Σύνδεση συνδρομητών

Οι Ιησουίτες στον καθρέφτη της νεωτερικότητας

Τρίτη, 03 Φεβρουαρίου 2026 00:17
 Φρέσκο στην Εκκλησία της Παναγίας του Χιονιού στο Όλομουτς της Τσεχίας, που απεικονίζει την έγκριση του καταστατικού της Societas Iesu, του Τάγματος των Ιησουιτών. Τοιχογραφία του Γιαν Κριστόφ Χάντκε, μετά το 1743, που απεικονίζει τον Ιγνάτιο Λογιόλα να λαμβάνει την παπική βούλα Regimini militantis Ecclesiae από τον Πάπα Παύλο Γ΄, στις 27 Σεπτεμβρίου 1540. 
Michal Maňas 
Φρέσκο στην Εκκλησία της Παναγίας του Χιονιού στο Όλομουτς της Τσεχίας, που απεικονίζει την έγκριση του καταστατικού της Societas Iesu, του Τάγματος των Ιησουιτών. Τοιχογραφία του Γιαν Κριστόφ Χάντκε, μετά το 1743, που απεικονίζει τον Ιγνάτιο Λογιόλα να λαμβάνει την παπική βούλα Regimini militantis Ecclesiae από τον Πάπα Παύλο Γ΄, στις 27 Σεπτεμβρίου 1540. 

Jean Lacouture, Ιησουίτες. Οι κατακτητές (1540-1773), μετάφραση από τα γαλλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, θεώρηση μετάφρασης: π. Θεόδωρος Κοντίδης, π. Σεβαστιανός Φρέρης, Πόλις, Αθήνα 2022, 720 σελ.

Ο γάλλος δημοσιογράφος και βιογράφος Ζαν Λακουτύρ (Jean Lacouture), γνωστός για τα πολιτικά πορτρέτα του 20ού αιώνα, αφιέρωσε αυτή τη φορά το έργο του σε μια λιγότερο προσωποκεντρική, αλλά θεσμικά και πνευματικά συγκλονιστική ιστορία: αυτή του Τάγματος των Ιησουιτών. Μέσα από μια συλλογική βιογραφία των σημαντικότερων μορφών του Τάγματος, ο Λακουτύρ συνθέτει ένα πυκνό αφήγημα όπου πίστη, εξουσία, μαρτυρία και πνευματική αναζήτηση διαπλέκονται με τις διακυμάνσεις της ιστορίας των νεότερων χρόνων.

Το έργο του Λακουτύρ δεν είναι ένα θεολογικό εγχειρίδιο ούτε μια ακαδημαϊκή μονογραφία· είναι όμως ένα σπάνιο παράδειγμα σύγχρονης γραφής που φέρνει κοντά την πολιτική ιστορία, τη θρησκευτική εμπειρία και τη στοχαστική ερμηνεία του χριστιανισμού μέσα στον κόσμο. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι στην ελληνόφωνη βιβλιογραφία τέτοιο ανάγνωσμα δεν έχει όμοιό του. Το βιβλίο αποτελεί τον πρώτο τόμο ενός ευρύτερου δίτομου έργου· ο δεύτερος, αφιερωμένος στη νεότερη και σύγχρονη εποχή των Ιησουιτών, παραμένει ακόμα αμετάφραστος στα ελληνικά και ελπίζουμε να εκδοθεί σύντομα.

Ο θεσμός των Ιησουιτών, η περίφημη Societas Iesu, δεν είναι απλώς ένα μοναστικό ή θρησκευτικό τάγμα ανάμεσα σε άλλα. Συνιστά, από την ίδρυσή του το 1540, ένα πρωτοφανές εκκλησιαστικό και πολιτισμικό φαινόμενο, που διαμόρφωσε την ταυτότητα της Καθολικής νεωτερικότητας όσο κανένας άλλος θεσμός της Ρώμης. Αποτελώντας την πιο συγκροτημένη απάντηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στη Μεταρρύθμιση και την κατεξοχήν έκφραση του πνεύματος της Αντιμεταρρύθμισης, οι Ιησουίτες υπήρξαν ταυτόχρονα κήρυκες της πίστης, παιδαγωγοί, διπλωμάτες, ιεραπόστολοι, εξομολόγοι βασιλέων, μάρτυρες αλλά και αντίπαλοι των εξουσιών – ένα σώμα που κινείται με μοναδική πειθαρχία και πνευματική ένταση μέσα στην ίδια την καρδιά της ιστορίας.

