Σύνδεση συνδρομητών

Ομοφυλόφιλος έρωτας στη μυθολογία

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2026 22:46
 Galleria Nazionale d’Arte Antica
Caravaggio, Ο Νάρκισσος, περ. 1600, λάδι και κιαροσκούρο σε καμβά, 110Χ92 εκ. Στο έργο αυτό, ο Καραβάτζο ζωγραφίζει τον Νάρκισσο ανίκανο να ερωτευτεί τον άλλο και γι’ αυτό θαυμάζει το είδωλό του που καθρεφτίζεται, θαυμάζει δηλαδή τον εαυτό του. Απαρνούμε
Galleria Nazionale d’Arte Antica

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης, Δέκα ομόφυλα ζευγάρια από τον κόσμο των μύθων, Οξύ, Αθήνα 2025, 128 σελ. 

Η προσπάθειά μας επικεντρώνεται σε μιαν αμιγώς ιστορική θεώρηση δίχως ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές προκαταλήψεις, γράφει στην εισαγωγή ο Ξενοφών Μπρουντζάκης. Αυτή η άποψη διευκρινίζεται περαιτέρω, υπάρχει και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Η σύγχρονη ανάγνωση αυτών των ιστοριών δεν γίνεται για να τις «εκμοντερνίσουμε» ή να τις στρατεύσουμε σε κάποια ιδεολογία. Γίνεται γιατί οι μύθοι δεν πεθαίνουν. Συνεχίζουν να λειτουργούν ως ψυχικά αποθέματα, ως λογικά παραδείγματα, ως αισθητικές καταγραφές. Και πάντοτε αποκαλύπτουν κάτι για την εποχή που τους διαβάζει.

Αυτό το τελευταίο συμφωνεί με την άποψη των ιστοριογράφων ότι είναι αδύνατο να διαβάσουμε παλιά γεγονότα ή μύθους με το βλέμμα των ανθρώπων της εποχής τους. Πάντοτε τους μύθους αυτούς τους φέρνουμε στο παρόν, στην εποχή μας, γι’ αυτό μπορούμε να τους διαβάζουμε με άλλο μάτι ξανά και ξανά.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήδη η επιλογή ομόφυλων ζευγαριών και η αναγραφή αυτής της επιλογής στον τίτλο του βιβλίου προσδιορίζει το σημερινό συνολικό βλέμμα.

Ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτοί οι μύθοι ήταν κάποτε προφορικός λόγος και έφθασαν σε μας επειδή κάποιος αργότερα τους κατέγραψε, επειδή δηλαδή ήδη έχουν υποστεί μια προηγούμενη επικαιροποίηση. Το ξαναδιάβασμά τους λοιπόν πάντοτε αποκαλύπτει κάτι για την εποχή στην οποία ξεδιπλώνονται, δηλαδή για τους σύγχρονους με τη μελέτη τους ανθρώπους. Ωστόσο το βλέμμα μας το προσδιορίζει  η  σημερινή γλώσσα, αφού για να συνεννοηθούμε χρησιμοποιούμε έννοιες-λέξεις που δεν υπήρχαν όταν αυτοί οι μύθοι δημιουργήθηκαν.

«Είναι προφανές ότι δεν είναι  δυνατόν να ερευνήσει κανείς αναλυτικά τη σεξουαλική ιστορία μιας κοινωνίας που υπήρξε, με όλες τις χίλιες μύριες διαφορές της από τη σημερινή, πριν 3.000 χρόνια», αναγνωρίζει και γράφει στην εισαγωγή του ο Ξενοφών Μπρουντζάκης. Έτσι λοιπόν δίνει παραδείγματα στα οποία δεν αναφέρεται αν ο έρωτας είχε πάρει  σαρκική μορφή ή όχι:

Στην Ιλιάδα  του Ομήρου […] μνημονεύεται η συντροφική σχέση του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο. Περιγράφεται  μια σχέση μεταξύ δυο λαμπρών ανδρών στο ήθος,  την ανδρεία και την ομορφιά, που χρονολογείται  στον πρώιμο 12ο π.Χ. αιώνα.  

Ενώ,

Η  λυρική ποιήτρια Σαπφώ περιγράφει, με απαράμιλλη συναισθηματική ενάργεια, τους  καημούς του έρωτα γυναίκας προς γυναίκα.

