Σύνδεση συνδρομητών

Γνωρίζοντας τον Σεφέρη

Τρίτη, 28 Απριλίου 2026 02:14
Φίλοι του Γ. Π. Σαββίδη
1953, Αθήνα. Τέσσερις φίλοι στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Από αριστερά: Γιώργος Σεφέρης, Λένα Σαββίδη, Μαρώ Σεφέρη και Γιώργος Σαββίδης.
Φίλοι του Γ. Π. Σαββίδη

Roderick Beaton, Γιώργος Σεφέρης: Περιμένοντας τον άγγελο (νέα, αναθεωρημένη έκδοση), μετάφραση από τα αγγλικά: Μίκα Προβατά-Carlone, Πατάκη, Αθήνα 2026, 672 σελ.

Η επανέκδοση της βιογραφίας του Γιώργου Σεφέρη από τον Ρόντρικ Μπήτον είναι μια αφορμή επαναγνωριμίας με έναν ποιητή που είναι ιδιαίτερα δημοφιλής. Στηριγμένο σε συστηματική και εξονυχιστική έρευνα από έναν συγγραφέα που λατρεύει τον ποιητή και, πριν επιχειρήσει να ανασυστήσει τη ζωή του, γνωρίζει άριστα το έργο του, το βιβλίο αυτό ξεναγεί τον αναγνώστη του σε μια άλλη εποχή, σε ένα αξιοσημείωτο ήθος. Αλλά η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου είναι η απεξάρτηση από τον ίδιο τον βιογραφούμενο. Και τούτο αξίζει να σημειωθεί ως  άλλη μια διάσταση αντικειμενικότητας. Ο Μπήτον δεν αποδέχεται a priori τις απόψεις του Σεφέρη, αλλά τις εξετάζει κριτικά, κάτι που απουσιάζει από τις περισσότερες εγχώριες μελέτες, οι οποίες συνήθως ανυψώνουν τον ποιητή σ’ ένα ιδεατό βάθρο θαυμασμού.

Η λογοτεχνική βιογραφία δεν είναι πολύ ανεπτυγμένη στην Ελλάδα. Δεν έχουμε έργα αντίστοιχα με του Στέφαν Τσβάιχ για τον Έρασμο, ή του Ρομαίν Ρολάν για τον Μπετόβεν, ή του Εμίλ Λούντβιχ για τον Ναπολέοντα ή και για τους «τρεις τιτάνες της τέχνης», όπως τους ονομάζει (Μιχαήλ Αγγελο, Ρέμπραντ και Μπετόβεν). Αναφέρομαι στο είδος εκείνο της βιογραφίας που, ενώ ανατέμνει με ιστορική ακρίβεια τη ζωή προσωπικοτήτων οι οποίες σφράγισαν την εποχή τους, ταυτόχρονα υιοθετεί μια ζωντάνια στην αφήγηση που προσιδιάζει σε μυθιστόρημα. Καθηλώνει τον αναγνώστη καθιστώντας τον μέτοχο της ιστορίας, ανεξάρτητα από το αν είναι ειδικός μελετητής.     

Μια τέτοια βιογραφία είναι το Περιμένοντας τον Άγγελο του καθηγητή Ρόντρικ Μπήτον. Διαβάζοντάς το, ένιωσα τη γοητεία μιας εξιστόρησης που διαθέτει τα χαρακτηριστικά ενός συναρπαστικού πεζογραφήματος. Με έκανε να απολαμβάνω την ανάγνωση, δίχως όμως να μου δίνει την εντύπωση ότι προδίδει την αλήθεια. Κάθε περιστατικό, προσωπικό, ερωτικό, οικογενειακό, πολιτικό, επαγγελματικό και βέβαια οι σταθμοί της ποιητικής του δημιουργίας, είναι θεμελιωμένο. Η έρευνα που υποβαστάζει ένα τέτοιο οικοδόμημα είναι εντυπωσιακή, αναδεικνύοντας πληροφορίες από πηγές συχνά αχαρτογράφητες, οι οποίες φωτίζουν την πολυσχιδή προσωπικότητα του Γιώργου Σεφέρη, πράγμα που αποτελεί ένα καίριο χαρακτηριστικό του βιβλίου το οποίο θα ήθελα να επισημάνω. Αξιοπρόσεκτη είναι και η άψογη δομή του έργου αυτού, ο χωρισμός σε κεφάλαια και υποκεφάλαια με ευρηματικούς και χαρακτηριστικούς τίτλους που δείχνουν τη βαθιά εξοικείωση του συγγραφέα με τον Σεφέρη.