Σ’ αυτό το ιδιαίτερα φορτισμένο πεδίο εισέρχεται ο Ζαν Λακουτύρ με τον πρώτο τόμο του έργου του Ιησουίτες: οι κατακτητές (1540-1773), προσφέροντας ένα αφήγημα που συνδυάζει την ιστορική εμβρίθεια με το προσωπικό ύφος του δόκιμου βιογράφου και δημοσιογράφου. Γνωστός κυρίως για τις μεγάλες πολιτικές βιογραφίες του (Nasser[1], De Gaulle, Ho Chi Minh), ο Λακουτύρ προσεγγίζει την ιστορία των Ιησουιτών με την ίδια αφηγηματική ένταση και πολιτική ευαισθησία, χωρίς να χάνει την εκκλησιαστική και θεολογική ιδιαιτερότητα του αντικειμένου του. Το βλέμμα του δεν είναι ουδέτερο· είναι όμως διαυγές, κριτικό και ειλικρινές, με διαρκή αναφορά στις μεγάλες αντιφάσεις του Ιησουιτικού εγχειρήματος.

Ο πρώτος τόμος καλύπτει κυρίως την περίοδο από την ίδρυση του Τάγματος έως και τον 18ο αιώνα – δηλαδή από τον Ιγνάτιο Λογιόλα έως την προσωρινή κατάργηση του τάγματος από τον Πάπα Κλήμη ΙΔ΄ το 1773. Είναι η εποχή της θεσμικής γένεσης, της πνευματικής ριζοσπαστικότητας αλλά και της ιστορικής εμπλοκής με την εξουσία, την αποικιοκρατία και την παπική διπλωματία. Ο Λακουτύρ αφηγείται τα γεγονότα όχι με τη σχολαστικότητα ενός ακαδημαϊκού ιστορικού αλλά με την ενόραση ενός σύγχρονου προσκυνητή που αναζητεί τα ίχνη της ιερότητας μέσα στην ιστορία. Κατά συνέπεια, το έργο που μας παραδίδει δεν είναι μόνο ιστορικό· είναι κατά βάση εκκλησιολογικό. Αναδεικνύει σε τελική ανάλυση το τάγμα των Ιησουιτών ως το εργαστήριο μέσα στο οποίο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διαπραγματεύτηκε με τον πιο δραματικό τρόπο τη σχέση της με τον νεώτερο κόσμο.

St Ignatius of Loyola 1491 1556 Founder of the Jesuits

Pieter Paul Rubens

Πορτρέτο του Ιγνατίου Λογιόλα (1491-1556), ιδρυτή του Τάγματος των Ιησουιτών, από τον Ρούμπενς.

 

Ο Λακουτύρ ως ιστοριογράφος

Ο Ζαν Λακουτύρ δεν ανήκει στον κύκλο των κλασικών εκκλησιαστικών ιστορικών, ούτε στις σχολές της θεολογικής ή φιλοσοφικής ερμηνείας της θρησκείας. Η προσέγγισή του διαμορφώνεται στη μεταπολεμική Γαλλία, όπου η πολιτική βιογραφία και η αποικιακή αυτοκριτική συγκροτούν ένα ιδιαίτερο είδος γραφής: εμπειρικό, προσωποκεντρικό και, ταυτόχρονα, ιδεολογικά ανήσυχο. Το έργο του για τους Ιησουίτες εντάσσεται πλήρως σ’ αυτή τη γραμμή. Προσεγγίζει επομένως το Τάγμα όχι ως αφηρημένο θεσμό αλλά ως σύζευξη πράξης και πίστης, ως πεδίο έντασης ανάμεσα στην πνευματικότητα και την εξουσία.

