Οι εγκυρότεροι ερευνητές, παλαιοί και σύγχρονοι, συγκλίνουν σε ένα σημείο. Η Νομαρχία τυπώθηκε το 1806 στο Λιβόρνο,[3] στον εκδοτικό οίκο Θωμμά Μάζι και Συν. (Tommaso Masi e C.).[4] Η εύρεση του τόπου έκδοσης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις συστηματικές επεξεργασίες του Κώστα Παπαχρίστου, ο οποίος στηριζόμενος στην ομοιότητα των τυπογραφικών στοιχείων της Ελληνικής Νομαρχίας με ένα άλλο ανώνυμο εγχειρίδιο φυσικής στα ελληνικά, την Ιδέα γενική Περίτινων ιδιοτήτων των Σωμάτων και περί της φύσεως και των ιδιοτήτων του Θερμαντικού. Εράνισμα, το οποίο τυπώθηκε πράγματι στον ως άνω εκδοτικό οίκο, διατύπωσε την πρόταση ότι ο συγγραφέας και των δύο έργων είναι ο Γεώργιος Καλαράς. Τις θέσεις του Παπαχρίστου ανακοίνωσε στην Ακαδημία ο Νίκος Α. Βέης τον Ιούνιο του 1944. Την εποχή της γερμανικής Κατοχής, η ανακοίνωση έγινε γνωστή διά του Τύπου και έλαβε εκ των πραγμάτων αντιστασιακή χροιά. Η απόδοση της πατρότητας των έργων στον Γεώργιο Καλαρά αμφισβητήθηκε από τους ειδικούς. Πολύ λιγότερο, όμως, αμφισβητήθηκε η τυπογραφική προέλευση της Ελληνικής Νομαρχίας. Λίγο μετά την κυκλοφορία της έκδοσης Τωμαδάκη, ο Φάνης Μιχαλόπουλος, παρουσιάζοντάς την, προτείνει ως τόπο έκδοσης της Νομαρχίας την Μπολόνια, με κριτήριο την ομοιότητα των τυπογραφικών στοιχείων με το έργο Μαθήματα της Ναυτικής Επιστήμης, που δημοσιεύθηκε εκεί το 1806.[5]
Πιο συγκεκριμένα, στη δεύτερη σελίδα της Ιδέας Γενικής περιλαμβάνεται μια αγγελία:
Εκ του Ολίγου το Πολλύ: Ας είναι γνωστόν ότι η Αριθμητική του Βιότ, η Γεωμετρία του Λεζάνδρ, η Άλγεβρα του Λακροά, και έναν Μυθ-ιστορικόν καλούμενον, ο Ρασσελάς, μετεφράσθησαν εις το απλούν ημών ιδίωμα, και μετ’ ου πολύ θέλει ιδούν το φως.
Άγγλος περιηγητής, ο οποίος γνώρισε τον Ιωάννη Κωλέττη στην Ήπειρο, απέδωσε το 1815 σε εκείνον την Ιδέα γενική, το μυθιστόρημα Η ιστορία του Ρασσέλα, Πρίγκιπα της Αβυσσηνίας (The History of Rasselas, Prince of Abyssinia) του Samuel Johnson, τη Γεωμετρία του Adrien-Marie Legendre και την Αριθμητική του Jean-Baptiste Biot.[6] Η μαρτυρία του Holland, καθώς και η απόδοση της πατρότητας της Νομαρχίας στον Κωλέττη βάσει προφορικής παράδοσης,[7] συνετέλεσε στη συνεξέταση της Ιδέας γενικής και της Νομαρχίας. Σύμφωνα με τον Δημαρά, αναγγελία της κυκλοφορίας του Ρασσέλα απαντά και στην Ελληνική Νομαρχία.[8]
Από την πλευρά του, ο Παπαχρίστος φωτίζει την ομοιότητα των τυπογραφικών στοιχείων, εκφράζει τη βεβαιότητα ότι γράφτηκαν από το ίδιο πρόσωπο, βάσει της υφολογικής σύγκρισης που πραγματοποίησε, αλλά στη θέση του Κωλέττη τοποθετεί τον Καλαρά. Καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα ερμηνεύοντας ένα χωρίο από επιστολή που απευθύνει ο Καλαράς προς τον Ιωάννη Βηλαρά το 1815, ενημερώνοντάς τον ότι κατά την περίοδο των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο της Πίζας μετέφρασε την Αριθμητική του Biot και τη Γεωμετρία του Legendre, συμβουλεύοντάς τον να αντλήσει, αν θέλει, πληροφορίες για αυτά από τον Κωλέττη. Ο Χ. Γ. Πατρινέλης αντικρούει με πειστικά επιχειρήματα την απόδοση της Νομαρχίας στον Καλαρά και συνάγει από το εν λόγω επιστολικό χωρίο πως οι το πάλαι ποτέ συμφοιτητές Κωλέττης και Καλαράς συνεργάστηκαν για τη μετάφραση του Biot και του Legendre.[9]
Σήμερα γνωρίζουμε ότι στο Λιβόρνο τυπώθηκαν, μεταξύ λίγων άλλων, τα έργα: α) Ιστορία σύντομος Σουλίου και Πάργας, έργο του Χριστοφόρου Περραιβού (1803), β) Ελληνική Νομαρχία (1806), γ) Ιδέα γενική (1806).[10] Το δίτομο έργο Μαθήματα της Ναυτικής Επιστήμης, τα τυπογραφικά στοιχεία του οποίου ομοιάζουν με εκείνα της Ελληνικής Νομαρχίας, όπως επισήμανε o Μιχαλόπουλος, εκδόθηκε στην Μπολόνια «παρ’ αδελφοίς Μάζη και Συντρόφω» (Fratelli Masi e C.), το 1806.[11] Ο Tommaso Masi, σε συνεργασία με τον Michele Fantechi, ξεκίνησε στο Λιβόρνο την εκδοτική του επιχείρηση το 1771, στη Via Grande. Το 1799 δικάζεται, καταδικάζεται και φυλακίζεται εξαιτίας της σύμπλευσής του με την πρόσκαιρη γαλλική διοίκηση στο Λιβόρνο και των ιακωβινικών ιδεών του. Τα βιβλία που τύπωσε κατά τη διάρκεια της γαλλικής παρουσίας στο Λιβόρνο παραδίδονται στην πυρά. Ο Masi εξορίζεται στην Μπολόνια, όπου και παραμένει μέχρι το 1801.[12] Στην Μπολόνια ιδρύει το δεύτερο τυπογραφείο του, ιδιοκτήτης του οποίου παραμένει και μετά την επιστροφή του στο Λιβόρνο, ενώ τη διαχείριση αναλαμβάνουν τα παιδιά του, Riccardo και Spiridione Masi. Το τυπογραφικό εργαστήριο των Αδελφών Masi στεγαζόταν στο κτίριο του πρώην μοναστηριακού συγκροτήματος των Κελεστίνων, ενώ διέθεταν και βιβλιοπωλείο στην περίφημη Στοά των Σχολών (Portico delle Scuole), μπροστά από το Archiginnasio, έδρα του Πανεπιστημίου της Βονωνίας,[13] όπως ονομαζόταν τότε ελληνιστί η Μπολόνια. Τα ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία των δύο εκδοτικών καταστημάτων είναι κοινά.
