Ο Τάσιος, λοιπόν. Ο Θεοδόσης Π. Τάσιος. Λεβέντης· όχι λεβεντόγερος, λεβέντης σκέτο. Όρθιος και στην κορμοστασιά και στο λόγο και σε όσα πιστεύει, ικανός ακόμη να υψώσει τη φωνή του —όπως όταν αναφέρθηκε στην εγκληματική εγκατάλειψη της επαγγελματικής εκπαίδευσης— και να μιλήσει με πάθος για όσα νοιάζεται. Και είναι πολλά. Έτσι, όταν η συζήτηση έφθασε στον πασίγνωστο ψόγο για το τσιμέντο που έπνιξε την Αθήνα, με τον Καραμανλή στο εδώλιο, ο Τάσιος ήταν απολύτως ευθύς. Τα λένε αυτά, παρατήρησε, όσοι δεν έχουν ποτέ τους αναμετρηθεί με πραγματικά προβλήματα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 οι άστεγοι ήταν δύο εκατομμύρια. Το στεγαστικό, για να μη μεταβληθεί σε κοινωνικό πρόβλημα και να μην εκραγεί, έπρεπε να λυθεί τάχιστα — όπερ και εγένετο. Ένα παράδειγμα, μόνο, της ικανότητάς του να διαλύει έναν αστικό μύθο και να τον επανατοποθετεί μέσα στο πραγματικό του πλαίσιο.
Ότι έχει χιούμορ το γνωρίζαμε. Όχι όμως το τετριμμένο, κονσερβοποιημένο χιούμορ της ηλικίας — το ίδιο και το ίδιο, ξανά και ξανά παρμένο από τα ράφια του παρελθόντος. Παρατηρούσες ότι τις ατάκες του τις έφτιαχνε εκεί, μπροστά σου, με φρέσκα υλικά. Κοφτερές ατάκες· καμία τους δεν αστόχησε.
Είναι, εξάλλου, λεξιτέχνης. Με τον χρωστήρα των λέξεων ζωγραφίζει εικόνες παραστατικές, ολοζώντανες. Όταν μίλησε για την πλατεία Saint-Sulpice στο Παρίσι, τη σουλατσάριζε ξανά εκείνη τη στιγμή, αντάμα με την ιστορία της. Είτε μιλούσε για γέφυρες και φράγματα είτε για την παιδική του ηλικία στην Καστοριά —με τον πατέρα του, γεωπόνο, συμμαθητή του Βελουχιώτη— οι εικόνες ήταν καθαρές, χωρίς τη μούχλα του παρελθόντος, χωρίς τη νοσταλγία των παλαιών ημερών. Αιωρούνταν στην αίθουσα σε έναν αόρατο σημερινό καμβά.
Η λογική του ήταν αυστηρή, αλλά όχι φυλακισμένη σε κάποιο σχολαστικό κλουβί. Όταν η συζήτηση έφτασε στην πολιτική, τα λογικά της βήματα ήταν μπετόν αρμέ: oι πολιτικοί οφείλουν να είναι ηθικοί· η πολιτική απαιτεί συμμετοχή σε ομάδες και συνεργασία για το κοινό καλό· όποιος δεν μπορεί να συνεργαστεί και να συνεννοηθεί είναι, ipso facto, εκτός πολιτικής· και, ακόμη χειρότερα, στερείται ηθικής. Όπερ έδει δείξαι.
Πολλές φορές στη διάρκεια της συζήτησης ο Τάσιος έκανε μια μικρή παύση. Όχι για να ξαποστάσει —δεν φαινόταν να το χρειάζεται— ούτε για να δώσει στους ακροατές του χρόνο να αφομοιώσουν όσα είχε πει, γιατί τα είχε πει με τη σωστή αναλογία πληροφορίας, θαρρετού και απλού λόγου και, για να θυμηθούμε τον Αϊνστάιν, «όσο πιο απλά γίνεται, αλλά όχι απλούστερα». Ήταν, εκτιμώ, στιγμές αυτοελέγχου: αναλογιζόταν αν εκείνο που μόλις είχε διατυπώσει είχε ειπωθεί με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια και οικονομία λόγου. Αν έκρινε πως όχι, αναδιατύπωνε· και η διπλή απόσταξη γινόταν τριπλή. Το τελικό προϊόν ήταν, στην κυριολεξία, λόγος τριπλής αποστάξεως.
Ζωηρή φωνή, σκουρομπλέ κοστούμι με απαλή ρίγα. Στη σκηνή ένας άνθρωπος που δεν έχει παραμελήσει τον εαυτό του και που εξακολουθεί να σπάει ταμπού, να καταπιάνεται κατάματα με τα δύσκολα στα 96 του χρόνια.
Οι κριτικοί, κυρίως εκείνοι που δεν σέβονται τον εαυτό τους, αισθάνονται υποχρεωμένοι να βρουν ένα ψεγάδι, δικαίως ή αδίκως — έστω για να δικαιολογήσουν το χαρτί και το μελάνι που ξοδεύουν. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, όσο και αν προσπαθώ δυσκολεύομαι να βρω κάτι. Όχι, δεν ήταν καθόλου βαρετή βραδιά. Όχι, δεν ήταν στριφνή διάλεξη ούτε ο μονόλογος ενός ανθρώπου που θεωρεί ότι τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του επειδή είναι σπουδαίος. Είχε τη μακεδονίτικη λεβεντιά —έλκει την καταγωγή από την Καστοριά— και την αυτοπεποίθηση εκείνου που δεν χρειάζεται να την επιδεικνύει. Σε καμία στιγμή δεν γλίστρησε στην έπαρση.
Όταν στο τέλος της συζήτησης ο Ηλίας Κανέλλης τον ρώτησε πώς θα ήθελε να τον θυμούνται —και αφού παρέκαμψε κομψά τον Επίκουρο— απάντησε ότι δεν τον νοιάζει ιδιαίτερα τι θα γίνει μετά: σάμπως, λέει, θα έχει τίποτα να κερδίσει;
Καίω λιβανωτό με όλα τα παραπάνω; Τώρα που το σκέφτομαι, κατ’ αναλογία, ούτε εγώ έχω κάτι να κερδίσω κάτι από αυτά που γράφω. Οπότε όχι, δεν παίρνω λέξη πίσω.
Όσοι δεν ήρθαν έχασαν. Όπως θα έλεγε ο ίδιος στα γαλλικά της πόλης που αγάπησε, tant pis pour eux.