Σύνδεση συνδρομητών

Ο κινηματογράφος και η πολιτική

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2026 23:46
Ο κινηματογράφος και η πολιτική
24 Φεβρουαρίου 2026, Βερολίνο, Γερμανία. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Uchronia, Φιλ Ιερόπουλος, και ο σεναριογράφος της Φοίβος Δρούσος, ανοίγουν πανό στη σκηνή του 76ου Φεστιβάλ Βερολίνου που γράφει «Fuck off Wenders, Cinema is politics». Δεν είναι πρωτοφανές

Μετά τις επικρίσεις κατά του Βιμ Βέντερς στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου

Ένας από τους επιδραστικότερους ντοκιμαντερίστες της εποχής μας, ο Αμερικανός Φρέντερικ Γουάισμαν (Frederick Wiseman), πέθανε στις 16 Φεβρουαρίου 2026 σε ηλικία 96 ετών, έχοντας στο ενεργητικό του 45 ντοκιμαντέρ. Πρώτη του ταινία το Titicut Follies (1967), τελευταία του το Menus-PlaisirsLes Troisgros (2023). Οι περισσότερες ταινίες του εξερευνούν κοινωνικούς θεσμούς και γραφειοκρατικές δομές (σχολεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, κοινωνικές υπηρεσίες για ανέργους, δήμους κ.λπ.) με καθαρά παρατηρητικό τρόπο, χωρίς αφηγητή ή συνεντεύξεις.

Ο Γουάισμαν θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του «ντοκιμαντέρ παρατήρησης» (direct cinema). Απέρριπτε την ιδέα ότι το ντοκιμαντέρ είναι «ουδέτερη καταγραφή». Έλεγε ότι ο σκηνοθέτης πάντα έχει άποψη, αλλά αυτή εκφράζεται έμμεσα, κυρίως μέσω της επιλογής των σκηνών, της διάρκειας των πλάνων και της σειράς με την οποία τοποθετούνται. Tο μοντάζ, δηλαδή, είναι το βασικό σημείο όπου διαμορφώνεται το νόημα μιας ταινίας ντοκιμαντέρ και, επομένως, η άποψη του σκηνοθέτη της. «Το μοντάζ είναι μια μορφή δραματουργίας. Από εκατοντάδες ώρες υλικού δημιουργείται μια δομή που εκφράζει μια άποψη».

Από τις περίπου 100 ώρες γυρίσματος ενός ντοκιμαντέρ του, προέκυπτε μια ταινία περίπου δύο ωρών. Δεν πίστευε στο «χειριστικό» μοντάζ, προσπαθούσε να κρατά τη χρονική και κοινωνική πολυπλοκότητα των καταστάσεων και να αφήνει χώρο στο θεατή να κρίνει. Περιέγραφε τα ντοκιμαντέρ του ως «reality fictions» και πίστευε ότι η άποψη του ντοκιμαντερίστα εκφράζεται κυρίως μέσω του μοντάζ, όχι μέσω σχολιασμού. Το μοντάζ λειτουργεί ως δραματουργική δομή που οργανώνει την πραγματικότητα και παράγει νόημα, χωρίς απαραίτητα να επιβάλλει μια ρητή ερμηνεία.

