Σύνδεση συνδρομητών

Μια πορφύρα στο χιόνι

Τετάρτη, 08 Απριλίου 2026 22:46
 Πρώτο Χρονικό του Νέστορα
Η άφιξη με καράβι της πριγκίπισσας Άννας στη Χερσώνα.  
Πρώτο Χρονικό του Νέστορα

Βασίλης Παπαδόπουλος, Πριγκίπισσα Άννα. Από την Κωνσταντινούπολη στο Κίεβο, Ίκαρος, Αθήνα 2025. 

«Αδελφή του Βουλγαροκτόνου, πριγκίπισσα γεννημένη στην πορφύρα της Κωνσταντινούπολης, η Άννα αναγκάζεται να παντρευτεί τον ηγεμόνα του Κιέβου Βλαδίμηρο, υπό τον όρο να βαπτιστούν ορθόδοξοι χριστιανοί όλοι οι υπήκοοί του».  Η πριγκίπισσα Άννα θυσιάζει έναν έρωτα για μια πολιτική πράξη: για τον εκχριστιανισμό των Ρως. Με καμβά την ιστορική περίοδο, που αναπαριστά χάρη στη βαθιά γνώση των ιστορικών πηγών, ο πρέσβης και συγγραφέας Βασίλης Παπαδόπουλος στήνει έναν μυθιστορηματικό κόσμο γεμάτο πάθη, όπου όλα σταματούν μπρος στην πολιτική σκοπιμότητα. Φόντο, το φτωχό και παγωμένο Κίεβο, μιας άλλης εποχής, που πάντα του άξιζε μια καλύτερη τύχη – στην πόλη και τους κατοίκους της. Σε αυτούς του κατοίκους αφιερώνει το βιβλίο του ο συγγραφέας: «Στους Ουκρανούς που για τρίτη φορά στην ιστορία τους αγωνίζονται για το δικαίωμα να υπάρχουν». [ΤΒJ]

Μυθιστορία αποκαλεί ο έμπειρος πεζογράφος Αλέξης Πανσέληνος την καινούργια μυθοπλαστική δουλειά του λογίου διπλωμάτη Βασίλη Παπαδόπουλου, Πριγκίπισσα Άννα. Από την Κωνσταντινούπολη στο Κίεβο (2025), σε πρόσφατη κριτική του στην εφημερίδα Τα Νέα (27-28 Δεκεμβρίου 2025), με τη διευκρίνιση πως πρόκειται για είδος γραφής «όπου ο συγγραφέας αναπαριστά μια παλιότερη εποχή φέρνοντάς την κοντά σαν να τη ζούμε, έχοντας σκύψει με αγάπη και επιμέλεια σε όλες τις πτυχές της και, μέσω κάποιων εφευρημένων ηρώων που του παρέχουν την απαραίτητη ευελιξία στην αφήγηση, μας καταβυθίζει σε αυτήν». Πράγματι.

Στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο Στην Άπω Ανατολή. Εντυπώσεις ενός διπλωμάτη (2002), ο Παπαδόπουλος, έχοντας διατελέσει σύμβουλος πρεσβείας στην Μπανγκόκ, περιγράφει, μέσω αυτοψίας και με φορέα κάποιους σχεδόν προσχηματικούς ήρωες, τόπους και συνήθειες χαρακτηριστικές για την κατανόηση των αντιλήψεων και των νοοτροπιών που διέπουν την Άπω Ανατολή. Παρόμοια, κατόπιν, στην νουβέλα Όλυα. Δυο χειμώνες και μια άνοιξη (2008), περιγράφονται –ως ένα ακόμα αποτέλεσμα δύο θητειών του στο Κίεβο (γραμματέας Α’: 1994-96, πρέσβυς: 2013-16)– οι επισκέψεις του αφηγητή-προσωπείου του συγγραφέα σε τοπόσημα του ουκρανικού έθνους κι οι συζητήσεις του με διαφορετικές γενιές Ουκρανών που σχολιάζουν κάποτε αρνητικά, μα στη συντριπτική πλειονότητά τους θετικά την ανεξαρτητοποίηση από την Σοβιετική Ένωση το 1991.

Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να θεωρηθεί έκπληξη ότι το νέο βιβλίο του ταλαντούχου διπλωμάτη-διανοητή μάς μεταφέρει στην καθοριστική στιγμή του εξευρωπαϊσμού των προγόνων των σημερινών Ρώσων, Ουκρανών και Λευκορώσων, με άλλα λόγια στη στιγμή της σύστασης του χαμένου πλέον έθνους των Ρως, όταν ο Βλαδίμηρος Α’ του Κιέβου (960-1015 μ.Χ.) επιλέγει να εκχριστιανίσει τους πληθυσμούς που εξουσιάζει (αφού εξετάσει ως εναλλακτικές δυνατότητες την εβραϊκή θρησκεία και το Ισλάμ), ώστε να τους ομογενοποιήσει πληρέστερα και να τους κυβερνήσει καλύτερα. Λίγο διαφοροποιημένα σε σχέση με τις προηγούμενες μυθοπλαστικές εργασίες του, εδώ η μέθοδος που ακολουθείται είναι η μέθοδος της «υποθετικής εμπειρίας».[1] Ο συγγραφέας «υποδύεται» στην Πριγκίπισσα Άννα τον Βυζαντινό γραμματικό (κατόπιν μοναχό) Δημήτριο που, ερωτευμένος με την Άννα  Πορφυρογέννητη (963-1011 μ.Χ.), αδελφή του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου (958-1025 μ.Χ.), αποφασίζει να την ακολουθήσει στο Κίεβο, καταγράφοντας την ιστορία της.

 

Πρίγκιπες και χριστιανοί

Βρισκόμαστε με την Πριγκίπισσα Άννα στην καρδιά του προβληματισμού που αναπτύσσει ο θεωρητικός του εθνι(κι)σμού Anthony Smith, σε έργα όπως το Chosen Peoples (2003). Είναι στη σφαίρα της «θρησκείας» που θα πρέπει να αναζητήσουμε τη βασική πηγή των εθνικών συναισθημάτων. Πίσω και πέρα από την εθνότητα, τη γλώσσα και το κράτος, αν και αλληλένδετα με τα στοιχεία αυτά, βρίσκονται οι θεμελιακές ιερές πηγές της εθνικής ταυτότητας, διαβάζουμε στον Smith.[2] Έτσι, όπως καίρια δείχνει στη μυθιστορία του κι ο Παπαδόπουλος (σ. 234-235), ο τρόπος της ομογενοποίησης των εθνοφυλετικά διαφόρων πληθυσμών που κατοικούσαν γύρω από το Κίεβο (Βάραγγοι της Σκανδιναβίας, Σλάβοι και άνθρωποι της στέπας), και τους οποίους συνένωσε ο Βλαδίμηρος, δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την έξωθεν επιβολή μιας νέας θρησκείας, κοινής για τις διάφορες ομάδες. Επιλέχθηκε ο χριστιανισμός, που, όπως κάθε θρησκεία, ανέδειξε τις «ιερές πηγές» της νέας κοινής ταυτότητάς τους. Είναι εύλογο, προτείνει το βιβλίο, ότι επελέγη ο χριστιανισμός: όχι λόγω των συσχετισμών δυνάμεων στην περιοχή, με το Βυζάντιο να κυριαρχεί· αλλά, κυρίως, λόγω της πολιτισμικής υπεροχής του.[3] Η προσπάθεια πέτυχε, εν μέρει: «Θα χρειαστεί πολύς κόπος, πολλή προσπάθεια για να ξεχαστούν τα έθιμα αιώνων και να αντικατασταθούν από τα χριστιανικά», εξηγεί η ηρωίδα, Άννα Πορφυρογέννητη, που θυσίασε τον εαυτό της σε γάμο (989 μ.Χ.) με τον πρίγκιπα Βλαδίμηρο, σε αντάλλαγμα προς τον εκχριστιανισμό του ιδίου (βαπτίζεται στη Χερσώνα της Κριμαίας το 988 μ.Χ.), και τον εκχριστιανισμό των Ρως γενικά, στον ήρωα-αφηγητή Δημήτριο (σ. 234). Πρόκειται για το κεντρικό επεισόδιο της ρωσο-ουκρανικής εθνογενετικής αφήγησης, το επεισόδιο της μαζικής βάπτισης των Ρως του Κιέβου στον Δνείπερο τον 10ο αιώνα, από το οποίο –ο μύθος λέει– εκπηγάζουν ως ενιαίο έθνος-κράτος οι κατακτημένοι από τους Βίκινγκ πληθυσμοί της ανατολικής Ευρώπης. Και είναι αυτό το επεισόδιο που επιλέγει να ανασυστήσει μυθοπλαστικά ο Παπαδόπουλος στην Πριγκίπισσα Άννα, όπως υποτίθεται ότι το αναδιηγείται ο γραμματικός-μοναχός Δημήτριος.[4]