 

Κριτική ανάγνωση

Ο Μπήτον διανθίζει τη βιογραφία του με χαρακτηριστικά αποσπάσματα κειμένων του ίδιου του ποιητή, όπως φράσεις από ημερολόγια, δοκίμια ή επιστολές αλλά και από γραπτά άλλων συγχρόνων του προσώπων. Τα χρησιμοποιεί όμως με αξιοθαύμαστο μέτρο, χωρίς να αντικαθιστά τη δική του φωνή από τη φωνή του ποιητή. Παρακολουθούμε έτσι μια ζωή πολυτάραχη, μέσα στους πολέμους, τις δικτατορίες, τις εξορίες, τον εμφύλιο, τις επαγγελματικές αντιξοότητες από τους ανελέητους διπλωματικούς ανταγωνισμούς και τις μικρότητες του κύκλου των διανοουμένων και των λογοτεχνών.

Κατά τη γνώμη μου, ο Μπήτον προσεγγίζει τον Σεφέρη με μια σπάνια αντικειμενικότητα, υπερβαίνοντας τα πολιτικά πάθη και τις λογοτεχνικές ματαιοδοξίες ή τις φατρίες της εποχής του ή της εποχής μας, που συχνά στην Ελλάδα θολώνουν την κρίση μας. Η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου, ωστόσο, είναι η απεξάρτηση από τον ίδιο τον βιογραφούμενο. Και τούτο αξίζει να σημειωθεί ως  άλλη μια διάσταση αντικειμενικότητας. Ο Μπήτον δεν αποδέχεται a priori τις απόψεις του Σεφέρη, αλλά τις εξετάζει κριτικά, κάτι που απουσιάζει από τις περισσότερες εγχώριες μελέτες, οι οποίες συνήθως ανυψώνουν τον ποιητή σ’ ένα ιδεατό βάθρο θαυμασμού. Πολλές φορές αμφισβητεί και την ακρίβεια ορισμένων πληροφοριών που ο ποιητής καταγράφει στα ημερολόγια και τις επιστολές του, προτείνοντας διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας.

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, θα ήθελα να αναφερθώ και σ’ ένα ακόμα στοιχείο που με άγγιξε στο βιβλίο αυτό. Είναι η ταύτιση απόψεων που έχω με τον βρετανό μελετητή ότι η ζωή του Σεφέρη και του Σεφεριάδη είναι μία και αδιαίρετη, και οι πτυχές της αλληλένδετες. Ότι όλη η προσπάθεια του Σεφέρη να διαχωρίσει τις δύο ιδιότητές του, του ποιητή και του διπλωμάτη, δεν ήταν δυνατόν να αποδώσει, καθώς δεν είναι δυνατόν να διχάσεις την ίδια σου την προσωπικότητα, όσο κι αν προσπαθείς. Δεν έχω αμφιβολία ότι το επάγγελμά του —που τυχαίνει να είναι και δικό μου— δρούσε καθοριστικά στην ποιητική δημιουργία του. Του παρείχε μια προνομιακή θέση για την καλύτερη και αμεσότερη κατανόηση των τεκτονικών αλλαγών που υφίστατο η ανθρωπότητα τον 20ό αιώνα, αλλά και πληθώρα ιδεών και εμπειριών, το συνδυασμό των οποίων αισθανόταν την ανάγκη να εκφράσει στα γραπτά του. Και το συμπέρασμα αυτό το νιώθω βαθιά, καθώς αποτελεί καρπό προσωπικής εμπειρίας, την οποία κατέθεσα και στο δικό μου βιβλίο για τον Σεφέρη.

Δεν θα ήθελα να σας κουράσω εδώ με αισθητικές θεωρίες για το ρόλο που διαδραματίζει το έλλογο στην ποίηση. Παρότι για τον Σεφέρη το διανοητικό έπεται του συγκινησιακού, πρόκειται ουσιαστικά για μια διαφορά χρονικής προτεραιότητας και όχι σημασίας. «Είναι κακό σημάδι ν’ αρχίσουμε να προσεγγίζουμε την ποίηση από το λογικό της νόημα» γράφει ο Σεφέρης στις Δοκιμές. Από πλευράς μου θα αρκεστώ να πω ότι η συγκινησιακή χρήση της γλώσσας, ή πιο σωστά η χρήση της γλώσσας που γίνεται φορέας αισθητικής συγκίνησης, όχι μόνο δεν οφείλει να είναι απαλλαγμένη από το διανοητικό στοιχείο αλλά, αντίθετα, μόνο μέσω της συγχώνευσης μ’ αυτό μπορεί να ξεπεράσει το χρόνο και το χώρο και να μετουσιωθεί σε μεγάλη ποίηση ώστε να εκφράζει πανανθρώπινες αγωνίες. 