Είμαι –προφανώς– θιασώτης του έργου του Γουάισμαν και πιστεύω ότι υπάρχει απόλυτος παραλληλισμός της δομής των ταινιών του με τη δομή των καλών Φεστιβάλ Κινηματογράφου. «Δυστυχώς, είναι περισσότερα τα Φεστιβάλ από τις καλές ταινίες», συνήθιζε να λέει ο Δημήτρης Εϊπίδης, διευθυντής και αναμορφωτής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Μέσα όμως στα σημαντικότερα πέντε –τολμώ να πω– του κόσμου, είναι τα Φεστιβάλ του Βερολίνου, των Καννών, της Βενετίας, του Σάντανς και του Τορόντο. Και πρόσφατα γίναμε μάρτυρες της διαμάχης επί «πολιτικής ορθότητας» που ξέσπασε σε δύο από αυτά, του Βερολίνου και της Βενετίας, με αντικείμενο την «πολιτική» τοποθέτηση των προέδρων των κριτικών επιτροπών των παγκόσμιων διαγωνιστικών προγραμμάτων σε σχέση με τη «γενοκτονία στη Γάζα». Στο Φεστιβάλ Βερολίνου ήταν πρόεδρος της διεθνούς κριτικής επιτροπής ο Βιμ Βέντερς, στο Φεστιβάλ της Βενετίας ο Αλεξάντερ Πέιν. Και οι δύο σκηνοθέτες έχουν αποδείξει με το έργο τους την πολιτική τους τοποθέτηση. Και των δύο οι ταινίες είναι βαθιά πολιτικές. Όχι κομματικές, ούτε «trendy»· πολιτικές. Άλλωστε, όλες μας οι πράξεις είναι πολιτικές. Όχι κομματικές, πολιτικές. Δεν καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να δηλώσουν ο Πέιν και ο Βέντερς ότι πιστεύουν πως στη Γάζα συντελείται γενοκτονία. Η αποδοχή της θέσης του προέδρου της κριτικής επιτροπής ενός τόσο σημαντικού φεστιβάλ είναι από μόνη της πολιτική πράξη. Πιστεύεις στο όραμα της καλλιτεχνικής διευθύντριας/του καλλιτεχνικού διευθυντή, εμπιστεύεσαι τον τρόπο που έχει «μοντάρει» το φεστιβάλ και αναλαμβάνεις έναν θεσμικό ρόλο. Είναι αφελές να ζητάς από τους ανθρώπους αυτούς να πάρουν έτσι απλά θέση σε ζητήματα που δεν είναι άσπρο-μαύρο, έχουν πολλές προεκτάσεις και ακόμη περισσότερες πτυχές. Είναι τουλάχιστον ανόητο και υποτιμά τη νοημοσύνη τους. Μαζί και τη νοημοσύνη των θεατών. Είναι σαν να τους ζητάς να αγνοήσουν ή να μην κρίνουν ισότιμα τις ταινίες που προέρχονται από χώρες που αντιμετωπίζουν κριτικά το λεγόμενο παλαιστινιακό πρόβλημα και τα πιο πρόσφατα γεγονότα, που ξεκίνησαν από τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 και έκλεισαν (;) με την ήττα της Χαμάς στη Γάζα και την απελευθέρωση των ισραηλινών ομήρων που ήσαν ζωντανοί. Μα είναι δίκαιο αυτό; Δεν είναι σαν να προκαθορίζεις το αποτέλεσμα, τα βραβεία δηλαδή;

Ας δούμε τα γεγονότα:

Η στάση των δύο προέδρων κριτικής επιτροπής ήταν παρόμοια ως προς την αποφυγή πολιτικής τοποθέτησης, αλλά εκφράστηκε με διαφορετικό τρόπο.

1. Η στάση του Βιμ Βέντερς στο 76ο Φεστιβάλ Βερολίνου: στην εναρκτήρια συνέντευξη Τύπου του φεστιβάλ, ο Βέντερς δέχτηκε ερώτηση για τη στάση της Γερμανίας και του φεστιβάλ για τη Γάζα. Η απάντησή του ήταν ότι οι κινηματογραφιστές πρέπει να μένουν έξω από την πολιτική, ότι ο κινηματογράφος είναι «αντίβαρο στην πολιτική», ότι οι δημιουργοί πρέπει να κάνουν «τη δουλειά των ανθρώπων και όχι των πολιτικών», ενώ τόνισε ότι οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά όχι με πολιτικό τρόπο. Αυτές του οι δηλώσεις έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση τόσο με παλαιότερες δηλώσεις του όσο και με το έργο του αυτό καθαυτό. Λάθος, κατά τη γνώμη μου. Οι κριτικές επιτροπές –όχι οι κινηματογραφιστές– είναι καταρχήν αυτές που πρέπει να μένουν έξω από την πολιτική. Το αποτέλεσμα του έργου τους, ωστόσο, είναι πολιτικό. Δεν θα ήταν όμως δίκαιο να δηλωθεί η όποια στάση εξαρχής.