Στο πρόσωπο του Δημητρίου απηχείται, βέβαια, το γεγονός ότι η βασική ιστορική πηγή για αυτή την ιστορία της ανάδυσης των Ρως είναι ένα αφηγηματικό κείμενο του 12ου αιώνα στην παλαιοσλαβική, το Πρώτο Χρονικό,[5] που παλαιότερα είχε αποδοθεί στον μοναχό Νέστορα (π. 1056-π. 1114), γινόμενο έτσι γνωστό και ως Χρονικό του Νέστορα.[6] Με το εύρημα του πρωταγωνιστή-αφηγητή Δημήτριου, ο Παπαδόπουλος υπαινίσσεται μια παραλληλία μεταξύ του πλασματικού μοναχού Δημητρίου και του πραγματικού, κατά τις παλαιότερες εκτιμήσεις, χρονικογράφου-μοναχού Νέστορα. Έτσι, προβαίνει σε μια καίρια ιστοριογραφική παρατήρηση: το παρελθόν δεν είναι παρά μια αφηγηματική κατασκευή, που πάντα συνθέτουν οι επιζήσαντες. Άρα, όπως υπαινίσσεται, τα συμβάντα θα μπορούσαν να αρθρωθούν και να ερμηνευθούν κι αλλιώς, αναλόγως προς την οπτική γωνία από την οποία θα επέλεγε κανείς να τα προσεγγίσει. Τα «συμβάντα» θα μπορούσαν να προβιβαστούν, με τον κατάλληλο αφηγηματικό χειρισμό, σε εντελώς διαφορετικά «γεγονότα». Αν ο ελληνόφωνος Δημήτριος είχε βρεθεί στη θέση του σλαβόφωνου Νέστορα....[7] Δηλώνει τέλος, νομίζω, η επιλογή του ήρωα-αφηγητή Δημητρίου το γεγονός πως, σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις, το Πρώτο Χρονικό είναι συμπίλημα, στο οποίο έχουν χρησιμοποιηθεί ως πρότυπα παλιότερες βυζαντινές πηγές.[8] Παρά την έρευνα που έχει προηγηθεί, όπως δείχνει η βιβλιογραφία στο τέλος του έργου (σ. 366-368), η Πριγκίπισσα Άννα δεν είναι μια ιστορική και φιλολογική πραγματεία. Το βιβλίο «στέκει» λογοτεχνικά.

Στο πρώτο μέρος της Πριγκίπισσας Άννας (σ. 11-204), που διαδραματίζεται στη «Βασιλεύουσα», παρακολουθούμε αναδρομικά, μέσα από τα μάτια του Δημητρίου, την ιστορία της ανάρρησης του Βασιλείου Β’ στο θρόνο. Η μητέρα του, Θεοφανώ (941-976 μ.Χ.), έχει δολοφονήσει τον πρώτο σύζυγό της, Ρωμανό Β’ (939-963), πατέρα των τριών παιδιών της (της Άννας, του Κωσταντίνου, του Βασιλείου), κι έχει ήδη νυμφευθεί τον Νικηφόρο Φωκά (912-969), ο οποίος ανεβαίνει στο θρόνο πλάι της, και τον οποίο όμως στη συνέχεια δολοφονεί με τη βοήθεια του εραστή της κι ανιψιού του, Ιωάννη Τσιμισκή (925-976· περίοδος βασιλείας: 969-976). Ο Τσιμισκής δέχεται τον όρο του Πατριάρχη να απομακρύνει τη Θεοφανώ προκειμένου να βασιλεύσει, καθώς τη βάραινε η συνωμοσία εναντίον του Νικηφόρου Φωκά. Πεθαίνει, όμως, κατά την επιστροφή του από την εκστρατεία στην οποία είχε εξουδετερώσει το πραξικόπημα του Βάρδα Φωκά. Έτσι, η Θεοφανώ επανέρχεται στο παλάτι και η διαδοχή περνά ομαλά στα παιδιά της. Ο ανώτατος αξιωματούχος Βασίλειος Λεκαπηνός (π. 925-985), που είχε αρχικά συνεργαστεί με τον Τσιμισκή, και εν συνεχεία είχε διαφωνήσει μαζί του λόγω παράνομης απόκτησης από μέρους του μεγάλων εκτάσεων ανακτορικής γης, ακούσια συνέβαλε σε αυτό: είχε ίσως διατάξει να δηλητηριαστεί ο Τσιμισκής.  