«Η ποίηση αποτείνεται σ’ ολόκληρο τον άνθρωπο», γράφει ο Σεφέρης. «Στις αισθήσεις του, στα συναισθήματά του και στο λογικό του, σα διαμορφωτή συναισθημάτων». «Ο βασιλιάς της Ασίνης», για παράδειγμα, γίνεται αντιληπτός πρώτα ακουστικά και αισθητικά. Ακολουθεί, όμως, η σύνδεση με το νοηματικό του υπόστρωμα: την ανθρώπινη απώλεια, τον πρόσκαιρο βίο, τη σιωπή των αδικοχαμένων, όσων δεν άφησαν πίσω τους τίποτα, όσων χάθηκαν άδικα στους πολέμους. Για τους λόγους αυτούς, άλλωστε, είναι ένα ποίημα με πανανθρώπινη διάσταση. Αλλά και σε ό,τι αφορά τον δημιουργό του, ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι «Ο βασιλιάς της Ασίνης» γράφτηκε την εποχή που ο ποιητής διάβαζε καθημερινά με αγωνία και συντριβή τα υπηρεσιακά τηλεγραφήματα τα οποία επιβεβαίωναν από όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αναπόφευκτος; Αυτά τα συναισθήματα δεν πέρασαν άραγε από τη λογική σχηματίζοντας μια αδιαίρετη ενότητα, ώστε να μεταπλαστούν σ’ αυτό το θαυμάσιο ποίημα; Και δεν πρέπει να τα έχουμε στο νου μας προσπαθώντας να το κατανοήσουμε σ’ όλες του τις διαστάσεις;

Επιμένω στο θέμα αυτό γιατί μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει αντιληπτή η προσφορά τού Περιμένοντας τον Άγγελο, σε βάθος. Η σύνδεση με την ποιητική δημιουργία των βιογραφικών λεπτομερειών που παρατίθενται τόσο γλαφυρά είναι εντυπωσιακά διαφωτιστική. Όπως οι πρώτες, θυελλώδεις, ερωτικές του σχέσεις που ενέπνευσαν τον «Ερωτικό Λόγο» ή τη «Στέρνα», η αβάσταχτη απώλεια της Σμύρνης και της Σκάλας του Βουρλά που οδήγησαν στο «Μυθιστόρημα», ο τραγικός εμφύλιος που μετουσιώθηκε ποιητικά στην «Κίχλη», ο θυμόσοφος απολογισμός της ζωής που περιέχεται στα «Τρία Κρυφά Ποιήματα» καθώς ο θάνατος πλησίαζε. Επιπλέον, ο Μπήτον διαβλέπει και πώς, επιμέρους, πολύ προσωπικές εμπειρίες και ψυχικά τραύματα, όπως το γεγονός ότι η Μαρώ εγκατέλειψε τις δύο μικρές της κόρες στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, βρίσκουν τη θέση τους σε ποιήματα. Η συγκεκριμένη μάλιστα στο «Υστερόγραφο», στο Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄.

Το ίδιο ισχύει και με τα ιδεολογικά ρεύματα που τον επηρέασαν, τις φιλοσοφικές του απόψεις, τους μεγάλους διανοητές τους οποίους μελέτησε, τους σπουδαίους ποιητές που τον ενδιέφεραν, τα λογοτεχνικά έργα που αγάπησε. Περιγράφονται από τον Μπήτον πάντοτε σε συσχέτιση με τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώθηκαν στο σεφερικό έργο. Είτε πρόκειται για το αγαπημένο του θέμα του Οδυσσέα και της Οδύσσειας γενικότερα, είτε για τον Αισχύλο, τον Έλιοτ, τον Μακρυγιάννη, τον Κάλβο, τον Πωλ Βαλερύ ή τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού.

Οι σημαντικές πτυχές της περιπετειώδους ζωής του και οι ψυχολογικές επιπτώσεις πάνω στον Σεφέρη, όπως μας τις περιγράφει ο Μπήτον, έρχονται και δένουν πάθη και συναισθήματα με στοχασμούς και φιλοσοφικές απόψεις. Κι αυτή η σύνδεση, όπως για παράδειγμα στη «Στέρνα», είναι που δίνει την διάσταση της μεγάλης ποίησης στα δημιουργήματά του.

