Αυτή η ισότητα δεν εννοείται από τους Αθηναίους (και τον Θουκυδίδη) θεωρητικά (όλοι πρέπει να θεωρούνται ίσοι απέναντι στο δίκαιο ακόμα και αν δεν έχουν επίγνωση αυτής της ισότητας) ή πιθανολογικά (όλοι θα πρέπει να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες/πιθανότητες επίτευξης των σκοπών τους), αλλά εντελώς γεγονοτικά: όποιος επικαλείται το δίκαιο πρέπει να είναι και σε θέση να το επιβάλει με φυσική δύναμη, με την ισχύ του. Με άλλα λόγια, η πρακτική επικράτηση του δικαίου προϋποθέτει την πραγματική φυσική ισοδυναμία (οι αρχαίοι την ονομάζουν ισοσθένεια) των αντιδίκων/αντιπάλων. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση η επικράτηση του δικαίου είναι είτε το αποτέλεσμα της αυτοσυγκράτησης και μεγαλοθυμίας του ισχυρότερου (δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι) είτε ή υποκριτική ένδυση της συγκατάβασης του αδυνάτου (οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν).
Ακούμε σήμερα σε διάφορες συζητήσεις είτε την θέση ότι το επιχείρημα της ισοσθένειας έχει την ισχύ διαχρονικού αξιώματος που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις και πρέπει να είναι το θεμέλιο κάθε προσπάθειας δόμησης ενός συστήματος κοινωνικής, πολιτικής ή διακρατικής τάξης, είτε το ανάθεμα ότι ήδη η σύλληψή του ως σκέψη αποτελεί ύβρι, ή οποία αργά ή γρήγορα θα επισύρει την άτη (την τύφλωση απέναντι στις συνέπειες της υβριστικής συμπεριφορά), την νέμεση (την θεία τιμωρία) και την τίση – την ολοκληρωτική καταστροφή του υβριστή.
Θα υποστηρίξω εδώ τη θέση ότι το ανάθεμα προϋποθέτει και βασίζεται στην ισχύ του αξιώματος της ισοσθένειας, ότι όμως αυτή η ισχύς δεν μπορεί να διαπιστωθεί ούτε θεωρητικά αλλά ούτε και πρακτικά, καθιστώντας το αξίωμα αυτό ένα απλό δόγμα χωρίς καμία πρακτική ηθική σημασία, κάτι που έχει ως συνέπεια και το άτοπο του αναθέματος. Το ηθικό λάθος που οδηγεί στην πραγματική ύβρι και την καταστροφή είναι αυτή η παραδοχή της αλληλοεξάρτησης της θέσης της ισοσθένειας ως προϋπόθεσης της επιβολής του δικαίου αλλά και του αναθέματος, ότι αυτό αποτελεί ύβρι.
Ας αρχίσουμε από το αξίωμα: Για να επιβληθεί το δίκαιο πρέπει όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να βρίσκονται σε μια σχέση ισοσθένειας, να έχουν δηλαδή μια συγκρίσιμη φυσική δυνατότητα να επιβάλουν την βούλησή τους απέναντι σε όλους τους άλλους (το ότι πρέπει να έχουν αυτή την βούληση είναι θεμελιώδες καθώς χωρίς βούληση δεν υπάρχει πράξη). Το πρόβλημα της εφαρμοσιμότητας του αξιώματος έγκειται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ένα θετικό κριτήριο ης επίτευξης της κατάστασης της ισοσθένειας, καθώς αυτή θα γίνει ορατή μόνο στην περίπτωση της πραγματικής αναμέτρησης των δυνάμεων του καθενός, δηλαδή στην περίπτωση της σύρραξης. Όμως η φρόνηση επιτάσσει να μην αρχίσει κανείς έναν πόλεμο χωρίς να είναι σίγουρος ότι έχει τουλάχιστον την δυνατότητα να τον τερματίσει με τους δικούς του όρους. Αυτή όμως η ασφάλεια δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων. Οπότε η φρόνηση επιτάσσει να παραμείνει κανείς στην κατάσταση της «ειρήνης» και του, τουλάχιστον φαινομενικού, σεβασμού του δικαίου μέχρι να προετοιμαστεί ακόμα καλύτερα για έναν πόλεμο – αυτός είναι και ο πυρήνας του αρχαίου γνωμικού si vis pacem para bellum. Όμως αυτή η στάση οδηγεί σε μια ατέρμονη κούρσα εξοπλισμών, η οποία καθιστά τον στόχο πρακτικά ανέφικτο. Το πρακτικό αποτέλεσμα της αναγνώρισης του ανέφικτου στόχου της επίτευξης της απόλυτης ισχύος είναι η συμβατική αμοιβαία αναγνώριση των αντιπάλων ως ισοσθενείς, ανεξάρτητα από την πραγματική τους δύναμη, η οποία είναι για τους λόγους που προαναφέραμε μη διαπιστώσιμη εμπειρικά (προφανώς είναι δυνατές επιμέρους συγκρίσεις βάσει εντελώς εμπειρικών ποσοτικών δεικτών, όμως όπως δείχνει το παράδειγμα παλαιών και πρόσφατων πολέμων, η ισχύς αυτών των συγκρίσεων καταρρέει την επόμενη στιγμή της έναρξης των εχθροπραξιών). Την αναγνώριση αυτής της αλήθειας την εκφράζει η «φόρμουλα του Κλαούζεβιτς»: ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα.