Ώς εδώ τα πρόσωπα και τα πράγματα, έστω παραδεδομένα μέσα από δαιδαλώδεις βιβλιογραφικές διαδρομές, είναι ανιχνεύσιμα. Ας προχωρήσουμε σε ορισμένα νέα ερωτήματα. Τι ακριβώς είναι η Ιδέα Γενική; Αντλεί από την ιταλική μετάφραση των Στοιχείων ή αρχών φυσικοχυμικών του Mathurin-Jacques Brisson.[14] Ο ερανιστής-μεταφραστής σημειώνει στην εισαγωγή πως, «αν λάβει καλήν Έκβασιν το παρόν», θα δημοσιεύσει γρήγορα τη μετάφραση «πονηματίου Φυσικο-Χυμικού»,[15] ενώ στον επίλογο γράφει: «λέγεται ότι ο Βρίσσων μετεφράσθη εις το απλούν ημών ιδίωμα, δεν ιξεύρω όμως αν αληθεύει».[16] O Δανιήλ Φιλιππίδης είχε, ήδη από το 1801, αναγγείλει την επικείμενη ολοκλήρωση της μετάφρασης στον Barbié du Bocage, ο οποίος ενημέρωσε και τον ίδιο τον Brisson για την επικείμενη κυκλοφορία του έργου.[17] Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι ο ερανιστής-μεταφραστής ήταν καλά ενημερωμένος περί τα εκδοτικά ζητήματα. Στον επίλογο απευθύνεται στη «Γραικία»: «στολίζεσαι, και θέλεις στολισθή από τους Πόνους των Κουραΐδων, Ψαλίδων, Ευγενίων, Θεοτοκίων, Μπαλάνων, Βενιαμίνων, Γαζέων, Θεοδοσίων, και άλλων τοιούτων μεγάλων ανδρών: εσύ, λέγω, οπού πλουτείς από τας δωρεάς των Ζωσιμάδων και Καπλάνων, εξεύρω ότι θέλεις στοχασθή τουτόμου το δώρον ως πολλά μικρόν».[18]
Ποιος είναι ο Θεοδόσιος, πώς κοπιάζει για τη «Γραικία» και γιατί καταλέγεται από τον συντάκτη της Ιδέας γενικής στη χορεία των επιδραστικότερων μορφών της λογιοσύνης της εποχής του;
***
Κατά το έτος 1804 η ελληνική κοινότητα προσκαλεί στο Λιβόρνο «Θεοδόσιόν τινα άγνωστον πόθεν και υπό ποίας συμφωνίας, ως διδάσκαλον»,[19] όπως παραδίδει ο Περικλής Γ. Ζερλέντης, κατόπιν έρευνας στο Αρχείο της Συναδελφότητας στο Λιβόρνο. Για άγνωστο λόγο η διοίκηση αποφάσισε να ανακαλέσει τον διορισμό του Θεοδοσίου ως δασκάλου. Ο Ζερλέντης παραθέτει δύο επιστολές, οι οποίες απευθύνονται στους Επιτρόπους της κοινότητας. Την πρώτη, με ημερομηνία 26 Απριλίου 1804 υπογράφουν 30 άτομα, τα οποία καταγγέλλουν «τας φατρίας, σχίσματα και τας λεγομένας Ιταλιστί πίκας». Σημειώνουν ότι ο Θεοδόσιος, «ειδήμων της Ελληνικής γλώσσης Ιταλικής τε και άλλων επιστημών», θα παραμείνει πολύτιμος ως κατ’ οίκον διδάσκαλος, αλλά ζητούν προς ωφέλεια του γένους να μην αποπεμφθεί από τη θέση του δασκάλου της κοινότητας. Τη δεύτερη επιστολή, που φέρει την ίδια ημερομηνία, υπογράφουν 31 μαθητές, με το ίδιο αίτημα: «να μην απορρίψετε την αυτήν αίτησιν μας, διά να σας κράζωμεν υπερασπιστάς του γένους».[20] Δυστυχώς, ο Ζερλέντης δεν περιλαμβάνει στη δημοσίευσή του τα ονόματα όσων υπέγραψαν τις επιστολές και ο φάκελος με τα αντίγραφα των εισερχομένων του συγκεκριμένου έτους σήμερα λανθάνει. Θα είχε ενδιαφέρον να γνωρίζαμε αν στα ονόματα των μαθητών περιλαμβάνεται και εκείνο του Ανδρέα Κάλβου, ο οποίος τότε βρισκόταν στο Λιβόρνο. Ο Δημαράς πιθανολογεί ότι ο Ανδρέας Κάλβος «εγνώρισε καλά» την Ελληνική Νομαρχία.[21] Σύμφωνα με τον Ζερλέντη, ο Θεοδόσιος «ο Μυτηλιναίος» πρέπει να παρέμεινε «κατ’ ιδίαν διδάσκων» στο Λιβόρνο, όπου το 1807 δημοσίευσε σύγγραμμα με τίτλο Στοιχεία ναυτικής. Για τις πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή του Θεοδοσίου, το εν λόγω έργο, τον χρόνο και τον τόπο έκδοσής του παραπέμπει στον William Martin Leake,[22] ο οποίος αντλεί με τη σειρά του από τον Λόγιο Ερμή («Στοιχεία Ναυτικής εξεδόθησαν εν Λιβόρνω˙υπό Θεοδοσίου του Λεσβίου τω 1807» / «Θεοδόσιος Μυτιληναίος, εξέδωκεν εν Λιβόρνω τω 1807 Ναυτικήν πραγματείαν ακριβεστάτην· εις τόμους 2»).[23]
Ο μεταφραστής των Μαθημάτων της Ναυτικής Επιστήμης ονομάζεται Θεοδόσιος Ρώμπαπας ο Μουδανιώτης και είναι πιθανότατα, όπως μαρτυρά το προσωνύμιό του, κληρικός. Τον Φεβρουάριο του 1805 ο Θωμάς Σπανιολάκης, από το Λιβόρνο, ενημερώνει τον Αδαμάντιο Κοραή ότι έλαβε την έκδοση των Αιθιοπικών του Ηλιοδώρου (1804) και ότι «ευφράνθη η ψυχή του» με την ανάγνωση των Προλεγομένων.[24] Ο Σπανιολάκης συμπληρώνει: «ο μαύρος ο παπα-Θεοδόσιος με είπεν ότι πρέπει να την τυπόσωμεν εις φυλλάδα διά να ευκολοαγορασθή από πολλούς, και να διαβάζεται· το οποίο με άρεσε, και ίσως το κάμομεν αν και το κρίνετε εύλογον». Ο Κοραής μεταφέρει αυτολεξεί την εκδοτική πρόταση του Σπανιολάκη στον Αλέξανδρο Βασιλείου, ο οποίος είχε καταβάλει τα έξοδα για τον Ηλιόδωρο. Είχε υποδείξει «διά του [Μιχαήλ] Ζωσιμά» στον Σπανιολάκη να λάβει την έγκριση του Αλεξάνδρου Βασιλείου για να προχωρήσει. Γράφει στον Βασιλείου: «ο καρπός των φυλλάδων ανήκει εις σε και όχι εις αυτούς».[25] Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι Σπανιολάκης και παπα-Θεοδόσιος πρότειναν όχι να υποστηρίξουν οικονομικά και να διακινήσουν τη φυλλάδα, αλλά να αναλάβουν οι ίδιοι να φέρουν εις πέρας νέα έκδοση. Επομένως, βάσιμα υποθέτουμε ότι ο παπα-Θεοδόσιος είχε κατά νου και τον τυπογράφο με τον οποίο θα συνεργαζόταν. Θα μπορούσε να είναι ο Tommaso Masi, ο οποίος, άλλωστε, διέθετε προς πώληση στο Λιβόρνο την Ελληνική Βιβλιοθήκη του Κοραή, όπως ανακοινώνεται στον Πρόδρομο Ελληνικής Βιβλιοθήκης (1805).[26] Ο Πρόδρομος και η σειρά Ελληνική Βιβλιοθήκη του Κοραή εκδίδονται με χορηγία των αδελφών Ζωσιμάδων. Με χορηγία των Ζωσιμάδων εκδίδονται το 1806 και τα Μαθήματα της Ναυτικής Επιστήμης.
