Σύνδεση συνδρομητών

Ασκήσεις θέρους

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2023 11:07
Καλοκαίρι. Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα, μεταξύ 1965-67.
Ζαχαρίας Στέλλας / Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη
Καλοκαίρι. Φωτογραφία του Ζαχαρία Στέλλα, μεταξύ 1965-67.

Οι καλοκαιρινές διακοπές κλείνουν την εργασιακή περίοδο του έτους και είναι χρόνος αποφόρτισης όλης της έντασης, της κούρασης και της μιζέριας της καθημερινότητας που προηγήθηκε. Για να πραγματωθεί όμως αυτό, για να θεωρηθεί ότι πάει κάποιος διακοπές, πρέπει να αλλάξει παραστάσεις, να φύγει από το εργασιακό και το αστικό του περιβάλλον, που καθημερινά τον καταπιέζει, υλικά και συμβολικά, και να βρεθεί σ’ ένα άλλο, όπου θα μπορέσει, έστω και για λίγο, να ζήσει όπως θα ήθελε, ελεύθερος, άεργος, έξω από συμβάσεις. Μπορεί όμως αυτό να γίνει σήμερα και σε ποιους τόπους πλέον;

Πράγματι, οι τουρίστες που διασχίζουν τους δρόμους των πόλεων και της υπαίθρου, αναμφισβήτητα, χρωματίζουν με χαρά, με ζωντάνια και με κίνηση την εικόνα της μίζερης πραγματικότητας. Ο τουρισμός όμως δεν είναι μόνον αυτό. Εμπεριέχει τις οικονομικές επενδύσεις και τις αντίστοιχες προσδοκίες κέρδους και βέβαια την πολιτισμική και περιβαλλοντική αλλοίωση. Ο τουρισμός είναι ένα ιστορικό κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο με πολλαπλές όψεις – και ως τέτοιο υπόκειται σε κριτική ανάγνωση.

 

α. Τουριστικός κριτικός οδηγός

Ένας από τους καλύτερους «οδηγούς» για μια τέτοια ανάγνωση είναι βέβαια το κλασικό κείμενο του γερμανού στοχαστή Hans Magnus Enzesberger «Για μια θεωρία του τουρισμού», το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του, Πολιτική και πολιτισμός (Scripta, 2004). Ο συγγραφέας εντοπίζει την έναρξη του σχετικά μαζικού τουρισμού στις αρχές του 19ου αιώνα στην Αγγλία και στη Γερμανία. Λίγο αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται τα ταξιδιωτικά γραφεία, να γράφονται σε προδρομική μορφή οι πρώτοι τουριστικοί οδηγοί αλλά και να διατυπώνονται καταγγελτικές κριτικές από εκείνους που θεωρούσαν το ταξίδι αριστοκρατικό προνόμιο. Μεγάλη ώθηση έδωσε στην ανάπτυξη των ταξιδιών το κίνημα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού και οι διανοούμενοί του, που αντιδρούσαν στην ολοένα και πιο οργανωμένη αστική ζωή και κήρυτταν την ελευθερία μέσω της φυγής στη φύση, στο παρελθόν, στην ιστορία. Η εκδήλωση και η εδραίωση της βιομηχανικής επανάστασης και η κατάκτηση, σταδιακά, των εργατικών αδειών επέκτειναν και μαζικοποίησαν το τουριστικό φαινόμενο.