Η ιστορική του μέθοδος δεν βασίζεται στην αρχειακή πληρότητα ή στη δογματική ακρίβεια. Βασίζεται, μάλλον, στην ανασύσταση της ιστορικής ατμόσφαιρας, στη δραματοποίηση των επιλογών, στη συναισθηματική κατανόηση του υποκειμένου. Η αφήγησή του διαβάζεται σχεδόν σαν πολιτικό μυθιστόρημα, αλλά χωρίς επινοημένα πρόσωπα: η πλοκή είναι πραγματική και το διακύβευμα υπαρξιακό. Η χρήση των πηγών είναι εκλεκτική, χωρίς αυστηρή μεθοδολογική πειθαρχία· όμως δεν λείπει η ερευνητική εντιμότητα και η βαθιά κατανόηση των συμφραζομένων κάθε εποχής.

Μέσα απ’ αυτή την προσέγγιση, ο Λακουτύρ δεν επιδιώκει να προσφέρει μια νέα θεωρία περί Εκκλησίας ή τάγματος. Αντιθέτως, καλλιεργεί έναν τύπο δημόσιας ιστοριογραφίας, ο οποίος απευθύνεται στον αναγνώστη εκτός των θεολογικών και εκκλησιαστικών κύκλων, χωρίς όμως να χάνει το σεβασμό για το αντικείμενο. Αυτό που κερδίζεται είναι η δυνατότητα πρόσβασης: το να μιλήσει κανείς για το εκκλησιαστικό όχι ως οικείος, αλλά ως προσεκτικός φιλοξενούμενος· και να αναδείξει το Τάγμα όχι ως ένδοξο θεσμό, αλλά ως πειραματική μορφή χριστιανικής παρουσίας στον κόσμο. Η σύνδεση πίστης και εξουσίας, όπως την εκθέτει ο Λακουτύρ, δεν είναι καταγγελτική· είναι αναλυτική και συχνά στοχαστική. Δεν προτείνει τη ρήξη αλλά την κατανόηση· και εντέλει αυτό είναι το κύριο προσόν του έργου: δεν μιλά από μέσα, αλλά δεν απομακρύνεται. Διατηρεί μια κρίσιμη απόσταση, που όμως δεν γίνεται ποτέ κυνισμός – αλλά στοχαστική αφοσίωση στην Ιστορία ως μέσο κατανόησης της πνευματικής διακινδύνευσης.

 

Πνευματικότητα και πολιτική

Στην αφήγηση του Λακουτύρ, οι Ιησουίτες δεν εμφανίζονται ούτε ενεργούν απλά ως θρησκευτικοί λειτουργοί ή μοναχοί. Μάλλον είναι πιο εύστοχο να τους περιγράψει κανείς ως πρόσωπα ενταγμένα σ’ ένα σύνθετο και ρευστό πεδίο, όπου η πνευματικότητα δεν διαχωρίζεται από την πολιτική, ούτε η αποστολή από την παιδεία, και ούτε τέλος η υπακοή από την κοινωνική επιρροή. Η Εταιρεία του Ιησού, ήδη από την συγκρότησή της, λειτουργεί ως ένα πειραματικό εργαστήριο προσαρμογής της Ρωμαιοκαθολικής παράδοσης στον νεωτερικό κόσμο – όχι με όρους αφομοίωσης στη λογική της εξουσίας, αλλά με μια εντυπωσιακή επίγνωση του ιστορικού βάρους μιας ιερής αποστολής.