Ο «μαύρος ο παπα-Θεοδόσιος» φαίνεται γνώριμος στον Κοραή, αφού ο Σπανιολάκης δεν αναφέρει καμία άλλη πληροφορία για το πρόσωπο αυτό, ούτε χρειάζεται να αιτιολογήσει τον χαρακτηρισμό «μαύρος». Πιθανότατα ο Κοραής έχει ενημερωθεί για την αποπομπή του από τη Σχολή. Συνδυάζονται έτσι λιγοστές, αλλά πολύτιμες πληροφορίες για τον Θεοδόσιο. Βρίσκεται κοντά στον Σπανιολάκη, ο οποίος τον εκτιμά, και ενδεχομένως τον συστήνει στον Μιχαήλ Ζωσιμά ώστε να λάβει εκδοτική χορηγία για τα Μαθήματα της Ναυτικής Επιστήμης. Ο γάμος του Σπανιολάκη με την Μαριγώ Νιώτη τελείται τον Αύγουστο του 1805 με κουμπάρο τον Μιχαήλ Ζωσιμά, ο οποίος λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα βαφτίζει και την κόρη του ζεύγους, Αικατερίνη.[27] Οι σχέσεις των δύο ανδρών είναι πολύ ισχυρές.
Ας ρίξουμε μια ματιά στα Μαθήματα Ναυτικής Επιστήμης. Στη σελίδα τίτλου ο συγγραφέας-μεταφραστής αναγράφεται ως «Θ. Ρ. του Μ.», εξ ου και η σύγχυση σε σχέση με την καταγωγή του. Το έργο περιέχει αφιέρωση: «Τη αισίω και πανολβία Επτανήσω Ιωνική Πολιτοκρατία». Στο τέλος του προλογικού σημειώματος που φέρει τον τίτλο «Προς τους εντευξομένους Έλληνας» υπογράφει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ως «Θεοδόσιος Ρώμπαπας ο Μουδανιώτης». Στο προλογικό σημείωμα σημειώνει ότι μετέφρασε από τα γαλλικά την πέμπτη έκδοση του έργου τού Vincent-François-Jean-Noël, Leçons de navigation (Ρουέν, 1801), ενώ δικές του προσθήκες είναι «η διδασκαλία των αναλογιών, η μέθοδος των λογαρίθμων και οι Πίνακες αυτών».[28] Στον πρόλογό του αναπτύσσει την ιδέα ότι το κυνήγι της ευτυχίας οδήγησε την ανθρωπότητα στην πρόοδο των τεχνών και των επιστημών, αλλά και στην ανάπτυξη του εμπορίου. Επισημαίνει ότι η ναυσιπλοΐα αναπτύχθηκε χάρη στους Φοίνικες και έκτοτε έχει εξελιχθεί σημαντικά μέσω της ανάπτυξης της αστρονομίας. «Η επιστήμη της Ναυτικής δεν είναι, παρά μέρος αστρονομίας, καθώς και η γεωγραφία· και το πλοίον αναγόμενον από τον λιμένα δεν συντροφεύεται, ειμή από τους αστέρας του ουρανού και από έν μικρότατον τμήμα μαγνήτου».[29] Προσθέτει ότι το έργο του, καθώς οι μεταβολές της τύχης στέρησαν το γένος από το αρχαίο κλέος, έρχεται να καλύψει την έλλειψη ναυτικής πραγματείας στην ελληνική γλώσσα. Δεν παραλείπει, τέλος, να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς τους αδελφούς Ζωσιμάδες. Οι λογαριθμικοί πίνακες λειτούργησαν, πριν από τα κομπιουτεράκια, ως ένα εύχρηστο υπολογιστικό εργαλείο, το οποίο είχε ιδιαίτερη χρησιμότητα στη ναυσιπλοΐα. Η εξέταση της ακρίβειας των λογαριθμικών πινάκων της έκδοσης του Θεοδοσίου θα συνέβαλε στην έρευνα. Αξίζει, όμως, να τονιστεί ότι ο ίδιος ο Θεοδόσιος ενημερώνει τον αναγνώστη για την ύπαρξη ορθογραφικών σφαλμάτων της πραγματείας του: «η έλλειψις των χαρακτήρων και των επιτηδείων τυπογράφων μας ηνάγκασε να παραβλέψωμεν ακουσίως πολλά τοιαύτα».[30]
Το 1988 ο Φίλιππος Ηλιού παρουσιάζει ένα διαφορετικό αντίτυπο του πρώτου τόμου των Μαθημάτων της Ναυτικής Επιστήμης, με άλλο αρχικώνυμο του μεταφραστή: «Θ. Δ.» – ο Ηλιού διαβάζει: «Θεοδόσιος Δημητρίου» – και επαναστοιχειοθετημένες τις πρώτες τέσσερις σελίδες.[31] Αργότερα, προσθέτει σε αυτές και τη σελίδα 5, όπου ξεκινά το προλογικό σημείωμα.[32] Το αντίτυπο αυτό αποτελεί unicum και προέρχεται από τη Συλλογή Μάνου Χαριτάτου. Αυτοψία του εντύπου με οδήγησε στη διαπίστωση ότι μέχρι και τη σελίδα 8 το έντυπο έχει επαναστοιχειοθετηθεί και, καθώς η σελίδα 8 δεν συνδέεται νοηματικά με τη σελίδα 9, θεωρώ ότι εκδόθηκε από λάθος. Το αντίτυπο αυτό ονομάζω «αντίτυπο της Σχολής Στενημάχου», καθώς προέρχεται από εκεί. Ο τίτλος του προλόγου είναι διαφορετικός: «Τοις εν τευξομένοις Γραικοίς». Ο Θεοδόσιος εκφράζεται με πολεμικό τόνο:
Πολλοί των ομογενών μας πολλάς και διαφόρους πραγματείας εις φως εξέδωκαν μέχρι της σήμερον, ποίος επάνω εις μίαν υπόθεσιν, ποίος επάνω εις άλλην, και άλλος εις την ελληνικήν γλώσσαν, άλλος εις την κοινήν· και μερικοί εξέδωκαν και καθ’ εκάστην εκδίδουσι τοιαύτα τινά βιβλία, τα οποία ή σήπονται εις τας Βιβλιοθήκας των πλουσίων, ή βρωμούσιν εις τα βιβλιοπωλεία, χωρίς να λυπηθούν ούτε τον καιρόν τούς, τον οποίον εμπόρουν να εξωδεύσουν βέβαια καλήτερα, ούτε τα χρήματα των ομογενών, οπού εις την έκδοσιν του τύπου καταναλίσκονται τηνάλως, και ανωφελώς· ουδείς όμως μέχρι της σήμερον, όσον εγώ δύναμαι να εξεύρω, ηθέλησε να κοπιάση να φωτίση ολίγον τους δυστυχείς ημών Ναύτας με μίαν τελείαν πραγματείαν, τόσον αναγκαία όσον είναι η ζωή των ανθρώπων.[33]