Προσωπικά, στο βιβλίο αυτό, διαβάζω την άποψη του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη  ως ανανεωμένη και σύγχρονη, ως μια προσπάθεια να αποκαθάρει το σύγχρονο βλέμμα και τις σύγχρονες προσεγγίσεις από τη συντηρητική και απορριπτική άποψη της κοινωνίας του 20ού αιώνα για τα θέματα αυτά. Ως προσπάθεια στροφής, ώστε η ματιά μας να ξεφύγει από προκαταλήψεις και από τις αντιλήψεις που οι προκαταλήψεις αυτές συντηρούν.

Για να είναι μάλιστα περισσότερο ευέλικτος στην πραγμάτευση του θέματός του, δεν επιδιώκει να «καπελώσει» τον αναγνώστη με την άποψή του. Αντίθετα, προσέρχεται στη μελέτη του για το θέμα,  για αμαρτίες δηλαδή, για απαγορεύσεις και τα συναφή, γυμνός από απόψεις. Μπορεί έτσι και βλέπει ότι η χάρη, η αφέλεια, η αποδοχή του άλλου, η βαθιά φιλία και ο  μεγάλος έρωτας είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των ζευγαριών, σχέσεις που εμπεριέχουν και εξαγνίζουν τις υπαρκτές ή ανύπαρκτες  σαρκικές. Αυτές μάλλον υπονοούνται και δεν δείχνουν να ενδιαφέρουν τους παλιούς συγγραφείς των μύθων.

Ας δούμε τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται παραθέτοντας την κατά Μπρουντζάκη εκδοχή εκδοχή του μύθου Αμεινίας – Νάρκισσος.

 

Ο αγαπώμενος τιμωρείται όχι επειδή αγάπησε, αλλά επειδή δεν μπόρεσε να αγαπήσει

Ο Νάρκισσος, σύμφωνα με τον Οβίδιο[i], ήταν γιος της Νύμφης Λειριόπης και του ποταμού Κηφισού, που την παρέσυρε στα ρεύματα των νερών του και τη βίασε. Η μητέρα του ζήτησε έναν χρησμό από τον μάντη Τειρεσία για τη ζωή του και αυτός προείπε ότι θα ζούσε πολλά χρόνια, αρκεί να μην γνώριζε τον εαυτό του. Μια πρόβλεψη αινιγματική και, όπως όλοι οι χρησμοί, ακριβής και σκληρή.

Από παιδί ο Νάρκισσος ήταν τόσο όμορφος που όλοι είχαν λόγο να τον θαυμάζουν και να τον καμαρώνουν:

Τη σιγουριά του στα προγνωστικά δοκίμασε εν πρώτοις η Λειριόπη,
νύμφη αυτή γλαυκή του ποταμού, που ο Κηφισός μια μέρα φουσκωμένος
την πλάκωσε με τα πολλά νερά, και στανικά μες στο βαθύ του ρέμα
την έκανε δικιά του. Στους εννιά τους μήνες η πανώρια εκείνη νύμφη
γέννησε τέκνο σπάνιας ομορφιάς – βρέφος ακόμα και το λαχταρούσες! 

Νάρκισσο είπε η μάνα το παιδί∙ κι όταν γι’ αυτό ρωτήθηκε ο μάντης
αν του ’λαχε πολύχρονη ζωή ώς τα βαθιά γεράματα φτασμένη η απόκριση
που δόθηκε ήταν «Ναι, όσο καιρό δεν θα νογάει ποιος είναι».
Ο λόγος τούτος για καιρόν φάνταζε κούφιος, κι όμως βγήκε αλήθεια:
Βρήκε ανήκουστη μανία το παιδί κι αλλόκοτος χαμός το καρτερούσε. […]

Στην περίπτωση του Αμεινία, ο Νάρκισσος φέρεται να του χαρίζει ένα σπαθί θέλοντας να ειρωνευτεί τον έρωτά του, σαν να του έλεγε ότι το μόνο που του απομένει είναι να αυτοκτονήσει. Ο Αμεινίας τότε πήρε το σπαθί έξω από το κατώφλι του Νάρκισσου και αυτοκτόνησε. Πριν, ωστόσο, βυθίσει το σπαθί στον εαυτό του, ζήτησε από τους θεούς τιμωρία του Ναρκίσσου:

Μεγάλωνε του Κηφισού ο γιος κι έκλεινε τώρα τα δεκάξι χρόνια –
κορμοστασιά και όψη εφηβική με τον άντρα συνταιριάζονταν τη νιότη.
Λεβέντες τον εγύρεψαν πολλοί, πολλές τον λαχταρίσανε κοπέλες∙
ήταν ωραίος, ήταν δροσερός, όμως σκληρή και αγέρωχη καρδιά του,
ποτέ του δεν τον άγγιξε κανείς, μήτε κοπέλας μήτε άντρα χέρι.

