν τις εξετάσεις καλύτερα, δέν δικαιούνται ίσως αυτών των χαρακτηρισμών. Το φαινόμενον αυτό είναι νομίζω ευεξήγητο: είναι τόσα πολλά τα διακριτά χαρακτηριστικά του Παιγνίου (τουλάχιστον επτά[2]) ώστε, ενας μεγάλος αριθμός ανθρωπίνων δράσεων ενδέχεται να διαθέτουν κάμποσα απ’ αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά. Οπότε, αυτές οι δράσεις μπορεί να βαφτίζονται καθ’ υπερβολήν «παιχνίδια» – ουχί όμως εξ ανάγκης. Η εξέταση μερικών απ’ αυτές τις «καθ’ υπερβολήν (αλλά κι απ’ τις «εν κυριολεξία») χρήσεις των όρων «παίζω / παιχνίδι», συνιστά και μια δοκιμασία ισχύος του ορισμού τον οποίον αποπειραθήκαμε να συστήσομε στην προηγούμενη παράγραφο.
α) Ας αρχίσομε απο εκφράσεις του καθημερινού λόγου:
- «Ύποπτα» παιχνίδια
- Παιχνίδι εξουσίας
- Εμπαιγμός
- Εξαπάτηση
- Εύκολο πραματάκι
- Παίζει (αντί για «λειτουργεί» μια συσκευή)
- Παιχνίδι εκδίκησης (αντί για συνωμοσία)
- Το «παίζω», ως «διακινδυνεύω»
- «Παίζω, δέν σοβαρολογώ»
- «Παίζω» στο Χρηματιστήριο[3]
- «Παίζω» χρηματικά ποσά σε «τυχερά παιχνίδια»
Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, είναι εμφανής η μερική μόνον ισχύς των χαρακτηριστικών ενος πλήρους Παιγνίου.
β) Υπάρχει όμως και μια άλλη πολύ σοβαρή κατηγορία (φιλοσοφικής προθέσεως) χρήσεων του όρου «παιχνίδι», όπως «παιχνίδι της Τέχνης» ή «παιχνίδι της ζωής». Οι χρήσεις αυτές απαιτούν εναν λεπτομερέστερον σχολιασμό. Έχω λοιπόν την εντύπωση ότι γύρω απ’ τον όρο «παιχνίδι» υφέρπει μια εκ πρώτης όψεως παράδοξη ερωτοτροπία προς την πολυσημία. Σε τέτοιαν έκταση ενίοτε, που στον μέν καθημερινό λόγο να χάνομε σε κυριολεξία, στον δέ φιλοσοφικό λόγο να ενθαρρύνεται ενίοτε η ανάπτυξη παράδοξων θεωριών «παιγνιοκρατίας», για οποιαδήποτε: διαποίκιλση, χαρίεσσα δράση, περιπλοκότητα ή φαντασιώδη ενέργεια. Όλα τούτα μετέχουν βέβαια ιδιοτήτων του παιγνίου – αλλα ΔΕΝ είναι κατ’ ανάγκην παίγνια. Ορισμένες θεωρίες παιγνιοκρατίας μάλιστα έφθασαν μέχρι του σημείου να θεωρούν ως «παιχνίδι καθαρό», με την αληθινή έννοια, […] τις ιεροτελεστίες […] που χρησιμεύουν να εξασφαλίσουν την ευημερία του κόσμου». Ενώ δηλαδή ομολογείται ευθέως το πρακτικό κίνητρο της Αυτοσυντήρησης – υποστηρίζεται παρα ταύτα οτι πρόκειται περι «παιγνίου», αμελώντας τελείως το γεγονός οτι οι ιεροτελεστίες αυτές στερούνται ενός απ’ τα θεμελιώδη γνωρίσματα του παιγνίου που είναι ενας εκτός πράξεως αυτοσκοπός.
Θα μου συγχωρηθεί να εντάξω στην ίδια κατηγορία και την έκφραση του (κατα τα άλλα τόσον σοβαρού Πλάτωνος) [Νόμοι Ζ΄, 803c]: «ἄνθρωπος δὲ […] θεοῦ τι παίγνιον εἶναι μεμηχανευμένον» (Ο δέ άνθρωπος είναι επινοημένος να είναι παιχνιδάκι του θεού). Αυτό το εμφανώς ποιητικό ρητόν, δέν διαθέτει βέβαια ουσιώδη φιλοσοφικήν αξία. Αλλα, κι όταν ο Πλάτων θα θεωρήσει τον Άνθρωπο ως «παίκτην» (ό.π. § 803e), πάλι βρίσκεται εκτός κυριολεξίας: «τίς οὖν ὀρθότης; παίζοντά ἐστιν διαβιωτέον τινὰς δὴ παιδιάς, θύοντα […], ὥστε τοὺς μὲν θεοὺς ἵλεως αὑτῷ παρασκευάζειν δυνατὸν εἶναι» (Τί είναι πράγματι σωστό; Πρέπει να ζεί κανεις τον βίο-του παίζοντας παιχνίδια προσφέροντας θυσίες […] ώστε να μπορέσει να εξευμενίσει τους θεούς). Διότι, αφού οι θυσίες έχουν τον ξεκάθαρο πρακτικό σκοπό να εξευμενίσουν τους θεούς, ΔΕΝ συνιστούν αυτοσκοπόν παιγνίου, αλλα αγωνιώδη δράση Αυτοσυντηρησίας (στο κέντρο βάρους της πραγματικής ζωής δηλαδή). Άρα, με τίποτε οι θυσίες δέν μπορούν να είναι… παιχνίδι.
Υποστηρίζω λοιπόν οτι ούτε τότε ούτε τώρα αυτές οι λογοτεχνικές καταχρήσεις του όρου «παιχνίδι» βοηθούν στην κατανόηση αυτού του σπουδαίου ενεργήματος του βίου που είναι το Παίγνιον.
γ) Ειδικότερα στην περίπτωση «τυχερών παιχνιδιών» με διακινδύνευση ουσιαστικών οικονομικών στοιχείων, η χρήση του όρου «παίζω» δύσκολα κυριολεκτεί. Πρώτον, διότι αίρεται η βασική για το Παίγνιον προϋπόθεση μεγάλης ελευθερίας, δηλαδή η απουσία ουσιώδους κινδύνου. Και, δεύτερον, διότι άν μέν υπάρχουν συμπαίχτες (στην περίπτωση λ.χ. «επι χρήμασιν» χαρτοπαιξίας), η υψηλή διακινδύνευση οδηγεί στην καλλιέργεια μίσους. Να δε πρόκειται περι «μηχανικού» τυχερού παιχνιδιού (λ.χ. τύπου καζίνου), οι τυφλές και πολύ μικρές πιθανότητες κέρδους ισοδυναμούν εδώ ουσιαστικώς με άγνοιαν των πραγματικών συνθηκών του Παιγνίου. Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα, η συμμετοχή σε οικονομικών συνεπειών διακυβεύματα[4], συνιστά μιαν ιδιότυπη δράση μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της πραγματικής Ζωής. Ωστόσο, η παλαιά αυτή χρήση του όρου «παίζω» για την περίπτωση τέτοιων «τυχερών», οφείλεται ενδεχομένως στην κατα φαντασίαν προ-βίωση ηδονής ενόψει πιθανολογούμενου κέρδους – στοιχείο όντως παιγνιώδες.
δ) Εξ άλλου, έχω δυσκολίες να δεχθώ την (πλαγίως ενίοτε προβαλλόμενη) άποψη οτι και κάθε παιδική δράση συνιστά «παιχνίδι»: Το παιδί συνεχίζει απ’ τη βρεφική-του εποχή (i) να δομεί το Εγώ-του, συσχετιζόμενο με τον αντικειμενικό Κόσμο και με τα Έμβια όντα, και (ii) να μεριμνά και για την Αυτοσυντήρησή του. Αυτές οι δράσεις του, είναι «κύριες υποστασιακές δράσεις» – δέν είναι «παράλληλες» δράσεις παιγνίου. Εν ονόματι λοιπόν της κυριολεξίας προτείνω να μήν ενδίδομε στις προκλήσεις απλών ομοιοτήτων.
ε) Συναφώς, θα είχε εδώ τη θέση-της κι άλλη μια σύσταση υπέρ της κυριολεξίας. Σ’ αυτήν υπάγεται και η περίπτωση της έκφρασης «το παιχνίδι κάνει» ετούτο ή εκείνο – ενώ μόνον οι παίκτες «κάνουν»: σέβονται απλώς τους κανόνες του Παιγνίου, το οποίο όμως δέν διαθέτει τάχα καμμιάν (οιονεί-ανιμιστική) δύναμη επιβολής της «θέλησής» του.