Ο οξύς τόνος του αποσπάσματος, το οποίο επικρίνει την αξία της χορηγικής δραστηριότητας και υπονομεύει εν τέλει την ίδια την εκδοτική πολιτική των Ζωσιμάδων, δικαιολογεί την απόσυρσή του. Το «αντίτυπο της Σχολής Στενημάχου» αποκαλύπτει το θυελλώδες πνεύμα του Θεοδοσίου. Τούτο θα μπορούσε ίσως να εξηγήσει και τους λόγους για τους οποίους αποπέμφθηκε από τη Σχολή του Λιβόρνου. Αποκαλύπτει, όμως, και κάτι άλλο: την απόλυτα επιτυχημένη, εδώ και δύο αιώνες, στρατηγική απόκρυψης που ακολούθησε ο Θεοδόσιος, την επικάλυψη δηλαδή του «Θ. Δ.» από το ψευδώνυμο, όπως θα δούμε, «Θεοδόσιος Ρώμπαππας ο Μουδανιώτης».
Ποιος είναι ο «Θεοδόσιος Ρώμπαππας ο Μουδανιώτης»; Ο Λεωνίδας Χ. Ζώης στο Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, στο λήμμα «Δημάδη» αναφέρει:
Θεοδόσιος ή Ρούμπαπας του Μητροδήμου εκ Μουδανίων της Μικρασίας ιερομόν[αχος]. Σπουδάσας εν Πίζη φιλοσοφικά και φυσικομαθητικά και μεταβάς εις Ζακ. μετήρχετο τον ιδιωτικόν διδάσκαλον. Την 4 Αυγ. 1814 διορισθείς καθηγ. της φιλοσοφίας εξεφώνησε τον εναρκτήριον. Ανήρ φιλελευθέρων αρχών και φιλόπατρις κατηχηθείς υπό του φιλικού Ν. Καλύβα, ανέχωρησεν εκ Ζακ., άμα τη ενάρξει της Ελλ. Επαναστάσεως, όπως αγωνισθή υπέρ πίστεως και πατρίδος, αλλ’ ασθενήσας μετέβη εις Κύθηρα, όπου και απέθ. το 1824 εν ηλικία 58 ετών. Την 4 Αυγ. εξεφώνησε τον εναρκτήριον.[34]
Ο Ζώης δεν κάνει καμία νύξη για το Λιβόρνο ή για το έργο Μαθήματα της Ναυτικής Επιστήμης. Σε ειδική μελέτη που αφιέρωσε στον Δημάδη δεν αναφέρει το προσωνύμιο «Ρούμπαπας». Προσθέτει ότι ο Δημάδης έλαβε τα «προκαταρκτικά μαθήματα» στην Κωνσταντινούπολη και μετέβη στο Λιβόρνο, έπειτα στην Πίζα, «όπου ηκροάσατο φιλοσοφικών και φυσικομαθηματικών μαθημάτων» και, τέλος, στη Ρώμη, από όπου «προσκληθείς κατήλθεν εις Ζάκυνθον τον δημόσιον και ιδιωτικόν δάσκαλον μετερχόμενος».[35] Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Χιώτη, ο Δημάδης κατάγεται «εκ Βουδανίων πέριξ της Κωνσταντινουπόλεως», όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα και, αφού έλαβε το σχήμα της ιεροσύνης υπηρέτησε ως εφημέριος στο Λιβόρνο. Παραδίδει, επίσης, ότι υπήρξε φίλος του Γρηγορίου Κωνσταντά, ο οποίος τον συνέστησε ως δάσκαλο στη Σχολή της Ζακύνθου. Εκεί δίδαξε κατ’ οίκον και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου. Έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας. «Παρήτησε την έδραν, εζώσθη τα πιστόλια και εξήλθε εις το πεδίον της μάχης». Αρρώστησε στην Ύδρα λόγω των ταλαιπωριών στο πεδίο της μάχης και πέθανε στα Κύθηρα το 1823. Σύμφωνα πάντα με τον Χιώτη, κληροδότησε τη βιβλιοθήκη του και 100 τάλιρα στο σχολείο Ζακύνθου. Άφησε ανέκδοτα στοιχεία φιλοσοφίας και φυσικής, ενώ δημοσίευσε μεταφρασμένο από τα γαλλικά σύγγραμμα «περί ναυτικής».[36] Ο Σπυρίδων Δε-Βιάζης τοποθετεί τη γέννηση του Δημάδη «περί το 1766».[37] Γράφει ότι έφερε την προσωνυμία «βυζαντίνος», λόγω της διαμονής του στην Κωνσταντινούπολη. Συμπληρώνει ότι σπούδασε στην Εσπερία φυσικομαθηματικές επιστήμες και «μεταβάς εις διαφόρους πόλεις, προ πάντων της Γαλλίας και Ιταλίας, επέστρεψεν ακολούθως εις την Ελλάδα»[38]· επειδή δίδασκε στην καθομιλουμένη, «εσκανδάλιζε τους τότε σχολαστικούς».[39] Ο Βαλέριος Γ. Μέξας θεωρεί ότι ο Θεοδόσιος είχε κερκυραϊκή καταγωγή.[40] Ο Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης παρουσιάζοντας τους λογίους εκ Μουδανίων λημματογραφεί δύο διαφορετικές μορφές: τον Θεοδόσιο Ρώμπαπα (με ένα πι), συγγραφέα των Μαθημάτων της Ναυτικής Επιστήμης και τον «ενθουσιώδη Θεοδόσιο Δημάδη», δάσκαλο στη Ζάκυνθο.[41] Η Αννίτα Π. Παναρέτου και ο Νίκος Κ. Κουρκουμέλης θεωρούν ανεύρετο το σύγγραμμα «περί ναυτικής» του Θεοδοσίου.[42]
Εντόπισα στα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κέρκυρας μνεία των Μαθημάτων της Ναυτικής Επιστήμης σε αντίγραφο από τους κώδικες της Σχολής της Ζακύνθου. Η συγκεκριμένη μνεία επιλύει οριστικά το αίνιγμα της πατρότητας του έργου. Μετά τις σχολικές εξετάσεις που διεξήχθησαν τον Αύγουστο του 1816 δόθηκαν βραβεία στους αριστεύσαντες. Ο έφορος των σχολείων, Πλάτων Πετρίδης, ο οποίος το επόμενο έτος μετέφρασε και εξέδωσε στην Κέρκυρα τον Ρασσέλα του Johnson, προσέφερε 3 σώματα της Ελληνικής Βιβλιοθήκης του Κοραή. «Η σχολή συγκατέβαλε δύω σώματα της μεταφυσικής του Ευγενίου. δύω σώματα των ναυτικών μαθημάτων του Κυρίου Θεοδοσίου Δημάδη. Και έν σώμα των τραγωδιών Αλφιέρου, και έτερα τρία Ιταλικά βιβλιάρια».