Σύνδεση συνδρομητών

Παιδιά, social media και ψυχική υγεία

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2026 02:01
Ατελιέ The Books' Journal
TRα παιδιά που χρησιμοποιούσαν τα κοινωνικά δίκτυα για περισσότερες από τρεις ώρες την ημέρα στην αρχή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης στην εφηβεία.
Ατελιέ The Books' Journal

Τι δείχνει μια μεγάλη βρετανική έρευνα – και τι σημαίνει για την ελληνική απαγόρευση στα social media κάτω των 15 ετών

Η εκτεταμένη χρήση των κοινωνικών δικτύων από παιδιά και εφήβους φαίνεται να συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης λίγα χρόνια αργότερα, σύμφωνα με νέα έρευνα του Imperial College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Τα ευρήματα προσθέτουν ένα ακόμη κομμάτι στο ήδη σύνθετο παζλ της σχέσης ανάμεσα στην ψηφιακή τεχνολογία και την ψυχική υγεία των νέων, ένα θέμα που παύει πια να είναι αφηρημένη ανησυχία και συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις – όπως η πρόσφατη ελληνική επιλογή για απαγόρευση των social media στους ανήλικους κάτω των 15 ετών.

 

Η έρευνα SCAMP: τι μέτρησε

Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από περισσότερους από 2.300 μαθητές σε 31 σχολεία του Λονδίνου και εντάσσεται στην ερευνητική πρωτοβουλία SCAMP (Study of Cognition, Adolescents and Mobile Phones), ένα από τα σημαντικότερα διεθνώς προγράμματα που εξετάζουν την επίδραση της ψηφιακής τεχνολογίας στον εγκέφαλο και την υγεία των νέων. Οι μαθητές εξετάστηκαν δύο φορές: αρχικά στα 11–12 και στη συνέχεια στα 13–15 τους χρόνια, συμπληρώνοντας ερωτηματολόγια για τις ψηφιακές τους συνήθειες, την ψυχική τους κατάσταση και τον τρόπο ζωής τους, ενώ υποβλήθηκαν και σε γνωστικές δοκιμασίες, επιτρέποντας μια διαχρονική αποτίμηση των επιπτώσεων.

 

Τι δείχνει η έρευνα του Imperial College

  • Η έντονη χρήση των social media (πάνω από 3 ώρες/ημέρα στα 11–12) συνδέεται με σημαντικά υψηλότερα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης λίγα χρόνια αργότερα.
  • Τα παιδιά που περνούν πάνω από 3 ώρες στα social έχουν έως και 47% μεγαλύτερη πιθανότητα σοβαρών συμπτωμάτων κατάθλιψης και 40% μεγαλύτερη πιθανότητα αυξημένου άγχους, με τα ποσοστά κλινικά σημαντικών διαταραχών να είναι έως και 70% (κατάθλιψη) και 60% (άγχος) υψηλότερα.
  • Κεντρικός μηχανισμός φαίνεται να είναι η διαταραχή του ύπνου: αργή κατάκλιση, λιγότερος συνολικός ύπνος, επιδείνωση της ψυχικής ευεξίας.
  • Η σχέση social media–ψυχικής υγείας είναι πολυπαραγοντική: επηρεάζεται από το φύλο (πιο έντονη στα κορίτσια), οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, κοινωνική υποστήριξη και τις ίδιες τις εμπειρίες των παιδιών στο διαδίκτυο.

 

Πάνω από τρεις ώρες την ημέρα

Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι ανησυχητικά: τα παιδιά που χρησιμοποιούσαν τα κοινωνικά δίκτυα για περισσότερες από τρεις ώρες την ημέρα στην αρχή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης στην εφηβεία. Σε σύγκριση με συνομηλίκους τους που χρησιμοποιούσαν τα μέσα αυτά περίπου μισή ώρα ημερησίως, οι «μεγάλης διάρκειας  χρήστες» παρουσίασαν αισθητά υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικών δυσκολιών. Η ομάδα του Imperial College υπολογίζει ότι ο κίνδυνος σοβαρότερων συμπτωμάτων κατάθλιψης ήταν αυξημένος κατά περίπου 47%, ενώ ο κίνδυνος αυξημένων επιπέδων άγχους κατά περίπου 40%, με τα ποσοστά κλινικά σημαντικής κατάθλιψης και άγχους να φτάνουν έως και 70% και 60% αντίστοιχα στους  χρήστες με πολύωρη, σε ημερήσια βάση, παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα  .