Το δίπολο contemplatio (θεωρία) – actio (πράξη)  αποκτά μια νέα προοπτική. Υπ’ αυτή την έννοια, η προσευχή δεν οδηγεί σε απόσυρση από τα εγκόσμια, αλλά σημαίνει παρέμβαση στον κόσμο σε πνευματικό επίπεδο και, αντίστοιχα, η αρετή της υπακοής δεν ακυρώνει την προσωπική ευθύνη, αλλά τη μετατρέπει σε εργαλείο αποστολής προς επίτευξη ενός ιερού σκοπού. Οι Ιησουίτες, όπως τους παρουσιάζει ο Ζαν Λακουτύρ, είναι παρόντες σ’ όλα τα στρατηγικά σημεία του Ρωμαιοκαθολικού κόσμου: στην αυλή, στο σχολείο, στην έδρα της φιλοσοφίας, στην εξομολόγηση των βασιλέων. Η ιστορική πραγματικότητα του ιησουιτικού βίου δεν είναι ιδεατή· είναι πολιτικά φορτισμένη, γεμάτη συγκρούσεις, συμμαχίες, τακτικές και οραματισμούς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση της σχέσης των Ιησουιτών με την αριστοκρατία και τους διανοούμενους. Ο Λακουτύρ αναδεικνύει την ικανότητα του Τάγματος να κινείται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικούς κοινωνικούς ρόλους: από τον παιδαγωγό των ελίτ έως τον κατηχητή των φτωχών· από τον υπηρέτη της θεολογίας έως τον σύμβουλο της πολιτικής. Αυτή η ευλυγισία, που για άλλους υπήρξε σκάνδαλο, στον Λακουτύρ αναδεικνύεται σε μορφή υπαρξιακής και θεσμικής ωριμότητας. Οι Ιησουίτες δεν υπηρετούν την εξουσία άκριτα, αλλά τη διαχειρίζονται, την επηρεάζουν και την προσεγγίζουν με επίγνωση ότι και αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος και φορέας της χριστιανικής μαρτυρίας.

 

Αποικιοκρατία και εξουσία

Δεν θα ήταν δυνατόν να αφηγηθεί κανείς την ιστορία των Ιησουιτών, ειδικά κατά την πρώιμη περίοδο του Τάγματος, χωρίς αναφορά στον αποικιοκρατικό κόσμο μέσα στον οποίο αυτοί δραστηριοποιήθηκαν. Ο Λακουτύρ δεν αποσιωπά αυτή τη διάσταση· αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι η Εταιρεία του Ιησού λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό εντός των δομών της αποικιοκρατικής επέκτασης της Ευρώπης, συχνά μάλιστα ως κινητήριος μοχλός της Ρωμαιοκαθολικής διείσδυσης στις εσχατιές του τότε γνωστού κόσμου. Ωστόσο, δεν εξισώνει τη δράση του Τάγματος με τη λογική της κυριαρχίας. Επιλέγει, και πολύ σωστά, να διακρίνει ανάμεσα στη συμμαχία με την εξουσία και την εργαλειοποίησή της.

Για να γίνει πιο σαφές αυτό, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας ότι οι Ιησουίτες ανέπτυξαν σχέσεις με κυβερνήτες, αντιβασιλείς, στρατηγούς και μοναρχίες, όχι μόνο για να εξασφαλίσουν προστασία και πόρους, αλλά και επειδή πίστευαν ότι η μεταμόρφωση του κόσμου περνά κυρίως μέσα από τους συγκεκριμένους θεσμούς. Η εν λόγω τακτική τούς κατέστησε απαραίτητους αλλά ταυτόχρονα επικίνδυνους για την εξουσία. Το πέρασμα, εξάλλου, από την εποχή της ευλογίας και των επευφημιών στην περίοδο της καχυποψίας υπήρξε ραγδαίο. Δεν είναι τυχαίο ότι απέκτησαν εχθρούς τόσο εντός της Εκκλησίας όσο και στα διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, με αποτέλεσμα την κατάργηση του Τάγματος το 1773.