2. Η στάση του Αλεξάντερ Πέιν στο 82o Φεστιβάλ Βενετίας: στην αντίστοιχη συνέντευξη Τύπου του Φεστιβάλ της Βενετίας, ο Πέιν επίσης ερωτήθηκε για τη Γάζα. Απάντησε ότι ήταν «λίγο απροετοίμαστος» να πάρει θέση για το θέμα. Δήλωσε ότι βρίσκεται στο φεστιβάλ για να μιλήσει για τον κινηματογράφο και να κρίνει τις ταινίες, κρατώντας τις πολιτικές του απόψεις για τον εαυτό του. Πρόσθεσε ότι θα χρειαζόταν χρόνο για να δώσει μια «μετρημένη απάντηση». Με λίγα λόγια, απέφυγε να απαντήσει, λέγοντας ότι δεν είναι έτοιμος να τοποθετηθεί. Κι εδώ ισχύει η άποψή μου ότι σωστά έπραξε ως πρόεδρος της επιτροπής που δεν θα έπρεπε να προκαταλάβει τα αποτελέσματα, δηλαδή τα βραβεία.

Η στάση και των δύο, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ερμηνεύτηκε από πολλούς καλλιτέχνες και ακτιβιστές ως αποφυγή δημόσιας τοποθέτησης για τη Γάζα, γεγονός που προκάλεσε έντονες συζητήσεις στον διεθνή κινηματογραφικό χώρο.

Το ζήτημα της Γάζας (που είναι η ριζοσπαστική ανάγνωση ενός νέου αντισημιτισμού, προέκταση των πολιτικών της ταυτότητας και των αυτοαποκαλούμενων αντικαπιταλιστών αντισιωνιστών, που συχνά δρουν ακτιβιστικά) έχει επηρεάσει συνολικά τα μεγάλα φεστιβάλ της Ευρώπης (Κάννες, Βενετία, Βερολίνο) τα τελευταία δύο χρόνια. Τα φεστιβάλ έχουν γίνει χώρος έντονης πολιτιστικής και πολιτικής σύγκρουσης, επειδή πολύ πιο εύκολα μεταφέρεται σε καλλιτεχνικούς χώρους μια κοινωνική στάση που δεν συγκινεί εύκολα μεγάλα πλήθη. Στην τελετή απονομής βραβείων του Φεστιβάλ Βερολίνου αρκετοί κινηματογραφιστές κατηγόρησαν το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα. Ο σκηνοθέτης Μπεν Ράσελ εμφανίστηκε με κεφίγια ως σύμβολο αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους. Πρόκειται για αντιδράσεις μονόπλευρες, που ηθικοποιούν τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, παραβλέποντας το πογκρόμ της 7ης Οκτωβρίου του 2023 από τη Χαμάς και το γεγονός ότι η εξτρεμιστική οργάνωση είχε απαγάγει ισραηλινούς πολίτες τους οποίους κρατούσε ομήρους – ήταν ο λόγος της επίθεσης του Ισραήλ κατά της λωρίδας της Γάζας. Οι αντιδράσεις αυτές, επίσης, υιοθετούν το σύνθημα «Από το ποτάμι στη θάλασσα», που ουσιαστικά είναι ένα σύνθημα εξάλειψης του κράτους του Ισραήλ – δραστηριότητα για την οποία εργάζονταν το Ιράν και διάφοροι εξτρεμιστές εντολοδόχοι του: η Χαμάς στη Γάζα, η Χεζμπολάχ στο Λϊβανο, οι Χούθι στην Υεμένη κ.ά.

