Σύνδεση συνδρομητών

H Mαρία Σιβύλλα Μεριάν

Σάββατο, 25 Απριλίου 2026 00:32
Goettinger Digitalisierungszentrum
Maria Sibylla Merian, Metamorphosis Insectorum Surinamensium, 1705.
Goettinger Digitalisierungszentrum

«Αυτά τα έργα πρέπει να τα αποκτήσουμε οπωσδήποτε» είπε στον συνομιλητή του ο Ρόμπερτ Έρσκιν, αρχίατρος της Ρωσίας, δείχνοντας στον συνομιλητή του τον πίνακα με τις δυο μπλε πεταλούδες. Κι εκείνος τον κοίταξε σιωπηλός. Έπειτα, ξεσπώντας σε ένα βροντερό γέλιο, χτύπησε δυνατά στον ώμο το φίλο και σύμβουλό του και του είπε: «Προχώρα, κι ό,τι χρειαστεί, εγώ είμαι εδώ».

Έτσι, ο σκωτσέζος γιατρός, αφού είχε πάρει την έγκριση του Μεγάλου Πέτρου, ταξίδεψε τον Ιανουάριο του 1717 στο Άμστερνταμ για να αγοράσει ένα μεγάλο μέρος από τα χαρακτικά της Μαρία Σιβύλλα Μεριάν (Maria Sibylla Merian), μιας ταλαντούχου ζωγράφου και πρωτοπόρου φυσιοδίφη. Τα έργα προορίζονταν για την Kunstkamera, το πρώτο δημόσιο μουσείο στη Ρωσία που ίδρυσε ο μεταρρυθμιστής τσάρος και είχε θέσει υπό τη διεύθυνση του Έρσκιν.

Τι να ήταν αυτό τάχα που τον είχε εντυπωσιάσει τόσο στον πίνακα που κρατούσε στα χέρια του; Έδειχνε, αναμφίβολα, μια όμορφη σύνθεση με μια ινδική κερασιά και τρεις εκπροσώπους του είδους μιας μπλε πεταλούδας: δυο ενήλικες και μια προνύμφη. Έφτανε όμως αυτό ώστε να συμβουλεύσει τον τσάρο να αγοράσει –και μάλιστα πανάκριβα– τα έργα της ζωγράφου που τον είχε φιλοτεχνήσει;

Ο Έρσκιν ήταν ένας άνθρωπος με ευρεία γνώση των επιστημών και της τέχνης του καιρού του. Συνεπώς, μπορούσε να εκτιμήσει την καλλιτεχνική αξία του έργου, αλλά και να διαβλέψει τις νέες ιδέες που κόμιζε στη βοτανική και στη ζωολογία, και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη φύση. Κι όπως αποδείχτηκε, ο αρχίατρος, δεν είχε πέσει έξω.

Δυο αιώνες προτού ο Ερνστ Χέκελ επινοήσει τη λέξη Ökologie, η Μεριάν ζωγράφιζε ήδη τον φυσικό κόσμο ως ένα πλέγμα σχέσεων: τα φυτά και τα ζώα μαζί, και όχι ξεχωριστά όπως έκαναν οι σύγχρονοί της εικονογράφοι. Και σε μια εποχή που ήταν ακόμη δημοφιλής η ιδέα της αβιογένεσης έδειξε με τους πίνακές της ότι τα έντομα δεν δημιουργούνται μεμιάς, αλλά μέσα από διαδοχικά στάδια μεταμόρφωσης. Όμως, παράλληλα με την εμπειρική μαρτυρία, ότι η ζωή δημιουργείται από τη ζωή, εισήγαγε –περίπου 150 χρόνια πριν από την εμφάνιση του Δαρβίνου– κάτι εντελώς νέο: Τα χαρακτικά της, που από μια άποψη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νατουραλιστικά, δεν ωραιοποιούσαν τη φύση: δίπλα στα ακέραια λαμπερά φύλλα, υπάρχουν και φύλλα λεηλατημένα από τις αδηφάγες κάμπιες· έντομα που καννιβαλίζουν άτομα του είδους τους. Συνεπώς, μια φύση στην οποία διεξάγεται ένας ανελέητος αγώνας για επιβίωση.