Σε αυτή τη συγκυρία, εδραιώθηκε η στερεοτυπική και συχνά κακόπιστη κατηγορία πως οι Ιησουίτες υιοθετούσαν την αντίληψη ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ο Λακουτύρ απορρίπτει τέτοιες γενικεύσεις. Δεν αρνείται τις περιπτώσεις υπέρμετρης πολιτικής εμπλοκής ή σκοτεινών διασυνδέσεων, αλλά επιμένει ότι τέτοιες περιπτώσεις δεν συνιστούν τον πυρήνα της ιησουιτικής ταυτότητας. Αντιθέτως, οι σημαντικότερες μορφές του Τάγματος διακρίνονται για τη συνείδηση του ορίου, την εσωτερική αυτοκριτική και τη διαρκή ένταση μεταξύ πνευματικότητας και ιστορίας.

 

Συναφειακή θεολογία

Από τα πρώτα της βήματα, η Εταιρεία του Ιησού δεν αντιλαμβανόταν την ιεραποστολή ως απλό προσηλυτισμό ή γεωγραφική επέκταση του ευρωπαϊκού Καθολικισμού. Αντιθέτως, οι πλέον ριζοσπαστικοί και οραματιστές Ιησουίτες προσέγγισαν τους ξένους πολιτισμούς με αξιοσημείωτη ευαισθησία και πνευματική διάθεση ακρόασης. Ο Ζαν Λακουτύρ αφιερώνει εκτενή κεφάλαια στις περιπτώσεις του Ματέο Ρίτσι (Matteo Ricci) στην Κίνα, του Ρομπέρτο ντε Νόμπιλι (Roberto de Nobili) στην Ινδία και άλλων λιγότερο γνωστών μορφών, μέσα από τις οποίες διαφαίνεται μια εντελώς διαφορετική ιεραποστολική λογική· αυτή που σήμερα η σύγχρονη θεολογία ονομάζει συναφειακή (contextual)[2].

Η συναφειακή θεολογία, όπως αναπτύχθηκε μεταγενέστερα από την ιεραποστολική σκέψη του 20ού αιώνα, βρίσκει στους Ιησουίτες της πρώιμης νεωτερικότητας ορισμούς από τους πιο ενδιαφέροντες προδρόμους της. Δεν πρόκειται απλώς για μια πολιτισμική «προσαρμογή»· πρόκειται για μια μορφή ενσάρκωσης της χριστιανικής πίστης στον πολιτισμό του Άλλου – χωρίς υπεροψία, χωρίς διάθεση εκπολιτισμού, με συνείδηση ότι το Ευαγγέλιο μεταφέρεται αλλά και μεταφράζεται. Ο Ρίτσι στη Μινγκική Κίνα εμφανίζεται όχι ως ξένος κήρυκας, αλλά ως λόγιος ανάμεσα σε λογίους. Με παρόμοιο τρόπο ο Ντε Νόμπιλι στην ινδουιστική Νότια Ινδία δεν απορρίπτει τον τοπικό πολιτισμό, αλλά τον στοχάζεται θεολογικά, αναζητώντας δομές συνάφειας και θεολογικής συγγένειας.

Ο Λακουτύρ δεν χρησιμοποιεί ρητά τον όρο «συναφειακή θεολογία», αλλά το πνεύμα της διατρέχει την αφήγησή του. Αντιλαμβάνεται ότι το Τάγμα των Ιησουιτών δεν εξαντλείται στη δύναμή του εντός της Ευρώπης· ότι η μεγαλύτερη πρόκλησή του ήταν η αναμέτρηση με πολιτισμούς που δεν μπορούσαν να κατανοηθούν με τα ευρωπαϊκά μέτρα. Μέσα απ’ αυτούς τους ιεραποστόλους, ο Καθολικισμός παύει να ταυτίζεται με τη λατινικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από αυτούς τους Ιησουίτες συγκρούστηκαν τελικά με τη Ρώμη ή με άλλες Ρωμαιοκαθολικές δυνάμεις. Υπ’ αυτή την έννοια, η αυθεντικότητα της προσέγγισής τους φανέρωσε και τα όρια του κέντρου.