Οι δηλώσεις των καλλιτεχνών-ακτιβιστών προκάλεσαν με τη σειρά τους έντονες αντιδράσεις από γερμανούς πολιτικούς και κατηγορίες για αντισημιτισμό που οδήγησαν στην παραίτηση της καλλιτεχνικής διευθύντριας Τρίσια Τατλ. Επιστολή υποστήριξής της υπέγραψαν σημαντικοί κινηματογραφικοί παράγοντες. Τελικά, βρέθηκε μια εξισορροπητική λύση. Στο Φεστιβάλ Βενετίας εκατοντάδες κινηματογραφικές προσωπικότητες υπέγραψαν επίσης επιστολή ζητώντας από το φεστιβάλ να καταδικάσει «τη γενοκτονία και την εθνοκάθαρση στη Γάζα». Οι καλλιτέχνες υποστήριξαν ότι τα φεστιβάλ δεν πρέπει να είναι «ουδέτερα», αλλά χώροι πολιτικής και πολιτιστικής αντίστασης.

Ως φυσικό επακόλουθο, το ζήτημα μεταφέρθηκε και έξω από τις αίθουσες. Στη Βενετία πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις έξω από το φεστιβάλ με συνθήματα όπως «Free Palestine» και «Stop the Genocide». Η ομάδα «Venice4Palestine» ζήτησε ακόμη και τον αποκλεισμό ηθοποιών που θεωρούνται φιλοϊσραηλινοί.

Τα σύγχρονα φεστιβάλ, τα οποία οφείλουν να είναι επίκαιρα, έχουν γίνει, όπως είναι φυσικό, πλατφόρμα για έργα σχετικά με τον πόλεμο: Put Your Soul on Your Hand and Walk (ντοκιμαντέρ για την καθημερινότητα στη Γάζα κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών), The Voice of Hind Rajab (ταινία που αφηγείται το θάνατο ενός παιδιού στη Γάζα και προκάλεσε έντονη συγκίνηση στο Φεστιβάλ Βενετίας), Once Upon a Time in Gaza  (παλαιστινιακή ταινία που βραβεύτηκε στις Κάννες). Αυτές οι ταινίες –και η επιλογή τους από τα φεστιβάλ– ενισχύουν τη συζήτηση για το πώς ο κινηματογράφος λειτουργεί και ως μαρτυρία πολέμου, ως πολιτική.

Το σίγουρο είναι ότι τα καλά φεστιβάλ λειτουργούν σήμερα ως χώροι καλλιτεχνικής έκφρασης, πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά και ως πεδίο πολιτιστικής σύγκρουσης για το αν ο κινηματογράφος πρέπει να είναι πολιτικός ή ουδέτερος.

Πάντοτε όμως συνέβαινε αυτό. Η σημερινή ένταση γύρω από τη Γάζα στα μεγάλα φεστιβάλ θυμίζει έντονα την πολιτιστική κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος του Βιετνάμ στον διεθνή κινηματογράφο, ιδιαίτερα γύρω από το Φεστιβάλ των Καννών του 1968. Το 1968, ενώ στη Γαλλία εξελίσσονταν οι φοιτητικές εξεγέρσεις του Μάη, πολλοί σκηνοθέτες θεώρησαν ότι ήταν ανήθικο να συνεχίζεται ένα φεστιβάλ σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Μεταξύ αυτών ήταν οι Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Φρανσουά Τρυφφώ, Κλωντ Λελούς, Λουί Μαλ, και γενικά οι εκπρόσωποι της γαλλικής Νουβέλ Βαγκ. Ανέβηκαν στη σκηνή, σταμάτησαν προβολές και δήλωσαν ότι ο κινηματογράφος δεν μπορεί να είναι αποκομμένος από την πολιτική πραγματικότητα. Τελικά, το φεστιβάλ διακόπηκε πριν απονεμηθούν βραβεία.