Αλλά η κεφαλαιοκρατική λογική ενσωμάτωσε και οργάνωσε επενδυτικά τις νέες αυτές κοινωνικές τάσεις. Το μεγάλο κεφάλαιο ή το μικρομεσαίο, ακόμα και αυτό της μικροϊδιοκτησίας, σαν ακρίδα απλώθηκε παντού και κατέλαβε κάθε σπιθαμή γης, έχτισε υπερπολυτελή και χλιδάτα ξενοδοχεία ή συχνά τρισάθλια δωμάτια, δημιούργησε εγκαταστάσεις σχεδόν στρατοπεδικού μαζικού τουρισμού, τα περιβόητα all inclusive ξενοδοχεία, «έστησε» απέραντα χορευτικά μαγαζιά, επέβαλε τόπους, τύπους διασκέδασης, πρότυπα και συμπεριφορές. Οι τουρίστες οδηγούνται σε ομοιόμορφες  ταξιδιωτικές διαδρομές με συγκεκριμένα και συναρμολογημένα αξιοθέατα που επιβάλλεται να ιδωθούν η εγκλωβίζονται με προσφορές στο αποστειρωμένο και κατασκευασμένο περιβάλλον των μεγάλων ξενοδοχείων. Εσχάτως δε τα λεγόμενα beach bar και η ανεξέλεγκτη εγκατάσταση και διάθεση αντί ακριβού τιμήματος ομπρελών στις παραλίες εξοβέλισαν τους απλούς λουόμενους, όπως και  η βραχυχρόνια μίσθωση διαμερισμάτων και κατοικιών (Airbnb) εξοβέλισε τους κατοίκους από πολλές συνοικίες των πόλεων. Έτσι, δικαίως σημειώνει ο Εντσενσμένγκερ, η πρόσκαιρη «απελευθέρωση από τη βιομηχανική παραγωγή μετατράπηκε σε βιομηχανία, το ταξίδι που σε απομακρύνει από τον κόσμο της κατανάλωσης έγινε με τη σειρά του καταναλωτικό αγαθό».

Μέρος, τέλος, του τουριστικού ταξιδιού είναι η επιστροφή, με τον τουρίστα να γίνεται και ο ίδιος αυτοαναφορικό αξιοθέατο, με τις φωτογραφίες που ανεβάζει στο διαδίκτυο. Εντέλει, συνεχίζει ο γερμανός διανοητής, εκείνος που βρίσκεται σε διακοπές «είναι ένα είδος αντεστραμμένου επαναστάτη, ο οποίος επειδή δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλάζει κόσμο». Παρά την κριτική όμως που ασκεί στον σύγχρονο τουρισμό, αναγνωρίζει ότι είναι μια «τυφλή, άναρθρη ανταρσία», μια «κίνηση φυγής από την πραγματικότητα με την οποία μας περιβάλλει η κοινωνική κατάσταση». Και κάθε φυγή, «όσο ανόητη, όσο αδύναμη και αν είναι, ασκεί κριτική σ’ αυτό που αποστρέφεται».

 

β. Τοπία και βλέμμα

Aλήθεια, οι εκδρομείς του καλοκαιριού πώς αντικρίζουν το τοπίο που απλώνεται στα μάτια τους; Περνά σαν μια φευγαλέα καρτποσταλική εικόνα ή εγγράφεται στο βλέμμα τους ως μέρος του πολιτισμού, του τρόπου ζωής, των ανθρώπινων πρακτικών, των χρονικών μεταβολών και, τελικά, της ιστορίας της χώρας; Έναν ξεχωριστό τρόπο του βλέπειν, αντιτουριστικό και ουσιωδώς στοχαστικό, δείχνει ο πασίγνωστος γάλλος νεοελληνιστής συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ στο κλασικό πλέον βιβλίο του Ελληνικό καλοκαίρι (μετάφραση: Ιωάννα Χατζηνικολή, εκδόσεις Χατζηνικολή).

Το βιβλίο είναι το απόσταγμα των περιηγήσεων του συγγραφέα στην Ελλάδα τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Ο Λακαριέρ διασχίζει τη χώρα και παρατηρεί τα τοπία και τους ανθρώπους της, καταγράφει τις ασχολίες και διάφορες συμπεριφορές τους, επιστρέφει συχνά στους μύθους και στην ιστορία του κάθε τόπου, συνδέει το παρελθόν με το παρόν και προσπαθεί να συλλάβει το αποτύπωμα της Ελλάδας σε μια μεταιχμιακή συγκυρία, ανάμεσα στην ισχυρή ακόμα παραδοσιοκρατία και στον επερχόμενο εκσυγχρονισμό. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα απλά γράφει για τη δόμηση των αιγαιοπελαγίτικων νησιών που αναδεικνύουν και την οπτική του:

