Από τα πρώτα λεπτά γίνεται φανερό ότι ο Ντελ Τόρο μετατοπίζει το επίκεντρο της τραγωδίας. Το τέρας του δεν είναι αποκρουστικό γιατί είναι άσχημο, αλλά γιατί έχει μια θεϊκή ιδιότητα: δεν μπορεί να πεθάνει. Είναι αθάνατο, και η αιωνιότητά του γίνεται κατάρα. Όσο κι αν το προσπαθούν οι άλλοι –ή το ίδιο–, ο θάνατος το απορρίπτει. Ένας σύντομος λήθαργος, χωρίς όνειρα, είναι ό,τι πιο κοντινό σε θάνατο μπορεί να γευτεί. Ο σκηνοθέτης δείχνει με συγκλονιστική απλότητα πως η αθανασία εντός του ανθρώπινου χρόνου δεν είναι λύση αλλά παγίδευση. Η ζωή χάνει το νόημά της όταν δεν έχει τέλος. Ο θάνατος, που για τον άνθρωπο είναι ο απόλυτος φόβος, καθίσταται εδώ ο μόνος τρόπος λύτρωσης. Ο Βίκτωρ Φρανκενστάιν μπορεί να έχει νικήσει το θάνατο, αλλά έχει δημιουργήσει κάτι ανίκανο να ζήσει ουσιαστικά.
Το πλάσμα έχει ακόμα μία θεϊκή ιδιότητα: υπεράνθρωπη δύναμη. Όσο περνάει ο καιρός η δύναμή του μεγαλώνει, φτάνει στο υπερφυσικό: κατορθώνει να ξεκολλήσει ένα πλοίο από τους πάγους της Αρκτικής. Όμως αυτές οι ιδιότητες δεν το κάνουν θεό. Το κάνουν τρομακτικό κι επιτείνουν την απομόνωσή του. Βαθαίνουν το δράμα του.
Ο Βίκτωρ Φρανκενστάιν, από την άλλη, βιώνει επίσης μια τραγωδία, η οποία όμως καταλήγει σε λύτρωση, δηλαδή στο θάνατό του. Στην αρχή, όταν το πλάσμα στέκεται όρθιο και ψελλίζει τις πρώτες συλλαβές, βιώνει τη δημιουργία του σαν ματαίωση. Η μόνη λέξη που προφέρει είναι «Βίκτορ». Είναι αυτή που επαναλαμβάνει συνεχώς και με όλους τους τρόπους: δυνατά, σιγανά, με τρόμο, με τρυφερότητα, παρακλητικά. Η Ελίζαμπεθ, ο πρώτος άνθρωπος που πλησιάζει το τέρας με συμπάθεια, του εξηγεί ότι λέει μόνο το όνομά του, γιατί αλυσοδεμένο στο υπόγειο καθώς είναι, αυτός είναι όλος του ο κόσμος· το μοναδικό σημείο αναφοράς που διαθέτει. Είναι σαν ένα παιδί που μαθαίνει πρώτα το όνομα του πατέρα του. Για τον ίδιο τον Βίκτορ, όμως, το γεγονός ότι δεν επαναλαμβάνει τις λέξεις που προσπαθεί να του μάθει είναι η απόδειξη της αποτυχίας του. Δεν έχει δημιουργήσει ένα νοήμον ον, αλλά ένα ζωντανό πτώμα. Το πλάσμα του δεν μιλά, άρα δεν σκέφτεται· δεν σκέφτεται, άρα δεν είναι. Όταν προσπαθεί να το καταστρέψει βάζοντας φωτιά στον πύργο-εργαστήριο που είναι φυλακισμένο, θρηνεί τη δική του αποτυχία, όχι την απώλεια ενός ανθρώπου.
Η λογική όμως του Βίκτορ διαψεύδεται. Το πλάσμα δραπετεύει και βρίσκει καταφύγιο δίπλα σε έναν Τυφλό Άνδρα, κάποιον που το αντιμετωπίζει χωρίς φόβο. Έτσι αρχίζει να μαθαίνει. Μαθαίνει να μιλά, να διαβάζει, να αγαπά. Η εκπαίδευσή του δεν είναι μηχανική, είναι συναισθηματική. Η νοημοσύνη γεννιέται ή καλλιεργείται από την αποδοχή και τη σχέση. Εκεί έγκειται και η ουσιαστική δημιουργία: όχι στην εντυπωσιακή τεχνολογική αναβίωση ενός σώματος, αλλά στην αναγέννηση του μυαλού και της συνείδησης, της ψυχής τελικά, μέσα από τη φροντίδα και την καθημερινότητα. Κι έτσι το τέρας συνειδητοποιεί την κατάστασή του: Είναι μοναδικός, είναι μόνος. Η μόνη λύση είναι ο δημιουργός του να κατασκευάσει μια σύντροφο.
