Τεύχος 170
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΤρεις γενιές, μια φωνή
Ο Διονύσης Σαββόπουλος και το κοινό μας τραγούδι
Ο φίλος μας ο Σαββόπουλος
Πρώτος ο Πλούταρχος κατέθεσε τον όρο «βίοι παράλληλοι», καθώς σύγκρινε τη ζωή ενός επιφανούς αρχαίου Έλληνα με έναν Ρωμαίο. Οι «παράλληλοι βίοι» διέσχισαν τους αιώνες και τελικά έφτασαν να σηματοδοτούν τη σχεδόν ταυτόχρονη χρονικά διαδρομή σημαντικών προσώπων.
Μεταφράζοντας φιλοσοφία
Αν επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε, από φιλοσοφική σκοπιά, τον χαρακτήρα της μεταφραστικής δραστηριότητας, πρέπει να ανατρέξουμε στις εννοιολογικές διακρίσεις του Αριστοτέλη και να εντάξουμε τη μεταφραστική δραστηριότητα στο ευρύτερο πλαίσιο της ποιήσεως: όταν μεταφράζουμε, φτιάχνουμε κάτι, κατασκευάζουμε ένα μετάφρασμα – όπως ένας μαραγκός φτιάχνει τραπέζια, ή ένας ποιητής ποιήματα. Και αυτό που αναμένεται από έναν μεταφραστή είναι να κατέχει τη μορφή γνώσης που προσιδιάζει στην κατασκευαστική ποίηση: να κατέχει την τέχνην της μετάφρασης. [1]
Τι είναι περισσότερο από ψέμα;
Αναστάσης Σιχλιμίρης, Περισσότερο από ψέμα. Διηγήματα, Μπαρτζουλιάνος, Αθήνα 2025, 162 σελ.
Δεκαεννιά μικρές ιστορίες περιέχει το νέο βιβλίο του Αναστάση Σιχλιμίρη, δείγματα μιας εξέλιξης προς πιο ποιητική, λιτή και αιρετική γραφή. Ο λογοτεχνικός κόσμος του, πάντως, είναι μια αλληγορική μικρογραφία της ανθρώπινης κοινωνίας σε στιγμές κρίσης, ενώ οι συνδέσεις και οι συγγένειες με την όποια πραγματικότητα γίνονται αναπόφευκτα επιλεκτικά, εκλεκτικά και κατά βούληση. Το μυστήριο, ωστόσο, παραμένει: τι μπορεί να είναι «περισσότερο από ψέμα»;
Γιαννούλης Χαλεπάς και Ρώμος Φιλύρας. Δύο σκαπανείς της αβύσσου
Ένας δοκιμασμένος τρόπος για να γνωρίσεις μια εποχή, είναι να την προσεγγίσεις μέσα από τις ακραίες εκφάνσεις της, τις εκδηλώσεις του πνεύματος εκτός ορίων: καλλιτέχνες και συγγραφείς με έργο αξιόλογο και ανθεκτικό στο χρόνο, διαταραγμένο λογικό και ζωή έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. Για τον Μεσοπόλεμο επιλέγω δύο προσωπικότητες με παραπλήσια χαρακτηριστικά: τον γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και τον ποιητή Ρώμο Φιλύρα. Και οι δύο, σημαδεμένοι από την ψυχική δοκιμασία, δημιουργούν στην απομόνωση ο ένας και στον εγκλεισμό ο άλλος. Το έργο τους, τραγικό και υπερβατικό, συμπυκνώνει την αγωνία μιας εποχής που αναζητά νέα νοήματα μέσα από την κρίση της λογικής και των βεβαιοτήτων.