papadopoulos

O πρέσβης Βασίλης Παπαδόπουλος.

Αρχείο Βασίλη Παπαδόπουλου

Το πρώτο αυτό μέρος της Πριγκίπισσας Άννας διανθίζεται από συναισθηματικές –ενίοτε κι ερωτικές– σκηνές μεταξύ του πλασματικού Δημητρίου και της ιστορικής Άννας, από στοχασμούς πάνω στις αλλοιώσεις που επιφέρει η εξουσία στον χαρακτήρα όσων την ασκούν, ενώ κορυφώνεται σε μια κινηματογραφικής υφής σκηνή γενετήσιας παρενόχλησης του νεαρού τότε Δημητρίου, από τον Βασίλειο Λεκαπηνό (σ. 98-101) – όπου, αφού παρακολούθησαν από κοινού μια performance ερωτικής συνεύρεσης, εκείνος «άπλωσε το αριστερό του χέρι με το χρυσοκέντητο φαρδύ μανίκι και με άγγιξε στον μηρό, χωρίς να σηκώσει καθόλου τα μάτια του από το ζευγάρι» (σ. 100). Στις συγκεκριμένες ενότητες της Πριγκίπισσας Άννας, ο μυθιστοριογράφος συναντά τον κοινωνικό σχολιαστή και διπλωμάτη. Μελετώνται πρόσωπα που σαγηνεύτηκαν από την ηδονή της άσκησης εξουσίας (Θεοφανώ, Λεκαπηνός)· ή, αντίστροφα, παρουσιάζονται πρόσωπα που υπηρέτησαν το κοινό καλό, το δημόσιο συμφέρον με θυσίες, ορίζοντας τη σχέση αυτή σαν αποστολή ζωής (Βασίλειος, Βλαδίμηρος). Και φυσικά, σχολιάζονται εμμέσως όσοι, τότε και τώρα, στην προσπάθεια να αποκτήσουν εξουσία, χρησιμοποίησαν τις ερωτικές σχέσεις.

Το πλήθος των σχετικών χωρίων της Πριγκίπισσας Άννας συγκροτεί διακριτό θεματικό πυρήνα μέσα στο έργο. Πρόκειται για έναν ενδιάθετο οδηγό πρακτικής διπλωματίας, αλλά και ηθικής των διευθυντικών τάξεων. Παραθέτω ενδεικτικά μια παρατήρηση πάνω στον Τσιμισκή: «Ίσως, με όλα όσα έκανε, αποζητούσε μια ηθική αποστολή για το ύπατο αξίωμά του και την εντόπιζε στο πιο απλό: να είναι χρήσιμος» (σ. 72). Και ακόμα, το εξής βιωματικό σχόλιο του Δημητρίου, που στο σημείο αυτό δεν μπορεί παρά να αναγνωριστεί ως persona του Παπαδόπουλου: «Εκτελούσα τις εντολές του πιστά, ενώ του μιλούσα όλο και πιο ελεύθερα, προσπαθώντας βέβαια να λύσω το αιώνιο πρόβλημα που έχει κανείς όποτε απευθύνεται σε ηγεμόνα: πώς να στριμώξει σε λίγα λεπτά πληροφόρηση για κάτι που μελετά επί εβδομάδες ή και χρόνια».[9] Στο πρώτο αυτό μέρος της Πριγκίπισσας Άννας, τέλος, επισημαίνεται η θεατρικότητα της εξουσίας – ο τρόπος με τον οποίο η περιβολή, το τελετουργικό, η προσήκουσα ρητορεία οργανώνουν τη δραστικότητά της. Είναι μια θεματική που επανέρχεται στο δεύτερο μέρος: «παράσταση για τα πλήθη» αποκαλεί ο Δημήτριος τα ανακτορικά και εκκλησιαστικά τελετουργικά (σ. 236), όταν πλέον αποφασίζει να «φορέσει το ράσο» (σ. 242).