[43] Το αντίγραφο, διά χειρός Δημάδη, από τους κώδικες της Σχολής Ζακύνθου είναι συνημμένο σε απολογητικό υπόμνημα που υπέβαλε προς τη διοίκηση. Τον Ιούλιο του 1819, ο Πέτρος Μερκάτης, επίτροπος της δημόσιας εκπαίδευσης, κατέθεσε προς τη διοίκηση εκτενή αναφορά εναντίον του Θεοδοσίου Δημάδη με αίτημα την απόλυσή του, λόγω ανεπάρκειας, αλλά και ανάρμοστης συμπεριφοράς. Ο Δημάδης έδωσε απάντηση, ενώ ακολούθησε και δεύτερος γύρος, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους. Στην αναφορά του ο Μερκάτης καταγγέλλει τον Δημάδη, τον οποίο θεωρεί προερχόμενο από «τις Σχολές του Αιγαίου» («Precettore tratto dalle scuole dell’Egeo»), εν πρώτοις για γνωστική και διδακτική ανεπάρκεια. Ισχυρίζεται ότι οι μαθητές του δεν μπορούν να λύσουν ούτε το απλούστερο μαθηματικό πρόβλημα. Επιπλέον τον καταγγέλλει για τον παρορμητικό του χαρακτήρα. Επισημαίνει ότι οι εκρήξεις θυμού και οι απρεπείς τρόποι του είναι ασυμβίβαστοι με τη θέση του δασκάλου, πολλώ δε μάλλον για ένα δάσκαλο που είναι και κληρικός. Τονίζει, τέλος, ότι δείχνει εύνοια στους μαθητές στους οποίους κάνει ιδιαίτερα μαθήματα, όπως στους γιους του Διονυσίου Ρώμα και του Σπυρίδωνος Βούτου.[44] Ο Δημάδης δίνει εκτενή απάντηση ανασκευάζοντας τις κατηγορίες του Μερκάτη. Στο απολογητικό του υπόμνημα σημειώνει ότι εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του στην Κωνσταντινούπολη για να διδάξει τους συμπατριώτες του που δεν υπόκεινται στον οθωμανικό δεσποτισμό.[45] Ο Μερκάτης συντάσσει παρατηρήσεις επί του απολογητικού υπομνήματος του δασκάλου των μαθηματικών. Σύμφωνα με τη δεύτερη αυτή αναφορά του, ο Δημάδης έχει προκαλέσει χάος στο μυαλό των μαθητών με τη διδασκαλία του διαφορικού λογισμού του Leibniz, για την οποία ωστόσο ο ίδιος κομπάζει. Επίσης, ελέγχεται για πλημμελή διδασκαλία της Μεταφυσικής του Francesco Suave, ύλη που ήταν υποχρεωμένος να διδάξει. Συνολικά, ο Μερκάτης καταγγέλλει τον Δημάδη ότι βύθισε τους μαθητές του στο απόλυτο σκότος και, επιπλέον, ότι, με τη συμπεριφορά του, τους εξευτέλισε. Γράφει απερίφραστα: «Το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος είναι η πηγή του κακού» («L’individuo di cui si parla è la sorgente del male»).[46]

Πάνω, η βεβαίωση του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ότι ο γιος του Πάνος ήταν μαθητής του Θεοδοσίου Δημάδη, που συνοδεύεται από παράκληση προς τον Νικόλαο Καλύβα, έτερο δάσκαλο των μαθηματικών στη Σχολή της Ζακύνθου, να δεχθεί τον γιο του στη δική του τάξη τον γιο του. Κάτω, η βεβαίωση του γιου του, Πάνου, σύμφωνα με την οποία έκανε για ένα διάστημα ιδιαίτερα μαθήματα με τον Δημάδη καταβάλλοντάς του 2 τάλιρα μηνιαίως.
Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κέρκυρας, Αρχείο Ιονίου Γερουσίας
Περίπου δέκα ημέρες μετά την υποβολή της δεύτερης αναφοράς του Μερκάτη, ο Αναστάσιος Καραβίας, δάσκαλος στη Σχολή της Ζακύνθου, συντάσσει επιστολή προς τον γερουσιαστή Δημήτριο Φωσκάρδη. Ο Καραβίας περιγράφει τον συνάδελφό του, Δημάδη, ως εξής: «οι Ασιατικοί Καύσωνες, οίτινες ποτέ δεν έλλειψαν να κατατρέχουν και σωματικώς και ηθικώς το ταλαίπωρον Γένος ημών, εγέννησαν τούτο το ανθρωπόμορφον θηρίον, ώστε ούτε αυτός να ησυχάζη, ούτε άλλους ν’ αφήση εις ησυχίαν». Επικαλείται το «της Βουλής ψήφισμα, εκδοθέν τη δεκάτη και ενάτη του Οκτωβρίου» του έτους 1818, το οποίο όρισε αυστηρό πλαίσιο για τους δασκάλους της Σχολής, με σκοπό να εμποδίσει τας «τοιαύτας τουρκικάς επιδρομάς» του Δημάδη. Ο Καραβίας διαμαρτύρεται, διότι ο Δημάδης εξακολουθεί να σκανδαλίζει και πλέον «μικροπρεπώς διεγείρει τους μαθητάς κατά των Ελληνιστών μαθητών και διδασκάλων, άλλοτε υβρίζων δημοσίως και τους παραδίδοντας και τους διδασκομένους ταύτα τα μαθήματα, αποδιώκων αυστηρώς εκ των παραδόσεων της μαθηματικής τους την Ελληνικήν φιλολογίαν διδασκομένους νέους κτλ.».[47] Αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ των εγγράφων που συνοδεύουν την επίθεση του Μερκάτη, σώζεται και επιστολή του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος βεβαιώνει ότι παρακάλεσε τον Νικόλαο Καλύβα, έτερο δάσκαλο των μαθηματικών στη Σχολή της Ζακύνθου, να δεχθεί στη δική του τάξη τον γιο του, Πάνο Κολοκοτρώνη. Ο γιος του υπογράφει βεβαίωση σύμφωνα με την οποία έκανε για ένα διάστημα ιδιαίτερα μαθήματα με τον Δημάδη καταβάλλοντάς του 2 τάλιρα μηνιαίως.