Η φόρμουλα του Κλαούζεβιτς είναι όμως μη εφαρμόσιμη όσο δεν είναι ξεκάθαρο τι είναι ένας «ορθός» στόχος της πολιτικής. Εδώ υπάρχουν τρεις απαντήσεις:
α) Ο στόχος τη πολιτικής είναι η επίτευξη της πραγματικής ισχύος υπό την έννοια του αξιώματος τη ισοσθένειας.
β) Ο στόχος της πολιτικής είναι η επίτευξη ενός είδους «πολιτικής και υλικής αυτάρκειας», ώστε η συγκεκριμένη πολιτική οντότητα να μην συμμετέχει στις διαδικασίες επιβολής του δικαίου.
γ) Ο στόχος της πολιτικής είναι η συμμόρφωση προς τις επιταγές του δικαίου και η αποχή από κάθε ενέργεια επιβολής του απέναντι σε άλλους με την πραγματική υλική ισχύ.
Η πρώτη απάντηση οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο. Η δεύτερη απάντηση οδηγεί σε μια στάση που είναι από την μια μεριά ουτοπική, από την άλλη όμως καταλήγει πρακτικά στην απόλυτη παθητικότητα, καθώς η αυτάρκεια επιφέρει και την αποχή από κάθε ενέργεια απέναντι σε άλλους. Και οι δυο απαντήσεις αποδέχονται έτσι την ισχύ του αξιώματος της ισοσθένειας, καθιστώντας την φόρμουλα του Κλάουζεβιτς πρακτικά άχρηστη.
Η τρίτη απάντηση αποδέχεται την ισχύ του δικαίου ανεξάρτητα από την δυνατότητα επιβολής του δια της φυσικής ισχύος. Αντίθετα η ισχύς τίθεται στην υπηρεσία του δικαίου, δηλαδή διαχωρίζεται σε δίκαιη και άδικη. Στην περίπτωση αυτή το αξίωμα της ισοσθένειας δεν έχει κανένα νόημα διότι η ισοσθένεια δεν υφίσταται πλέον ανεξάρτητα από το δίκαιο. Από μια σκοπιά μπορεί να πει κανείς ότι όλοι όσοι αποδέχονται την ισχύ του δικαίου είναι ισοσθενείς, όμως όχι σε σχέση με την πραγματική φυσική ισχύ τους αλλά σε σχέση με την ισχύ που απορρέει από την εφαρμογή του δικαίου.
Πως όμως επιτυγχάνεται η αποδοχή του δικαίου ως μέτρου και ορίου της φυσικής ισχύος; Η λύση του Χομπς είναι η εθελούσια «ασθένεια», δηλαδή η εθελούσια κα συνειδητή παραίτηση από όλα τα μέσα έκφρασης φυσικής ισχύος δια μέσου ενός «πολιτικού συμβολαίου» και η υποταγή των συμβαλλομένων σε έναν εξ ορισμού πανίσχυρο Λεβιάθαν, του οποίου η ισχύς θεμελιώνεται στην συνειδητή «ασθένεια» των συμβαλλομένων. Η λύση του Χομπς έχει όμως το μειονέκτημα να είναι επισφαλής επειδή ο κάθε συμβαλλόμενος αποποιείται μόνο την φυσική ισχύ του ανεξάρτητα από την προσωπική του υποταγή στο δίκαιο. Στην επικράτεια του Λεβιάθαν ισχύει έτσι το δίκαιο του ισχυρού, με άλλα λόγια ισχύει μεταξύ των ισχυρών το αξίωμα της ισοσθένειας. Η μόνη διέξοδος από την καταστροφή είναι η υποταγή όλων των επιμέρους ισχυρών σε έναν απόλυτο ισχυρό, τον Θεό. Όμως επειδή η ισχύς του Θεού εκφράζεται μόνο μέσω των φυσικών νόμων, το θείο δίκαιο ταυτίζεται με τους φυσικούς νόμους και η γνώση του αντιστοιχεί στο επίπεδο της επιστημονικής γνώσης. Η επιστημονική γνώση είναι όμως ατελής και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να ταξιθετήσει όλες τις πτυχές τις ανθρώπινης ζωής. Οπότε στην πρακτική εφαρμογή του δικαίου παραμένει ένα υπόλοιπο του οποίου η διευθέτηση παραμένει στην διακριτική ευχέρεια των επιμέρους ισχυρών και φυσικά στο μέγεθος της φυσικής τους δύναμης. Η εθελούσια «ασθένεια» αποδεικνύεται έτσι ως αποδοχή της ισχύος του αξιώματος της ισοσθένειας και η λύση του Χομπς οδηγεί σε αδιέξοδο.
