Σύνδεση συνδρομητών

Φως στη δυστοπία

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2026 23:33
Δυο συγγραφείς που φέρνουν μια νέα πνοή στην πεζογραφία. Αριστερά, η Λιλιά Ασαίν, δεξιά, η Ελένη Στελλάτου.
Φωτογραφίες αρχείου
Δυο συγγραφείς που φέρνουν μια νέα πνοή στην πεζογραφία. Αριστερά, η Λιλιά Ασαίν, δεξιά, η Ελένη Στελλάτου.

Lilia Hassaine, Πανόραμα, μετάφραση από τα γαλλικά: Μαριάννα Μαντά, Πόλις, Αθήνα 2025, 226 σελ.

Ελένη Στελλάτου, Καιρός των Κρυστάλλων, Πόλις, Αθήνα 2025, 392 σελ.

Δυο διαφορετικοί δυστοπικοί κόσμοι, δυο διαφορετικοί άνθρωποι που πρέπει να πλοηγήσουν τον εαυτό τους, και ίσως τον κόσμο ολόκληρο και την αλήθεια, μέσα σε σκοτεινούς λαβυρίνθους, απαγορεύσεις, προκαταλήψεις, διακρίσεις. Δυο διαφορετικές νέες γυναικείες φωνές με κοινό τους το όραμα (και τη επίτευξη) μιας σύνθετης γραφής και μιας ελπίδας, της αντοχής.

Ο κόσμος που φαντάζεται στο Πανόραμα η Λιλιά Ασαίν (Lilia Hassaine) απέχει λιγότερο από το σήμερα από ό,τι απέχουμε από το 2000. Η γαλλική της δυστοπία ξεκινά όταν μια πράξη αυτοδικίας κινητοποιεί κοινωνικές υποβόσκουσες αντιδράσεις και καταλύει ασθενικούς θεσμούς που υπηρετούν μόνο τις ελίτ. 

Μέσα σε λίγους μήνες, το κίνημα καταργεί σταδιακά τους θεσμούς και τους υποβαθμίζει σε απλές διοικητικές υπηρεσίες. Από δω και στο εξής, οι νόμοι όπως και οι δικαστικές αποφάσεις θα συζητιούνται και θα ψηφίζονται από τον ίδιο τον λαό μέσω διαδικτύου. [...] Ο πολιτικός κόσμος, που θεωρείται διεφθαρμένος, έχει αποκηρυχθεί.

Το κίνημα προτείνει μια ιδιότυπη διαφάνεια:

Οι κλειστοί χώροι είναι επικίνδυνοι. Οι τοίχοι είναι απειλητικοί. Ο καθένας μας έχει χρέος να δεχθεί για το καλό όλων, να απαρνηθεί ένα μέρος από την ιδιωτικότητά του: το διακύβευμα είναι η κοινωνική ειρήνη.

Οι άνθρωποι επιλέγουν, αν θα ζήσουν σε αυτό το ασφαλές αποστειρωμένο περιβάλλον (ή αν μπορούν να ζήσουν σε μια τέτοια συνοικία) ή αν θα καταλήξουν σε κάποια από τις φτωχογειτονιές της ανομίας και της αδιαφάνειας. Οι διαφανείς τοίχοι σού προσφέρουν ασφάλεια, απουσία εγκλήματος, οικιακής βίας, άρρωστων παρεκκλίσεων. Οι συνοικίες μπορεί να είναι πολυτελώς διάφανες, σαν το Παξτόν, το κτιριακό συγκρότημα στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία – πήρε το όνομά του από τον Joseph Paxton, τον αρχιτέκτονα του Crystal Palace, του μνημειώδους κτιρίου του Λονδίνου μιας άλλης εποχής, ενός κτιρίου όπου κυριαρχούσε το (διάφανο) γυαλί, ενός κτιρίου που ο Ντοστογιέφσκι χρησιμοποίησε στις Σημειώσεις από το Υπόγειο ως σύμβολο ενός άψυχου υλιστικού οράματος για το μέλλον.