[…]

Του Νάρκισσου τα θύματα πολλά: απρόσιτος και με παρόμοιο τρόπο
αρνιότανε της νύφες των δασών, των ποταμών, αρνιόταν και τους άντρες.

Η τιμωρία δεν άργησε να έρθει, καθώς οι θεοί τον οδήγησαν σε μία πηγή ωθώντας τον να δει στα ήρεμα νερά το είδωλό του. Τότε ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε παράφορα τον εαυτό του δίχως ποτέ να μπορεί να συνευρεθεί μαζί του. Από την απελπισία του δεν άντεξε άλλο αυτό το μαρτύριο του ανεκπλήρωτου έρωτα και αυτοκτόνησε. Εκεί που χύθηκε το αίμα του φύτρωσε ένα λουλούδι, ο νάρκισσος, και οι κάτοικοι των Θεσπιών καθιέρωσαν τη λατρεία του θεού Έρωτα:

Δίψασε, κι όπως έσκυψε να πιει, εντός του δίψα αλλιώτικη θεριεύει:
μες στο νερό που πίνει μια μορφή, μορφή που μονομιάς τον συνεπαίρνει.
Θωρεί εικόνα και κορμί – ασώματο που ωστόσο δίνει ελπίδα.
Σαστίζει με τον «άλλον» που είναι αυτός – ακίνητος εκεί, μαρμαρωμένος,
άγαλμα και πέτρα παριανή, κι η όψη του στραμμένη στην εικόνα.
Βλέπει γερμένος πάνω στο νερό τα μάτια του, τα δίδυμα αστέρια,
την κόμη του μπορεί να παραβγεί αντάξια με Απόλλωνα και Βάκχο,
άνηβα μάγουλα και φίλντισι λαιμό, την όψη του την κοντυλογραμμένη,
την πάλευκη, σαν χιόνι καθαρό βαμμένο με του ρόδου τις εξάψεις.
Του εαυτού του τώρα θαυμαστής παθαίνετε γι’ αυτά που τον θαυμάζουν,
τον εαυτό του ανήξερος ποθεί, παινεύει και παινεύεται συνάμα,
μνηστήρας και λαχτάρα του μαζί, καίγεται μες στις φλόγες που ανάβει.
Πόσες φορές το απατηλό νερό δε φίλησε! Τόσα φιλιά χαμένα!
Πόσες φορές στο γάργαρο νερό δε βύθισε τα χέρια ν’ αγκαλιάσει
ό,τι θωρούσε, σώμα και λαιμό – πόσες φορές… κι «αυτός» δεν ήταν μέσα!
Αυτό που βλέπει δεν το εννοεί. Αδιάφορο! Τον καίει αυτό που βλέπει.
Η πλάνη μες στα μάτια του βαθιά – τον ξεγελάει μαζί και τον ξανάβει.

Η διαφορά είναι πως εδώ ο έρωτας είναι απολύτως εσωτερικός ο Νάρκισσος δεν ερωτεύεται τον άλλον αλλά τον εαυτό του – και ακριβώς γι’ αυτό η μοίρα του είναι κενή, εγκλωβισμένη, καταδικασμένη. Δεν προσφέρει, δεν ανταλλάσσει, δεν διακινδυνεύει.

Στην ιστορία του Αμεινία και του Νάρκισσου αντιστρέφεται το σχήμα των προηγούμενων μύθων. Εδώ ο πόθος απορρίπτεται, ο εραστής πεθαίνει, ο αγαπώμενος τιμωρείται όχι επειδή αγάπησε αλλά επειδή δεν μπόρεσε να αγαπήσει. Ο Νάρκισσος σε αυτή την εκδοχή δεν επιβεβαιώνει τον ομόφυλο έρωτα∙ τον αρνείται. Και μαζί με αυτόν, αρνείται και τον άλλο. Δεν είναι το σύμβολο της επιθυμίας αλλά της αυτοερωτικής αυταπάτης∙ ένα παράδειγμα του έρωτα που δεν μοιράζεται και επομένως δεν σώζει.

 

[i] Τα αποσπάσματα με πλάγια γράμματα προέρχονται από το έργο του Οβίδιου, Μεταμορφώσεις, στη μετάφραση του Θ. Δ. Παπαγγελή, Gutenberg, Αθήνα 2025.

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.