 

Ο ύπνος ως κρυφός μεσολαβητής

Πίσω από τους αριθμούς, ένας βασικός μηχανισμός ξεχωρίζει: ο ύπνος. Η έντονη χρήση των social media, ιδίως τις βραδινές ώρες, φαίνεται να οδηγεί σε καθυστερημένη κατάκλιση και σε λιγότερες συνολικές ώρες ύπνου, κάτι που υπονομεύει τη συναισθηματική ισορροπία, τη συγκέντρωση στο σχολείο και την καθημερινή λειτουργικότητα των εφήβων. Όπως εξηγεί η Mireille Toledano, επικεφαλής της έρευνας και πρόεδρος του Mohn Centre for Children's Health and Wellbeing στο Imperial College, τα παιδιά που χρησιμοποιούν εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης αργά το βράδυ «στερούνται τον ύπνο που χρειάζονται για να λειτουργούν υγιώς», με την έλλειψη επαρκούς ύπνου να αναδεικνύεται σε κεντρικό παράγοντα των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων.

 

Γιατί επηρεάζονται περισσότερο τα κορίτσια;

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν εξετάσει κανείς το φύλο. Η συσχέτιση ανάμεσα στην υπερβολική χρήση κοινωνικών δικτύων και στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας φαίνεται να είναι πιο έντονη στα κορίτσια από ό,τι στα αγόρια, κάτι που οι ερευνητές αποδίδουν, μεταξύ άλλων, σε διαφορετικά πρότυπα χρήσης: μεγαλύτερη εμπλοκή σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, συγκρίσεις εμφάνισης, «likes» και αναζήτηση αποδοχής, αλλά και έκθεση σε πιο έντονες ψηφιακές πιέσεις.

Παρά τη σαφή στατιστική συσχέτιση, η ομάδα του Imperial College αποφεύγει τις απλουστεύσεις. Η έντονη χρήση των κοινωνικών δικτύων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποτελεί την άμεση αιτία των ψυχικών προβλημάτων, καθώς η σχέση περιγράφεται ως «πολυπαραγοντική» και επηρεάζεται από το οικογενειακό περιβάλλον, την κοινωνική υποστήριξη, την ποιότητα του ύπνου, το σχολικό κλίμα, αλλά και τις ίδιες τις εμπειρίες των παιδιών στο διαδίκτυο – που μπορεί να κυμαίνονται από την ενδυνάμωση και τη δημιουργία κοινοτήτων έως τον εκφοβισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

 

Από την επιστήμη στην πολιτική

Ακριβώς πάνω σε αυτή τη διαπίστωση πατάει και η πολιτική συζήτηση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η κυβέρνηση εξετάζει ήδη μέτρα για την ενίσχυση της διαδικτυακής ασφάλειας των παιδιών, ενώ η Αυστραλία έχει προχωρήσει σε πλήρη απαγόρευση της χρήσης κοινωνικών δικτύων για παιδιά κάτω των 16 ετών, παρουσιάζοντας το μέτρο ως απάντηση στον «ψηφιακό εθισμό» και στις ψυχικές επιπτώσεις της υπερβολικής χρήσης.

Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι προχωρά στην απαγόρευση πρόσβασης στα social media για ανήλικους κάτω των 15 ετών, με το μέτρο να ανακοινώνεται τον Απρίλιο του 2026 και να προγραμματίζεται να ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 2027. Η ρύθμιση παρουσιάζεται ως τοποθέτηση ενός «ψηφιακού ορίου ενηλικίωσης» στα 15, σε συντονισμό με ανάλογες ευρωπαϊκές συζητήσεις.

