Σύνδεση συνδρομητών

Η κατάσταση των πολιτικών πραγμάτων. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2022 13:47
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας. Τρία πρόσωπα πρωταγωνιστούν σε ένα πολιτικό προσκήνιο στο χείλος μιας νέας κρίσης.
Φωτογραφίες αρχείου
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας. Τρία πρόσωπα πρωταγωνιστούν σε ένα πολιτικό προσκήνιο στο χείλος μιας νέας κρίσης.

Οι κοντά σαράντα νεκροί ημερησίως από την «ξεχασμένη πανδημία», οι υποκλοπές και τα ρήγματα που έχουν ανοίξει στη δημόσια ζωή, η γενικότερη αίσθηση πως ο ορίζοντας αυτής της κυβέρνησης έχει γίνει η επίταση και επέκταση του μοντέλου μιας αλόγιστης (ανακουφιστικής, φυσικά, για ένα μέρος του πληθυσμού αλλά βλαπτικής προοπτικά για τον τόπο) τουριστικοποίησης και η επιδοματική αντιμετώπιση των κρίσεων – όλα αυτά προσφέρουν μια γεύση απογοήτευσης και δικαιολογημένης δυσφορίας. Η άποψη πως φαινόμενα σαν τα παραπάνω δεν είναι σημαντικά μπρος στο αγαθό της πολιτικής σταθερότητας μοιάζει ρηχή: διότι η σταθερότητα δεν μπορεί ποτέ να είναι η ανώτερη αξία μιας δημοκρατικής πολιτικής τάξης. Για την ακρίβεια, η σταθερότητα είναι σημαντική όταν προκύπτει ως απαύγασμα της καλής λειτουργίας των θεσμών και μιας κουλτούρας ώριμων συμβιβασμών που απέχουν από την ωραιοποίηση και την τεχνητή απόκρυψη των προβλημάτων. Αυτό που αισθανόμαστε πάντως εδώ και πολλούς μήνες (για να μην ανατρέξω πιο πριν) είναι πως η διακυβέρνηση της χώρας έχει στριμωχτεί σε μια καθημερινή κοπτορραπτική σε επικοινωνιακές τρύπες με την παρεμβολή κάποιων σημαντικών πλην ανεπαρκών από πολιτική άποψη λειτουργικών εκσυγχρονισμών (κυρίως ως προς την ψηφιοποίηση υπηρεσιών του Δημοσίου και παροχών προς τον πολίτη).

Περισσότερο από ποτέ έχουν αναφανεί τα όρια του «μητσοτακικού» μείγματος που φυσικά δεν αφορούν έναν μεμονωμένο άνθρωπο ή ένα περιβάλλον (αυτή η διάσταση είναι τελείως απολιτική και μνησίκακη, έτσι όπως τείνει να γίνει αντιπολιτευτικό μένος του συρμού) αλλά έναν συγκεκριμένο ορίζοντα πολιτικής φαντασίας: την αντίληψη που ταυτίζει την καλή πολιτική με το ορθό μάνατζμεντ, το κράτος με μια ανώνυμη εταιρεία και τη διεύθυνση του κράτους με τη διοίκηση μιας επιχειρηματικής οντότητας. Είναι αυτή η ιδέα μαζί με τις πάγιες εμμονές γύρω από το brand name Eλλάδα και τον τουρισμό ή γύρω από την ψηφιακή οικονομία, αυτό το σύνολο στοιχείων που μπόρεσε για κάποιον καιρό να παρουσιαστεί ως μοντέρνα κεντροδεξιά εναλλακτική και τώρα φθείρεται και δεν «τραβάει άλλο».