Αποτελούσαν όλα αυτά μια από τις περιπτώσεις στις οποίες η Τέχνη προανήγγειλε κάτι που η επιστήμη θα διετύπωνε αργότερα; Δύσκολο το ερώτημα, καθώς διαίσθηση δεν διαθέτουν μόνο οι καλλιτέχνες, διαθέτουν και οι επιστήμονες. Και η Μεριάν ήταν και τα δύο: Μια καλλιτέχνης που παρατηρούσε μεθοδικά τη φύση και, ταυτόχρονα, μια φυσιοδίφης, που είχε το ταλέντο να εικονογραφεί το έργο της – το επί δεκαετίες αφιερωμένο  στη μελέτη των εντόμων και των κύκλων της ζωής τους. Κι αυτό φαίνεται στα χαρακτικά της. Εκτός από όμορφα, είναι και εξαιρετικά ακριβή: το 70% των λεπιδοπτέρων που φιλοτέχνησε αντέχουν και στον πιο αυστηρό σύγχρονο βιολογικό έλεγχο. Σε ποια λοιπόν από τις δυο διαισθήσεις της να πιστωθεί η πρώιμη οικολογική ματιά της και η αποτύπωση του αγώνα για την επιβίωση; Στην καλλιτεχνική,  στην επιστημονική ή μήπως και στις δυο;

Την απάντηση ίσως δίνει ένα ποίημά της που είχε συμπεριλάβει στο βιβλίο της, Οι προνύμφες των λεπιδοπτέρων (1697):

Έτσι, η Τέχνη και η Φύση πρέπει να αγωνίζονται μεταξύ τους

μέχρις ότου και οι δύο πλευρές αποκτήσουν τέτοιο αυτοέλεγχο

ώστε η νίκη να ανταλλάσσεται με ισότιμο χτύπημα:

τότε, ο ηττημένος δεν είναι λιγότερο νικητής!

 

Έτσι, η Τέχνη και η Φύση πρέπει να συναντηθούν σε τρυφερή αγκαλιά

και η μία να τείνει το χέρι της στην άλλη με ειρήνη:

Όποιος μάχεται έτσι, κάνει καλά! Διότι μετά από μια τέτοια μονομαχία,

όταν όλα τελειώσουν, και οι δύο είναι ικανοποιημένες.

Φαίνεται λοιπόν, πως στο υψηλό επίπεδο στο οποίο ασκούσε τις δυο κλίσεις της, αυτές συνυπήρχαν αρμονικά, ώστε να δικαιούνται εξίσου μερίδιο για τη διαίσθησή της.

Το έργο της Μεριάν επηρέασε την τέχνη και την επιστήμη του καιρού της. Ο Κάρολος Λινναίος εμπιστευόταν τα χαρακτικά της, ως αξιόπιστη πηγή για τη σύνταξη του συστήματος ταξινόμησής του και ο Χανς Σλόαν, ο φυσιοδίφης η συλλογή του οποίου αποτέλεσε τον  πυρήνα των εκθεμάτων του Βρετανικού Μουσείου, ήταν ένθερμος θαυμαστής της.

Ίσως η επίδραση της Μεριάν να πηγαίνει ακόμη μακρύτερα, και να φτάνει ως τον 20ό αιώνα. Ο Θεοδόσιος Ντομπζάνσκι –ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης θεώρησης για την Εξέλιξη– σε ένα μνημειώδες άρθρο του, που έφερε τον τίτλο: «Τίποτε στη Βιολογία δεν έχει νόημα, παρά υπό το φως της εξέλιξης», αναρωτώμενος «από πού προήλθαν όλα αυτά τα εξαιρετικά, φαινομενικά ιδιότροπα και περιττά πλάσματα;», έδινε την απάντηση ότι: «Η Εξέλιξη είναι η μέθοδος με την οποία δημιουργεί ο Θεός, ή η Φύση».

Τρεις αιώνες πρωτύτερα η Μεριάν έγραφε σε ένα βιβλίο της: «Ο Θεός, μέσω της θεραπαινίδας του, της Φύσης, κοσμεί πολλά ασήμαντα και (όπως θα μπορούσαμε να σκεφτούμε) άχρηστα πράγματα με αξιοσημείωτα θαυμαστό και όμορφο τρόπο».

Σειρά του συντάκτη αυτού του άρθρου είναι να αναρωτηθεί: Πόσο πιθανό είναι ο Ντομπζάνσκι να μην είχε διαβάσει Μεριάν;

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.