 

Στο Κίεβο

Έτσι, στο δεύτερο μέρος της Πριγκίπισσας Άννας (σ. 207-364), μεταφερόμαστε με την αυτοκρατορική αποστολή στη Χερσώνα, και κατόπιν στο Κίεβο. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της επιλογής του Βασιλείου Β΄ να συναινέσει στο γάμο Βλαδίμηρου και Άννας. Και εδώ, στις αρχικές σελίδες, τονίζεται, ως ηθική στάση του ηγεμόνα, η ολοκληρωτική αφοσίωση στο καθήκον. Ο λόγος είναι για τον Βουλγαροκτόνο: «[...] κοσμοκαλόγερος. Καμία γυναίκα δίπλα του. Ούτε βασίλισσα, ούτε παλλακίδα. Μόνος του» (σ. 208). Κατόπιν, παρουσιάζεται το τελετουργικό του αυτοκρατορικού γάμου, μετά την εμφάνιση της Άννας: «Θυμάμαι τη βαθιά σιγή που απλώθηκε στον λαό της Χερσώνας, σιγή θαυμασμού για την ομορφιά και την αρχοντιά που ακτινοβολούσε η παρουσία της. Ήταν το ξεκίνημα μιας σειράς από τελετές με εκατοντάδες θεατές, γεμάτες σύμβολα, με πρώτο την πορφύρα» (σ. 222). Τότε ο Δημήτριος συνειδητοποιεί ότι ο έρωτας δεν μπορεί πια να πραγματοποιηθεί («Η Άννα, η δική μου Άννα, δεν υπήρχε πια»: σ. 238).  Αποφασίζει να «φορέσει το ράσο», όπως είδαμε, και να καταγράψει την ιστορία της, και τον άθλο του συζύγου της να «επιβάλει τη νέα θρησκεία» (σ. 239). Ο Δημήτριος θα επιδοθεί σε έναν «ιδιότυπο αναχωρητισμό, σε έναν κοσμικό μοναχισμό», επιδιώκοντας να βοηθήσει «στη διάδοση της θρησκείας μας και του πολιτισμού μας στην άγνωση βαρβαρική χώρα» (σ. 241), αναλογιζόμενος: «Πόσο τιτάνιο ήταν, αλήθεια, το έργο που σκόπευε να αναλάβει ο Βλαδίμηρος…» (σ. 235).

Ενδιαφέρουσες στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, οι σελίδες «ιστορικής λαογραφίας» που συνθέτει ο Παπαδόπουλος στο κεφάλαιο «Στο Κίεβο» (σ. 256-270). Ο ήρωάς του Δημήτριος περιδιαβάζει το παλιό Κίεβο, στη «συνοικία του Ποντόλ» (σ. 267), καταγράφοντας τα ταπεινά σπίτια τα χτισμένα από ξύλο και χώμα, την ενδυμασία των κατοίκων, την αγορά, ένα εσωτερικό σπιτιού και τη διαδικασία φιλοξενίας σε αυτό (σ. 267-270). Ενδιαφέρουσα επίσης στο δεύτερο μέρος της Πριγκίπισσας Άννας είναι η αναδρομή που γίνεται, σε διάφορα σημεία, στις διαδικασίες της θεσμικής ενίσχυσης του χριστιανισμού στον τόπο, μετά τη μαζική βάπτιση. Μαθαίνουμε για την ανάγκη ανέγερσης εκκλησιών (ένα συγκινητικό κεφάλαιο αφιερώνεται στην πρώτη πετρόκτιστη εκκλησία του Κιέβου, την «Ντεσιατίνα» [σ. 334-347])· για την ανάγκη σύστασης «ιερατικής σχολής για τους ντόπιους» (σ. 296)· για την ανάγκη σύστασης αλφαβήτου και γραπτής γλώσσας, καθώς «[π]ραγματικό αλφάβητο των Ρως του Κιέβου δεν υπήρχε», ενώ ακόμα και η προφορική επικοινωνία υποφέρει λόγω της πληθυσμιακής ετερογένειας (σ. 291). Όπως αποφαίνεται χαρακτηριστικά ο Δημήτριος: «Πρέπει, λοιπόν, αργότερα να επινοήσουμε ένα κυριλλικό αλφάβητο προσαρμοσμένο στη γλώσσα των Ρως» (σ. 300), ώστε να εδραιωθεί η πολιτισμική συνέχεια με το Βυζάντιο – δηλαδή, να καταστούν προσβάσιμα μέσω του γραπτού πολιτισμού (και της μετάφρασης) έργα όπως η πραγματεία περί διακυβέρνησης του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου, Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, ή οι ομιλίες του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τα Τακτικά του Λέοντος Σοφού κ.ά. Με αυτές τις θεματικές, σε συνέχεια προς τις θέσεις και τις δραστηριότητες του διπλωμάτη-συγγραφέα Βασίλη Παπαδόπουλου στη σφαίρα της «πολιτιστικής διπλωματίας», το μυθιστόρημα προβάλλει την ελληνική συμβολή στον πολιτισμό των Ρώσων, Ουκρανών και Λευκορώσων.[10]

