Γνώμες
στον Βασίλη Βασιλικό
Μπορεί με τα υψηλά στάνταρ της Φρανκφούρτης, η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης να μην είναι ακριβώς salon des livres, είναι όμως αναμφισβήτητα Salonique des Livres. Οι εντυπώσεις ενός «ξένου» από την πόλη και την Έκθεση Βιβλίου: ένας αστυνομικός συγγραφέας από τη Μασσαλία, που ξέρει τον Γύρο της Γαλλίας καλύτερα από την τσέπη του, ένας καθηγητής Αρχιτεκτονικής που συνηγορεί σταθερά υπέρ της Παραλογοτεχνίας και μια διαδρομή από την Εγνατία μέχρι την Αλεξάνδρου Σβώλου.
Δεν υπάρχει καλύτερη συνηγορία υπέρ των αυτοδύναμων, μονοκομματικών κυβερνήσεων, από την τραγελαφική ρύθμιση για την ψήφο των αποδήμων. Η προσπάθεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας να τύχει της ευρύτερης δυνατής αποδοχής το σχετικό νομοσχέδιο και η κατ’ ανάγκην αποδοχή αξιώσεων ένθεν κακείθεν οδήγησε σε ένα εξαιρετικά περίπλοκο, βαρύ και δύσχρηστο σύστημα, που αποθαρρύνει τους απόδημους και, έτσι, δυσχεραίνοντας τη συμμετοχή τους, κατέληξε σε πολύ μικρή συμμετοχή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους, τόσο μικρή, ώστε το όλο μέτρο να θεωρείται πλήρως αποτυχημένο.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, η επιτροπή των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας (και μαζί οι επιτροπές των κρατικών βραβείων παιδικού βιβλίου και λογοτεχνικής μετάφρασης) έβγαλε τη λίστα με τις βραβεύσεις της, έγραψε το σκεπτικό της και το αποτέλεσμα της εργασίας της το παρέδωσε στη διεύθυνση Γραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού – που άλλωστε εκπροσωπείται στις επιτροπές διά γραμματέων. Τέσσερις μήνες μετά, και ενώ έχουν ανακοινωθεί και δοθεί πολλά άλλα λογοτεχνικά βραβεία από διάφορα περιοδικά, που ασφαλώς κινούνται στο χώρο του βιβλίου και έχουν φτιάξει ή διεκδικούν να φτιάξουν (ασχέτως αν και πόσο τα καταφέρνουν) τους δικούς τους επιδραστικούς θεσμούς βράβευσης, το βραβείο που περιμένει όλος ο κόσμος του βιβλίου, δεν έχει ακόμα ανακοινωθεί. Δεν έχει ανακοινωθεί ούτε πότε θα ανακοινωθεί.
Κάπου διαβάζω για ένα ενδιαφέρον πείραμα. Σε ένα γηροκομείο χωρίζουν τους ηλικιωμένους σε δύο ομάδες. Στους μισούς δίνουν ένα φυτό και τους λένε να το ποτίζουν συχνά. Στους άλλους μισούς δεν δίνουν τίποτα. Μετά από καιρό βγάζουν τα συμπεράσματά τους. Αυτοί που φρόντιζαν τα φυτά έζησαν περισσότερο. Τέλος της ιστορίας.
Μαμά (ζει, τα έχει τετρακόσια, παρανομεί με ένα κομμάτι σοκολάτα, διαβάζει Διβάνη) γερνάω! Μπορεί να μην καταλάβεις τα περισσότερα, αλλά εγώ θέλω να τα πω και σκέφτομαι φωναχτά — αν και παραδόξως, παρ’ όλο που σπούδασα στην Αμερική, οι ξένες εκφράσεις που τρύπωσαν από την πίσω πόρτα, με ζηλωτές κυρίως τους νερόβραστους τεχνοκράτες, με ενοχλούν. Αλλά για κάτι άλλο, μάλλον συναφές, θέλω να μιλήσω.
Διαμαρτυρηθήκαμε, κάποιοι από τους πολίτες, ο καθένας όπως μπορούσε, για τη δολοφονία του Ζακ. Θανατηφόρες σωματικές βλάβες, λέει η απόφαση του δικαστηρίου, η ουσία είναι πως τον σκοτώσανε.
Αλλά το να επικαλείται κανείς το ότι συμμετείχε σε εκείνες τις κινητοποιήσεις, σαν στοιχείο του CV του, στοιχείο που προωθεί την σταδιοδρομία του, έχει κάτι το βαθιά απεχθές. Ρίχνει τη σκιά της ιδιοτέλειας σε μια αντίδραση, σε μια πράξη που δεν ήταν. Δεν ήταν για τους περισσότερους από εμάς.
Έχει κάτι το απεχθές. Πολύ πιο απεχθές και από εκείνες τις αναφορές στο "περπάτησε στην Γένοβα" ή αλλού. Οι κινητοποιήσεις για τον Ζακ κάτι σαν προσκύνημα στην Τήνο, για να συχωρεθούν οι αμαρτίες σου, το περπάτημα στη Γένοβα ταξίδι στους Άγιους Τόπους, για να πιστοποιηθεί ο Χατζηαβάτης σαν αριστερός Χατζής.
Η γαλλική εφημερίδα Le Monde επιφύλαξε μια σημαντική διάκριση στον Μίνω Ευσταθιάδη. Προτείνει το βιβλίο του Κβάντι, που πρόσφατα μεταφράστηκε και κυκλοφορεί στα γαλλικά, με μια εγκωμιαστική κριτική, η οποία κλείνει με την έκφραση της αδημονίας του συντάκτη της για το πότε θα ξανασυναντήσει τον συγγραφέα.