Όλα τα σπίτια, στα πιο πολλά απ’ αυτά τα νησιά, έχουν χτιστεί χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, χωρίς αρχιτέκτονα, από το αισθητήριο και τους ανθρώπους που τα κατοικούν. Αλλά τίποτα δεν είναι καμωμένο στην τύχη. Αν υπάρχουν κλειστές αυλές, περιτοιχισμένες από ψηλούς τοίχους, είναι για να προστατεύουν από τον άνεμο. Αν οι τοίχοι και τα δωμάτια είναι περασμένα και ξαναπερασμένα ασβέστη, είναι για να διώχνουν την κάψα του ήλιου και να κρατάνε την ημέρα τη δροσιά της νύχτας. Αν υπάρχουν ταράτσες αντί για γερτές στέγες, είναι για να μαζεύουν το νερό της βροχής και να γεμίζουν τις στέρνες στα μέρη όπου οι πηγές είναι σπάνιες ή και ανύπαρκτες. Όχι, τίποτα δεν έχει γίνει εδώ στην τύχη κι όμως όλα φαίνονται να ’χουνε γεννηθεί από τη φαντασία της τύχης, σύμφωνα με δυσδιάκριτους νόμους που δίνουνε την εντύπωση πως το κάθε χωριό είναι το συνειδητό έργο κάποιου λησμονημένου αρχιτέκτονα.

O Λακαριέρ δεν μένει μόνο στην αναμφισβήτητη ομορφιά του τοπίου αλλά διεισδύει στο πώς και στο γιατί της δημιουργίας του. Διαπιστώνει ότι όλα είναι φτιαγμένα σε ανθρώπινη κλίμακα. Δηλαδή, με μια «αναλογία ανάμεσα στη διάσταση του ανθρώπου και τη διάσταση των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του τοπίου». Δυστυχώς, σήμερα, στα μάτια όσων θέλουν να δουν, η αρμονία που διακρίνει ο Λακαριέρ δεν υπάρχει πια. Αλώθηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων και, βέβαια, από την άναρχη τουριστική ανάπτυξη. Ένα σύγχρονο αναστοχαστικό βλέμμα, λοιπόν, μάλλον θα ήταν πένθιμο.

 

γ. Μνήμη Μεσογείου

Το μεσογειακό καλοκαίρι, σε πείσμα των ζοφερών καιρών, συνεχίζεται με τη συνοδεία της μουσικής των τζιτζικιών, του θροΐσματος των φύλλων της ελιάς, της γεύσης του κρασιού και του εκτυφλωτικού φωτός του καυτού ήλιου. Η Μεσόγειος όμως, τα τελευταία χρόνια, από χώρος πολιτισμικών και εμπορικών συναλλαγών μετατράπηκε σε διάδρομο διαφυγής, συχνά και σε νεκροταφείο απελπισμένων, αλλά και σε τόπο εκδήλωσης φοβερών πυρκαγιών και συνεπειών της επερχόμενης κλιματικής αλλαγής.

Πόσο διαφορετικά ηχούν οι περιγραφές του ίδιου αυτού χώρου στα παλιά χρόνια και πόση νοσταλγία φέρνουν για εκείνες τις αισιόδοξες και τις γεμάτες πίστη στην πρόοδο της ανθρωπότητας εποχές. Αποτυπώνει και αναπλάθει τη Μεσόγειο με την γραφή του ο κατεξοχήν ιστορικός της, ο Γάλλος Φερνάν Μπροντέλ:

Τι είναι η Μεσόγειος; Είναι χίλια πράγματα μαζί. Δεν είναι ένα μόνο τοπίο αλλά αμέτρητα τοπία. Δεν είναι μια θάλασσα αλλά διαδοχή θαλασσών. Δεν είναι ένας πολιτισμός, αλλά πολιτισμοί που συσσωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο. Το ταξίδι στη Μεσόγειο είναι η ανακάλυψη του ρωμαϊκού κόσμου στο Λίβανο, της προϊστορίας στη Σαρδηνία, των ελληνικών πόλεων στη Σικελία, της αραβικής παρουσίας στην Ισπανία, του τουρκικού Ισλάμ στη Γιουγκοσλαβία. Είναι μια βουτιά στα βάθη των αιώνων, ώς τα οικοδομήματα της μεγαλιθικής εποχής στη Μάλτα ή ώς τις πυραμίδες της Αιγύπτου. Είναι μια συνάντηση με πράγματα πολύ παλιά, που είναι όμως ακόμη ζωντανά και συνυπάρχουν με το υπερ-μοντέρνο: δίπλα στη Βενετία σε λανθάνουσα ακινησία βρίσκεται το Μέστρε, πόλη της βαριάς βιομηχανίας. Δίπλα στη βάρκα του ψαρά, που είναι ίδια μ’ εκείνη του Οδυσσέα, υπάρχουν αλιευτικά από εκείνα που καταστρέφουν τον θαλάσσιο βυθό ή και τεράστια πετρελαιοφόρα. Το ταξίδι στη Μεσόγειο είναι μια διείσδυση στον αρχαϊσμό των νησιωτικών κόσμων, είναι το ξάφνιασμα μπροστά στην εξαιρετική νεότητα πόλεων πολύ παλιών που παραμένουν ανοιχτές σ’ όλους τους ανέμους του πολιτισμού και του κέρδους και που εδώ και αιώνες ελέγχουν και απομυζούν τη θάλασσα. Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή η Μεσόγειος είναι ένα πανάρχαιο σταυροδρόμι. Εδώ και αιώνες τα πάντα συνέρρεαν προς αυτήν, αναστάτωναν και εμπλούτιζαν την ιστορία της: άνθρωποι, υποζύγια, άμαξες, εμπορεύματα, καράβια, ιδέες, θρησκείες, τέχνες ζωής. (Η Μεσόγειος, ο χώρος και η ιστορία, μετάφραση: Ε. Αβδελά - Ρ. Μπενβενίστε, Αλεξάνδρεια)

Γράφει και άλλα πολλά με το γοητευτικό του ύφος ο Μπροντέλ για τη διαχρονική Μεσόγειο. Το ζήτημα όμως και η αγωνία είναι πλέον μήπως η Μεσόγειος που παρέδωσαν οι ιστορικοί φαντάζει στις τωρινές γενιές σαν ένα ρέκβιεμ του εαυτού της, αφού κυριαρχούν η αταξία, ο πόλεμος, το εθνοφυλετικό και θρησκευτικό μίσος, η προσφυγιά, η φυσική καταστροφή. Παρ’ όλα αυτά, η γοητεία του μεσογειακού θέρους εξακολουθεί να αντιπαλεύει τον μόνιμα ενεδρεύοντα ζόφο σ’ αυτόν τον μεγάλο και πολλαπλά κομβικό γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο.

 

δ. Στην παραλία

 Η παραλία, στην οποία όλοι προστρέχουν στην ακμή του καλοκαιριού, είναι μόνον η άμμος και η θάλασσα ή και κάτι άλλο με πολλαπλές συμπαραδηλώσεις; Μήπως είναι και ένας τόπος με ιδιαίτερες τελετουργίες, έθιμα, παιχνίδια, συμβάσεις αλλά και επιθυμίες, όπου τα άτομα αλλά και η κοινωνία ξεγυμνώνονται, σκηνοθετούνται και επαναχωροθετούνται σε μια υπερρεαλιστική εικόνα της συλλογικής ζωής; Μήπως η συρροή του πλήθους στην παραλία ακυρώνει την υποσχόμενη απόλαυση και οδηγεί στην άρνησή της; «Οι παραλίες που κάποτε μας πρόσφεραν τους καρπούς μιας χιλιόχρονης αναταραχής, όμοιες με εκπληκτικές γκαλερί έργων τέχνης που έδειχναν ότι η φύση ανήκε πάντα στην πρωτοπορία, είναι τώρα καταπατημένες από τις ορδές του πλήθους και χρησιμεύουν μόνο για την έκθεση απερίγραπτων σκουπιδιών», γράφει ο Κλωντ Λεβί-Στρως ήδη το 1955. Ή μήπως η παραλία πλέον είναι εμπορεύσιμο είδος, αφού η λεγόμενη επιχειρηματικότητα τείνει να την καταλάβει ολόκληρη με ποικίλους τρόπους αποκλείοντας την ελεύθερη χρήση της από τους πολίτες;