Από τα εντυπωσιακότερα του δεύτερου μέρους, το κεφάλαιο «Βάπτιση» (σ. 281-288) παρουσιάζει το «μεγαλειώδες θέαμα» της ομαδικής βάπτισης στον Δνείπερο μέσ’ από το φακό της μνήμης του Δημητρίου. Περιλαμβάνει κινηματογραφικές σκηνές πλήθους και παραγόμενους από το θέαμα στοχασμούς:

Πρώτοι μπήκαν στο νερό οι βογιάροι με τις οικογένειές τους –οι πλουσιότεροι των Ρως και οι ισχυρότεροι, ηγέτες στον στρατό και στη διοίκηση–, άλλοι μέχρι το στήθος, άλλοι μέχρι τον λαιμό, τα παιδιά πολύ λίγο, κοντά στην όχθη – ίσα ίσα που έβρεξαν τα πόδια τους. Ύστερα, οι ζιτιέ λιούντι – οι πλουσιότεροι μεγαλέμποροι, που έφερναν τα ακριβά προϊόντα από τις αγορές της Κωνσταντινούπολης ή από πιο μακρυά ακόμη […]. Κατόπιν οι κούπκιτς – τεχνίτες, μικρέμποροι, αγρότες, μελισσοκόμοι, υφαντουργοί, στρατιώτες. Στη συνέχεια, οι μολοτσιέ – οι νέοι, έφηβοι που ακόμα η ζωή τους δεν είχε πάρει τον δρόμο της. Και, τέλος, δειλά δειλά οι δούλοι, άντρες και γυναίκες. / Έτσι ημίγυμνους όπως τους έβλεπα όλους, πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και σκλάβους, με τις σωματικές ατέλειες, τις ιδιομορφίες και τα χαρακτηριστικά του καθενός, μου φάνηκε για μια στιγμή ότι καταργήθηκε η ιεραρχική κατάταξή τους, που καθόρισε ακόμη και τη σειρά με την οποία είχαν μπει στο νερό. (σ. 285).

Φύλαξα για το τέλος (μολονότι χρονολογικά προηγείται) την αναφορά στο επίσης εντυπωσιακό κεφάλαιο «Το τέλος των θεών» (σ. 271-280) που περιγράφει την πάταξη του παγανισμού μεταξύ των πληθυσμών του Κιέβου, με την καταστροφή των ειδώλων (του Βέλες, του Περούν, κ.ά.: σ. 274-275). Ο Βλαδίμηρος, καθισμένος στο «θρονί» του, και συνοδευόμενος από το ανακτοσυμβούλιο και από μεγάλη φρουρά, παρακολουθεί τους στρατιώτες να επιτίθενται στα ξύλινα ανθρωπόμορφα είδωλα, άλλοτε γκρεμίζοντάς τα ομαδικά, άλλοτε πετώντας τα στο νερό.