Οι διώξεις εναντίον του Δημάδη ξεκίνησαν τουλάχιστον από το 1818, όταν με μiα κίνηση ματ ο Μερκάτης του ανέθεσε και τη διδασκαλία των (αρχαίων) ελληνικών σε μαθητές που ακολουθούσαν ιερατική σταδιοδρομία. Ο Δημάδης στο πρώτο του υπόμνημα σημειώνει ότι θα μπορούσε να είχε αρνηθεί αυτή την ανάθεση, αφού διορίστηκε ως καθηγητής μαθηματικών, αλλά και επειδή ήδη δίδασκε τα ελληνικά μέσω της επιστημονικής ορολογίας των μαθηματικών.[48] Τέσσερις μαθητές συγγράφουν αναφορά εναντίον του Δημάδη προς τον έφορο: «εις την καρδίαν του βράζει ένα παντοτινόν μίσος».[49] Από άλλα στοιχεία του ιδίου φακέλου προκύπτει ότι ο ύπαρχος Ζακύνθου, Φραγκίσκος Μουτζάν, υπερασπίστηκε σθεναρά τον Θεοδόσιο Δημάδη, ενώ η απόφαση της κεντρικής διοίκησης, αν και επέπληττε τον Μερκάτη για τη στάση του, δικαιώνοντας ηθικά τον Δημάδη, όριζε την κατάργηση της διδασκαλίας των μαθηματικών λόγω μικρής συμμετοχής των μαθητών.
Η εν λόγω σύγκρουση ανακλάται και στο Αρχείο Ρώμα,[50] ενώ η συνέχεια της ιστορίας αποτυπώνεται στην Αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: «Εις τούτον τον καιρόν δηλαδή τη 25 Μαρτίου την ημέραν του Ευαγγελισμού, έρχεται ο ποτέ διδάσκαλός μου Θεοδόσιος Δημάδης και μας κάμνει γνωστόν με πολλήν του χαράν, πως οι Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των Οθωμανών […]».Και η Μουτζάν-Μαρτινέγκου, τον αποκαλεί «μαύρο».[51] Αρκετές πληροφορίες μπορεί να αντλήσει κανείς για τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της διδασκαλίας του Δημάδη από τα Απομνημονεύματα. Ο Δημάδης πεθαίνει στα Κύθηρα, όπως αναφέρθηκε, το 1823. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, την οποία δημοσίευσε η Παναρέτου, ο Δημάδης, μεταξύ άλλων ευεργεσιών, αφήνει 100 τάλιρα στη Σχολή των Κυθήρων και 100 και στη Σχολή της Ζακύνθου. Το τουφέκι του και δύο πιστόλια περνάνε σε κάποιον Μιχαήλο, μαζί με 10 τάλιρα. Τα σεντόνια του και άλλα είδη σε κάποιαν Ελένη, μαζί με 20 τάλιρα. «Σε σχέση με τη βιβλιοθήκη και τα κατάλοιπά του διαβάζουμε: «τα βιβλία οπού έχει εις του Κόντε Διονυσίου τα μεν χειρόγραφα τα απαρατά εις τον μαθητήν του Ιωάννην Λεονταρίτη, τα δε άλλα όλα τα απαρατά εις το Δημόσιον σχολείον της Ζακύνθου. Καθώς ακόμη απαρατά εις τους πτωχούς όλον το άλλο πράγμα οπού έχει εις του άνωθεν κυρίου Ρώμα». Ο Δημάδης κηδεύθηκε στο ναό του Εσταυρωμένου στη Χώρα Κυθήρων. Η Παναρέτου υποθέτει ότι ο τάφος του βρίσκεται μπροστά από τον ναό.[52]
***
Υλοποιήθηκαν άραγε στο ακέραιο, σε εκείνους τους ταραγμένους καιρούς, τα όσα όρισε ο Δημάδης; Χρειάζεται έρευνα. Είναι σημαντικό να διευθετηθούν οι εκκρεμότητες που σχετίζονται με την αξιοποίηση των Συλλογών του Αρχοντικού Ρώμα στη Ζάκυνθο από το υπουργείου Πολιτισμού, ώστε να επιτραπεί η μελέτη της Βιβλιοθήκης και του αρχειακού υλικού. Είναι βέβαιο ότι κατάλοιπα του Δημάδη περιήλθαν στην προσεισμική Βιβλιοθήκη Ζακύνθου. Ο Ζώης αξιοποίησε κάποια έγγραφα εξ αυτών σε άρθρο που εξέδωσε σε συνέχειες στη ζακυνθινή εφημερίδα Ελπίς, από τον Νοέμβριο του 1904 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1905. Ορισμένα αντίγραφα εξ αυτών περιλαμβάνονται στη γνωστή μας δεσμίδα των εγγράφων σχετικά με τη σύγκρουση στη Σχολή της Ζακύνθου. Η βασική του, όμως, συμβολή είναι ότι διέσωσε από τη σεισμοπυρκαγιά που έπληξε τη Ζάκυνθο το 1953 (και κατέστρεψε τη Βιβλιοθήκη) έναν από τους πολλούς, όπως σημειώνει, λόγους του Δημάδη. Πρόκειται για τον «εναρκτήριον λόγον» των παραδόσεών του στη Σχολή της Ζακύνθου, μια πραγματεία περί αγωγής έκτασης 6.500 περίπου λέξεων. Το κείμενο αυτό περιέλαβε ο Ζώης στην ως άνω μελέτη του, διατηρώντας ευτυχώς, σε κάποιο τουλάχιστον βαθμό, την ορθογραφία και τη σύνταξη του πρωτοτύπου.
Πού σπούδασε ο Θεοδόσιος Δημάδης; Πώς βρέθηκε στο Λιβόρνο; Πώς έφτασε στη Ζάκυνθο; Από τη Ρώμη, όπως ισχυρίζεται ο Ζώης, ο οποίος μελέτησε τα κατάλοιπά του; Από τα νησιά του Αιγαίου, όπως διατείνεται ο Μερκάτης; Ή από την Κωνσταντινούπολη, όπως αναφέρει ο ίδιος; Πολλά ερωτήματα τίθενται προς διερεύνηση σε μια μακρά, ως φαίνεται, στρατηγική απόκρυψης.