Φυσικά, η εμπειρία που αποκαλύπτει καθημερινά μια κυβερνητική μηχανή άρρυθμη και με σημάδια εκφυλισμού είναι η μία πλευρά της σελήνης. Παρά τη ρητορεία που αρέσει σε κάποιες κερκίδες, δεν έχουμε να κάνουμε στη χώρα μας με κάποια «ορμπανική» κατάσταση και άλλα παρόμοια που συνηθίζονται στα γραπτά και στα λόγια των οπαδών και των στελεχών της αντιπολίτευσης. Έχουμε όμως, αναμφισβήτητα, φαινόμενα ελιτίστικης αποκοπής και υπερεκτίμησης ικανοτήτων, πρακτικές που δείχνουν μια αλαζονική οχύρωση έναντι της θεμιτής κριτικής. Έχουμε επίσης πολλά πρόσωπα και πολιτικές που αγκομαχούν δίχως να ενσαρκώνουν μια σαφή κατεύθυνση παρά μόνο σερφάροντας σε ένα κλίμα διαρκούς τακτικισμού και αχρείαστων δημοσίων σχέσεων για πρωινές εκπομπές της τηλεόρασης. Σε αντίθεση με τις πάγιες και μονότονες αναφορές αριστερών αναλυτών, η κυβέρνηση αυτή δεν φαίνεται να έχει κάποιο «νεοφιλελεύθερο σχέδιο». Δεν έχει όμως ούτε και κάποια σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση, εκτός αν ταυτίσουμε, όπως κάνουν εσφαλμένα διάφοροι, το σοσιαλδημοκρατικό με οποιαδήποτε εισοδηματική ενίσχυση και με τις πρόνοιες των περιοδικών pass.  Η πολιτική τεχνική που δεσπόζει μοιάζει να είναι ο χειρισμός των εντάσεων και η ρύθμιση των δυσφοριών ιδίως μέσα από εκ των υστέρων «παρεμβάσεις» που φτάνουν ν’ αλλάζουν την ποινική νομοθεσία (όταν το απαιτήσει η επικαιρότητα ενός εγκλήματος και το λαϊκό σούσουρο) ή προσφέρουν δόσεις και μειώσεις, αναβάλουν αποφάσεις κ.λπ.

***

Αν συμβαίνουν όμως όλα τα παραπάνω, το ερώτημα είναι τι γίνεται στον αντικυβερνητικό χώρο. Εδώ νομίζω τα πράγματα δείχνουν απίστευτη στασιμότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο χώρος επιρροών του φαίνεται πως δεν μπορούν να αποκολληθούν από έναν κακέκτυπο, αυτοσχεδιαστικό «ριζοσπαστισμό» ο οποίος έχει την τάση να κολακεύει συστηματικά κάποια ακροατήρια δίχως να διορθώνει ή να μεταρρυθμίζει την υφιστάμενη πραγματικότητα. Στα πανεπιστήμια, για παράδειγμα, υπόσχεται πάντα την άνετη πρόσβαση των πάντων χαμηλώνοντας τα κριτήρια και ενθαρρύνοντας την άτυχη μίμηση μιας συνθηματολογικής ιδεολογικοποίησης εξόχως αδιάφορης για τις επαγγελματικές και παιδευτικές ανάγκες των φοιτητών και των φοιτητριών. Στα θέματα των θεσμών κινείται κατά το δοκούν ανάμεσα σε υπερδημοκρατική ρητορεία και μια κουλτούρα ιδεολογικού σφετερισμού που δεν ανέχεται άλλους λόγους και ιδέες ή ανέχεται (εάν δεν αβαντάρει) καμπάνιες μίσους κατά των αντιπάλων του. Δεν έχει, τέλος, προχωρήσει βήμα σε σχέση με το πώς βλέπει τις στρατηγικές συμμαχίες και τη δυτική ταυτότητα της χώρας, ενώ σημαντικό μέρος του ακροατηρίου του αισθάνεται πιο κοντά στον κόσμο του Μιχαηλίδη ή ακόμα και του Κουφοντίνα παρά στους σοσιαλδημοκράτες ή ακόμα και στους ανανεωτικούς αριστερούς του προπάτορες.

Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη, έχει περισσότερες πιθανότητες να διαμορφώσει εναλλακτικές και να δοκιμάσει καλύτερα πολιτικά εργαλεία. Όμως η αριθμητική των συσχετισμών δύναμης στις δημοσκοπήσεις και η έλξη που φαίνεται να ασκούν σε μέρος των στελεχών του τα μέτωπα μιας αόριστης «προοδευτικής πλειοψηφίας» δημιουργούν πολλά ερωτήματα και αμφιβολίες. Η ιδέα πως η συμφωνία με ανθρώπους του ΣΥΡΙΖΑ σε κάποια πεδία δικαιωμάτων και κριτικής σε αυθαιρεσίες του «επιτελικού κράτους» αρκεί για να υφανθεί ένα πλαίσιο πολιτικής συνάντησης είναι ιδέα αφελής και δεν μπορεί να αντέξει στις δοκιμασίες της πραγματικότητας. Όταν από τον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχουν αποδοκιμαστεί ρητά και διά παντός φαινόμενα ανομίας και αντικοινωνικής βίας, όταν από εκεί προέρχεται απλώς μια αντι-αστυνομική δημαγωγία (προορισμένη να κλείνει το μάτι στους δεκαεξάρηδες και στους γηραιότερους που ζουν ακόμα με τα φαντάσματα της χουντικής δικτατορίας) και όταν σε ένα πλήθος θεμάτων κοινωνικής ευθύνης και συνοχής ο συριζαϊσμός πολιτεύεται απολύτως διασπαστικά, η συγκυριακή κοινή αντίθεση στον Μητσοτάκη, στον Κοντολέοντα ή στον Γεραπετρίτη δεν εγγυώνται τίποτα ανθεκτικό. Και φυσικά, με ανθρώπους και σχήματα που θεωρούν ευκταίο τον πλειοψηφικό έλεγχο των δομών του κράτους και της ενημέρωσης (στο όνομα μιας δημοκρατικής «χειραφέτησης» που την ταυτίζουν με τη δική τους ηγεμονία) είναι εξαιρετικά δύσκολη η συνεννόηση για το διά ταύτα σε σχέση με τα Μέσα Ενημέρωσης και γενικά με τη ρύθμιση της δημοσιότητας. Με δυο λόγια, η δυσφορία και ο θυμός για σημερινούς χειρισμούς και τάσεις δεν αρκούν για να ξεχαστούν κρίσιμες διαφορές πολιτικής κουλτούρας που έχουν μεγάλη επίπτωση στην πρακτική πολιτική και δεν είναι δηλαδή απλώς ψιλά γράμματα «θεωρητικών αφαιρέσεων».