 

Πέρα από το «άσπρο–μαύρο» της τεχνολογίας

Το ερώτημα, όμως, είναι αν η συγκεκριμένη πολιτική απαντά πράγματι στο πρόβλημα που περιγράφει η έρευνα ή αν μεταφέρει τη συζήτηση αλλού. Οι ερευνητές του Imperial College προειδοποιούν ότι τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν πλήρεις, οριζόντιες απαγορεύσεις, και προτείνουν μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση, που να συνδυάζει εκπαίδευση, ψηφιακή παιδεία και βελτίωση των συνηθειών ύπνου των παιδιών. Στη δική τους οπτική, η καλλιέργεια υγιών ψηφιακών συνηθειών –οριοθέτηση του χρόνου χρήσης, αποφυγή οθονών πριν τον ύπνο, ενίσχυση των δια ζώσης σχέσεων– μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικότερη από μια απλή απαγόρευση πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα.

Υπάρχει και ένας ακόμη κρίσιμος περιορισμός: τα δεδομένα της μελέτης αφορούν την περίοδο 2014–2018, όταν το ψηφιακό περιβάλλον των νέων ήταν ήδη έντονο αλλά αρκετά διαφορετικό από το σημερινό. Μέσα σε μια δεκαετία, τα κοινωνικά δίκτυα έχουν μετασχηματιστεί με την εμφάνιση νέων πλατφορμών, την ενίσχυση των αλγοριθμικών συστημάτων προώθησης περιεχομένου και την εξάπλωση μορφών βίντεο μικρής διάρκειας, που διεκδικούν αδιάκοπα την προσοχή των παιδιών. Αυτό σημαίνει ότι τα παλαιότερα δεδομένα πρέπει να διαβάζονται με προσοχή, ενώ η ανάγκη για νέες, επικαιροποιημένες έρευνες –και ειδικά ευρωπαϊκές ή και ελληνικές– γίνεται ακόμη πιο επιτακτική.

Η νέα μελέτη, πάντως, δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε επιβεβαιώνει αβασάνιστα την κλασική δαιμονοποίηση της τεχνολογίας. Αντιθέτως, μας καλεί να δούμε τη σχέση ανάμεσα στην ψηφιακή ζωή και την ψυχική υγεία με μεγαλύτερη «κατανόηση», χωρίς άσπρο–μαύρο: η υπερβολική χρήση φαίνεται να συνδέεται με αυξημένους κινδύνους, κυρίως μέσω της διατάραξης του ύπνου και των δυναμικών σύγκρισης και πίεσης στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζεται ότι οι πλατφόρμες μπορούν να λειτουργήσουν και ως χώροι κοινωνικής στήριξης, έκφρασης και δημιουργικότητας.

Σε αυτό το δύσκολο πλαίσιο, το ελληνικό μέτρο της πλήρους απαγόρευσης για τους κάτω των 15 ετών μοιάζει να απαντά με ένα «σκληρό» εργαλείο σε ένα σύνθετο πρόβλημα, ευθυγραμμιζόμενο με διεθνείς τάσεις αλλά και ανοίγοντας νέα ερωτήματα. Πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη η επαλήθευση ηλικίας; Τι είδους παρακάμψεις θα επιχειρήσουν τα ίδια τα παιδιά; Πώς θα ενισχυθούν παράλληλα το σχολείο, η οικογένεια και οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας ώστε να αντιμετωπίζουν τις αιτίες του άγχους και της κατάθλιψης, που συχνά υπερβαίνουν τον χρόνο οθόνης;

Για τις κοινωνίες που προσπαθούν να κατανοήσουν την επίδραση της τεχνολογίας στις νεότερες γενιές, το βασικό μήνυμα παραμένει μάλλον σταθερό: το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο χρόνο περνούν τα παιδιά στο διαδίκτυο, αλλά κυρίως το πώς, το πότε και υπό ποιες συνθήκες τον περνούν. Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον ψηφιακό κόσμο και τις ανάγκες της παιδικής και εφηβικής ανάπτυξης –και στον τρόπο που η πολιτική μεταφράζει την επιστημονική γνώση σε ρυθμίσεις– παίζεται ίσως το πραγματικό στοίχημα της ψυχικής υγείας στον 21ο αιώνα.

Βύρων Καρύδης

Δημοσιογράφος, διετέλεσε αρχισυντάκτης της ελληνικής υπηρεσίας του BBC.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.