Σύνδεση συνδρομητών

Ο Πάνθηρας

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2026 12:50
Jules Chadel
Jules Chadel, Κεφάλι πάνθηρα, 1920. Χαρακτικό.
Jules Chadel

Στα χρόνια 1903-1908, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε έστειλε δέκα γράμματα σε έναν άγνωστο νεαρό θαυμαστή του που του είχε ζητήσει να αξιολογήσει τα ποιήματά του. Τα γράμματα δημοσιεύθηκαν το 1929 σε ένα βιβλίο με τίτλο Γράμματα σε έναν νέο ποιητή και, έκτοτε, κατέχουν τη θέση μιας συνόψισης των αντιλήψεων του Ρίλκε για την ποιητική, αλλά και για την ίδια τη ζωή.

Σε ένα από αυτά τα γράμματα, ο Ρίλκε συμβούλευε τον νεαρό ποιητή:  «Ζυγώστε τη φύση. Πασχίστε να πείτε, σα να ’σαστε ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη, τι βλέπετε, τι ζείτε, τι αγαπάτε και τι χάνετε».

Όταν έγραφε αυτές τις γραμμές ο Ρίλκε δεν ήταν πάνω από 28 ετών και μαθήτευε κι εκείνος σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης ήταν ο Ωγκύστ Ρενέ Ροντέν και ο Ρίλκε είχε βρεθεί δίπλα του στο Παρίσι, με αρχικό σκοπό να συγγράψει τη βιογραφία του. Έμελλε, τελικώς, να συνδεθούν με φιλία και ο Ρίλκε να διατελέσει, ώς το 1906, γραμματέας του.

Κάποτε, ο Ρίλκε παραπονέθηκε στον Ροντέν ότι περνά μια περίοδο έλλειψης έμπνευσης από την οποία δεν γνώριζε πώς να ξεφύγει. Κι ο Ροντέν του είχε απαντήσει με παρόμοιο τρόπο με αυτόν της επιστολής του Ρίλκε στον νεαρό ποιητή: Πήγαινε στον Ζωολογικό Κήπο και άρχισε να παρατηρείς ένα ζώο, ώσπου να το «δεις». Κι όταν ο Ρίλκε ρώτησε τον Ροντέν «για πόσο;», ο Ροντέν του απάντησε: «για όσο χρειάζεται»…

Ο Ρίλκε ακολούθησε τη συμβουλή του γλύπτη και επισκέφτηκε τον Κήπο των Ανθέων, στον οποίο υπήρχε Ζωολογικός Κήπος. Το αποτέλεσμα, ήταν η συγγραφή ενός ποιήματος με τίτλο «Ο Πάνθηρας».

Το ποίημα, σε μετάφραση της φιλολόγου Πηνελόπης Παπαϊωάννου, είναι το ακόλουθο:

 

Το βλέμμα του κουράστηκε στο κάγκελο

να τρέχει, τίποτε άλλο δεν κρατά

γίναν’ γι’ αυτόν τα σίδερα τόσα πολλά, χιλιάδες

έξω από αυτά τα σύνορα κανένας κόσμος πια.

 

Αίλουρο βήμα, στερεό σε ανάλαφρη πορεία

στενεύει ο κύκλος γύρω του όλο και πιο πολύ

μοιάζει χορός της δύναμης γύρω από ένα κέντρο

που μέσα στέκει σιωπηλή η μεγάλη του ορμή.

 

Η αυλαία στην κόρη των ματιών κάποτε ανοίγει

και έρχεται μέσα αθόρυβα εικόνα εξωτική

την παγωμένη ένταση των άκρων διαπερνώντας

φθάνει βαθιά ώς την καρδιά εκεί για να σβηστεί.

 

Διαβάζοντας το ποίημα ο αναγνώστης εύκολα αντιλαμβάνεται την εναλλαγή τριών διαφορετικών εστιάσεων.

Στην πρώτη στροφή, το ποίημα εστιάζει στο περιβάλλον του εγκλωβισμένου ζώου. Στο περίκλειστο από κάγκελα κλουβί του, που αποτελεί όλον τον αντιληπτικό του χώρο.