Ο Θεοδόσιος Δημάδης στοιχειοθέτησε και επαναστοιχειοθέτησε τον εαυτό του στη δημόσια σφαίρα με τέτοιο τρόπο ώστε να λημματογραφηθεί ως δύο πρόσωπα. Χρειάστηκαν πάνω από δύο αιώνες για να αποκαλυφθεί ότι ο ίδιος βρισκόταν πίσω από τον Θεοδόσιο Ρώμπαππα τον Μουδανιώτη. Το θαμπό ίχνος του στην Αλληλογραφία του Κοραή δείχνει ότι σχετιζόταν με τον εκδοτικό κύκλο της Ελληνικής Νομαρχίας και η φιλία του με τον Γρηγόριο Κωνσταντά, εξάδελφο του Δανιήλ Φιλιππίδη, μας επιτρέπει την υπόθεση ότι ήταν ενήμερος μέχρι ένα σημείο τουλάχιστον για τα εκδοτικά σχέδια του μεταφραστή του Brisson. Στις παραδόσεις του στη Ζάκυνθο δίδασκε τον διαφορικό λογισμό του Leibniz. Όλα αυτά αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι ο ίδιος ήταν ο συντονιστής του εκδοτικού προγράμματος που αναγγέλθηκε στην Ιδέα γενική. Και ότι ο φοιτητής ή οι φοιτητές που συνεργάστηκαν μαζί του για την έκδοση αυτού του εγχειριδίου δίκαια τον κατατάσσουν στην πρωτοπορία. Άρα, ο Δημάδης εγγράφεται στον κύκλο της Ελληνικής Νομαρχίας. Είναι άραγε και το κέντρο της; Η συνεξέταση του Εναρκτηρίου λόγου με τον Λόγο περί ελευθερίας, όπως είναι ο υπότιτλος της Ελληνικής Νομαρχίας, θα μπορούσε ίσως να το δείξει.

Η υπογραφή του Θεοδοσίου Δημάδη.
Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κέρκυρας, Αρχείο Ιονίου Γερουσίας
*Ευχαριστώ την Αλεξάνδρα Χαριτάτου, τη Λύντια Τρίχα και το Ίδρυμα Παιδείας & Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.
[1] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφρ. Στέλλα Νικολούδη, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999, σ. 345.
[2] Βλ. Αλέξης Πολίτης, «Η ενασχόληση με την πρώιμη νεοελληνική φιλολογία στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου» στο Χρήστος Λούκος (επιμ.), Κοινωνικοί αγώνες και Διαφωτισμός. Μελέτες αφιερωμένες στον Φίλιππο Ηλιού, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2007, σ. 130-131.
[3] Για την ελληνική εμπορική κοινότητα στο Λιβόρνο, βλ. Δέσποινα Βλάμη, Το φιορίνι, το σιτάρι και η οδός του Κήπου. Έλληνες έμποροι στο Λιβόρνο, 1750-1868, πρόλ. Σπύρος Ασδραχάς, Θεμέλιο, Αθήνα 2000˙ Mathieu Grenet, La Fabrique communautaire, Les Grecs à Venise, Livourne et Marseille, 1770-1840, École française de Rome et École française d’Athènes, Ρώμη/Αθήνα, 2016.
[4] Κωνστ. Α. Παπαχρίστος, Νίκος Α. Βέης, «Περί της Ελληνικής Νομαρχίας και του συγγραφέως αυτής», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 19 (1944/1949), 300-307 και Κώστας Παπαχρίστος, Ποιος έγραψε την Ελληνική Νομαρχία;, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1988. Βλ. και Susanna Corrieri, «A Livorno, segni tipografici ed editoriali della comunità greca tra Sette e Ottocento» στο Andrea Addobbati, Umberto Cini (επιμ.), Tradizione e Modernità. La comunità greca di Livorno tra Sette e Ottocento, Pisa University Press, Πίζα 2025, σ. 288-293.
[5] Φάνης Μιχαλόπουλος, «Το σπανιώτερον νεοελληνικόν βιβλίον, Η Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος περί ελευθερίας», Έθνος, 27 Νοεμβρίου 1948, σ. 3.
[6] Henry Holland, Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia, etc. during the years 1812 and 1813, Longman, Hurst, Rees, Orme, Brown, Λονδίνο 1815, σ. 164.
[7] Βλ. Κωνσταντίνος Ν. Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς. Ιστορικόν Δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού Επαναστάσεων του ελληνικού έθνους (1453-1821), Εκ της τυπογραφίας των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά, Αθήνα 1969, σ. 639-640, σημ. 1.
[8] Κ. Θ. Δημαράς, Φροντίσματα, τ. 1, Τυπογραφείον Φρίξου Α. Μπούκουρη, Αθήνα 1962, σ. 56, σημ. 2. Η αναγγελία αυτή, πάντως, δεν εντοπίζεται σε όσα αντίτυπα της Νομαρχίας έχω υπόψη μου.
[9] Χ. Γ. Πατρινέλης, «Ο Γεώργιος Καλαράς και η Ελληνική Νομαρχία», Δημήτρης Αποστολόπουλος (επιμ.), Μνήμη Λέανδρου Βρανούση, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Αθήνα, 10-11 Μαΐου 1995, Όμιλος Μελέτης Ελληνικού Διαφωτισμού, Αθήνα 1997, σ. 209.
[10] Φίλιππος Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αι., Βιβλία – Φυλλάδια, τ. 1 (1801-1818), Βιβλιολογικό Εργαστήρι / Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1997, σ. 73, 176, 182.
[11] Ό.π., σ. 188-189.
[12] Francesco Repetti, «Attività editoriale a Livorno fra Settecento ed Ottocento, La stamperia di Tommaso Masi», Nuovi Studi Livornesi 3 (1995), 96, 106.
[13] Chiara Reatti, L’editoria scolastica a Bologna nel periodo napoleonico e della Restaurazione (1796–1826), διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο του Ούντινε, Ούντινε 2015, σ. 189, 194.
[14] Ιδέα γενική, Tommaso Masi et C., Λιβόρνο 1806, σ. 7-13 (παραθέτει ιταλική ορολογία σε ορισμένα σημεία). Πρβλ. Mathurin-Jacques Brisson, Elementi o principi fisico-chimici, μτφρ. F. Dupré, Lorenzo Bassegio, Βενετία 1803, σ. 19-22.
[15] Ιδέα γενική, ό.π., σ. 5
[16] Ό.π., σ. 78.
[17] Οι κώδικες της μετάφρασης του Brisson φυλάσσονται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Μηλεών, κωδ. 8, 9, 10. Δανιήλ Φιλιππίδης – Barbié du Bocage – Άνθιμος Γαζής, Αλληλογραφία (1794-1819), έκδ.-σχόλια Αικατερίνη Κουμαριανού, Όμιλος Μελέτης Ελληνικού Διαφωτισμού/Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1966, σ. 52, 122. Για τον Φιλιππιδη, βλ. και Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, Προσεγγίσεις της νεοελληνικής φιλοσοφίας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 108-120˙ Νάσια Γιακωβάκη, «Ο Δανιήλ Φιλιππίδης και η Λογική του Κοντιγιάκ, Μια “λογική” για τη γλώσσα», Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος (επιμ.), Το έντυπο ελληνικό βιβλίο (15ος-19ος αι.), Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Δελφοί, 16-20 Μαΐου 2001, Κότινος, Αθήνα 2004, σ. 415-448.
[18] Ιδέα γενική, ό.π., σ. 79.
[19] Περικλής Γ. Ζερλέντης, «Περί της εν Λιβόρνω ελληνικής Σχολής» (1805-1837), Παρνασσός 9 (1885), 324.
[20] Ό.π., 326.
[21] Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Ερμής, Αθήνα 2009, σ. 513, σημ. 29.
[22] William Martin Leake, Researches in Greece, John Booth, Λονδίνο 1814, σ. 89.
[23] Ερμής ο Λόγιος 1 (1811), 13, 354-355.