στ) Αντιθέτως, ο προσεγγιστικός ορισμός που παραθέσαμε καλύπτει και περιπτώσεις περίπλοκων δραστηριοτήτων, όπως λ.χ. οι ακόλουθες.
– Παιγνιοθεραπεία: Επιστημονικώς επιλεγμένα ή σχεδιασμένα παίγνια, μέσω των οποίων άτομα με ορισμένες παθήσεις βιώνουν καταστάσεις που βοηθούν στην έκ-φραση συναισθημάτων και τη συνειδητοποίηση διανοημάτων.
– Θεωρία Παιγνίων: Ορθολογική – μαθηματική αναζήτηση τρόπου δράσης, σε περίπτωση ανταγωνιστικών καταστάσεων, για την απόκτηση βέλτιστου αποτελέσματος.
ζ) Εκεί όμως όπου ο ορισμός έχει πλήρη ισχύ, είναι και οι ακόλουθες πολύ σημαντικές περιπτώσεις.
– Τα ποικίλα αθλήματα (ατομικά και ομαδικά), όπου καί η διακινδύνευση είναι μηδενική έως μικρή, υπάρχει δέ μίμηση συνθηκών πραγματικής ζωής.
– Η υπόδυση ρόλου σ’ ενα θεατρικό έργο, είναι ίσως το λαμπρότερο παράδειγμα «ζωής υπο κλίμακα», όπου ο παίκτης έχει την ελευθερία (άνευ κινδύνου) να βιώσει εναν Άλλον – ενέργημα σπουδαίας υποστασιακής σημασίας.
Σπεύδω δέ να υπενθυμίσω ότι καί η συμπάσχουσα και ο συμπάσχων απ’ το θεατριζόμενο κοινό, συμμετέχουν εν πολλοίς στο θεατρικό Παίγνιον, αφού ψυχολογικώς ταυτίζονται ενμέρει με ορισμένους απ’ τους ήρωές του. Άρα και πάλιν βιώνουν Άλλον.
Της ίδιας κατηγορίας καθαρό Παίγνιον συνιστά και η απλή μεταμφίεσή-μου (με στολές ή προσωπίδες).
Στην ίδια γενική κατηγορία οιονεί-Παιγνίου μπορεί να υπαχθούν και ορισμένες μορφές αρχαίων μυστηρίων, στις οποίες ο μυούμενος υποδύεται εναν Ήρωα ή Ημίθεον – πραγματώνει δηλαδή μια «μέθεξη». Όχι όμως όλες οι μορφές μυστηρίων – όπως λ.χ. εκείνες οι οποίες συνιστούν λατρευτική επένδυση υπερβατικής εμπειρίες.
– Τέλος, σπουδαία περίπτωση «πλάγιας» χρήσης του όρου «παίζω» γίνεται με τα μουσικά όργανα και με τη μουσική γενικότερα. Αυτό όμως το σοβαρό θέμα προτιμώ να το ξαναδούμε χωριστά στην § 7.3.
- Παραδείγματα Παιγνίων
Άς έρθομε όμως τώρα σε μια λεπτομερέστερη παρουσίαση των επιμέρους περιστατικών που περιλαμβάνονται στον προσεγγιστικό-μας ορισμό.
α) Παραδείγματα παιγνιώδους χρήσης αντικειμένων παρατηρούνται σε πολλά ατομικά παιδικά παιχνίδια, όπως λ.χ.
– το γιογιό,
– η σβούρα,
– το κύλισμα του στεφανιού,
– οι κούκλες, και πολλά άλλα.
Τα δύο πρώτα παραπέμπουν ίσως σε αισθητικής κατηγορίας ικανοποίηση – ιδού μια σημαντική διείσδυση του Παιγνίου στη συνιστώσα της Ζωής που είναι η Τέχνη, προκειμένου να καλύψει ίσως μύχιες ανάγκες του παιδιού. Ενώ στα δύο δεύτερα διακρίνομε υπόμνηση οδήγησης τροχοφόρου ή μίμηση οικογενειακού βίου και υπόδυση ρόλων. Ήδη, αυτό το (μικρό, έστω) σύνολο παραδειγμάτων δείχνει μια μίμηση πραγματικής ζωής – ίσως δέ και μια «προπόνηση» γι’ αυτήν;
Τί γίνεται όμως με τον ορισμό-μας όταν έρθομε στην περίπτωση όπου κατα μόνας χρησιμοποιούμε όργανα, είτε για να «κάνουμε» μουσική, είτε για να εκτελέσομε μετρήσεις; Τότε, είναι τόσο έντονο το αισθητικό ή το γνωσιακό αποτέλεσμα της πράξεως, ώστε η χρήση αυτών των «αντικειμένων» να μή χρειάζεται να υπαχθεί στα Παίγνια – παρ’ όλη την έκφραση «παίζω μουσική». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, νομίζω οτι μετέχομε απευθείας στη Ζωή – όχι σε «παράστασή» της. Ωστόσο, στο θέμα των μουσικών οργάνων πρέπει να επανέλθομε.
β) Παρουσιάζονται επίσης ευκαιρίες για παιχνίδι, όταν χρησιμοποιούμε τις διανοητικές δυνάμεις (λογικές ή συναισθηματικές) του εαυτού μας, χωρίς την παραγωγή πρακτικού αποτελέσματος. Όταν παίζω μόνος-μου επιτραπέζια παιχνίδια[5] (π.χ. ντόμινο) ή όταν λύνω αινίγματα: διασκεδάζω (παίρνω μια ευχαρίστηση γιατι κυρίως «ξεχνιέμαι» – δηλαδή απελευθερώνομαι). Αλλα και νιώθω ικανοποίηση καί διότι βελτιώνω κάπως τις διανοητικές-μου ικανότητες, ενώ συμμετέχω σε μια «υπο κλίμακα» βίωση εμπειριών της ζωής – και επομένως ίσως και σε μιαν άσκηση κοινωνικοποίησης. Γεννιέται όμως το ερώτημα, πώς θα ονομάσομε τη διανοητική ευχαρίστηση απ’ την κατανόηση ενος φυσικού φαινομένου. Αυτήν, δέν μπορούμε πιά να την θεωρήσομε «παίγνιον»: Είναι τόσο έντονο το πρακτικό αποτέλεσμα αυτού του ενεργήματος, ώστε η ευχαρίστηση που νιώθουμε είναι μια βαθύτερη γνωσιακή-υποστασιακή χαρά – κάνομε πράξη της ίδιας Ζωής, δέν παίζομε. Την ίδια συζυγία θα συναντήσομε κι όταν ξεχνιόμαστε ξεφυλλίζοντας ενα βιβλίο με «διασκεδαστικά» τοπία αφενός – αλλα ξαφνικά βρεθούμε μπροστά σε μια σελίδα με ενα έργο Τέχνης και νιώσουμε μια βαθύτερη αισθητική χαρά: Παρά τη συγγένεια αντίστοιχων αισθημάτων, οφείλομε τότε να τα αντιδιαστείλομε μεταξύ τους. Γενικότερα, πάντως, θα μπορούσαμε να πούμε οτι πολλά παίγνια είναι μια υπο κλίμακα πρόγευση πραγματικής ζωής – αλλα με διαφορετική βεβαίως ποιότητα. Εδίστασα όμως να περιλάβω εδώ και τα λεγόμενα «παιγνιώδη» χαρακτηριστικά καλλιτεχνικών δράσεων ⸱ προτίμησα να τα εξετάσομε χωριστά στο τέλος του άρθρου.
Τέλος, την κατα μόνας αθλητική άσκηση μπορούμε όντως να την κατατάξομε στην κατηγορία του παιγνίου, διοτι αφενός την νιώθουμε ως ευχάριστον αυτοσκοπό (παρά το, μή-συνειδητοποιούμενο, μελλοντικό αποτέλεσμα της ωφέλειας της υγείας), αλλα και διότι προσφέρει και καθαυτήν τη χαρά του φυσικού μόχθου για τον οποίον είναι ικανός ο άνθρωπος.
γ) Η πλουσιότερη όμως κατηγορία παιγνίων εντάσσεται στην τρίτη περίπτωση, του εκτός πράξεως συν-αγωνισμού ή ανταγωνισμού με άλλους ανθρώπους. Άσχετο άν μια Συλλογικότητα μπορεί εκ των υστέρων να τα χρησιμοποιήσει ως άσκηση κοινωνικοποίησης[6] μέσω του παιγνίου.