 

Ο Λογιόλα και οι Εβραίοι

Ένα από τα λιγότερο προβεβλημένα αλλά βαθιά αποκαλυπτικά σημεία του βιβλίου του Ζαν Λακουτύρ αφορά τη στάση του ιδρυτή του Τάγματος, Ιγνατίου Λογιόλα, απέναντι στους Ιουδαίους, κατά την περίοδο της πρώιμης συγκρότησης της Εταιρείας του Ιησού στα μέσα του 16ου αιώνα. Σε μια εποχή όπου ο αντι-ιουδαϊσμός αποτελούσε κοινό τόπο τόσο στη θεσμική έκφραση της Εκκλησίας (υμνογραφία, εκκλησιαστική γραμματεία, ιεροί κανόνες κ.λπ.) όσο και ευρύτερα στην κοινωνία των χριστιανικών βασιλείων[3], ο Λογιόλα επέλεξε να μη συμμορφωθεί με το αφήγημα της κυρίαρχης προκατάληψης. Όχι από αφέλεια ή ρητορική ευγένεια, αλλά από βαθιά πεποίθηση περί της οικουμενικότητας της θείας χάριτος και της αδυναμίας της καταγωγής να αποτελεί θεολογικό κριτήριο σωτηρίας.

Ο Λακουτύρ παρατηρεί ότι στους πρώτους κανονισμούς της Εταιρείας δεν περιλαμβάνεται κανένας φυλετικός ή εθνοτικός περιορισμός. Αντιθέτως, καταγράφονται κάποιες περιπτώσεις πρώτων Ιησουιτών με «νεοφώτιστη» (converso) καταγωγή, οι οποίοι εντάχθηκαν και διακρίθηκαν στην Εταιρεία παρά τις πιέσεις που δέχτηκε ο Λογιόλα να θεσπίσει μέτρα αποκλεισμού. Η αντίστασή του σε τέτοιες εισηγήσεις υπήρξε σταθερή και τεκμηριωμένη. Στο επίκεντρο της αξιολογικής του κρίσης βρισκόταν η πνευματική επάρκεια και η πρόθεση του υποψηφίου, όχι το γενεαλογικό του παρελθόν.

Αυτή η στάση του Λογιόλα αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως της ιστορικής εξέλιξης του αντισημιτισμού. Ενώ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θεσμικά χρειάστηκε αιώνες για να αποδομήσει τα στερεότυπα περί Εβραίων[4], ο ιδρυτής των Ιησουιτών έθεσε από νωρίς ένα διαφορετικό παράδειγμα: όχι απλώς ανεκτικό, αλλά ενεργά ενταξιακό. Ο Λακουτύρ, με το οξύ πολιτικό του αισθητήριο, δεν το προσπερνά· αναδεικνύει τη στάση αυτή ως σημάδι πνευματικής γενναιότητας και προφητικής διάκρισης. Σε μια εποχή όπου η Ευρώπη ξανασυζητά τις σχέσεις της με την εβραϊκή της ταυτότητα, και όπου ο αντισημιτισμός επανεμφανίζεται με νέα προσωπεία, η στάση του Λογιόλα, όπως την περιγράφει ο Λακουτύρ, προσφέρει ένα υπόδειγμα θεολογικής και ανθρώπινης ωριμότητας. Δεν πρόκειται για μια ιστορική λεπτομέρεια αλλά για μια διάσταση που αναδεικνύει ένα βαθύτερο ερώτημα: μπορεί η Εκκλησία να σταθεί στον κόσμο ως κοινότητα χωρίς αποκλεισμούς; Οι Ιησουίτες του Λογιόλα –τουλάχιστον στην αρχή– απάντησαν καταφατικά.

