Στην έρευνά μας για τη σημερινή και την αυριανή λογοτεχνία μας μια εξαιρετική θέση ανήκει δικαιωματικά στις γνώμες του κ. Δημ. Ταγκόπουλου. Ο ακούραστος αυτός λόγιός μας έχει να παρουσιάση, εκτός από τα καθαρά λογοτεχνικά έργα του, τον αγώνα του για τη γλωσσική μεταρρύθμιση, αγώνα ζωηρό, φανατικό, θαρραλέο, επίμονο, και γι’ αυτό αποτελεσματικό και νικηφόρο.
Με το «Νουμά», με το όργανο αυτό της γλωσσικής μεταρρύθμισης, με τους αγώνες του και τις ακατάπαυστες προσπάθειές του κατώρθωσε μαζί με τους άλλους ξεχωριστούς αγωνιστές του γλωσσικού αγώνα, να επιβάλη την ιδέα της δημοτικής...
– Λοιπόν, κύριε Ταγκόπουλε, πριν πούμε για τα γενικώτερα ζητήματα, θα σας ρωτήσουμε για τη δική σας εργασία. Τι ετοιμάζεται τώρα; Ρωτήσαμε.
– Βλέπετε τώρα που δημοσιεύω στον «Ελεύθερο Λόγο» τις ιστορικοφιλολογικές επιφυλλίδες μου... Και θα βγουν και αυτές σε βιβλίο αργότερα, όπως και τα «Φιλολογικά πορτραίτα»... Έπειτα έχω έτοιμο μέσα στο μυαλό μου ένα νέο έργο. Έτσι ετοιμάζω εγώ τα έργα μου. Τα δουλεύω μέσα στο μυαλό μου ολόκληρα, έως τις λεπτομέρειές τους κ’ έπειτα τα γράφω ολόκληρα. Έτσι το γράψιμό τους είναι σα μια αντιγραφή: από το μυαλό μου στο χαρτί...
– Για το θέατρο δεν ετοιμάζετε τίποτε, κύριε Ταγκόπουλε;
– Όχι. Μετά τη «Μητέρα», που παίχθηκε πέρυσι στο «Αθήναιο», δεν ετοίμασα τίποτε νεώτερο. Ίσως να εκδώσω σ’ ένα βιβλίο τα τρία μου μονόπρακτα: «Το Μαύρο χέρι» και το «Στην οξόπορτα», που έχουν παιχθή και δημοσιευθή, και το ανέκδοτο «Ολόγυρα στους Τάφους». Αυτά τα τρία μου δραματάκια έχουν την εξής περίεργη ιστορία. Εβγήκαν σε βιβλίο κ’ εκυκλοφόρησαν μόνο σε… δύο αντίτυπα! Είχαν τυπωθή σε βιβλίο στην Πόλη την εποχή που εκηρύχθη ο Ευρωπαϊκός πόλεμος. Αμέσως επρόφθασαν και μου έστειλαν δυο αντίτυπα και τα άλλα τα κατάσχεσε η Τουρκική Κυβέρνηση. Φαίνεται πως κατέληξαν στα μπακάλικα κ’ ετύλιξαν μ’ αυτά σαρδέλλες… Μα ούτε εγώ τάχω τα δυο αυτά αντίτυπα, που είνε τα μόνα που κυκλοφόρησαν, γιατί και αυτά τα χάρισα…
– Ώστε, κύριε Ταγκόπουλε, διαφωνείτε ριζικά με όσους εμίλησαν πριν και αρνήθηκαν το έργον των νέων.
– Βέβαια διαφωνώ. Όλοι όσοι μίλησαν ώς τώρα έδειξαν πως κατατρύχονται από μια περίεργη αρρώστεια που μπορεί να χαρακτηριστή ως ονοματοφοβία και νεοφοβία. Δεν αναφέρουν ονόματα συγχρόνων τους και αγνοούν τους νέους… Αντίθετα, οι νέοι πάσχουν από Παλαμοφοβία και γενικά Παλαιοφοβία. Τους τρέμουν τους Παλιούς, τους φοβούνται κ’ έτσι δείχνονται άξιοι των σημερινών αρνησινέων, ας τους πούμε…
– Μα γενικά για όλους τους νέους το πιστεύετε αυτό, κύριε Ταγκόπουλε; Όλοι πιστεύετε ότι είναι τέτοιοι;
– Λοιπόν είναι: Νέοι με ταλέντο, νέοι με ταλέντο και αυθάδεια και νέοι με αυθάδεια μοναχά και δίχως ταλέντο. Τους πρώτους τους σέβομαι. Τους δεύτερους τους ανέχομαι. Τους τρίτους τους αφήνω να γαυγίζουν και αδιαφορώ...