- Παιδικά ομαδικά: Κρυφτό, κυνηγητό, ξυλίκι, λουρίδα, καβάλες, κ.ά., όπου ο ανταγωνισμός φυσικών ικανοτήτων είναι ήπιος, οι δέ κανόνες (η «σύμβαση» δηλαδή) αυστηροί. Κι ο πετροπόλεμος ακόμη θα μπορούσε να υπαχθεί εδώ, αφού (παρά την έλλειψη κοινής συμφωνίας) ο κίνδυνος είναι σχετικά μικρός.
- Του μυαλού: Σκάκι, τάβλι, απλά τυχερά, χαρτοπαιξία κ.ά. με συμβολικό μόνον οικονομικό τίμημα.
- Ομαδικός αθλητισμός: Εδώ, ο ανταγωνισμός σε σωματικό (ενίοτε δέ και διανοητικό) επίπεδο, φθάνει στην κορύφωσή του, ενώ αρκετά συχνά ένας κανόνας του παιχνιδιού, η «σύμβαση» περιορισμού της διακινδύνευσης, παραβιάζεται. Σ’ αυτά τα αθλήματα, η έμμεση ή άμεση εμπλοκή σωμάτων δημιουργεί συνθήκες παιγνίου πολύ πλησιέστερες προς εκείνες πραγματικής «μάχης», η οποία ωστόσο στον αθλητισμό ελπίζεται οτι απλώς χαλυβδώνει κι όχι τα καταστρέφει – άλλο άν καταστρέφει ενίοτε…
Εδώ όμως οφείλει να καταγραφεί ενα χαρακτηριστικό αυτής της κατηγορίας παιγνίων, το οποίο αντιβαίνει προς την «καθαρότητα» του ορισμού μας: Πολλές φορές, ο όρος του εκτός πράξεως αυτοσκοπού δέν ικανοποιείται. Αντιθέτως, πολλές φορές, σκοπός αυτού του ανταγωνισμού είναι ενα προσωπικό όφελος ⸱ είτε με την απόκτηση φήμης του νικητή, είτε με την είσπραξη χρηματικού «επάθλου». Απ’ αυτή λοιπόν την άποψη, ορθότερες θα ήσαν οι επονομασίες «Αγώνες» – κι όχι «Παιχνίδια». Η συνάντηση λ.χ. των δύο «προαιωνίων» επαγγελματικών ομάδων ποδοσφαίρου, μόνον ευχολογικώς θεωρείται παιχνίδι…
- Σύνθεση και δημιουργία
Τώρα, νομίζω, είμαστε καλύτερα σε θέση να κοιτάξομε το Παίγνιον απο δίπλα, και να εστιάσομε το ενδιαφέρον-μας στον «μηχανισμό» της λειτουργίας του. Δηλαδή στον εκτός πράξεως στόχο-του και στους κανόνες που τον διέπουν. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για δημιουργήματα[7] με μικρή ή μεγάλη πρωτοτυπία. Συνήθως έχουν μια απλώς ορθολογική δομή (όπως τα καθαρώς αριθμητικά παίγνια), ενίοτε όμως διακρίνονται κι απο μια καλλιτεχνική έμπνευση (όπως τα ομαδικά παιχνίδια τα συνοδευόμενα λ.χ. απο συγκεκριμένα τραγούδια). Επειδή όμως, όπως υπογραμμίσθηκε επανειλημμένως, το παίγνιον είναι ενας κατ’ εξοχήν χώρος Ελευθερίας, αναμένεται και ενας αυξημένος βαθμός αυτοσχεδιασμού των παικτών, έναντι των προτεθειμένων κανόνων του παιχνιδιού – τούτο δέ, συνιστά άλλο ένα χαρακτηριστικό του Παιγνίου.
Το ερώτημα τώρα είναι «ποιός» είναι ο δημιουργός του καθενός απ’ αυτό το μεγάλο πλήθος των παραδοσιακών παιχνιδιών – των παιδιών ή των ενηλίκων. Και ποιά είναι η ιστορία της διάδοσης (και των αντίστοιχων τροποποιήσεων) των παιχνιδιών αυτών. Ετούτο είναι ενα καρποφόρο πεδίο έρευνας και πολιτισμικής αυτογνωσίας – και λυπάμαι για τη σχετική βιβλιογραφική-μου ανεπάρκεια.
Έχει όμως αναγνωρισθεί και η περίπτωση παικτών που εφευρίσκουν οι ίδιοι ενα ατομικό παιχνίδι – αυθορμήτως κάποια στιγμή πρίν το «παίξουν»⸱ φαίνεται δέ οτι το ίδιο κάνουν κι όλα τα βρέφη άν τα αφήσεις μόνα τους.
- Τα παιχνίδια των ζώων
Εάν τώρα, στην εικόνα του θέματος που μας απασχολεί βάλομε και άλλα ζώα, εκτός απ’ τους ανθρώπους, θα αποκτήσομε νομίζω κι άλλον (πλάγιον, έστω) φωτισμόν.
α) Άς θυμηθούμε πρώτα συντόμως τον τρόπο με τον οποίον παίζουν διάφορα ζώα:
– Με αντικείμενα (κυρίως όταν αυτά κινούνται) διασκεδάζουν τα νεαρά ζώα, με μπάλες ή με κρεμασμένα κλαριά (ή και με την ουρά τους;). Δέν έχω υπόψιν-μου ειδικές μελέτες της σχετικής ψυχολογίας των ζώων μ’ αυτό το παιχνίδι, μπορεί όμως ίσως να εξετασθεί η αντίστοιχη για τα δικά-μας νήπια υπόθεση ερμηνείας ως αισθητική έκφραση ή και ως «προπόνηση» μελλοντικού κυνηγού[8], όπως καθ’ υπερβολήν ίσως λέγεται.
– Ερχόμαστε τώρα στον απίστευτο τρόπο με τον οποίον παλεύουν και δαγκώνονται μεταξύ-τους μικρά και μεγάλα ζώα. Λέω «απίστευτον» διότι, παρά την αγριότητα αυτών των παιχνιδιών, ουδέποτε κάνει κακό το ένα στο άλλο ζώο. Ο M. Bekoff απ’ το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο διατύπωσε την άποψη οτι αυτή η «σύμβαση αυτοπεριορισμού» ενος ζώου έναντι των ομοίων του συνιστά πράξη ηθικής κατηγορίας. Μ’ άλλα λόγια, η υποθετική ερμηνεία αυτού του παιχνιδιού ανάμεσα σε ζώα θα είναι είτε η αυτοεπιβεβαίωση μέσω ανταγωνιστικού συσχετισμού είτε έστω και προπόνηση πραγματικής ζωής – πάντως όμως χωρίς διακινδύνευση (όπως ήταν και μεταξύ των ανθρώπων στον αθλητισμό). Η αυτοεπιβεβαιωτική εκδοχή γίνεται πιθανότερη στην περίπτωση των πολύωρων καθημερινών παιχνιδιών μεταξύ δελφινιών – ίσως και εξαιτίας του ανεπτυγμένου εγκεφάλου των.
β) Τέλος, αναφερόμαστε στην περίπτωση παιχνιδιού ανθρώπου και ζώου. Δέν είμαι ενήμερος του τρόπου δήλωσης των προθέσεων του ανθρώπου προς το ζώο οτι θέλει να παίξουν· ίσως το ξεκινάει με απλές θωπείες, οι οποίες άλλως συνιστούν δήλωση αγαθών προθέσεων. Στην περίπτωση των σκύλων, όμως, η επιθυμία-τους για παιχνίδι δηλώνεται με ειδική στάση του σώματος: χαμήλωμα του πρόσθιου μέρους του σώματος, και ύψωση του πίσω («παίξε με»).
Πάντως, εκείνο που είναι θαυμαστό, είναι το γεγονός πως όταν παίζετε ζωηρά με τον γάτο ή με τον σκύλο-σας που σας δαγκώνει τα δάχτυλα, το ζώο κρατάει τα δόντια-του στην επιφάνεια της επιδερμίδας σας (με δοκιμαστική τρεμούλα μάλιστα των δοντιών, για να βεβαιώνεται οτι δέν βρίσκουν απαγορευτική αντίσταση). Πρόκειται, καί εδώ, για εναν ανταγωνισμό με «σύμβαση» μή-διακινδύνευσης.
β) Στο σημείο αυτό, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσομε και για εναν άλλο ανταγωνισμό ανθρώπου και ζώου, τον οποίον μερικοί ίσως θα ονόμαζαν «παιχνίδι»· πρόκειται για το σύγχρονο κυνήγι. Το οποίο στην αρχέγονη κατάσταση του γένους ήταν πράξη Αυτοσυντηρησίας (ισχυρότερης απ’ ό,τι είναι σήμερα η αλιεία).