Την ίδια περίοδο, πολλοί σκηνοθέτες δημιούργησαν έργα που κατήγγειλαν τον πόλεμο του Βιετνάμ: Αποκάλυψη τώρα (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα, Ο ελαφοκυνηγός (1978) του Μάικλ Τσιμίνο, Ο γυρισμός (1978) του Χαλ Άσμπι. Ο κινηματογράφος, δηλαδή, έγινε μέσο κριτικής του πολέμου και της αμερικανικής πολιτικής. Το ίδιο δίλημμα εμφανίζεται σήμερα

Σίγουρα, η σύγκρουση που βλέπουμε σήμερα στα φεστιβάλ δεν είναι καινούργια. Από το 1968 μέχρι σήμερα, ο κινηματογράφος βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις: τον κινηματογράφο ως αυτόνομη τέχνη ή τον κινηματογράφο ως πολιτική παρέμβαση. Η διαμάχη γύρω από τη Γάζα είναι απλώς η πιο πρόσφατη έκφραση αυτής της μακροχρόνιας έντασης.

Αυτό δεν είναι μόνο φαινόμενο του δυτικού πολιτισμού. Ιάπωνες σκηνοθέτες, όπως οι Κένζι Μιζογκούτσι, Ακίρα Κουροσάβα, Γιασουχίρο Όζου, αντιμετώπιζαν την πολιτική στον κινηματογράφο τους, με στάση τελείως διαφορετική από αυτή των ευρωπαίων δημιουργών, βασισμένη στη δική τους κουλτούρα. Αντί για άμεσο πολιτικό ακτιβισμό, συχνά εξέφραζαν την κριτική τους έμμεσα, μέσα από κοινωνικές ιστορίες και ανθρώπινα δράματα. Χαρακτηριστικά αναφέρω τον κοινωνικό ανθρωπισμό του Μιζογκούτσι, στα έργα του οποίου η πολιτική εμφανίζεται μέσω της καταπίεσης των γυναικών, της φεουδαρχικής εξουσίας, της εκμετάλλευσης των φτωχών. Ο Μιζογκούτσι δεν κάνει πολιτικά μανιφέστα. Η πολιτική του βρίσκεται στην τραγωδία των χαρακτήρων του. Θα αναφερθώ επίσης στον ηθικό προβληματισμό του Κουροσάβα που ασχολήθηκε περισσότερο με ηθικά και φιλοσοφικά ζητήματα εξουσίας και ευθύνης και αντιμετώπισε την πολιτική κυρίως ως ηθικό πρόβλημα εξουσίας. Τέλος, ο Όζου, με την «αθόρυβη» κοινωνική του κριτική, εστιάζει στην οικογένεια, στην αλλαγή της κοινωνίας, στη σύγκρουση παραδοσιακών και σύγχρονων αξιών. Η πολιτική στον Όζου είναι η πολιτική της καθημερινότητας. Επομένως, οι μεγάλοι ιάπωνες σκηνοθέτες δεν απέφευγαν την πολιτική, απλώς την εξέφραζαν μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία και όχι μέσα από άμεσες πολιτικές δηλώσεις.

Η μορφή του κινηματογράφου τους δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή – είναι μια στάση απέναντι στην ανθρώπινη εμπειρία και την τραγωδία. Όλο αυτό μου θυμίζει αυτό που ζούμε εδώ στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει παράσταση, συναυλία, γενικά καλλιτεχνικό γεγονός στη χώρα μας, στο τέλος του οποίου να μη βγαίνουν οι καλλιτέχνες-συντελεστές με πανό και συνθήματα Φρι Παλεστάιν. Και εμείς, οι θεατές, υποχρεωμένοι να συμφωνούμε. Διότι αυτό είναι «trendy». Trendy καπέλωμα της άποψης και μια δημοκρατία στα μέτρα ενός αντιδημοκρατικού ακτιβισμού.

 

 

Λένα Ράμμου

Σύμβουλος διοίκησης και διαχείρισης στον οπτικοακουστικό τομέα. Έχει συνεργαστεί με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, το Media Desk Hellas, το υπουργείο Πολιτισμού κ.ά. Διδάσκει στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Πολιτισμός και Παραγωγή Ταινιών Ντοκιμαντέρ» του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Τελευταία άρθρα από τον/την Λένα Ράμμου

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.