 

Αποκρυπτογραφώντας τον ποιητή

Εξίσου καίριος είναι και ο τρόπος που αναλύεται η πολιτική πτυχή των μεγάλων ποιημάτων του Σεφέρη, όπως, για παράδειγμα, αυτών που αφορούν την Κύπρο ή τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη στάση των ελλήνων πολιτικών. Ο Μπήτον τονίζει μάλιστα τον περίτεχνο τρόπο που χρησιμοποιεί ο ποιητής κρύβοντας με σύμβολα και υπαινιγμούς τον γενεσιουργό λόγο που τον ωθούσε συνήθως να γράψει, πράγμα το οποίο έχει αναφέρει κι ο ίδιος ο Σεφέρης στον «Τελευταίο Σταθμό»:

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·

στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

Από την άλλη πλευρά, το ίδιο συμβαίνει και με τα αδιόρατα ίχνη που αφήνει συνήθως στη γραφή του ο ποιητής, σαν τα ψίχουλα του παραμυθιού, ώστε να γίνουν αντιληπτά τα γεγονότα που μετουσιώνονται σε ποίημα, όπως μια ημερομηνία στο τέλος ενός ποιήματος που τεχνηέντως συνδέει το ποίημα αυτό με την έναρξη ενός πολέμου ή ένα άλλο σημαντικό γεγονός στην ελληνική ή την παγκόσμια ιστορία.

Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε κάποτε ότι αναζητούσε το κλειδί που θα του εξηγούσε την κρυπτική και ερμητική σεφερική ποίηση. Ασφαλώς ο Παλαμάς δεν χρειαζόταν το κλειδί της ακουστικής φαντασίας, κάτι που δεν διδάσκεται γιατί είναι εγγενές στην ευαισθησία του καθενός.  Ήταν ασφαλώς ικανός να νιώσει τη μουσική κάθε ποιήματος. Αυτό που εννοούσε στη δήλωσή του,  δηλαδή τη σύνδεση με το έλλογο, αυτό το δεύτερο κλειδί, μας το παρέχει σε μεγάλο βαθμό το βιβλίο που εξετάζουμε σήμερα. Η βιογραφία του Μπήτον μάς προσφέρει κάτι παραπάνω από μια παράθεση γεγονότων· μας προσφέρει μια οδό αποκωδικοποίησης του σεφερικού σύμπαντος. Με τη συμπλήρωση ίσως της καθημερινότητάς του στο υπουργείο Εξωτερικών, που τον ασκούσε στη γλώσσα και το ύφος προσδίδοντάς του γνώση και εμπειρίες. Είμαι βέβαιος ότι η κατανόηση της ποίησης εδράζεται και στη μελέτη του δημιουργού της και των αγωνιών που τον βασάνιζαν. Στο βιβλίο αυτό, ο βιογράφος, συνδέοντας προσωπικά βιώματα με συγκεκριμένα ποιήματα, επιβεβαιώνει ότι η μεγάλη ποίηση δεν γεννιέται in vitro και, παράλληλα, βοηθά τον αναγνώστη στην πρόσληψή της, όπως επιθυμούσε ο Κωστής Παλαμάς. 

Αυτή η βιογραφία έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι ο Σεφέρης δεν ήταν μια απόμακρη, στατική μορφή του πνευματικού μας πανθέου, αλλά ένας άνθρωπος που πάλεψε με τις αντιφάσεις του. Ο Μπήτον, με το Περιμένοντας τον Άγγελο, καταφέρνει να αποκαταστήσει την ανθρώπινη διάσταση του ποιητή, δείχνοντάς μας ότι ο «Άγγελος» που περίμενε ο Σεφέρης δεν ήταν μια μεταφυσική οντότητα, αλλά η ίδια η λύτρωση, μέσα από την κατανόηση της ιστορικής και προσωπικής του μοίρας.

Κλείνοντας, θα έλεγα ότι το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα υπόδειγμα για το πώς πρέπει να γράφεται η ιστορία των ανθρώπων που μας καθόρισαν. Μας διδάσκει ότι η αντικειμενικότητα δεν στερεί το συναίσθημα και ότι η αυστηρή έρευνα μπορεί να συμβαδίσει με την απόλαυση της ανάγνωσης. Για όσους από εμάς μοιραζόμαστε την ίδια «διπλή» μοίρα μεταξύ διπλωματίας και γραμμάτων, το έργο του Μπήτον είναι ένας καθρέφτης· και για όλους τους υπόλοιπους, μια μοναδική ευκαιρία να γνωρίσουν τον άνθρωπο πίσω από τον κάτοχο του βραβείου Νόμπελ.

 

Βασίλης Παπαδόπουλος

Πρέσβης και συγγραφέας. Υπηρετεί ως Γενικός Γραμματέας της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Κυκλοφορεί το βιβλίο του: Διπλωματία και ποίηση. Η περίπτωση του Γιώργου Σεφέρη.

Τελευταία άρθρα από τον/την Βασίλης Παπαδόπουλος

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.