***

Φυσικά, κάθε πολιτικός οργανισμός και κάθε επιτελική ομάδα μπορεί να σχεδιάζει πολιτικά και να κάνει τις επιλογές που πιστεύει προσφορότερες για την επιβίωση και την ανάπτυξή του. Άλλωστε, τα εκλογικά αποτελέσματα και μάλιστα σε τυχόν διπλές εκλογές καθορίζουν, εν μέρει, και τις κινήσεις των παικτών. Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι, πολιτικά, η χώρα έχει μπει σε τροχιά δύσκολων συγκρούσεων. Τα αδιέξοδα είναι πιο ορατά από τις διεξόδους και ιδίως από τις αποτελεσματικές και γόνιμες διεξόδους. Τα μεγάλα ζητήματα αλλαγής του υποδείγματος της παραγωγής, η υπεράσπιση των δημόσιων χώρων και των θεσμών από την ανομία, την κατάχρηση, τη διαφθορά και τη βία, το θέμα της διαμόρφωσης ενός κράτους δικαίου που θα ελέγχει τις αυθαιρεσίες ιδιωτικών ομάδων και κρατικών λειτουργών, τα θέματα μιας επείγουσας περιβαλλοντικής πολιτικής με πραγματικά σκληρό τίμημα για αυτούς που παραβιάζουν και περιφρονούν τους νόμους, όλα αυτά (και πολλά άλλα) παραμένουν εκκρεμή ή ημιτελή και γεμάτα ανορθογραφίες. Σε κάποια σημαντικά ζητήματα όπως η στάση στο Ουκρανικό και η δέσμευση για το ρόλο της Ελλάδας στη Δύση, αλλά και ως προς τον κρίσιμο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα εναντίον των νέων αντιδραστικών σχηματισμών του «ρωσισμού», χάσμα χωρίζει τη σοσιαλδημοκρατική (και πράσινη) από τη νεο-αριστερή πλευρά, ιδίως στην Ελλάδα. Σε άλλα θέματα, όπως σε αυτά για τον βασικό μισθό, τα δικαιώματα των επισφαλών εργαζόμενων ή την κριτική στο όραμα της αλόγιστης τουριστικής επέκτασης και της μετατροπής του κέντρου των πόλεων σε ερ μπι εν μπι φούσκες, κεντρώοι δημοκράτες και αριστεροί μπορεί να βρίσκονται κοντά. Σε γενικές γραμμές, όμως, τα πολιτικά μέτωπα και οι ευαισθησίες δεν είναι τόσο απλά στοιχισμένα όσο θέλουν οι φανατικές στρατιές των οπαδών στα social media. Η πολιτική ζωή γίνεται περισσότερο απαιτητική όταν περνάμε από τις συγκυριακές συναισθηματικές συγκολλήσεις. Θα μπορούσε φυσικά κανείς να έχει την αισιοδοξία που διαθέτουν άφθονη τόσο οι άνθρωποι της τεχνοκρατικής Κεντροδεξιάς όσο και κάμποσοι αριστεροί και αριστερο-φιλελεύθεροι που τώρα δείχνουν να πιστεύουν πως μια «αντιδεξιά» συσπείρωση αρκεί για τα παραπέρα. Παραμένω απαισιόδοξος ως προς την πολιτική εξέλιξη και ιδίως σε σχέση με την τάση εκχυδαϊσμού της σύγκρουσης ανάμεσα σε εκείνους που μισούν τον Μητσοτάκη και όλο του το σόι και σε όσους δεν θέλουν καν να σκεφτούν την πιθανότητα η σημερινή κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός να μην είναι η τελευταία λέξη της προόδου για τη χώρα. Σκέφτομαι, όπως και άλλοι, πως το ζήτημα των υποκλοπών και των αδιαφανών δικτύων μεταξύ επιχειρήσεων και κράτους δεν είναι ούτε μικρό ούτε δευτερεύον. Από εκεί και πέρα, το πώς μπορεί να ανασυνταχτεί η δική μας φιλελεύθερη δημοκρατία και να αλλάξουν συντεταγμένες της πορείας της δεν μπορεί να είναι υπόθεση όσων έμειναν άφωνοι ή επικροτούσαν την τετραετία 2015-2019. Μόνο με σεισμικές αναθεωρήσεις σε ιδέες και αλλαγή συσχετισμών μπορεί να υπάρξει πραγματική εναλλακτική στη φθορά της σημερινής εξουσίας.

Νικόλας Σεβαστάκης

Αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ποιητής, και συγγραφέας. Βιβλία του: Φιλόξενος μηδενισμός, Μια σπουδή στον homo democraticus (2008), Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα (2009), Δοκιμές και αναγνώσεις (2011), Η τυραννία του αυτονόητου (2012), Φαντάσματα του καιρού μας (2017). Κυκλοφορούν ακόμα οι συλλογές διηγημάτων του, Γυναίκα με ποδήλατο (2014), Άνδρας που πέφτει (2015) και το μυθιστόρημα Άνθρωπος στη σκιά (2019).

1 σχόλιο

Από πού προκύπτει ως κάτι το αυτονοήτως δεδομένο ότι το "ΠΑΣΟΚ έχει περισσότερες πιθανότητες να διαμορφώσει εναλλακτικές και να δοκιμάσει καλύτερα πολιτικά εργαλεία"; Από το εκσυγχρονιστικό μήπως αποτυχημένο παρελθόν του:

Ιωάννης Βλάχος
Ιωάννης Βλάχος
24 Αυγ 2022, 06:08

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.