Πάντως σήμερα δέν θα πεθάνεις άν δεν φάς πέρδικα… Σήμερα, το κυνήγι θα ήταν παίγνιον άν ηθελημένως συμμετείχαν άνθρωποι και ζώα – κάτι που προφανώς δέν συμβαίνει. Εκείνο που συμβαίνει είναι οργανωμένη δολοφονία – η οποία (το παραδέχομαι) μπορεί να είναι όντως διασκεδαστική για κάμποσους απο μάς, ενώ για άλλους μπορεί να είναι και αυτοεπιβεβαίωση μέσω βίαιης εξουσίας – μια αρρωστημένη μορφή υποστασιακής σχέσης, πολύ μικρής διάρκειας, φεύ.
- Ατομικές και κοινωνικές επιπτώσεις
Στο σημείο αυτό, έστω και περιληπτικά, οφείλομε ενα σχόλιο για τις κοινωνικές επιπτώσεις των ποικίλων Παιγνίων. Παρατηρείται λοιπόν ότι οι ευρύτατοι στόχοι των Παιγνίων πιθανώς θα έχουν και μικρές ή μεγάλες (ενίοτε αθέλητες απ’ το παίγνιον) συνέπειες στην Ομάδα, κατ’ αντιστοιχίαν προς τις επιρροές-των πάνω στους παίκτες-άτομα:
– Διασκέδαση → Συμβολή στην ψυχική υγεία των Πολιτών (αλλα και ενδεχόμενη ροπή ιδιώτευσης;)
– Βελτίωση γνώσεων → Αύξηση παραγωγικότητας (ίσως όμως και ενδεχόμενη μείωση ενδιαφέροντος για άλλους τομείς;)
– Καλλιτεχνική απόλαυση → Ισόρροπη ευδαιμονία πολιτών (αλλα, και πάλι, και ενδεχόμενη μείωση ενδιαφέροντος για άλλους τομείς;)
– Σωματική ανάπτυξη → Συμβολή στην υγεία των Πολιτών (αλλα και ενδεχόμενη ηθική στρέβλωση προς βιαιότητες;)
– Εθισμός στη συνεργασιμότητα / ανταγωνιστικότητα → ενθάρρυνση της κοινωνικοποίησης (αλλα και ενδεχόμενη ανάπτυξη κοινωνικής εχθρότητας;)
Δέν φαίνεται δέ να έχει απαντηθεί το ερώτημα «ποιό θα ήταν ενα βέλτιστο ποσοστό απόκτησης αγαθών συνεπειών μέσω Παιγνίου ή απευθείας μέσω αντίστοιχων εμπειριών εκ συμμετοχής στην πραγματική Ζωή, μέσω αντίστοιχου αντικειμένου δράσεων στο πλαίσιο της πραγματικής ζωής. Όταν πάντως θα τεθεί ενας τέτοιος σκοπός κοινωνικός, η «παιγνιώδης» δράση που θα σχεδιασθεί για την επίτευξή-του χρειάζεται να χαρακτηρίζεται απ’ όσο περισσότερα μπορεί απ’ τα γνωρίσματα του Παιγνίου, δηλαδή: (i) Εθελοντική συμμετοχή. (ii) Κανόνες μέν, περιθώρια φαντασιακού αυτοσχεδιασμού δέ. (iii) Ελαχιστοποίηση οιουδήποτε κινδύνου. (iv) Ευδιαθεσία.
Σ’ αυτό το μεταξύ, εκπαιδευτικοί, κοινωνιολόγοι και πολιτικοί μελετούν πράγματι και προτείνουν την εφαρμογή ποικίλων Παιγνίων προκειμένου να ευοδωθούν αντίστοιχοι ατομικοί ή κοινωνικοί σκοποί. Οξύτερο πάντως τίθεται το ζήτημα σχετικώς με τα «βιντεοπαιχνίδια», στα οποία αναφερόμαστε συνοπτικώς στο Προσάρτημα Β.

Theodoor Rombouts, Χαρτοπαίχτες, 17ος αιώνας, λάδι σε καμβά, 152 x 206 εκ.
Royal Museum of Fine Arts - Antwerp
- Συσχέτιση Παιγνίου και Τέχνης
Άς αποπειραθούμε εδώ να επανέλθομε στο θέμα, πηγαίνοντας λίγο βαθύτερα.
α) Ακολουθώ την άποψη ότι η Τέχνη είναι μια απ’ τις τρείς θεμελιακές διαστάσεις του Είναι, μαζί με τη Γνώση του αντικειμενικού Κόσμου, και με το Ήθος προς τα Έμβια όντα. Με το αυτόνομο αισθητικό ενέργημα ο άνθρωπος απαπειράται να συνειδητοποιήσει ποικίλα άμορφα συμβάματα του υποσυνειδήτου του, δίνοντάς-τους μορφή καθώς τα φέρνει στο επίπεδο των αισθήσεών του: στην ακοή (με την ποίηση και τη μουσική), στην όραση (με τις εικαστικές τέχνες), στην όσφρηση (με την αρωματική). Ο δημιουργός καλλιτέχνης μάλιστα, νιώθει και την παρόρμηση να μοιρασθεί με τους συνανθρώπους-του το επίτευγμά του – ασκώντας έτσι συγχρόνως και ενέργημα ηθικής κατηγορίας.
Με αυτές τις δυό τόσο μύχιες και τόσο βασικές για το Είναι δράσεις, η Τέχνη αποδεικνύεται θεμελιώδης συνιστώσα της πραγματικής Ζωής. Διαθέτει λοιπόν βαθιές υποστασιακές ρίζες, και επομένως δεν είναι καθόλου εύλογον να «μετατοπίζεται» στην «παράλληλη» κατηγορία των παιγνίων, όπως υποστηρίζεται απο μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας. Ωστόσο, η Τέχνη όντως παρουσιάζει κάμποσα κοινά χαρακτηριστικά με εκείνα που μπορούν να συμβούν κατα τη διάρκεια ενος παιγνίου, όπως: Ανάπτυξη της δημιουργικής φαντασίας, πιθανή ενίοτε αναπαράσταση επεισοδίου Ζωής, πάντως δέ εν απουσία διακινδύνευσης, κ.ά. Απ’ την άλλη μεριά όμως, η Τέχνη ΔΕΝ έχει ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν ενα ευρύτερο Παίγνιον: Δέν έχει (τουλάχιστον δέν έχει πάντοτε) εκ προοιμίου στόχον, δέν περιέχει πολύπλευρον ανταγωνισμό μεταξύ συμπαικτών, δέν απαιτεί πάντοτε την επιστράτευση γνωσιακών ικανοτήτων όπως σε πολλά παίγνια, κ.ο.κ.
Άς θυμηθούμε δέ οτι το Παίγνιον επιφέρει βίωση καί σωματικών καί διανοητικών εμπειριών πάσης φύσεως – οι οποίες δέν χαρακτηρίζουν γενικώς την Τέχνη.
Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, έχω τη γνώμη ότι, για να ορίσουμε την Τέχνη, δέν έχομε ανάγκη να την ταυτίσομε με το παιχνίδι: Πρώτον, διοτι δέν ακριβολογούμε, και δεύτερον διότι η Τέχνη προέρχεται απο μύχιες υποστασιακές δράσεις. Φυσικά, κέρδος θα έχομε απ’ την υπογράμμιση των ομοιοτήτων Τέχνης και Παιγνίου, όπου όντως συχνότατα εμφανίζονται – αφού ήδη κι απ’ την αρχή αυτού του άρθρου, δέν δεχθήκαμε δασκαλίστικα «δήθεν στεγανά» ανάμεσα στις ποικίλες δράσεις του βίου.
β) Έχει εξ άλλου υποστηριχθεί οτι το Παίγνιον είναι τάχα μια «παράσταση που απλώς παρουσιάζεται απ’ τους παίκτες» – και κατα τούτο ομοιάζει με έργο θεατρικό, άρα (λένε) το παιχνίδι είναι έργο Τέχνης. Έχω την εντύπωση οτι οι συλλογισμοί αυτοί είναι κάπως τραβηγμένοι:
- Κάθε παιχνίδι διέπεται μέν απο κανόνες, η εκτέλεσή-του όμως συνήθως δέν ακολουθεί ένα και το αυτό σενάριο. Αντιθέτως, το ίδιο παιχνίδι, ο κάθε παίκτης, κάθε φορά ενδέχεται να το παίξει λίγο διαφορετικά, ανάλογα με τις διανοητικές και τις συναισθηματικές-του ανάγκες και ικανότητες (κι ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των συμπαικτών-του στα ομαδικά).