 

Αποσιωπήσεις και όρια

Όσο πλούσιο και στοχαστικό κι αν είναι το έργο του Ζαν Λακουτύρ, δεν παύει να φέρει εντός του σημαντικές αποσιωπήσεις. Το πιο εμφανές θεματικό κενό είναι η υποτονική αντιμετώπιση της Μεταρρύθμισης, η οποία, παρότι αποτελεί το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συγκροτείται η Εταιρεία του Ιησού, δεν παρουσιάζεται ως θεολογική πρόκληση ή υπαρξιακός αντίλογος. Ο Λούθηρος, ο Καλβίνος, ο Ζβίγγλιος, αλλά και ο πνευματικός αντίκτυπος του προτεσταντικού κόσμου, παραμένουν στο περιθώριο· η Μεταρρύθμιση εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά ως απειλή ή αφορμή κινητοποίησης και όχι ως συνομιλητής στη θεολογική και ιστορική συγκρότηση του νεωτερικού Ρωμαιοκαθολικισμού. Η απουσία αυτής της διαλεκτικής ελαχιστοποιεί τη δυνατότητα του αναγνώστη να κατανοήσει τη συνθετότητα του ιησουιτικού εγχειρήματος ως απάντηση εντός ενός διαιρεμένου χριστιανικού κόσμου.

Εξίσου ηχηρή, αν όχι και πιο καθοριστική, είναι η παντελής απουσία του Ανατολικού Χριστιανισμού από το έργο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, οι Προχαλκηδόνιες εκκλησιαστικές κοινότητες (Κοπτική, Αρμενική, Συρο-ιακωβιτική), οι Συροανατολικές παραδόσεις (Νεστοριανοί), ακόμη και τα Ανατολικο-Καθολικά Πατριαρχεία (π.χ. Μαρωνίτες, Μελχίτες), απουσιάζουν πλήρως από την αφήγηση, παρά τη σημαίνουσα παρουσία τους στα γεωγραφικά πεδία της ιησουιτικής δράσης και τη διάδρασή τους με την Εταιρεία[5]. Δεν γίνεται καμία μνεία στη θεολογική και την πολιτισμική σύγκλιση ή, ενδεχομένως, στην απόσταση· δεν επιχειρείται καμία αναστοχαστική θεώρηση της καθολικότητας υπό το πρίσμα των διαχριστιανικών σχέσεων. Η οικουμενικότητα του έργου αποτυπώνεται γεωγραφικά, πολιτισμικά και διαθρησκειακά, όχι όμως διαχριστιανικά και διομολογιακά. Υπ’ αυτή τη συγκεκριμένη οπτική, ο Ρωμαιοκαθολικισμός παραμένει de facto λατινοκεντρικός, παρά τον πλούτο της εμπειρίας που περιγράφεται.

Παρά τα παραπάνω, η αξία του βιβλίου παραμένει αναντίρρητη. Στους ακαδημαϊκούς κύκλους αντιμετωπίστηκε άλλοτε ως έργο υψηλής αφηγηματικής αξίας, άλλοτε ως ανεπαρκώς τεκμηριωμένο. Στους θεολογικούς και εκκλησιαστικούς χώρους από την άλλη, προκαλεί σκεπτικισμό, ιδίως λόγω της έμφασης στις σχέσεις με την εξουσία, τις πολιτικές δολοπλοκίες και εντέλει την αποτύπωση της ανθρώπινης τραγικότητας. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, το έργο παραμένει αντικείμενο στοχασμού και αναστοχασμού. Ο Λακουτύρ, χωρίς να διεκδικεί την αυθεντία ενός θεολόγου, καταφέρνει να πείσει με τη σοβαρότητα του ιστορικού που αναγνωρίζει ότι το μυστήριο της Εκκλησίας φανερώνεται μέσα στην ανθρώπινη συνθήκη.