Οι μεγαλειώδεις σκηνές οφείλουν κάτι στις εικόνες που έχει δει κάθε σημερινός θεατής των ΜΜΕ από την αποκαθήλωση των αγαλμάτων διαφόρων αυταρχικών ηγετών του 20ού αιώνα, όπως του Λένιν[11] ή του Σαντάμ Χουσεΐν,[12] κατά τον ύστερο 20ό. Και προσφέρουν, ίσως, και ένα «κλειδί» για να συνειδητοποιήσουμε την αλληγορική διάσταση της μεσαιωνικής αφήγησης του Παπαδόπουλου, την «αντικειμενική συστοιχία» που κατασκευάζει (ακολουθώντας το παράδειγμα του αγαπημένου του Σεφέρη),[13] τη γέφυρα που πραγματοποιεί ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Είναι μήπως τελικά η Πριγκίπισσα Άννα ένα σχόλιο πάνω στο état présent της σημερινής Ουκρανίας; Ποια είναι τα «είδωλα» που απωθήθηκαν; Και ποιος είναι αλήθεια ο Βολοντίμιρ-Βλαδίμηρος;

Με την αριστοτεχνικά καμωμένη ιστορική φαντασμαγορία του Βασίλη Παπαδόπουλου, που επικεντρώνεται στη δημιουργία του μεσαιωνικού κράτους των Ρως, μεταμορφωνόμαστε στην Πριγκίπισσα Άννα σε θεατές-αναγνώστες μιας παραδειγματικής διαδικασίας εθνοκατασκευής. Οι σκέψεις γύρω από αυτήν μπορούν να αφορούν εξίσου το τότε και το σήμερα. Είναι αυτό το «δεύτερο επίπεδο» της μυθιστορίας του Παπαδόπουλου που καθιστά την Πριγκίπισσα Άννα βιβλίο άξιο να διαβαστεί: για την αισθητική συγκίνηση που αναμφίβολα προσφέρει, αλλά και για τις σκέψεις που προκαλεί. 

 

[1]Για τη διασάφηση αυτής της μεθόδου μυθοπλαστικής σύνθεσης, με ειδική αναφορά στον Καβάφη, βλ. τη μελέτη της Κατερίνας Κωστίου, ... ως όνομα ψιλόν. Η συγκρότηση και η λειτουργία του προσωπείου στην ποίηση του Κ. Π. Καβάφη, Νεφέλη, Αθήνα 2022.

[2]Βλ.: Anthony Smith, ‘Introduction’, Chosen Peoples, Oxford University Press, Οξφόρδη / Νέα Υόρκη 2003, σ. 5: ‘So, it is in the sphere of “religion” that we must seek primarily the sources of national attachments. Behind and beyond ethnicity, language, and the state, albeit entwined with all three, lie the fundamental sacred sources of national identity’.

[3]Βαπτισμένος πια, ο Βλαδίμηρος: «Είχε αρχίσει να μεριμνά για τους απόρους, τους αρρώστους, τους ηλικιωμένους και τα ορφανά παιδιά» (Πριγκίπισσα Άννα, σ. 239). Επιπλέον συνειδητοποιεί ότι: «Αν κατάφερνε [...] να επιβάλει τη νέα θρησκεία, σε λίγους μήνες η πολυγαμία θα έσβηνε [...]» –δηλ., η επιλογή του χριστιανισμού θα είχε θετικές συναισθηματικές, και δημογραφικές συνέπειες (στο ίδιο).

[4]Από την άποψη αυτή, η Πριγκίπισσα Άννα συνιστά πλατύτερη πραγμάτευση των «αιτημάτων» που ήδη θέτει το προηγούμενο «ουκρανικό» έργο του Παπαδόπουλου, η Όλυα.

[5]Βλ.: The Russian Primary Chronicle. Laurentian Text, μτφρ. - φιλ. επιμ. Samuel Hazzard Cross & Olgerd P. Sherbowitz-Wetzor, The Medieval Academy of America, Κέιμπριτζ - Μασαχουσέτη 1953.