- Σαν τί παράσταση μπορεί τάχα να παρουσιάζει ο Παίκτης των καθαρώς διανοητικών Παιγνίων;
Γι’ άλλη μια φορά, καταλήγουμε στην ευχή να μήν ενδίδομε στις εμπνεύσεις περι ταύτισης Τέχνης και Παιγνίου.
γ) «Τέχνη» όμως είναι και η Μουσική, στο πλαίσιο της οποίας σ’ όλες σχεδόν τις γλώσσες (κι απο πολύ παλιές εποχές) χρησιμοποιείται όντως η έκφραση «παίζω μουσικό όργανο». Εδώ, πράγματι (όπως λέγαμε στον συνοπτικό ορισμό του Παιγνίου, στην αρχή του άρθρου), «βιώνω εμπειρίες μέσω της φαντασίας μόνο» – παρ’ όλον οτι δέν προκύπτουν απο μίμηση μέρους της πραγματικής ζωής, όπως σε κάμποσες περιπτώσεις Παιγνίων. Ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι καί η Μουσική ξεκίνησε κάποτε ως αναπαραγωγή φυσικών ήχων – οπότε, μπορεί η μουσική να «παίζεται». Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγούν και οι ακόλουθες σκέψεις τις οποίες έχομε παραθέσει και στο Προσάρτημα Α:
– Λειτουργώντας ενα μουσικό όργανο, «δέν παράγω έντονο πρακτικό αποτέλεσμα» (όπως άν λειτουργούσα ενα άροτρο). Κι αυτό είναι ένα απ’ τα χαρακτηριστικά του Παιγνίου.
– Η ενέργεια αυτή, δημιουργεί εναν τεχνητό (παράλληλο της πραγματικής ζωής) χώρο, στον το οποίον ελευθέρως μπαίνει όποιος το επιθυμεί, χωρίς κανέναν κίνδυνο – όπως και στο Παίγνιο.
Άρα, στη Μουσική έχομε άλλα δύο βασικά χαρακτηριστικά του Παιγνίου – και κανένα αντιφατικό.
Είναι λοιπόν κάμποσα τα χαρακτηριστικά της ενέργειας αυτής τα οποία την φέρνουν εντός του ορισμού του Παιγνίου· έτσι μπορεί ίσως να αιτιολογηθεί η χρήση του «παίζω» στην περίπτωση του μουσικού οργάνου.
Το «παίζω μουσική», τώρα, θα μπορούσε να θεωρηθεί απλή επέκταση του «παίζω μουσικό όργανο» – παρ’ όλον οτι στα γερμανικά υπάρχει κι η κυριολεκτικότερη έκφραση «κάνω μουσική» (Musik machen), έστω μόνον για περιπτώσεις «εν οίκω» κονσέρτων όπου παίζομε οι ίδιοι.
δ) Εξ άλλου, ανάλογες σκέψεις μπορούν να γίνουν για την αρχαιοελληνική χρήση του «παίζω» για την όρχηση (απ’ την εποχή της Οδύσσειας, θ. 251, ψ 147, έως την Κοινή της Παλαιάς Διαθήκης, Έξοδ. 32). Η όρχηση μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί και ως μίμηση πραγματικών σωματικών κινήσεων, εκτός πάντως παραγωγής και εκτός κινδύνων – όπως στο Παίγνιον.
Τίθεται λοιπόν τώρα το ερώτημα, γιατί μετά την Αρχαία Ελλάδα, ουδέποτε και πουθενά δέν χρησιμοποιήθηκε ξανά το «παίζω» για την όρχηση – ενώ είναι σχεδόν καθολική η χρήση για τη μουσική. Μια πιθανή απάντηση θα μπορούσε να είναι οτι στη μουσική υπάρχει «όργανο» για να ΤΟ παίξεις – ενώ στην όρχηση, η ταυτοπροσωπία «σώματος-οργάνου» και υποκειμένου, δέν αφήνει εύκολα περιθώριο να ονομάσεις το ίδιο-σου το κορμί «όργανο». Άλλωστε, καί στην ίδια τη μουσική, ο τραγουδιστής ποτέ δεν είπε «παίζω τραγούδι», ενώ ο ίδιος «παίζει κιθάρα» – το λαρύγγι δέν είναι όργανο, προϊόν μιας Τεχνολογίας.
Αυτές μάλιστα οι γλωσσικές παρατηρήσεις, συνιστούν ίσως ενα πρόσθετο επιχείρημα για τ’ οτι δέν είναι εύλογη η τάση να βαφτίζουν την Τέχνη παιχνίδι, αφού σε καμία γλώσσα δέν παρατηρούνται εκφράσεις του τύπου «παίζω ζωγραφική με το πινέλο μου» ή «παίζω γλυπτική με το σκαρπέλο μου» (ή «παίζω φωτογραφία με την κάμερά μου»…). Ωστόσο, με αυτά, δέν θα ήθελα να αποκλείσω και το ενδεχόμενο (συν τω χρόνω) να ανακύψει μια νέα εκφραστική ανάγκη, η οποία θα οδηγούσε σε μια νέα γλωσσική σύμβαση. Αλλ’ εν προκειμένω, μερικές τέτοιες δήθεν ανάγκες ηθέλησα να τις αμφισβητήσω με τα προηγούμενα…
Σημείωση: Έχω επίγνωση της μειωμένης επιστημονικής αξίας αυτού του άρθρου ⸱ μεταξύ άλλων καί λόγω της απουσίας βιβλιογραφικών παραπομπών. Απολογούμαι όμως, σημειώνοντας οτι δέν είχα τη φιλοδοξία να γράψω δοκίμιο «ιστορίας της φιλοσοφίας» του θέματος. Ήθελα απλώς να εκθέσω τις προσωπικές-μου απόψεις επι του θέματος (ανεξαρτήτως μάλιστα των όποιων βιβλιογραφικών επιρροών τις έχουν διαμορφώσει). Το ζήτημα λοιπόν δέν είναι η «πρωτοτυπία» των απόψεων⸱ το ζήτημα είναι ο προβληματισμός περι του νοήματος του όρου «Παίγνιον» καθ’ εαυτόν.
Προσάρτημα Α΄
Η έννοια του παιγνίου στις γλώσσες
Αφού η λέξη είναι δηλωτική συγκεκριμένης σημασίας, εύλογη θα ήταν η αναζήτηση των (όντως ποικίλων) εννοιών που φαίνεται οτι εκπροσωπούνταν απ’ τις λέξεις παίζω / παίγνιον, αφενός μέν στις διάφορες (ινδοευρωπαϊκές τουλάχιστον) γλώσσες, αφετέρου δέ μέσα στον χρόνο, αφού φαίνεται ότι καί στην περίπτωση αυτή παρατηρείται μια έντονη κατα καιρούς εξέλιξη.
1. Θεωρήσαμε σκόπιμο να παραθέσομε πρώτα τις διάφορες σημασίες των όρων «παίζω / παίγνιον», κι ύστερα να αποπειραθούμε μια πολύ σύντομη στατιστική σύνθεση. Οι πληροφορίες που παρατίθενται εδώ, διαφέρουν μεταξύ-τους ως προς τη λεπτομερειακότητα και τις ιστορικές-ετυμολογικές αναφορές, νομίζω όμως οτι είναι ίσως επαρκείς για τις ανάγκες αυτού εδώ του άρθρου.
Αγγλικά
PLAY ρήμα
– Old English: plegian = κινούμαι γρήγορα, διασκεδάζω, αθλούμαι (12ος αι.)
– Proto-West German: plegojanan = ασχολούμαι
– Old Saxon: plegan = εγγυώμαι
– Middle Dutch: pleyen = χαίρω
– English: play = αθλούμαι (13ος αι.), υποδύομαι (14ος αι.), δρώ απερίσκεπτα (14ος αι.), παίζω επιτραπέζια (1560), χαρτοπαίζω (1670), [with] γαμώ (13ος αι.), αυνανίζομαι
PLAY όνομα
– Old English (West Saxon) plega = γρήγορη κίνηση, διασκέδαση, υπόδυση (14ος αι.), άσκηση, ζωηρή δραστηριότητα
– Middle English: play = παιδιά, αστείο, γλέντι, ερωτική εντρύφηση, άθλημα (15ος αι.), δράση (17ος αι.)
Γαλλικά
JEU όνομα
διασκέδαση (~ 1000), φαντασία (1558), αθλητικός συναγωνισμός (1160), εναλλακτική πρόταση (1160), θεατρική παράσταση (13ος αι.), ποσόν διακινδυνευόμενον (1200), στήριγμα σε κάποιον (1223), όργανο παιχνιδιού (1200), χρηματικό παιχνίδι (16ος αι.), χρήση μουσικού οργάνου (1690), εύκολη κίνηση πράγματος (1677).
