Ο επιστήμονας ονομαζόταν Σαντιάγο Ραμόν υ Καχάλ (Santiago Ramón y Cajal) και γεννήθηκε το 1852 στην Πετίγια δε Αραγόν, ένα χωριό της βορειανατολικής Ισπανίας. Από παιδί είχε δείξει κλίση προς τη ζωγραφική και επιθυμούσε να ακολουθήσει καλλιτεχνική καριέρα. Όμως, υπό την πίεση του πατέρα του, γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή της Σαραγόσας, κάτι που δεν του βγήκε σε κακό. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του μαγεύτηκε από τη λεπτή δομή του Νευρικού Συστήματος, ώστε να του αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του.
Στα σύνεργά του, το μικροσκόπιο, το νυστέρι και τις χρωστικές για τα παρασκευάσματά του, περιλαμβάνονταν το μολύβι και το πενάκι. Και με τα εφόδια αυτά, οδηγήθηκε στην εισήγηση ενός δόγματος που, όσο αυτονόητο ακούγεται σήμερα, τόσο εξωφρενικό είχε θεωρηθεί όταν το διατύπωσε. Ότι, δηλαδή, το Νευρικό Σύστημα δεν είναι ένα συνεχές. Μια αδιαπέραστη ζούγκλα από μπλεγμένα κλαδιά – όπως πίστευε ο «αντίδικός» του, ο ιταλός κυτταρολόγος Καμίλο Γκόλτζι (Camillo Golgi). Αλλά ότι αποτελείται από αυτοτελή κύτταρα –τους νευρώνες– οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους, μέσω των λειτουργικών συνδέσεων, που ονομάζονται συνάψεις.
Το ειρωνικό σε αυτήν την αντιδικία –μνημειώδη, ώστε να μην κατασιγαστεί ακόμη και στις ομιλίες τους, κατά την από κοινού βράβευσή τους, το 1906, με το βραβείο Νόμπελ– ήταν ότι ο Καχάλ είχε συλλάβει το δόγμα του νευρώνα, χρησιμοποιώντας την τεχνική χρώσης που είχε επινοήσει ο Γκόλτζι…
Αρχικά, ο Καχάλ μελετούσε –όπως όλοι οι σύγχρονοί του– τον νευρικό ιστό ενήλικων ανθρώπων που είχαν αποβιώσει. Όμως, στην πορεία, στράφηκε στη μελέτη του νευρικού ιστού εμβρύων διαφόρων ζωικών ειδών. Πίστευε ότι, καθώς δεν ήταν πλήρως ανεπτυγμένος, θα ήταν απλούστερος, ώστε οι σχέσεις μεταξύ των κυττάρων του να είναι ευκρινέστερες, από αυτές των ώριμων δειγμάτων. Κι όπως έγραφε στο βιβλίο: Υφή του Νευρικού Συστήματος του Ανθρώπου:
Αφού το κατάφυτο δάσος αποδεικνύεται αδιαπέραστο και ανεξιχνίαστο, γιατί να μην επιστρέψουμε στη μελέτη του νεαρού ξύλου στο στάδιο του φυτωρίου;
Ο Καχάλ σπανίως σκιτσάριζε κατά τη διάρκεια της μικροσκοπικής παρατήρησης. Κι ακόμη σπανιότερα έκανε χρήση της camera lucida, της συσκευής που πρόβαλλε στο χαρτί ό,τι ο επιστήμονας παρατηρούσε στο μικροσκόπιο, ώστε να μπορεί να το «ξεπατικώσει». Έπειτα από μια ημέρα επίπονης εργασίας στο μικροσκόπιο, έπαιρνε το μολύβι και το πενάκι του και αποτύπωνε, από μνήμης, ό,τι είχε παρατηρήσει. Κι αυτό που έβγαινε από τα χέρια του διέφερε από το είδωλο που αποτυπώνει μια φωτογραφική συσκευή. Τα περίτεχνα σκίτσα του δεν αιχμαλώτιζαν απλώς ένα στιγμιότυπο μιας δομής. Εμπεριείχαν και την ερμηνεία που της προσέδιδε, και τα διαδοχικά στάδια διά των οποίων είχε δημιουργηθεί. Με άλλα λόγια, τα σκίτσα του ήταν περισσότερο από ακριβή. Ήταν αυθεντικά.
