Σύνδεση συνδρομητών

Γίνονται οι Γερμανοί ξανά φασίστες;

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2026 01:04
Η ηγέτις του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία, Άλις Βάιντελ, μιλάει σε πολίτες στις 13 Σεπτεμβρίου, μετά την πρωτιά του κόμματός της στη Σαξονία-Άνχαλτ. Οι υποσχέσεις της: «Χρειάζεστε περισσότερα χρήματα στην τσέπη σας. Θα μειώσουμε τους φόρους κατά 50%. Θα καταργήσουμε αμέσως την πράσινη ιδεολογία χωρίς αντικατάσταση». Παρά τη ρητορική και τις υποσχέσεις, όμως, το αναλογικό, κοινοβουλευτικό και πολυκομματικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας περιορίζει την επιρροή της AfD, καθώς αυτό παραμένει μια αναπτυσσόμενη, αλλά απομονωμένη και στιγματισμένη πολιτική δύναμη. Καρέ από βίντεο.
Η ηγέτις του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία, Άλις Βάιντελ, μιλάει σε πολίτες στις 13 Σεπτεμβρίου, μετά την πρωτιά του κόμματός της στη Σαξονία-Άνχαλτ. Οι υποσχέσεις της: «Χρειάζεστε περισσότερα χρήματα στην τσέπη σας. Θα μειώσουμε τους φόρους κατά 50%. Θα καταργήσουμε αμέσως την πράσινη ιδεολογία χωρίς αντικατάσταση». Παρά τη ρητορική και τις υποσχέσεις, όμως, το αναλογικό, κοινοβουλευτικό και πολυκομματικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας περιορίζει την επιρροή της AfD, καθώς αυτό παραμένει μια αναπτυσσόμενη, αλλά απομονωμένη και στιγματισμένη πολιτική δύναμη. Καρέ από βίντεο.

To σημερινό editorial γράφει ο Andreas Umland

Οι περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2026 στη Σαξονία-Άνχαλτ θα φαίνονταν, λαμβάνοντας υπόψη τον μικρό πληθυσμό των 2,12 εκατομμυρίων κατοίκων αυτού του ανατολικογερμανικού κρατιδίου, ως ένα ασήμαντο ευρωπαϊκό γεγονός. Ωστόσο, οι εκλογές αυτές αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στροφή στην πολιτική εξέλιξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της μεγαλύτερης χώρας και οικονομίας της Ευρώπης, από το 1949, όταν ιδρύθηκε η ΟΔΓ. Για πρώτη φορά, ένα ακροδεξιό κόμμα, η λεγόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland, AfD), που ιδρύθηκε το 2013, πέτυχε, με ποσοστό 43,8%, μια νίκη τέτοιας κλίμακας σε περιφερειακές εκλογές.

 

 

Η AfD κέρδισε 39 από τις 83 έδρες στο περιφερειακό Κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ και, ως εκ τούτου, πλησίασε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού και οι κύκλοι ψηφοφοριών στο Κοινοβούλιο κατά τις επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν η AfD θα καταφέρει να αναλάβει και την εκτελεστική εξουσία της Σαξονίας-Άνχαλτ. Μια περιφερειακή κυβέρνηση υπό την κυριαρχία της AfD –αν τελικά συγκροτηθεί– θα αποτελούσε μια ακόμη πιο καθοριστική νέα τάση στη γερμανική πολιτική.