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει πάντα το νερό της θάλασσας όπου ο καθένας κολυμπά, δροσίζεται, γυμνάζεται, παίζει ή, ακόμα, εάν αναστοχάζεται και αναζητεί τα σημαινόμενα κάθε κίνησής του, όταν βουτά, πεθαίνει και γεννιέται ξανά, επιστρέφει, για λίγο, στο αμνιακό υγρό της μήτρας, ξαναβαπτίζεται σε μια υπερμεγέθη συλλογική κολυμπήθρα. Η παραλία είναι και το, υπαρκτό ή φαντασιακό, βασίλειο των σωμάτων. Πέρα από τα ηθικολογικά κατάλοιπα και τις καταδυναστεύσεις των προτύπων της μόδας και της διαφήμισης, τα σώματα, όπως κι αν είναι αυτά, απελευθερώνονται, ξεγυμνώνονται, εκτίθενται, προκαλούν επιθυμίες ή απωθήσεις και προσπαθούν, έστω για λίγο, να υπερβούν τους νόμους του πραγματικού κόσμου.

Η παραλία, όμως, υπόκειται και η ίδια στους νόμους της φύσης, που επιβάλλουν συχνά όρια στον φαντασιακό χωρίς όρια επίγειο παράδεισο. Στις κινηματογραφικές ταινίες αρκεί η εμφάνιση ενός πτερυγίου καρχαρία για να διαταραχθεί η χαρούμενη παραθαλάσσια ατμόσφαιρα, όπως στην πραγματικότητα η θύελλα και η βροχή, οι μεγα-πυρκαγιές τώρα πλέον, τα ξαφνικά κύματα και οι απαγορευτικές κόκκινες σημαίες οδηγούν τους παραθεριστές της παραλίας στα ξενοδοχεία και στην ενδοχώρα, σημαίνοντας το πρόσκαιρο ή το οριστικό τέλος των διακοπών, τη λήξη της ελευθεριακής ψευδαίσθησης και την επιστροφή στον ολοκληρωτισμό της καθημερινότητας.

Διερωτήσεις και προβληματισμοί, στους σημερινούς δύσκολους καιρούς, για την παραλία και τον υπαρκτό και φαντασιακό κόσμο της, που αναδύονται ή προκαλούνται από τη σχετικά παλιά αλλά εξαιρετικά πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα μελέτη με τον τίτλο Στην ακροθαλασσιά. Η μεταμόρφωση του ταξιδιώτη σε παραθεριστή, του γάλλου καθηγητή κοινωνιολογίας Ζαν-Ντιντιέ Ουρμπαίν (μετάφραση: Τίνα Πλυτά, Ποταμός).

Σκέψεις για το θέρος, τους τόπους και τους τρόπους των διακοπών, τώρα που φαίνεται ότι το κυρίαρχο ώς τώρα μοντέλο τους φθάνει στα όριά του. Ο κόσμος των διακοπών, έτσι όπως είναι κατασκευασμένος, δεν μπορεί να βιωθεί πολιτισμικά και οικονομικά, φαντάζει εξοργιστικά κενός και οι ίδιες οι υπάρχουσες υποδομές του δεν μπορούν να τον αντέξουν. Ίσως λοιπόν η διαφαινόμενη κατάρρευση του υπάρχοντος τουριστικού μοντέλου να προσδώσει ένα άλλο νόημα στις διακοπές και να οδηγήσει στην εκ νέου ανακάλυψη του λιτού ταξιδιού, της πραγματικής περιήγησης, της επανακατάκτησης του ελεύθερου χρόνου.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.