Ο ραψωδός μιας εσωτερικής πατρίδας
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Διονύσης Σαββόπουλος έφερε στη μουσική μια νέα σύνθεση, τη δυναμική του ροκ ενωμένη με τη λαϊκή παράδοση και την ποίηση που τραγουδιέται χωρίς να χάνει το βάθος της. Έγραψε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους του, δημιουργώντας ένα προσωπικό ύφος όπου η λόγια σκέψη συνυπάρχει με το βιωματικό, το σαρκαστικό, το τρυφερό. Οι στίχοι του, συχνά αλληγορικοί, πλούσιοι σε συμβολισμούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κατάφεραν να προτείνουν μια νέα αισθητική αντίληψη απελευθερώνοντας το τραγούδι από τον ηρωικό διδακτισμό και την μεγαλοστομία.
Αγάπης αγώνες άγονοι
Άρης Ι. Ξενόφος, Γράμματα που ποτέ δεν εστάλησαν, Κέδρος, Αθήνα 2025, 52 σελ.
Το παιχνίδι, το οιοδήποτε παιχνίδι, δεν ενδιαφέρει –και δεν θα μπορούσε να ενδιαφέρει– την αγάπη επειδή το περιεχόμενό της είναι δραματικό και θέλει να μιλήσει πρωτίστως για τους άγονους αγώνες της (ακόμα κι αν ευοδώνεται) και για το θάνατο.
Ο Στρατής Τσίρκας και η λογοτεχνία του Ψυχρού Πολέμου
Γιάννης Παπαθεοδώρου, Άγραφες ιστορίες. Για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, Άγρα, Αθήνα 2024, 296 σελ.
«Γραφειοκράτες» διανοούμενοι και πρακτικές λογοκρισίας, «χαμένες φωνές» των νεκρών συντρόφων, αναπαραστάσεις «σιωπηρών ιθαγενών»: ο Γιάννης Παπαθεοδώρου ανασυνθέτει τρεις άγραφες ιστορίες για τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα και τοποθετεί την τριλογία στο διεθνές πλαίσιο της εποχής, στο πλαίσιο της λογοτεχνίας του Ψυχρού Πολέμου.
Το σαββοπουλικόν εμείς. Σαββόπουλος και Σεφέρης
Θέλει δουλειά πολλή για να πεις εμείς. Και να το εννοείς. Και να το νιώθεις.
Αυτή είναι, χωρίς περιστροφές –ή μάλλον, με όλες τις περιστροφές του κόσμου–, η πολλή δουλειά, «μεροδούλι, μεροφάι, στιχουργική», που έκανε επί τόσα χρόνια, δεκαετίες, ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ήτανε έργο δύσκολο, κόπος μεγάλος, σαν του Σίσυφου. Σαν τον πίθο των Δαναΐδων –τον γέμιζε κι άδειαζε, τον γέμιζε κι άδειαζε–, σαν την κανάτα μιας αέναης γιορτής, που όμως είναι τρύπια. Ο μύθος τη θέλει τρύπια. Ανικανοποίητη. Ανίκανη να χορτάσει. Ε, όλη του τη ζωή, κι ακόμα παραπέρα, μέχρι αύριο και μεθαύριο πια, ο Διονύσης Σαββόπουλος προσπάθησε και θα προσπαθεί να γεμίσει το κανάτι της κοινής γιορτής μας.
«…μα εγώ τη λέω δέντρο»
Παρηγορητικός λόγος για τον Διονύση Σαββόπουλο
Σχεδόν ένα χρόνο πριν από την αποφράδα ημέρα, την Κυριακή 3 Απριλίου 1966, ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών οργάνωσε συναυλία στο θέατρο Διάνα. Ανάμεσα στους μουσικούς ήταν και ο 22χρονος Διονύσης Σαββόπουλος. Παραμέρισε την ορχήστρα και με μια κιθάρα παρουσίασε ο ίδιος τα τραγούδια του. Δεν ξέρω γιατί μου κόλλησε από το πρώτο άκουσμα «Το δέντρο», στίχοι και μουσική, σε τέτοιο βαθμό ώστε για πολλά χρόνια νόμιζα πως είμαι ο θιασώτης του ενός τραγουδιού, που συντρόφεψε σε δύσκολες μέρες τη ζωή μου.