Χάρη λοιπόν στο συνδυασμό της επιστήμης με την τέχνη κατάφερε να διακρίνει στο δαιδαλώδες δάσος του Νευρικού Συστήματος τα μεμονωμένα δέντρα του, τους νευρώνες, και να αναγνωρίσει τον ρόλο τους. Κι αυτός ο σπάνιος συνδυασμός ήταν αποτέλεσμα ενός πνεύματος που θεωρούσε –όπως είχε κάποτε δηλώσει– ότι «μόνον οι πραγματικοί καλλιτέχνες προσελκύονται από την επιστήμη».
Την ίδια ποιητική διάθεση συναντάμε και στο χαρακτηρισμό μιας ιδιαίτερης κατηγορίας νευρώνων που τράβηξαν την προσοχή του. Οι νευρώνες αυτοί –σήμερα γνωστοί ως διανευρώνες– τον εντυπωσίασαν για την ποικιλομορφία της κατασκευής τους, αλλά και για το πλήθος τους στον εγκέφαλο του ανθρώπου – συγκριτικά μεγαλύτερο από αυτό των άλλων ζώων. Πιστεύοντας ότι αποτελούν «κλειδί» για την εξιχνίαση του μυστηρίου της ανθρώπινης νόησης, τους αποκάλεσε πεταλούδες της ψυχής, και δικαιολόγησε με τα εξής λόγια το ενδιαφέρον του γι’ αυτούς:
Όπως ο εντομολόγος που κυνηγά πεταλούδες με έντονα χρώματα, έτσι κι η προσοχή μου κυνήγησε στον ανθόκηπο της φαιάς ουσία, τα κύτταρα με τις κομψές μορφές· τις μυστηριώδεις πεταλούδες της ψυχής, το χτύπημα των πτερύγων των οποίων, κάποια μέρα, μπορεί να αποκαλύψει τα μυστικά της ψυχικής ζωής μας.
Και δεν έπεσε έξω. Όπως το δόγμα του νευρώνα, επαληθεύτηκε με την έλευση του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου, έτσι και η σύγχρονη νευροβιολογία βεβαιώνει ή πιθανολογεί βάσιμα την ανάμειξη των διανευρώνων σε καταστάσεις όπως η σχιζοφρένεια, ο αυτισμός και η νοητική υστέρηση.
Μεταξύ των έργων του σημαντικού αυτού επιστήμονα, ο οποίος έκανε το όριο ανάμεσα στην Επιστήμη και στην Τέχνη να φαίνεται αδιόρατο, περιλαμβάνεται και το βιβλίο: Συμβουλές για έναν νέο ερευνητή. Το βιβλίο αυτό, ένας σύγχρονός μας βιογράφος του Καχάλ, ο Μπένγιαμιν Έρλιχ (Benjamin Ehrlich) το θεωρεί αντίστιξη του βιβλίου Γράμματα σε έναν νέο ποιητή του Ράινερ Μαρία Ρίλκε: ο Ρίλκε συστήνει στον νεαρό επίδοξο ποιητή να μάθει πρώτα τον εαυτό του, πριν καταπιαστεί με την ποίηση. Όμως το ίδιο κάνει και ο Καχάλ. Συστήνει στον νεαρό ερευνητή να σκύψει πρώτα τον εαυτό του – κι ύστερα να ασχοληθεί με τον εγκέφαλο.
Ο Καχάλ σχεδίασε χιλιάδες εικόνες κατά τη διάρκεια της ζωής του. Εικόνες που δεν εμπλούτισαν μόνον τη γνώση μας, αλλά και τον εικαστικό μας πολιτισμό.