[24] Αδαμάντιος Κοραής, Αλληλογραφία, Κ. Θ. Δημαράς (επιμ.), τ. 2 (1799-1809), Ερμής, Αθήνα 1966, σ. 251.
[25] Στο ίδιο.
[26] «Προκήρυξις», Αδαμάντιος Κοραής, Πρόδρομος Ελληνικής Βιβλιοθήκης, Firmin Didot, Παρίσι 1805, σ. ι΄.
[27] Κώστας Ν. Τριανταφύλλου, Οι κώδικες γάμων και βαφτίσεων της ελληνικής κοινότητας Λιβόρνου (1760 κ. εξ.), Εκδόσεις Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Πελοποννήσου, Πάτρα 1986, σ. 19, 37.
[28] Μαθήματα της Ναυτικής Επιστήμης, τ. 1, Fratelli Masi e C., Μπολόνια 1806, σ. 9.
[29] Ό. π., σ. 10.
[30] Βλ. Μαθήματα της Ναυτικής Επιστήμης, τ. 2, Fratelli Masi e C., Μπολόνια 1806, χ.α. Παράρτημα, πτυσσόμενος πίνακας υπολογισμών πριν από τους «Πίνακες λογαρίθμων».
[31] Φίλιππος Ηλιού, «Νέες προσθήκες στην ελληνική βιβλιογραφία, 1800-1863», Τετράδια Εργασίας 10 (1988), 251.
[32] Φίλιππος Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αι., ό.π., σ. 188.
[33] Θ. Δ., Μαθήματα της Ναυτικής Επιστήμης, τ. 1, Fratelli Masi e C., Μπολόνια 1806 – Συλλογή Μάνου Χαριτάτου, 1806.55, σ. 7-8.
[34] Λεωνίδας Χ. Ζώης, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τ. 1, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1963.
[35] Λ. Χ. Ζώης, «Εκ της ιστορίας της εκπαιδεύσεως Ζακύνθου, Θεοδόσιος Δημάδης», Ελπίς, 7 Νοεμβρίου 1904, σ. 2.
[36] Παναγιώτης Χιώτης, Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου, τ. 6, Τυπογραφείον ο «Φώσκολος», Ζάκυνθος 1887, σ. 396.
[37] Σπυρίδων Δε-Βιάζης, «Μικρασιάτης εν Επτανήσω», Μικρασιατικά Χρονικά 3 (1940), 205.
[38] Σπυρίδων Δε-Βιάζης, «Θεοδόσιος Δημάδης», Εβδομάς, 23 Σεπτεμβρίου 1864.
[39] Σπυρίδων Δε-Βιάζης, «Μικρασιάτης εν Επτανήσω», ό.π., σ. 212.
[40] Βαλέριος Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί, Κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του Αρχείου Σέκερη, χ.ε., Αθήνα 1937, σ. 49.
[41] Τρύφων Ε. Ευαγγελίδης, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, Ελληνικά σχολεία από της Αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τ. 2, Τύποις Α. Π. Χαλκιοπούλου, Αθήνα 1936, σ. 289-290.
[42] Αννίτα Π. Παναρέτου, «Από την Κωνσταντινούπολη στα Επτάνησα. Ο λόγιος διδάσκαλος και πατριώτης Θεοδόσιος Δημάδης (1766-1823), Όγδοο Διεθνές Πανιόνιο Συνέδριο, τ. 4Β, Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Κύθηρα 2009, σ. 195· Νίκος Κ. Κουρκουμέλης, Η εκπαίδευση στη Ζάκυνθο, Τα κρίσιμα χρόνια, Ίδρυμα Παιδαγωγικών Μελετών και Εφαρμογών, Αθήνα 2021, σ. 362.
[43] Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κέρκυρας, Αρχείο Ιονίου Γερουσίας, 336, Αντίγραφα από τους κώδικες της Σχολής Ζακύνθου.
[44] Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κέρκυρας, Αρχείο Ιονίου Γερουσίας, 336, P. A. Mercati, «Rapporto del Magistrato alla Pubblica Istruzione» (22.07.1819).
[45] Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κέρκυρας, Αρχείο Ιονίου Γερουσίας, 336, Teodosio Dimadi, «Apologetica/ A negazione» (04/16.09.1819).
[46] Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κέρκυρας, Αρχείο Ιονίου Γερουσίας, 336, P. A. Mercati, «Osservazioni del Magistrato alla Pubblica Istruzione di Zante» (11.10.1819).
[47] Ντίνος Κονόμος, «Η εκπαίδευση στη Ζάκυνθο επί Αγγλοκρατίας (Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Αναστασίου Καραβία», Επτανησιακά Φύλλα 6 (1968), 108.
[48] Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Κέρκυρας, Αρχείο Ιονίου Γερουσίας, 336, Teodosio Dimadi, «Apologetica / A negazione» (04/16.09.1819).
[49] Βλ. Λ. Χ. Ζώης, «Εκ της ιστορίας της εκπαιδεύσεως Ζακύνθου, Θεοδόσιος Δημάδης», Ελπίς, 14 Νοεμβρίου 1804, σ. 3.
[50] Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Ρώμα, τ. 1 (1819-1825), Εκ του τυπογραφείου της «Κορίννης», σ. ιε΄-ιστ΄, κ΄-κα΄. Βλ. και Χαράλαμπος Ν. Βλαχόπουλος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η επιτροπή Ζακύνθου στον δρόμο για την εθνική συγκρότηση : στοχεύσεις, υπερβάσεις, επιτεύξεις, Σαριπόλειο Ίδρυμα, Αθήνα 2020· Νικόλαος Κ. Κουρκουμέλης, «Διασπώντας τους δεσμούς της αδελφότητας και θέτοντας την “Εταιρεία” σε κίνδυνο, Η διαμάχη των φιλικών Θεοδοσίου Δημάδη και Νικολάου Καλύβα – Ιωάννη Ασημακοπούλου (1818-1820)», Τα Επτάνησα και το 1821, Γεγονότα – Πρόσπα – Γραφές, Διαδικτυακό συνέδριο, 29-30 Οκτωβρίου 2021, Περίπλους, Αθήνα 2021, σ. 69-70, όπου γίνεται μνεία, χωρίς περαιτέρω αξιοποίηση στο πλαίσιο του άρθρου του, σε αρχειακή ενότητα περί της διαμάχης, η οποία απόκειται στο Αρχείο Ιονίου Γερουσίας (Γ.Α.Κ.– Αρχεία Ν. Κέρκυρας). Ο ταξιθετικός αριθμός παραλείπεται. Αν και το Αρχείο Ιονίου Γερουσίας είναι πολυπλόκαμο, υπάρχει πιθανότητα να πρόκειται για τα έγγραφα για τα οποία γίνεται λόγος εδώ. Ο Κουρκουμέλης αναγγέλλει την έκδοση των εγγράφων σε συνεργασία με τον Δημήτριο-Χρυσοβαλάντη Μουζακίτη.
[51] Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία, εισαγ.-επιμ. Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Ωκεανίδα, Αθήνα 1999, σ. 124.
[52] Αννίτα Π. Παναρέτου, «Από την Κωνσταντινούπολη στα Επτάνησα…», ό.π., σ. 192-195.