Η υπέρβαση της δογματικής αποδοχής του αξιώματος της ισοσθένειας επιτυγχάνεται με την λύση του Σπινόζα: Η δυνατότητα επίγνωσης του δίκαιο και της συμμόρφωσης προς τις επιταγές του είναι μέρος της έμφρονη φύσης του ανθρώπου. Καθώς όμως ο άνθρωπος είναι φυσικό ον και βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τον φυσικό κόσμο μέσω των αισθήσεων είναι – κατά τον Σπινόζα – αναμενόμενο ότι η φρόνηση και κατά συνέπεια η επίγνωση του δικαίου, σε έναν μεμονωμένο άνθρωπο βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση με τα ερεθίσματα των αισθήσεων. Έτσι ο μεμονωμένος άνθρωπος είναι έρμαιο των παθών του και ο ορθός βίος του εξαρτάται από την ισχύ της ατομικής του φρόνησης. Όμως η συνένωση των ανθρώπων σε ομάδες ενισχύει αθροιστικά την φρόνησή τους και ελαττώνει την επιρροή των παθών (γιατί το περιεχόμενό τους είναι τυχαίο και αλληλοαναιρείται) μέχρι του σημείου της «ξαφνικής» εμφάνισης μιας συλλογικής φρόνησης, η οποία έχει ως συνέπεια την μετάλλαξη του όχλου σε πολιτικό σώμα, σε λαό.
Για τον Σπινόζα δεν τίθεται λοιπόν θέμα αποποίησης φυσικής ισχύος και υποταγής στο δίκαιο ενός ισχυρού, αλλά η μετάβαση στην κατάσταση επικράτησης του δικαίου γίνεται μέσω της αθροιστικής ενίσχυσης της ανθρώπινης φρόνησης, μέρος, ή διάσταση, της οποίας είναι το δίκαιο. Παρά το γεγονός ότι και ο Σπινόζα αποδέχεται ότι ο βαθμός της ανθρώπινης φρόνησης στην εποχή του απέχει ακόμα από πολύ από την ολοκληρωτική απόρριψη του αξιώματος της ισοσθένειας σε διεθνές ή παγκόσμιο επίπεδο, η λύση του ανοίγει τον δρόμο προς την εγκαθίδρυση της ιδέας του δικαίου ως δομικού στοιχείου της ανθρώπινης ζωής σε ατομικό, συλλογικό και διεθνές πολιτικό επίπεδο.
Επειδή λοιπόν το αξίωμα της ισοσθένειας είτε οδηγεί σε πρακτικό αδιέξοδο είτε χάνει κάθε νόημα, ο αναθεματισμός του ως ύβρι, δεν εξηγεί ούτε δικαιολογεί με κανένα τρόπο την αποτυχία όλων των εγχειρημάτων επιβολής της βούλησης ενός ανθρώπου ή μιας πολιτικής ή κοινωνικής συλλογικότητας διά της φυσικής ισχύος. Αντίθετα, αν αναλύσουμε προσεκτικά την πορεία και κατάληξη των μέχρι τώρα επιθετικών πολέμων θα διαπιστώσουμε ότι η φυσική ισχύς των επιτιθεμένων καταρρέει όταν γίνεται τελικά συνειδητή η αδικία της πράξης. Το ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται σχεδόν ποτέ με απλές απειλές ή με διαβουλεύσεις δεν αναιρεί την ορθότητα των παραπάνω συλλογισμών γιατί όπως είδαμε η επιβολή του δικαίου απαιτεί και νομιμοποιεί σε ορισμένες καταστάσεις την φυσική ισχύ.
Όντως δεν ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς προστριβές, πολέμους, βία, προσπάθεια επιβολής της βούλησης δια της φυσικής ισχύος. Όμως ζούμε σε έναν κόσμο όπου η φυσική ισχύς είναι πάντα θεραπαινίδα του δικαίου και όχι πηγή του.