Γερμανικά
SPIELEN ρήμα
υποδύομαι, χαρτοπαίζω, λειτουργώ μουσικό όργανο, προσποιούμαι, παίζω με αντικείμενα, διακυβεύω
SPIEL όνομα
παίγνιο, παιδιά, αθλητική συνάντηση, χαρτοπαιξία, μουσική εκτέλεση, τυχερό παιχνίδι
Ελληνικά (Αρχαία)
ΠΑΙΖΩ
παίζω, διασκεδάζω, ευφραίνομαι, ορχούμαι (στην Οδύσσεια κ.ά. μέχρι την Π.Δ.), παίζω με αντικείμενα, λειτουργώ μουσικό όργανο, ερωτοτροπώ (αμοιβαίως), θηρεύω, χωρατεύω, χλευάζω και εμπαίζω
ΛΙΖΩ (< λίνδjω)
Παίζω (Ησύχιος)
Αμιλλώμαι (Ησύχιος) [υποθετική συγγένεια με το λατιν. ludus, lusus]
ΠΑΙΔΙΑ
παιχνίδι, διασκέδαση, χαριεντισμός, ασημαντότης.
Ελληνικά (Νέα)
Παίζω
διασκεδάζω, συμμετέχω σε παιχνίδι, συμμετέχω σε τυχερό παιχνίδι, σε αθλητικούς αγώνες, υποδύομαι ρόλον, χειρίζομαι μουσικό όργανο, διακινδυνεύω, στοιχηματίζω, χαριεντίζομαι, κουνάω κάτι απο αμηχανία, εξαπατώ, αυνανίζομαι, δέρνω, ενέχω ενδεχόμενον, διαθέτω ευκολίαν, έχω συγχρόνως δύο ερωτικούς συντρόφους [πιθανολογείται].
«Παίζει»
Λειτουργεί, έχει ανοχές (τζόγο), κυμαίνεται, τεκταίνεται
Λατινικά
LUDO ρήμα
παίζω με αντικείμενα, παίζω μουσική, γυμνάζομαι, παίζω ερωτικώς, υποκρίνομαι, εμπαίζω, εξαπατώ
LUDUS όνομα
παίγνιον, εμπαιγμός, ερωτική παιδιά, αθλητικός αγώνας, θεατρικός αγώνας, γραμματοδιδασκαλείον
JOCUS όνομα
παιδιά, σκώμμα, διασκέδαση (άθλημα;)
JOCOR ρήμα
χαριεντίζομαι, διασκεδάζω [και άλλα, πιθανώς σε συνωνυμία με το ludo]
Λιθουανικά[9]
Žaisti = παίζω, προωθώ, οδηγώ, αθλούμαι
groti = λειτουργώ μουσικό όργανο (<ИΓΡΑ)
vainditi = παίζω θεατρικό έργο (< ινδ. ευρ. weyd = δείχνω, βλέπω, σχετικό με το ελλ. «είδος»)
Είναι εντυπωσιακό οτι σ’ αυτήν την αρχαιότατη γλώσσα α) το «παίζω» δέν συνδέεται ετυμολογικώς με το παιδί [vaikus], και β) γίνεται χρήση άλλης ρίζας για το παιχνίδι, άλλης για το θεατρικώς υποκρίνεσθαι, κι άλλης για την άσκηση μουσικής.
Τούτο ίσως επιβεβαιώνει την άποψη οτι αυτές οι άλλες δυό χρήσεις του ρήματος «παίζω», ίσως να εισήχθησαν αρκετά αργότερα.
Ρωσικά[10]
Παίζω
Παιδικό παιχνίδι, διασκεδάζω, αθλούμαι [η κίνηση φυσαλίδων αέρος σε υγρό]
Παιχνίδι
Μουσική εκτέλεση, Θεατρική υπόκριση, [πολιτικό ή συνωμοτικό παιχνίδι], [γρήγορες οπτικές εναλλαγές]
Σημείωση: Φαίνεται ότι η πλάγια χρήση της έκφρασης «ερωτικό παιχνίδι» δέν παρατηρείται στα λιθουανικά, στα ρωσικά και στα γερμανικά[11]. (Εξαιρείται, βεβαίως, η χρήση προσθετικών βοηθητικών οργάνων, καθώς και η περίπτωση των επαναλαμβανόμενων κινήσεων κατα την αυτοϊκανοποίηση).
2. Η πιοπάνω (ατελής μάλλον) γλωσσική συλλογή, δέν είχε απαρχής εναν πολύ συγκεκριμένον στόχο. Θα χρησίμευε βέβαια ενμέρει ως βάση για μερικές παρατηρήσεις (που έχουν ήδη διατυπωθεί στα προηγούμενα). Πάντως, παρέχει νομίζω και τη δυνατότητα συναγωγής ορισμένων γενικότερων συμπερασμάτων – μια ενδελεχής όμως μελέτη αυτού του υλικού (αρμοδίως συμπληρωμένου), δέν βρίσκεται μεταξύ των σκοπών αυτού εδώ του άρθρου. Μπορούμε μόνο να παρατηρήσομε οτι είναι χαρακτηριστικό το μεγάλο πλήθος των σημασιών που αποδίδονται στους όρους παίζω / παίγνιον σε όσες γλώσσες εξετάσαμε προηγουμένως (πλήν της λιθουανικής).
Αυτή η πολυσημία οφείλεται πιθανώς στο εξαιρετικά μεγάλο εύρος του ενεργήματος του παιγνίου: Όπως ίσως φάνηκε απ’ τα περιστατικά που περιγράφηκαν και μέσα σ’ αυτό το άρθρο, το παίγνιο συνιστά μίαν (εκτεταμένη συνήθως) δημιουργία γεγονότων παράλληλων με την πραγματική ζωή. Εκτεταμένην, όχι τόσο σε διάρκεια χρόνου, όσο:
– σε πλήθος ενεργημάτων (γνωσιακών, ηθικών, καλλιτεχνικών)
– σε σωματική και σε διανοητική συμμετοχή
– στο μεγάλο πλήθος των προσώπων που τις περισσότερες φορές συμμετέχουν στα παίγνια
– πάντως δέ, με φαντασίαν, χωρίς πρακτικό σκοπό, και με ευθυμικό αποτέλεσμα χωρίς ουσιώδεις κινδύνους.
Εύλογον λοιπόν είναι η λαϊκή γλώσσα να βαφτίζει ως «παιχνίδι» δράσεις οι οποίες να διαθέτουν κάμποσα απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά. Αυτό όμως δέν υποχρεώνει τον σύγχρονο φιλοσοφικό λόγο να κάνει αναγκαστικώς το ίδιο. Αξίζει δηλαδή να κάνομε καί εδώ μια σχετική διερεύνηση:
Υπάρχουν πράγματι και πολλές καθημερινές χρήσεις του όρου «παίζω», οι οποίες όμως δέν καλύπτονται πλήρως απ’ τα κύρια χαρακτηριστικά του Παιγνίου. Αλλα μπορούν ενδεχομένως να ερμηνευθούν μέσω μερικών απ’ αυτά, όπως φαίνεται στα λίγα παραδείγματα που ακολουθούν.
(i) Εύκολα ερμηνεύσιμα:
– «Παίζω» μουσικό όργανο, διότι αφενός το όργανο αυτό δέν είναι παραγωγικό εργαλείο (λ.χ. δέν παίζω άροτρο), αφετέρου δέ η ενέργειά-μου αφορά εναν τεχνητό χώρο με χωριστή στοχοθεσία, στον οποίον ελευθέρως εισέρχονται όσοι το επιθυμούν – και μάλιστα με φαντασίαν.
– «Παίζω» ερωτικήν παιδιάν, διοτι δέν παράγω οικονομικά αγαθά ούτε επιστημονικά εφευρήματα – παρ’ όλον ότι η θερμή ερωτική ηθική σχέση και το σπουδαίο αισθητικό-της αποτέλεσμα θα μπορούσαν κυριολεκτικότερα να ανήκουν στην πραγματική ζωή μάλλον, παρά σε παίγνιον.
– «Παίζω» με τα δάχτυλά-μου κινώντας επανειλημμένως ορισμένα αντικείμενα (δέσμη κλειδιών στην τσέπη μου, χάντρες του κομπολογιού, κ.ά.), διοτι ακόμα και η συνεχής απλή κίνηση είναι ίσως μια προ-σχεδιασμένη πραγμάτωση του αέναου χρόνου. Στη Φύση, το ανάλογο γεγονός θα ήταν η θέαση / ακρόαση των κυμάτων της θάλασσας – αισθητικής κατηγορίας φαινόμενο· όπου πάντως θα ήταν εμφανώς ανακριβής η έκφραση «το παιχνίδι της Τέχνης».