Ως εθνικιστικό, ευρωσκεπτικιστικό και αντιμεταναστευτικό κίνημα, καθώς και ως πολιτιστικά μονιστικό, πολιτικά μη φιλελεύθερο, αλλά οικονομικά φιλελεύθερο κόμμα, η AfD βρίσκεται στην ακροδεξιά πτέρυγα του κατά τα άλλα φιλελεύθερου, φιλοευρωπαϊκού κομματικού φάσματος της Γερμανίας, το οποίο αποτελείται από χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθερους και πράσινους δημοκράτες. Ορισμένες από τις περιφερειακές οργανώσεις της AfD, συμπεριλαμβανομένης αυτής της Σαξονίας-Άνχαλτ, έχουν χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος «εξτρεμιστικές», αντίθετες δηλαδή προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη φιλελεύθερη-δημοκρατική τάξη της Γερμανίας. Λόγω της αμφίρροπης στάσης της AfD απέναντι στο φασιστικό παρελθόν της Γερμανίας, ακόμη και πολλά άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, όπως ο Εθνικός Συναγερμός της Γαλλίας, αρνούνται να συνεργαστούν με τους Γερμανούς εθνικιστές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντίθετα, τόσο ο Ίλον Μασκ όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν χαιρετίσει δημόσια την εκλογική επιτυχία της AfD.

Αν και η AfD περιλαμβάνει μια φασιστική συνιστώσα, ούτε η άνοδος της οργάνωσης στο σύνολό της ούτε το αυξανόμενο εκλογικό της σώμα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών υποδηλώνουν επικείμενη επιστροφή στον γερμανικό ναζισμό. Αντίθετα, η AfD λειτουργεί από πολλές απόψεις ως κόμμα διαμαρτυρίας που καταφέρνει να απορροφήσει την κοινωνική απογοήτευση, την πολιτική απογοήτευση και τον πολιτισμικό πεσιμισμό. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την Ανατολική Γερμανία, η οποία αποτελούσε μέρος του σοβιετικού μπλοκ κατά την περίοδο 1945-1990 και σήμερα περιλαμβάνει (χωρίς το Βερολίνο) 12,4 εκατομμύρια από τους 83,5 εκατομμύρια κατοίκους της Γερμανίας. Στο έδαφος της πρώην κομμουνιστικής, λεγόμενης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), η AfD είναι πολύ πιο δημοφιλής απ’ ό,τι στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας, η οποία αποτελεί πολιτική δημοκρατία από το 1949.

Συχνά, η έλλειψη δημοκρατικής εμπειρίας των Ανατολικογερμανών και οι αναταραχές των ετών της κοινωνικοοικονομικής μετάβασης της δεκαετίας του 1990 χρησιμοποιούνται για να εξηγηθεί η διαφορετική εκλογική συμπεριφορά τους. Αυτά τα τραύματα, καθώς και η εκροή νέων και γυναικών από την Ανατολική Γερμανία, η χαμηλή παρουσία των χριστιανικών εκκλησιών σε αυτήν και η ταχέως γηράσκουσα κοινωνία της, αποτελούν τις συνήθεις εξηγήσεις για την προτίμηση των «Ossis» (Ανατολικών) τόσο προς τα ακροαριστερά όσο και προς τα ακροδεξιά αντισυστημικά κόμματα. Στην ίδια την Ανατολική Γερμανία, υπάρχει επίσης η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι, υποτίθεται, οι «Wessis» δεν έδειξαν και δεν δείχνουν επαρκή σεβασμό προς τους «Ossis».

Αυτό που ίσως αποτελεί τον ισχυρότερο καθοριστικό παράγοντα της χαμηλής υποστήριξης της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ανατολική Γερμανία είναι το γεγονός ότι, υπό τη σοβιετική κατοχή, η περιοχή αυτή δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία απελευθέρωσης και πλουραλισμού της κοινωνίας της Δυτικής Γερμανίας που ακολούθησε τις φοιτητικές εξεγέρσεις του 1968 σε ολόκληρη τη Δύση. Από τη δεκαετία του 1970, οι δυτικές κοινωνίες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από τον ατομικισμό, τον πλουραλισμό, τον φεμινισμό, τον οικολογισμό, τον μετα-αποικιοκρατισμό, τον κοσμοπολιτισμό και παρόμοιες αντι-συντηρητικές ιδέες. Ωστόσο, οι Ανατολικογερμανοί στη ΛΔΓ προστατεύονταν από αυτές τις τάσεις από το Σιδηρούν Παραπέτασμα μέχρι το 1989. Έτσι, διατήρησαν, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους Δυτικογερμανούς, απομεινάρια της παραδοσιακά ιεραρχικής, μη φιλελεύθερης και εθνοκεντρικής γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, η οποία χρονολογείται από την αμέσως μεταπολεμική και ακόμη και την προπολεμική περίοδο.