[6]Σχόλιο στο Πρώτο Χρονικό / Χρονικό του Νέστορα, την (ελλειμματική, πλην ενδιαφέρουσα) ιστορική του (αν-)ακρίβεια, τις στοχεύσεις του, τον τρόπο που μια εθνότητα ορίζεται εδώ σε αναφορά προς μια πόλη, μια χώρα σε αναφορά προς έναν ποταμό, κ.ά., στο: Simon Franklin & Jonathan Shepard, The Emergence of Rus 750-1200, Routledge, Λονδίνο / Νέα Υόρκη 22013.

[7]Αυτού του είδους η ενδεχομενική σκέψη του συγγραφέα εκδηλώνεται πληρέστατα στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που παρακολουθεί τις τύχες των απογόνων του Βλαδίμηρου κατά τον αγώνα διαδοχής τους. Θα ήταν διαφορετική η τύχη των Ρως, όσο και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αν δεν είχε διαδεχθεί τον Βλαδίμηρο ο γιος του Γιαροσλάβ, αλλά ένα από τα τέκνα που απέκτησε με την Άννα Πορφυρογέννητη, υπαινίσσεται ο αφηγητής μας: ο Μπόρις και ο Γκλεμπ, ή οι απόγονοί τους. Βλ. Πριγκίπισσα Άννα, σ. 364: «Στο βάθος του δρόμου, ταραγμένος και δακρυσμένος, έβλεπα να απομακρύνεται φορώντας τον φτωχικό του χιτώνα ο νόμιμος διάδοχος του Μεγάλου Κωσταντίνου, του Ιουστινιανού, του Λέοντος του Σοφού, του Βασιλείου Β’, ο καίσαρ και Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, ο ισαπόστολος και πιστός εν Χριστώ βασιλεύς […] και μαζί ο νόμιμος διάδοχος του Μεγάλου Πρίγκιπα Βλαδίμηρου, του Θρόνου του Σβιατοσλάβου, της πριγκίπισσας Όλγας. Ο πραγματικός πρίγκιπας των Ρως του Κιέβου».

[8]Βλ. ενδεικτικά: Donald Ostrowski, ‘Pagan Past and Christian Identity in the Primary Chronicle’, στο: Ildar H. Garipzanov (επιμ.), Historical Narratives and Christian Identity on a European Periphery. Early History Writing in Northern, East-Central, and Eastern Europe (c.1070–1200), Brepols Online, 2011, σ. 229-253: 230-232.

[9]Βλ. Πριγκίπισσα Άννα, σ. 290.

[10]Χαρακτηριστικότερη εκδήλωση αυτής της θέσης, το βιβλίο του Βασίλη Παπαδόπουλου, Η γλώσσα ως όχημα πολιτισμού. Η ακτινοβολία της ελληνικής γλώσσας, Περίπλους, Αθήνα 2019. Πληρέστερη εικόνα των δράσεων ή γραπτών του Παπαδόπουλου που εμπίπτουν στην σφαίρα της «πολιτιστικής διπλωματίας» δίνει η ιστοσελίδα: https://independent.academia.edu/VASSILISPAPADOPOULOS12 (ημ. προσβ. 4/1/2026).

[11]https://en.wikipedia.org/wiki/Demolition_of_monuments_to_Vladimir_Lenin_in_Ukraine#/media/File:Falling_of_Lenin_in_Khmelnytskyi_park.jpg (ημ. προσβ. 4/1/2026)

[12] https://en.wikipedia.org/wiki/Saddam_Hussein_statue_destruction (ημ. προσβ. 4/1/2026).

[13]Αποκαλυπτική επεξεργασία των παραλλήλων μυθοπλασίας και πολιτικής πραγματικότητας που παρουσιάζει η ποίηση του Σεφέρη, στο: Β. Παπαδόπουλος, Διπλωματία και Ποίηση. Η περίπτωση του Γιώργου Σεφέρη, Ίκαρος, Αθήνα 2019.

Μαρία Αθανασοπούλου

Αναπληρώτρια καθηγήτρια νεοελληνικής λογοτεχνίας και θεωρίας της λογοτεχνίας στο τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά το εγχειρίδιο του Jeremy Ηawthorn, Ξεκλειδώνοντας το κείμενο: μια εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας. Βιβλία της: Θεόδωρος Ντόρρος: Στου γλυτωμού το χάζι (2005), Το ελληνικό σονέτο (2011), Κ.Π. Καβάφης: τα θεατρικά ποιήματα (2014).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.