Σύνδεση συνδρομητών

1981 και τέσσερα ακόμα ποιήματα

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2026 12:37
1981 και τέσσερα ακόμα ποιήματα
Ζωγραφική του Αλέξανδρου Ίσαρη.

Πέντε ποιήματα του Κόστια Τσολάκη. Γράφτηκαν στα αγγλικά και μεταφράστηκαν στα ελληνικά από την Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη.

1981

Άνδρες μέσα σε σινεμά τίγκα στον καπνό, με βλέμματα αναμμένα

απ’ την οθόνη, κολλημένα στον Περσέα του Χάρι Χάμλιν —

στη μυώδη, αθλητική του διάπλαση, τα λακκάκια στα μάγουλά του,

την απαλή και καφετιά του χαίτη. Ξαναμμένοι αναζητούν

μια γεύση του ημίθεου — το νέκταρ του το ζωογόνο —

σ’ αυτά τα άλλα σινεμά που στέκουν διάσπαρτα

γύρω από τον άθλιο κυκλικό κόμβο της πόλης. Θνητοί όμοιοί τους

το έπαθλό τους. Κουβαλούν εφημερίδες με μεγάλα

φύλλα, μια επίφαση ευπρέπειας, να προστατέψουν

γόνατα και παντελόνια σχολαστικά σιδερωμένα,

απ’ τα λιγδιάρικα, κολλώδη, βελουτέ καθίσματα. Κρυμμένα

μες στις στήλες τους: τα πρώτα καταγεγραμμένα κρούσματα.

 

ΓΚΑΖΑΛ: ΣΑΝ ΕΚΕΙΝΟΥΣ

Τα καλοκαίρια επιστρέφω σπίτι απ’ το πανεπιστήμιο κι ακόμα προσποιούμαστε: δεν είμαι σαν εκείνους.

Εκείνους τους άνδρες στις ειδήσεις των οκτώ. Στην γκέι κρουαζιέρα. Η Μαμά τούς κοροϊδεύει εκείνους.

Διαβάζει πράγματα, ακούει πράγματα, της λένε πράγματα. Τις συμφορές που φέρνει

στο μυαλό, στο κορμί. Στην υπόληψη. Το βλέμμα στο κενό απ’ την αγωνία: αυτό κλώθω σαν εκείνους.

Το μόνο που σκέφτομαι εγώ: να είμαι στην Αγγλία — να μη μ’ ελέγχω κάθε λίγο. Τι λέω, πώς μοιάζω.

Τα όμορφα αγόρια μες στα κλαμπ. Πώς αγαπώ. Κάθε μάνα κι ένας γιος σαν εκείνους.

Γιατί ξύρισες τα μαλλιά σου; Στενό σου πέφτει το πουκάμισο. Γνώμες αδιάκοπες.

Μου λείπουν οι διψασμένες αχτίδες απ’ τα μάτια που πέφτουν πάνω μου. Ο ήλιος που φωτίζει σαν εκείνους.

Σπίτι έχω το Trash Palace, το Joiners, το Ghetto. Πίστες όπου τ’ αγόρια ξεδιπλώνονται κι ανθίζουν.

Αν ήμουν βασιλιάς, θα ’βαζα να φτιαχτούν πορτραίτα μινιατούρες από εκείνους.

Δε θ’ αφήσεις κανέναν να σε πειράξει, έτσι; πετάει η Μαμά πίσω απ’ τις πολεμίστρες

των πρωινών εφημερίδων. Λες και τα όπλα, γεμισμένα, είναι σαν εκείνους.

Στη στενή, κολλώδη αγκαλιά ενός ντάρκρουμ, ένα όνομα δε λέει τίποτα. Περνάνε άνδρες

αγγίζουν, γεύονται, μυρίζουν. Κι όλοι οι διαφορετικοί εαυτοί που ντύνομαι; Δεν είμαι κανένας από εκείνους.

Το παιδικό μου το κρεβάτι — σπίτι για μονό κορμί. Πέφτω για ύπνο μετρώντας φιλιά:

σε πάρτι, τουαλέτες, σ’ άλλων κρεβάτια. Γυρίζει το κεφάλι μου — το σύνολο από εκείνους! 

Στο αεροδρόμιο, η Μαμά αφήνει τον Κωστή της. Εγώ, ο Κόστια, επιμένω, ξέρω

με ποιους στέκομαι: τους άνδρες αυτούς, το σόι το δικό μου. Χαρούμενος που είμαι σαν εκείνους.

 

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗ

Στο βαλτώδες τούτο χαντάκι, κάτω από κλαδιά γυμνά

κείτεται το αποσυντεθειμένο πτώμα του Βαγγέλη. Φοιτητής

ήταν στη Γαλακτοκομική, εδώ κοντά. Τον ψάχνανε τριάντα εφτά ημέρες

και σ’ όλη την Ελλάδα τον έβλεπαν ταυτόχρονα. Στα μήντια

τον χαρακτήριζαν ευαίσθητο, μοναχικό. Οι νταήδες τον βαράγαν

καθώς έτρωγε. Όταν πλενόταν, του κλείναν το νερό.

