Γνώμες
Οι κοντά σαράντα νεκροί ημερησίως από την «ξεχασμένη πανδημία», οι υποκλοπές και τα ρήγματα που έχουν ανοίξει στη δημόσια ζωή, η γενικότερη αίσθηση πως ο ορίζοντας αυτής της κυβέρνησης έχει γίνει η επίταση και επέκταση του μοντέλου μιας αλόγιστης (ανακουφιστικής, φυσικά, για ένα μέρος του πληθυσμού αλλά βλαπτικής προοπτικά για τον τόπο) τουριστικοποίησης και η επιδοματική αντιμετώπιση των κρίσεων – όλα αυτά προσφέρουν μια γεύση απογοήτευσης και δικαιολογημένης δυσφορίας. Η άποψη πως φαινόμενα σαν τα παραπάνω δεν είναι σημαντικά μπρος στο αγαθό της πολιτικής σταθερότητας μοιάζει ρηχή: διότι η σταθερότητα δεν μπορεί ποτέ να είναι η ανώτερη αξία μιας δημοκρατικής πολιτικής τάξης. Για την ακρίβεια, η σταθερότητα είναι σημαντική όταν προκύπτει ως απαύγασμα της καλής λειτουργίας των θεσμών και μιας κουλτούρας ώριμων συμβιβασμών που απέχουν από την ωραιοποίηση και την τεχνητή απόκρυψη των προβλημάτων. Αυτό που αισθανόμαστε πάντως εδώ και πολλούς μήνες (για να μην ανατρέξω πιο πριν) είναι πως η διακυβέρνηση της χώρας έχει στριμωχτεί σε μια καθημερινή κοπτορραπτική σε επικοινωνιακές τρύπες με την παρεμβολή κάποιων σημαντικών πλην ανεπαρκών από πολιτική άποψη λειτουργικών εκσυγχρονισμών (κυρίως ως προς την ψηφιοποίηση υπηρεσιών του Δημοσίου και παροχών προς τον πολίτη).
Νεφελώδης και καταγγελτική, συχνά χωρίς κατανόηση των λεπτομερειών και πολλές φορές παρελκυστική, είναι η δημόσια συζήτηση για τις υποκλοπές. Το κείμενο που ακολουθεί ξεκαθαρίζει τι έχει συμβεί (σε ό,τι έχει διευκρινιστεί) και τι μένει απαραιτήτως να μάθουμε. Εξηγεί ακόμα ότι η κυβέρνηση ελέγχεται για μια διαδικασία απολύτως εναρμονισμένη με την εφαρμογή των νόμων, που για να μην επαναληφθεί απαιτεί συγκεκριμένες ενέργειες και παρεμβάσεις. Ο πρωθυπουργός έχει υποχρέωση να νομοθετήσει κανόνες προστασίας των πολιτών, διότι η «δημοκρατία είναι το καθεστώς του αναστοχασμού και του αυτοπεριορισμού». Σε αυτό οφείλει να εξαντλήσει τη θεσμική ωριμότητά του και το ΠΑΣΟΚ. [ΤΒJ]
Με την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος του 2015, ο τότε πρωθυπουργός επισκέπτεται τον υπουργό Αμύνης στο υπουργείο του (πάλι καλά, θα μπορούσε να τον συναντήσει σε κανένα στρατόπεδο τεθωρακισμένων) όπου ο τελευταίος έκανε τη γνωστή δήλωση, για τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας που διασφαλίζουν τη σταθερότητα στο εσωτερικό της.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 γνώρισα τον θρυλικό καθηγητή Πληροφορικής του ΜΙΤ Μιχάλη Δερτούζο. Του εκμυστηρεύτηκα την επιθυμία μου να αρθρογραφήσω σε εφημερίδες για τον πολύ νέο αυτό κλάδο της Πληροφορικής, τον οποίο είχα σπουδάσει. «Θα σε στείλω να μιλήσεις με τον Σταύρο», μου είπε χωρίς δισταγμό. «Είναι δαιμόνιος».
Τις πρώτες δύο τρεις μέρες του πολέμου, άφωνοι σχεδόν παρακολουθούμε τη ρωσική επίθεση και δεν πιστεύουμε τα μάτια μας με την αντίδραση της Ουκρανίας, που ξεκινάει και σηματοδοτείται από το «Εδώ θα μείνω και θα σταθώ, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς» του προέδρου Ζελένσκι. Ο γλυκομίλητος ηθοποιός, με αυτό το «στέκομαι εδώ», ήδη έχει κερδίσει τον φανταχτερό μάτσο της Ρωσίας.
Οι δριμείς αντιδράσεις διάφορων ομάδων, με αποκορύφωμα τις δηλώσεις εκπροσώπων του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών κατά τη διάρκεια θεατρικών παρατάσεων που ακολούθησαν την πρωτοβάθμια καταδίκη του Δημήτρη Λιγνάδη και την ανασταλτική απόφαση του δικαστηρίου που είχε αποτέλεσμα να αφεθεί αυτός ελεύθερος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσής του από το Εφετείο, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για τα δικαστικά χρονικά της χώρας. Αρκετές φορές οι αποφάσεις των δικαστηρίων σε «πολύκροτες» υποθέσεις συνάντησαν τη σφοδρή κριτική μέρους της κοινωνίας, το οποίο, επικαλούμενο το «κοινό περί δικαίου αίσθημα», απαιτεί την «παραδειγματική τιμωρία» των κατηγορουμένων, την αναθεώρηση των επιβληθεισών ποινών επί το αυστηρότερο ή –όπως στην περίπτωση Λιγνάδη– την άρνηση απολαβής ευνοϊκών διατάξεων του νόμου.