Το σημαντικότερο χάσμα μεταξύ των πολιτισμικών εξελίξεων της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας αφορά το βάθος της σκέψης σχετικά με την ιστορική και πολιτική σημασία της φασιστικής περιόδου 1933-1945 για τους μεταπολεμικούς Γερμανούς. Στη Δυτική Γερμανία, τα μαζικά εγκλήματα των Ναζί και η γερμανική ευθύνη γι’ αυτά, η ιστορική αποτυχία του γερμανικού αντιφασισμού και οι επιπτώσεις τους για το σήμερα έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, έρευνας και προβληματισμού στο πλαίσιο μιας καθολικής, πολυετούς συζήτησης. Αυτή η εθνική συζήτηση έχει γίνει γνωστή με τον όρο Vergangenheitsbewältigung, ο οποίος μπορεί να μεταφραστεί ως «αντιμετώπιση του παρελθόντος», (αυτο)κριτική αναστροφή με αυτό ώστε να επιλυθούν οι εκκρεμείς λογαριασμοί κατά μέτωπο, χωρίς εξωραϊσμούς, συγκαλύψεις και βολικές αποσιωπήσεις.

Βεβαίως, οι εκπαιδευτικές πολιτικές, οι κριτικές προσεγγίσεις και ο δημόσιος διάλογος για τις ρίζες, τη φύση και τις συνέπειες των γερμανικών εγκλημάτων υπό το ναζισμό επεκτάθηκαν στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ ως αποτέλεσμα της επανένωσης της Γερμανίας το 1990. Ωστόσο, η καθυστερημένη και εν μέρει επιβεβλημένη συμμετοχή των Ανατολικογερμανών στο Vergangenheitsbewältigung έχει οδηγήσει σε πολύ μικρότερο σκεπτικισμό απέναντι στον ακροδεξιό εξτρεμισμό σε σύγκριση με την κοινωνία της Δυτικής Γερμανίας. Επίσης, είχε αποτέλεσμα υψηλότερο βαθμό αντιαμερικανισμού στην Ανατολική Γερμανία σε σχέση με τη Δυτική.

Σήμερα, αυτό εκφράζεται, μεταξύ άλλων, μέσω της μεγαλύτερης υποστήριξης προς το αντιδυτικό καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν και της ανοχής απέναντι στις σχέσεις της AfD με τη Μόσχα. Ενώ όλα τα κεντρώα γερμανικά κόμματα έχουν ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας, τόσο η Ακροδεξιά όσο και η Ακροαριστερά της Γερμανίας έχουν υιοθετήσει μια περισσότερο ή λιγότερο φιλο-πουτινική στάση και αντιτίθενται τόσο στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας όσο και στη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο. Μέχρι στιγμής, το αναλογικό, κοινοβουλευτικό και πολυκομματικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας περιορίζει την επιρροή της AfD, καθώς αυτό παραμένει μια αναπτυσσόμενη, αλλά απομονωμένη και στιγματισμένη πολιτική δύναμη. Εκτός αν οι Γερμανοί εθνικιστές γίνουν πιο μετριοπαθείς –όπως, για παράδειγμα, έγινε πρόσφατα η ριζοσπαστική δεξιά της Σουηδίας και της Ιταλίας– και, ως εκ τούτου, πιθανοί εταίροι συνασπισμού, η άμεση επιρροή του AfD στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Γερμανίας θα παραμείνει περιορισμένη.

Andreas Umland

Αναλυτής στο Stockholm Center for Eastern European Studies (SCEEUS) του Σουηδικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων. Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο του Κιέβου-Mohyla Academy. Υπήρξε ερευνητής, υπότροφος και διδάσκων πολλών Πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων και είναι υπεύθυνος των σειρών βιβλίων "Soviet and Post-Soviet Politics and Society" και "Ukrainian Voices" του εκδοτικού οίκου Ibidem Press.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.