Στη δεύτερη στροφή, στο προσκήνιο έρχεται ο παρατηρητής που καταγράφει με ακρίβεια ηθολόγου τις κυκλικές κινήσεις του πάνθηρα και τις ερμηνεύει ως αποτέλεσμα της αόρατης έλξης που του ασκεί η εσωστρεφής και κεντρομόλος δύναμη της φύσης του.

Και στην τελευταία, το ποίημα επανέρχεται στον πάνθηρα· στις φευγαλέες αναλαμπές της μνήμης του, που σβήνουν πριν προλάβουν να αφυπνίσουν τη ρωμαλέα δύναμη των μελών του.

Αυτή λοιπόν η μετατόπιση από το ένα περιβάλλον στο άλλο έχει αρκετή «βιολογία» εντός της· βιολογία που ανεκάλυψε ο Ρίλκε όταν αποτάθηκε στον βιολόγο Jakob von Uexküll, προκειμένου να τον συμβουλευτεί για τoν τρόπο με τον οποίο έπρεπε να προσεγγίζει τον φυσικό κόσμο.

Το ποίημα άρεσε τόσο στον βιολόγο, ώστε σε μια επιστολή του στον Ρίλκε έγραψε: «Η παρατήρηση που αναπτύσσετε στο ποίημα είναι αριστοτεχνική… Πιστεύω ότι είστε ήδη μεγάλος δάσκαλος, για να είστε μαθητής».

Τι ήταν λοιπόν αυτό που ενθουσίασε τον Ουέξκουλ στο ποίημα ώστε να το εγκωμιάσει με τόσο θερμά λόγια; Ήταν ότι ο Ρίλκε υιοθετούσε –εν αγνοία του– τη  φαινομενολογική οπτική του βιολόγου. Ο Ουέξκουλ, αν και δεν απέρριπτε την εξέλιξη και τον δαρβινισμό εν γένει, θεωρούσε πως ο δαρβινισμός διαχωρίζει μηχανιστικά τους οργανισμούς από το περιβάλλον τους, αποδίδοντας την επιβίωση στην αιτιοκρατία της προσαρμογής στις συνθήκες του περιβάλλοντός τους. Αντιθέτως, εκείνος πίστευε ότι κάθε οργανισμός και το περιβάλλον του αντιπροσωπεύουν μια ενότητα, τόσο πολύπλευρη, ώστε ακόμη κι αν δυο διαφορετικοί οργανισμοί μοιράζονται την ίδια οικοθέση, να ζουν εντούτοις σε διαφορετικό περιβάλλον. Το ίδιο άνθος παρέχει τις ίδιες φυσικοχημικές συνθήκες για την επιβίωση μιας μέλισσας και μιας προνύμφης τζιτζικιού. Όμως ο τρόπος με τον οποίο καθένας από αυτούς τους οργανισμούς προσλαμβάνει την οικοθέση αυτή είναι διαφορετικός, καθώς είναι διαφορετικός ο τρόπος με τον οποίο τη βιώνει.

Έχοντας λοιπόν την αντίληψη ότι οι οργανισμοί οικοδομούν το περιβάλλον τους, μέσω των αλληλεπιδράσεων που αναπτύσσουν με αυτό, δεν μπορούσε παρά να ικανοποιηθεί αισθητικά από το ποίημα του Ρίλκε. Διότι ο Ρίλκε περιέγραψε με ακρίβεια έναν πάνθηρα. Έναν όμως πάνθηρα ο οποίος δεν ήταν το πραγματικό ζώο που προκύπτει από την αλληλεπίδραση με το φυσικό περιβάλλον του. Αλλά ένα αφύσικο ον με παραιτημένη βούληση, καθώς έχει βίαια αποκοπεί από τον μοναδικό κόσμο που μπορεί να το νοηματοδοτήσει. 

Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Ουέξκουλ αστόχησε όσον αφορά τη μηχανιστική ερμηνεία του δαρβινισμού. Όμως πιστώνεται, από κοινού με τον Ρίλκε, ότι μας έδωσαν ένα εύγλωττο παράδειγμα, από τα πολλά παραδείγματα των χεριών που απλώνει η επιστήμη και η τέχνη, προκειμένου να συναντηθούν.

ΛΕΖΑΝΤΑ

Jules Chadel, Κεφάλι πάνθηρα, 1920. Χαρακτικό.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.