Κάποιος τον έριξε απ’ τις σκάλες με κλωτσιά, κάποιος τον κλείδωσε

σε μια ντουλάπα, τον έβαλε να τραγουδά για ώρες. Κι ύστερα

το βίντεο: έξι τύποι που τον πλακώσαν με το βάρος τους, με χάχανα. Χιλιάδες

τον άκουσαν να ικετεύει, Αφήστε με, πονάω, με μια φωνή

μικρότερη κι από ελιά. Όλα καταγεγραμμένα. Όπως και το μαχαίρι

που βρήκαν πλάι του. Μα χάθηκαν τα χαρακτηριστικά του, η λεία σάρκα

στα μάγουλά του, εκεί που η μάνα του του έδινε φιλί

                                                                                    για καληνύχτα.

 

ΚΗΦΙΣΟΣ

θλιβερό της Αθήνας ποτάμι

            κανείς δε σ’ αγαπά

                        ούτε Τίβερης ούτε Σηκουάνας

            κανείς δεν τραγουδά     Κηφισέ

Κηφισέ     τι όμορφος

            που είσαι     στο κεφαλάρι

                        ένας θύλακας ανέγγιχτος

            καθάρια νερά     πλατάνια

κοσκινίζουν με φυλλώματα τον ήλιο

            ένας έφηβος     κι η μάνα του

                        στο πλάι     θυσίασαν

            τους παιδικούς βοστρύχους του

μακριούς σαν χέλια     στιλπνούς

            από ελαιόλαδο     στο θεϊκό σου

                        ρεύμα     χιλιετίες αργότερα

            σκυλιά γαβγίζουνε δεμένα

στις όχθες σου προειδοποιώντας

            τι σε περιμένει

                        στην κατηφοριά     οι θεϊκοί

            οπωρώνες και τα ιερά σου

έγιναν εργοστάσια

            εργαστήρια φαρμακευτικά     πάρκα βιομηχανικά

                        λύματα βρωμίζουν το κορμί σου

            φτιάχνοντας φρικιαστικά

ουράνια τοξοδέρματα     πεταμένα μπάζα μπλοκάρουν

            τη ροή σου     αγωγοί

                        και κανάλια τσιμεντένια

            περιορίζουν   κι εκτρέπουν

τη φυσική σου ρότα     εγκιβωτισμένη κάτω

            από πηγμένη λεωφόρο

                        τίποτα καλό δε βγαίνει από τα σπλάχνα σου

            τα ψάρια που σε κατοικούσαν

μπριάνες     αττικόψαρα     ποταμοκέφαλοι

            εξαφανίστηκαν     κι ουδέν μνημείο σημαδεύει

                        το μουντό σου στόμα     που σχίζεται στα δυο

            από σαθρή αποβάθρα

βγαίνεις στη θάλασσα υπό το σαματά

            κόμβου τρομπέτας ανισόπεδου

                        πέφτουν από τα γιωτ

            των εκατομμυρίων οι άγκυρες

και σπουργιτάκια τιτιβίζουν

            κι εφορμούν     τσιμπώντας το λιγδιασμένο πρόσωπό σου

                        σε διψασμένο αποχαιρετισμό

            τα καλοκαίρια μένεις

στάσιμος     ξεραίνεσαι

            γεμίζεις μπόχα την πόλη

                        που θυμάται ότι υπάρχεις

            μόνο όταν βρέχει

τσιτώνει σαν φουσκώνεις     και γίνεσαι

            χείμαρρος     θολός     σαρωτικός

                        που απειλεί να πλημμυρίσει

να κατακλύσει     την Αθήνα που τότε εύχεται

 

Σ’ ΑΛΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

            Ποτέ δε διδάσκεται η γλώσσα, μόνο τρώγεται

μέσ’ απ’ τα φρούτα της: σύκο, πεπόνι, καρπούζι, βερίκοκο.

            Και οι καβγάδες δυσκολόσπαστοι αχινοί

γεμάτοι το αυγοτάραχο της συμφιλίωσης. Πώς να κρατήσεις μούτρα

            στον άνδρα που κοιμάται κάτω από τ’ αρμυρίκια,

με τα τζιτζίκια να τρυπούν τη ζέστη του απογεύματος, τη μια σταγόνα πόνο

            της σφήκας να γυροφέρνει το κορμί του, το δέρμα σκεπασμένο από αλισάχνη

                                                                                                            απ’ το πρωινό κολύμπι.

 

 

Κόστια Τσολάκης

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και σήμερα ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Η συλλογή του Greekling (2023) συμπεριλήφθηκε στις βραχείες λίστες για το Βραβείο Ράνσιμαν και το Polari First Book Prize το 2024. Ιδρυτής και αρχισυντάκτης του harana poetry, διαδικτυακού περιοδικού για ποιητές που γράφουν στα αγγλικά ως δεύτερη ή παράλληλη γλώσσα.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.