– Τέλος, άς καταγράψουμε τα παιγνιώδη χαρακτηριστκά του «αστεϊσμού»:
- Ευφυολογώ και διηγούμαι ή κάνω αστεία (ως πολιτισμένο καλλιεργημένο πρόσωπο).
- Αστεϊσμός είναι και τα αθώα πειράγματα προς τρίτους.
- Βάζω κάμποση φαντασία προς τούτο, παραβαίνοντας τους ισχύοντες στην πραγματική ζωή κώδικες
- Τις ενέργειές-μου αυτές τις παρακολουθούν / συμμετέχουν και άλλα άτομα
Φαίνεται λοιπόν οτι ίσως τα χαρακτηριστικά αυτά που είναι κοινά με το Παίγνιον, προκάλεσαν την τιτλοφόρηση καί του αστεϊσμού ως «παιχνιδιού» – παρ’ όλον ότι ο αστεϊσμός δέν διαθέτει το σύνολο των χαρακτηριστικών του παιχνιδιού.
(ii) Δύσκολα ερμηνεύσιμα:
– Όταν διακινδυνεύω, στοιχηματίζω ή παίζω τυχερά, υποβάλλω εαυτόν αυτοβούλως στον μικρόν ή μεγάλον κίνδυνο μιας απώλειας – χάνω δηλαδή ενα βασικό χαρακτηριστικό του παιγνίου, που είναι η απουσία ουσιώδους κινδύνου· άρα στερούμαι και την ευχαρίστηση της μεγαλύτερης ελευθερίας που γεννιούνταν ενμέρει χάρις στον «ακίνδυνο χώρο». Ωστόσο, η εν προκειμένω υπερτροφία της φαντασίας, επιτρέπει να βιώνω την εκ προοιμίου ηδονή του πιθανού κέρδους – κατα τούτο δηλαδή μπορεί να λεχθεί οτι ευρίσκομαι σε προσωρινή κατάσταση παιγνίου.
– Όταν (εκτός στιγμιαίου αστεϊσμού) «εμπαίζω» ή «εξαπατώ» κάποιον, στερούμαι ήδη εξαρχής μιαν ηθικής κατηγορίας διαρκέστερη ευχαρίστηση – απολαμβάνω όμως μια (βραχύχρονη έστω) απόλαυση κάποιας μορφής «ανωτερότητας». Επειδή, πάντως, εγώ είμαι που σκηνοθετώ και εγώ πρωταγωνιστώ στη σχετική δράση, το όλον ενέργημα μπορεί να παίρνει (καταχρηστικώς[12] μάλλον) τον χαρακτηρισμό παιγνίου. Ίσως λοιπόν θα έπρεπε στον ορισμό του παιγνίου, την απουσία ουσιώδους κινδύνου να την επεκτείνομε και για τα εκτός παιγνίου μέλη της κοινωνίας (ίσως δέ και για το περιβάλλον);
– Άλλο ένα παράδειγμα ακυριολεξίας θα ήταν η περίπτωση του κινηματογράφου που «παίζει» το δείνα έργο – ενώ είναι προφανές οτι ο κινηματογράφος απλώς «προβάλλει», δέν παίζει τίποτα. Εδώ, πιθανώς, να πρόκειται για ατυχή απομίμηση της έκφρασης «το όργανο παίζει μουσική» (αφού καί η μηχανή προβολής είναι ενα όργανο;).
Τελικά, μπορεί να παρατηρήσει κανείς οτι στην ιστορία των λέξεων, κάμποσες φορές, μια αρχική ενμέρει εσφαλμένη χρήση ενδέχεται να επαναλαμβάνεται κι απο άλλους, απο μιμητισμόν ή και ενίοτε με την ελευθεριότητα την οποίαν δικαιούνται τα λογοτεχνικά κείμενα.
Άλλωστε, είναι τόσο σημαντικός ο ρόλος του Παιγνίου στη ζωή μας, ώστε πολλές άλλες ανθρωπικές ενέργειες θα μας άρεσε πολύ να έχουν μικρή ή μεγάλη σχέση με το Παίγνιον – οπότε, ίσως, επηρεάζεται και η ονοματοδοτική-μας ακρίβεια.
Όσο όμως κι άν, στον λόγο της καθημερινότητας, μπορεί να σεβαστούμε ενπολλοίς τη γλωσσική πραγματικότητα, στον επιστημονικό λόγο θα πρωτεύσουν οι ανάγκες για νοηματική κυριολεξία.
Σημείωση: Στις επτά ινδοευρωπαϊκές γλώσσες που εξετάσθηκαν, παρατηρούμε (με κάποιαν έκπληξη ίσως) οτι δεν υπάρχει μια κοινή ρίζα για το λήμμα «παίγνιον», όπως ευλόγως θα ανέμενε κανεις για κάτι τόσο βασικό στον ανθρώπινο βίο. Τούτο ίσως σημαίνει οτι οι Λαοί αυτοί συνειδητοποίησαν τη σημασία του παιγνίου πολύ αργότερα απ’ την εποχή της διάσπασης των γλωσσών τους.
Προσάρτημα Β
Βιντεοπαιχνίδια
Εξαιτίας των τεχνολογικών εξελίξεων, σκόπιμο είναι να αναφερθούμε ειδικότερα στα λεγόμενα «βιντεοπαιχνίδια», για το ενδεχόμενον οτι ίσως παρουσιάζουν χαρακτηριστικά διάφορα των παλαιών «παιχνιδιών με αντικείμενα» ή με τα ομαδικά παίγνια. Και πρώτα, μια σύντομη κατηγοριοποίηση.[13]
- Γενικών στόχων
1) Μονοπρόσωπα, 2) Πολυπρόσωπα (συνεργατικά, ανταγωνιστικά, μεικτά, συγχρονικά, αλληλοδραστικά)
- Ειδικών στόχων:
1) Στρατηγικής, 2) Διαχείρισης, 3) Ρόλων (συμμετοχής σε επικές ιστορίες), 4) Περιπέτειας (αλληλεπίδραση με περιβάλλοντα), 5) Προσομοίωσης (βίωση εικονικών εμπειριών ζωής), 6) Εμποδίων, 7) Αγώνων ταχύτητας οχημάτων, 8) Πολεμικών Τεχνών, 9) Αλληλεπίδρασης με ρυθμικά μοτίβα, 10) Τρόμου, 11) Επίλυσης γρίφων, 12) Επιστημονικής φαντασίας.
Ενίοτε, ορισμένα βιντεοπαιχνίδια ανήκουν συγχρόνως σε δύο ή τρείς απ’ αυτές τις κατηγορίες.
Απ’ αυτήν την πολύ σύντομη αναφορά στα είδη αυτών των εξαιρετικά διαδεδομένων προϊόντων της Πληροφορικής, μπορούμε νομίζω να συμπεράνουμε οτι τα βιντεοπαιχνίδια δέν εισάγουν νέες κατηγορίες χαρακτηριστικών εν συγκρίσει με εκείνες των παραδοσιακών παιχνιδιών. Διοτι, πράγματι: η στοχοθεσία μέσω κανόνων, η διασκέδαση ή μονήρεις ή συνεργατικές-ανταγωνιστικές ενέργειες, η βίωση κοινωνικών σχέσεων, η επιστράτευση γνωσιακών ικανοτήτων, η (σπανιότερη έστω) αναφορά σε αισθητικές και ηθικές αρχές – πάντως δέ, εντός ενος χώρου «τεχνητής» ζωής όπου ο παίκτης δέν διατρέχει πραγματικούς κινδύνους, συναντώνται καί στα βιντεοπαιχνίδια.
Παρα ταύτα, οι ακόλουθες παρατηρήσεις είναι ίσως εδώ αναγκαίες
- Φαίνεται οτι ενίοτε, η δομή του βιντεοπαιχνιδιού προβάλλει ως «παραδείγματα βίου» περιπτώσεις αμφίβολης αισθητικής και ηθικής ποιότητας. Άν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ενίοτε η βίωση «υπο κλίμακα ζωής» μέσα σ’ αυτά τα παιχνίδια είναι στενότερη (πιθανόν δέ και επιβλαβής) εν συγκρίσει με τα παραδοσιακά παίγνια.
- Η δεύτερη παρατήρηση στηρίζεται στις γνωστές επιστημονικές απόψεις Κοινωνικών Ψυχολόγων και Εκπαιδευτικών, κατα τις οποίες η καθ’ υπερβολήν χρήση βιντεοπαιχνιδιών ενδέχεται να στερεί απ’ τα νεαρά άτομα τις σημαντικότερες εμπειρίες των αντίστοιχων σχέσεων μέσα στην πραγματική ζωή – με τις απειλητικές για την υγεία των παιδιών συνέπειες. Το θέμα βέβαια αυτό εκφεύγει των αντικειμένων του παρόντος άρθρου.