***

Διαβάζοντας κανείς με ιστορική και θεολογική ευαισθησία το έργο του Lacouture δεν αποκομίζει την προσπάθεια απολογητικής διάθεσης αλλά μάλλον έρχεται αντιμέτωπος με μια πρόσκληση. Σε τι συνίσταται η πρόκληση αυτή; Στο να ιδωθεί η Εκκλησία όχι ως μια στατική πραγματικότητα αλλά ως γεγονός εν χρόνω, με όλες τις εντάσεις, τις ελπίδες και τις εκτροπές που αυτό συνεπάγεται. Η Εταιρεία του Ιησού, όπως παρουσιάζεται στο εν λόγω βιβλίο, δεν αποτελεί απλά μια συγκροτημένη θεσμική απάντηση της Ρώμης στη νεωτερικότητα. Είναι και αυτό αλλά ταυτόχρονα είναι πολλά παραπάνω. Αναδεικνύεται μέσα από τον τρόπο περιγραφής και ανάλυσης του Λακουτύρ ως ένα εργαστήριο χριστιανικής αυτοκατανόησης και προσαρμοστικότητας στο πλαίσιο ενός ιερού σκοπού· ένα εργαστήριο που την ίδια στιγμή μπορεί να φανερώνεται αποτελεσματικό αλλά και προβληματικό. Η συμβολή του Λακουτύρ έγκειται ακριβώς στο ότι αποφεύγει τις απλουστεύσεις και φωτίζει τη διαλεκτική ανάμεσα στον διανοητικό και πνευματικό ριζοσπαστισμό  από τη μια και την πολιτική διαπλοκή από την άλλη, δίχως όμως να εκπίπτει είτε στον ετεροκαθορισμό είτε στην εξιδανίκευση. Έτσι, προσφέρει ένα ιστορικό παράδειγμα με εκκλησιολογικό βάθος, ανοιχτό σε περαιτέρω αναγνώσεις και, κυρίως, επίκαιρο στη σύγχρονη αναζήτηση ταυτότητας και μαρτυρίας της Εκκλησίας στον κόσμο.

 

 

[1] Από το πλούσιο έργο του έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε μετάφραση Κώστα Θεοφάνους το Νάσερ, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1997.

[2] Για μια γενική επισκόπηση της έννοιας και της μεθοδολογίας της συναφειακής θεολογίας βλ. St. Bevans, Models of Contextual Theology, Orbis Βooks, Maryknoll, NY 2005.

[3] Για μια ανάλυση των αντισημιτικών θεωριών συνωμοσίας, όπως αναπτύχθηκαν ενδεικτικά στα βασίλεια της Ιβηρικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεωτερικότητα βλ. F. Soyer, Antisemitic Conspiracy Theories in the Early Modern Iberian World: Narratives of Fear and Hatred, Leiden: Brill, 2019.

[4]Η ριζική αναθεώρηση της θεολογικής στάσης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας απέναντι στον Ιουδαϊσμό συντελέστηκε κατά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο και πιο συγκεκριμένα με τη διακήρυξη Nostra Aetate (1965), η οποία απορρίπτει τη συλλογική ευθύνη των Εβραίων για το θάνατο του Χριστού, αναγνωρίζει τη διαρκή θεολογική αξία της Διαθήκης του Ισραήλ και καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφή αντισημιτισμού ως αντίθετη προς την αποστολή της Εκκλησίας. Βλ. ενδεικτικά M. S. Kinzer, Searching Her Own Mystery: Nostra Aetate, the Jewish People, and the Identity of the Church, Cascade Βooks, Eugene, 2015.

[5] Για τη δράση των Ιησουιτών στον ευρύτερο χώρο της Χριστιανικής Ανατολής, βλ. M. Tadros, The Jesuits in Syria: 1625-1683, Palgrave Macmillan, Cham 2024 και ειδικά για τον ελλαδικό χώρο πρβλ. και C. Capizzi, «I gesuiti nella Grecia dalle loro origini fino alle soglie del secolo XIX» στο L. Vaccaro (επιμ.), Storia religiosa della Grecia, Centro Ambrosiano, Milano 2002, σ. 239-287.

Νίκος Κουρεμένος

Διδάκτωρ ανατολικών εκκλησιαστικών επιστημών του Ποντιφικού Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών της Ρώμης, ερευνητικός εταίρος της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου. Έχει διατελέσει εντεταλμένος διδάσκων του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ιστορία Αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών) και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Θρησκειολογία) καθώς και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Eichstätt (Έδρα Θεολογίας της Χριστιανικής Ανατολής) στη Γερμανία. Κυκλοφορεί το βιβλίο του Nationalism and Ecumenical Orthodoxy (με τον Δημήτριο Κεραμιδά, 2021).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.