– Για τους άλλους λογίους μας, όχι τους νεωτάτους, μπορείτε να μας πείτε τις ιδέες σας;
– Μπράβο. Να σας πω. Ο κ. Γρ. Ξενόπουλος πρώτα-πρώτα έχει ταλέντο, μα το κακομεταχειρίζεται. Είνε, χωρίς επιφύλαξη, λογοτέχνης μα είναι και έμπορος. Είνε τιμή για μένα ο πρόλογός του στα δράματά μου. Μα κακομεταχειρίζεται το ταλέντο του πολλές φορές ανάλογα με το εμπορικό του συμφέρον...
Πρέπει να σας πω και για το Βουτυρά. Ο Δημοσθένης Βουτυράς είνε μεγάλο ταλέντο. Και ο Παρορίτης είνε ταλέντο, μα τον έχη βαρέση η πετριά του σοσιαλισμού. Ζητάει παντού σοσιαλισμό. Ενώ υπάρχει πρώτα η Τέχνη κ’ έπειτα ο σοσιαλισμός. Και άμα η Τέχνη είνε ειλικρινής, τότε κάνει μόνη της σοσιαλισμό. Δεν είνε ανάγκη να ’ναι μπροσούρα...
Όσο για μένανε όμως, αν θέλετε να μάθετε, την αθανασία την εξασφάλισα με το «Νουμά». Εμείς θα μείνουμε ονόματα. Ο Ψυχάρης και ο Παλαμάς και γύρω σ’ αυτούς εμείς οι άλλοι, θ’ αφήσουν μια εποχή. Ήταν οι δυο τους δημιουργοί ζωής. Αυτοί οι δυο θα μείνουν στην ιστορία μας. Θα σημειώσουν την Ψυχαρο-Παλαμική εποχή, και γύρω τους θα μείνουμε κ’ εμείς οι άλλοι. Έτσι εγίνηκε και με το Σολωμό και με τους αστέρες της πλειάδος του...
– Τους παρακολουθείτε λοιπόν μ' ενδιαφέρον τους νέους;
– Να σας πω: Πρώτα διάβαζα πολύ, τα διάβαζα όλα. Φαντασθήτε, αφού διάβαζα και έναν ποιητή που έγραψε άλλοτε –τώρα φαίνεται γιατρεύτηκε κ’ έχει καιρό να γράψη– κάτι στίχους μακριούς σα λεβίθες με δεκοχτώ, είκοσι, εικοσιπέντε συλλαβές!
– Τώρα εξακολουθείτε να διαβάζετε όλα τα καινούργια βιβλία που βγαίνουνε;
– Δυστυχώς η ζωή μ’ επροίκισε μ’ ένα πνευμονικό εμφύσημα, ελαφρό για την ώρα, που δεν μου επιτρέπει ν’ ανεβαίνω ανηφοριές και να διαβάζω άσκημα βιβλία. Με πιάνει δύσπνοια. Έτσι αναγκάζομαι να διαλέγω, να ’μαι εκλεκτικός και να διαβάζω μοναχά τα καλά βιβλία. Δυστυχώς όσα βιβλία βγαίνουν δεν είνε όλα καλά. Το παραδέχεσαι;
– Το παραδέχομαι. Αλλά δεν καταλαβαίνω πώς τα καταλαβαίνετε χωρίς να τα διαβάσετε...
– Το ...διαισθάνομαι! είπε γελώντας...
– Και για το αναγνωστικόν κοινόν μας;
– Είμαι κατενθουσιασμένος. Τα τελευταία χρόνια έχει ευρυνθή σημαντικά. Διαβάζουνται πολύ, παραπολύ τα Ελληνικά βιβλία, κι’ αγοράζονται μάλιστα. Αλλιώτικα οι εκδόται δεν θα επλήρωναν σχετικώς τόσον καλά τους συγγραφείς μας. Εμένα λ.χ. ο εκδότης Βασιλείου μου έδωκε 4 χιλιάδες δραχμές για τη δεύτερη έκδοση του ρομάντζου «Πλάι στην αγάπη»...