- Παρα ταύτα, καθώς το βιντεοπαιχνίδι διαθέτει ενα πολύ υψηλό εκπαιδευτικό δυναμικό, προσφέρεται πάρα πολύ και για την εφαρμογή προγραμμάτων πολιτικής συνυπευθυνότητας, φιλοπεριβαλλοντικής συνείδησης και άλλων κοινωνιστικών σκοπών. Επομένως, εύλογη είναι εκ παραλλήλου και η φροντίδα-μας για την ατομικώς και κοινωνικώς επωφελή αξιοποίηση αυτού του δυναμικού.
- Άφησα τελευταία τη γνωστή κατηγορία οτι ένα σημαντικό μέρος αυτών των παιχνιδιών, εθίζει τα παιδιά στη βία – οπότε παρατηρείται μια έντονη επίδραση απ’ τον φαντασιακό χώρο του παιγνίου στον πραγματικό χώρο της ζωής. Σχετικές έρευνες, όμως, δείχνουν ότι κατι τέτοιο συμβαίνει μόνον στα βιντεοπαιχνίδια που περιέχουν συστηματικά σκηνές βίας.
Ως συμπέρασμα, αντιγράφουμε εδώ την άποψη του Α. Σ. Παπαθανασόπουλου: «τα βιντεοπαιχνίδια έχουν εξελιχθεί σε μια απ’ τις κυρίαρχες μορφές ψυχαγωγίας, με σημαντικές συνέπειες […] στη συμπεριφορά [των παικτών]».
Μπορούμε πάντως να παρατηρήσομε ότι, δυνητικώς ανάλογα είναι και τα αποτελέσματα οποιουδήποτε Παιγνίου, που μπορεί να μεταφέρει μέρος των συνεπειών-του απ’ τον εικονικό-του χώρο προς την πραγματική ζωή.
Προσάρτημα Γ
Παρακολούθηση παιγνίων ή αγωνισμάτων
Εκτός απ’ τους παίκτες καθεαυτούς, παιχνίδι φαίνεται να παίζουν και όσοι απλώς παρακολουθούν ενα Παίγνιον. Στην πραγματικότητα, όταν παρακολουθώ ενα παιχνίδι (υπο τον όρο οτι γνωρίζω τους κανόνες του) είναι σάν να συμμετέχω νοερώς σ’ αυτό⸱ επομένως, εκ πρώτης όψεως, έχω κι εγώ τα χαρακτηριστικά του Παίκτη:
- Σ’ ένα «κατα μόνας» παιχνίδι ενος άμεσου Παίκτη, είτε μπαίνω απλώς στη θέση-του και συμμετέχω δι’ αντιπροσώπου, είτε διαφοροποιούμαι ενίοτε (φαντασιακώς) απ’ τις κινήσεις του, οπότε παράγω (στιγμιαίες μόνον) εναλλακτικές σκηνές του Παιγνίου.
- Σ’ ένα παιχνίδι ανάμεσα σε συναγωνιστές / ανταγωνιστές, ενδέχεται να συμπαθήσω έναν απ’ αυτούς, οπότε στις εμπειρίες που μου προσφέρει ο ευθυμικός χώρος του παρακολουθούμενου Παιγνίου, προστίθεται και ενα ηθολογικό ενέργημα. Στο οποίο, φεύ, ενδέχεται να υπεισέλθει κι ενα δυσάρεστο συναίσθημα αντιπάθειας προς τους εικονικούς Ανταγωνιστές σου. Ωστόσο, η παρακολούθηση (έναντι της απευθείας συμμετοχής) μπορεί να λειτουργήσει εν προκειμένω ως φίλτρο εξευγενιστικό : Ακριβώς επειδή δέν συμμετέχεις απευθείας, μπορεί να μή νιώσεις την ανάγκη του μίσους – μπορεί δηλαδή να αυξήσεις τη στάθμη ευθυμίας, εν συγκρίσει με τον ουσιαστικό Παίκτη!
- Τέλος, κι όταν ακόμη παρακολουθώ γεγονότα τα οποία καταχρηστικώς θεωρούνται «παιχνίδια» (π.χ. διακυβεύματα μεγάλης οικονομικής διακινδύνευσης ή αθλητικούς αγώνες συνοδευόμενους απο φανατικόν ανταγωνισμό), πάλι καί εδώ μπορώ να απολαύσω όλα τα θετικά χαρακτηριστικά του οιονεί-Παιγνίου, και (χάρις στο εξευγενιστικό «φίλτρο» της Παρακολούθησης) να μήν έχω τον φόβο απώλειας χρήματος ή φήμης. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ευκαιρία απόλαυσης της ελευθερίας που θα πρόσφερε δυνητικώς ενα καθαρό Παίγνιο…
Παρα ταύτα, μια παρακολούθηση παιγνίου δεν μπορεί ίσως να προκαλέσει την ίδια ένταση βιώματος όπως η προσωπική συμμετοχή…
*Ο καθηγητής Θ. Π. Τάσιος χρησιμοποιεί το δικό του σύστημα τονισμού.
[1] Και δέν είναι καθόλου σοβαρή η διατύπωση «μιλάμε σοβαρά, δέν παίζομε»…
[2] Φαντασία, Ακίνδυνον, Αυτοσκοπός, Α-πρακτικόν, Εθελοντικόν, Ευθυμικόν, Κανόνες
[3] Στο Χρηματιστήριο, η έκβαση της δράσης του μετέχοντος εξαρτάται απο συνδυασμό άκρως εξειδικευμένων γνώσεων, καθώς και απο τις συνέπειες πλήθους παραγόντων αγνώστων στον μετέχοντα – πάντως δε υψηλής διακινδύνευσης.
[4] Καταλληλότερος, ίσως, όρος αντί για «τυχερά παιχνίδια».
[5] Τα ψηφιακά παιχνίδια («βιντεοπαιχνίδια») καθώς και τα επιτραπέζια θα τα σχολιάσομε χωριστά (Προσάρτημα Β).
[6] Σ’ αυτήν περιλαμβάνονται σήμερα και «ασκήσεις» καλλιέργειας περιβαλλοντικής συνείδησης, που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των βιωματικών ασκήσεων.
[7] Γι’ αυτό ίσως και έχει υποστηριχθεί στη βιβλιογραφία οτι «το παιχνίδι είναι έργο Τέχνης» (στη θέσπιση ή στην άσκησή του;). Ωστόσο, σ’ αυτό εδώ το άρθρο υποστηρίζομε οτι τα κοινά σημεία Παιγνίου και Τέχνης δέν δικαιολογούν την εννοιολογική αλλοίωση την οποία θα συνεπαγόταν η ταύτισή τους – είναι αρκετή η καταγραφή των ομοιοτήτων τους.
[8] Συναφώς, ομολογώ οτι δέν έχω πεισθεί απ’ τη σχετική αιτιολόγηση του H. G. Gadamer οτι πρόκειται απλώς για «περίσσια ενέργειας ζωής»: η διαθεσιμότητα πρόσθετης ενέργειας, πέραν της απαιτουμένης για την πραγματική ζωή, είναι προφανής προϋπόθεση για κάθε παίγνιον. Αλλά, εάν τυχόν θα ίσχυε γενικότερα, θα οδηγούσε σε μια απλή μηχανική κίνηση του ζώου ή του νηπίου.
[9] Θερμές ευχαριστίες οφείλονται στον Καθηγητή Παν. Κριμπά, για την ευγενική παραχώρηση του παρατιθέμενου υλικού.
[10] Είμαι υπόχρεος στον Καθηγητή Sergey Damidov για την τόσο πρόθυμη σύνταξη αυτής της παραγράφου.
[11] Αλλα και στα ελληνικά, μόνον η αμοιβαία ερωτοτροπία (στα Αρχαία), είτε η πολλαπλή σχέση (στα Νέα) θεωρούνται ως παιχνίδι.
[12] Συνειδητοποιούμε καλύτερα αυτήν την καταχρηστικότητα στην περίπτωση ορισμένων εφήβων οι οποίοι, το βράδυ της Ανάστασης, «παίζουν» ρίχνοντας κροτίδες στα παπούτσια του 80-χρονου.
[13] Ευχαριστίες οφείλονται στον υποψήφιο διδάκτορα κ. Αθ. Σ. Παπαθανασόπουλο για τη γενναιόδωρη βιβλιογραφική άρδευση που μου προσέφερε.