Με τον τρόπο αυτό η ταινία αποκτά απρόσμενα σύγχρονη διάσταση. Ο Βίκτορ, σοφός αλλά άκαρδος, αρνείται να δημιουργήσει για το πλάσμα του ένα ταίρι. Αρνείται, δηλαδή, να του επιτρέψει την κοινωνία, την αγάπη, την ισότητα. Τότε το τέρας μεταμορφώνεται σε δαίμονα, όχι επειδή είναι φύσει κακό, αλλά επειδή είναι μόνο. Η αθανασία, η δύναμη, η νοημοσύνη χωρίς αγάπη μπορούν να καταστούν δύναμη καταστροφής. Η αναζήτηση εκδίκησης δεν είναι πράξη κακίας αλλά κραυγή εγκατάλειψης. Ένας θεός χωρίς ενσυναίσθηση και κατανόηση είναι δαίμονας — όπως και μια τεχνητή νοημοσύνη χωρίς ανθρωπιά θα είναι απλώς μια μηχανή.
Ο Ντελ Τόρο, χωρίς να το λέει ρητά, μετατοπίζει το ερώτημα του μύθου: δεν είναι πια «μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεός;» αλλά «μπορεί το πλάσμα να γίνει άνθρωπος;». Κι η απάντηση είναι απόλυτη και, τελικά, σκληρή: μόνο αν αγαπηθεί. Όλα τα υπόλοιπα —η γνώση, η δύναμη, η αθανασία— είναι άδεια χωρίς αγάπη.
Η εικονογραφία της ταινίας στηρίζει αυτή τη θεολογία της ευαλωτότητας. Το τέρας εμφανίζεται ημίγυμνο, με επίδεσμο στο χέρι και ένα λευκό μποξεράκι, θυμίζοντας τον Χριστό του Πάθους και της Ανάστασης μαζί. Ο Ντελ Τόρο δεν ειρωνεύεται· αφηγείται μια ανάσταση χωρίς σωτηρία. Ο Χριστός πεθαίνει για τους άλλους και ανασταίνεται για να λυτρώσει· αυτό ζει παρά τη θέλησή του και δεν σώζει κανέναν. Είναι ένας ζωογονημένος που δεν ήθελε να ζει.
Ακόμη και η γλώσσα του Βίκτορ διατηρεί κάτι από τη μεταφυσική αγωνία. Στην αρχή, όταν εξηγεί στους συναδέλφους του τη θεωρία του, μπορεί να ειρωνεύεται τον Θεό, αλλά όσο η ιστορία προχωρά εντάσσει στο λόγο του καθημερινές εκφράσεις —«ένας Θεός ξέρει», «Θεέ μου»— που λειτουργούν σαν λεκτικά απολιθώματα πίστης. Ο Ντελ Τόρο δεν φτιάχνει έναν άθεο κόσμο, αλλά έναν κόσμο ορφανό. Η θεία παρουσία έχει αποσυρθεί, όχι όμως και η ανάγκη γι’ αυτήν.
Ο Φρανκενστάιν του Ντελ Τόρο είναι γυρισμένος σχεδόν εξολοκλήρου με τον τρόπο που γυρίζονταν κάποτε οι ταινίες, προτού κυριαρχήσουν τα ψηφιακά σκηνικά και το CGI. Οι εικόνες του είναι συναρπαστικές: έχουν όγκο, βάρος, υλικότητα. Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία υπόσχεται να παράγει νοημοσύνη, λόγο, εικόνα —ακόμη και ζωή— ο Ντελ Τόρο φτιάχνει μια ταινία χειροποίητη, που ανασαίνει. Η αντίθεση με την απαστράπτουσα, ιλουστρασιόν επιφάνεια των σύγχρονων blockbusters είναι εντυπωσιακή: εκεί η εικόνα είναι τέλεια αλλά άψυχη· εδώ έχει αμυχές, εξογκώματα, ατέλειες — κι όμως είναι ζωντανή.
Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι το πιο συγκινητικό μήνυμα της ταινίας: ότι όλη μας η πρόοδος, όλη η τεχνολογία και η «δημιουργία» χωρίς όρια δεν αξίζουν τίποτα χωρίς εκείνα τα στοιχεία που δεν μπορούν να αντιγραφούν ούτε να αναπαραχθούν — την αγάπη, την πρωτοτυπία, τη δημιουργικότητα, την ελπίδα.
Ο Φρανκενστάιν του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο δεν είναι μια ιστορία τρόμου. Είναι ένα σκοτεινό παραμύθι για την πιο παλιά και την πιο νέα ερώτηση: πώς να είσαι άνθρωπος, όταν ο κόσμος δεν χρειάζεται πια την ανθρωπιά σου.