Οι διαφανείς τοίχοι σού στερούν την απομόνωση – πάντα κάποιος σε βλέπει, μπορεί να σε δει, μπορεί να κρίνει την πράξη σου. Η απώλεια της ιδιωτικότητας μπορεί να είναι όπλο διαφάνειας, μπορεί όμως να είναι και ένας εξομοιωτής, ένα όχημα κατάργησης του ατομικού σύνθετου, μια απώλεια της πιθανότητας ατομικής απόκλισης, δημιουργικότητας, εξερεύνησης του «άλλου». Η διαφάνεια καταργεί το διαφορετικό, ή το ομοιογενοποιεί, ακόμη και στη λογοτεχνία:

Από τότε που οι συγγραφείς απέκτησαν τη δυνατότητα να διορθώνουν τα κείμενά τους μετά τη δημοσίευση, το βιβλίο έπαψε να είναι το προσκολλημένο στο παρελθόν σκονισμένο αντικείμενο που υπήρξε, έχει γίνει κάτι που εξελίσσεται, προσαρμόζεται στην εποχή. Οι εκδοτικοί οίκοι, μάλιστα, προσλαμβάνουν επαγγελματίες διαχειριστές περιεχομένου, που αναλαμβάνουν να ξαναδουλέψουν και να καθαρίσουν κάποια σημεία του βιβλίου που διέφυγαν της προσοχής του συγγραφέα. Πια, χάρη στα καινούργια τάμπλετ, διατίθενται τρεις εκδοχές του κάθε έργου: μία ακατέργαστη, για τους πανεπιστημιακούς, μία συντομευμένη, για τους ανυπόμονους, και μία κανονική, για τους πιο ευαίσθητους.

Η ομοιογενοποίηση, ειδικά σε μια κοινωνία που έχει εξαρτηθεί από τον ψηφιακό κόσμο, συνεπάγεται και απουσία περιέργειας, απουσία επιθυμίας αναζήτησης ερεθισμάτων: «δεν υπάρχει και τίποτα που να μας προτρέπει να προσπαθούμε. Ούτε το σχολείο, ούτε η κοινωνία, ούτε η τεχνολογία. Ανοίγω το smartphone μου και δεν ξέρω τι είναι αλήθεια. Δεν έχει καμία σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να διαδοθεί κάτι» και «τα παιδιά [...] πηγαίνουν διακοπές σε ψεύτικα τοπία και χτίζουν κάστρα στην άμμο σε εικονικές παραλίες, μπροστά σε τεχνητούς ωκεανούς. Όταν βγάζουν τις κάσκες, οι γονείς τους δεν τους φαίνονται περισσότερο χειροπιαστοί». Υπάρχουν άνθρωποι εντός αυτού του κόσμου που προσπαθούν να προκαλέσουν μικρές ρωγμές καθημερινότητας, μέσω μιας ιδιότυπης «ποιητικής ορθότητας». Οι εκλεκτοί των διάφανων συνοικιών τούς θεωρούν αποσυνάγωγους. Η διαφάνεια των τοίχων δεν συνεπάγεται διαφάνεια ψυχών – έριδες, διαβολές, στραβοκοιτάγματα και κουτσομπολιά, αυτόκλητοι ταγοί ηθικής. Στον κόσμο αυτό, όπου όλα είναι ορατά, μια οικογένεια εξαφανίζεται. Κι ένα αστυνομικό μυστήριο ξεκινά.

Το Πανόραμα, όπως όλα τα σπουδαία αστυνομικά μυστήρια, θα εξελιχθεί με σωρεία υπόπτων, με μυστικά, με τα ίδια τα βάρη των ανθρώπων που καλούνται να το λύσουν. Η πρωταγωνίστρια, εδώ, κουβαλά μια αποτυχημένη προσωπική σχέση, δικές της συναισθηματικές αδυναμίες,  μητρικά διλήμματα και ένα παραδόπιστο εργασιακό περιβάλλον. Η διαλεύκανση της εξαφάνισης θα γίνει ένα προσωπικό στοίχημα ύπαρξης. Κι ας πάρει μήνες. Κι ας κοστίσει. Καθώς το μυστήριο θα οδεύσει προς τη συγκλονιστική του, απόλυτα σημειολογική, λύση, η πρωταγωνίστρια θα αισθανθεί την επιθυμία ρήξης με την ομοιογένεια. Μπορεί αρχικά να είναι μια απόδραση διακοπών σε ένα μέρος μη διάφανο, ένας πραγματικός, απτός τόπος όπου δεν θα την συνοδεύει ο ψηφιακός κόσμος, όπου «ό,τι κι αν ζήσουμε, δεν θα μπορούμε να το δείξουμε, θα πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό».

Η ανάγκη ρήξης θα γίνει εντέλει εντονότερη:

Αποφάσισα να εξεγερθώ. Να γράψω. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι λύση για οτιδήποτε. Ούτε νομίζω πως το γράψιμο είναι κανενός είδους θεραπεία. Αφήνουμε ίχνη, αυτό είναι όλο. Αναδεύουμε τη θλίψη μας, εκφράζουμε όσα είναι αδύνατον να πούμε, την ανικανότητά μας να πράξουμε. Μπορεί να έχουμε γεμίσει σελίδες και σελίδες, τετράδια και βιβλία ολόκληρα, και να στεκόμαστε μπροστά σε ένα αδιέξοδο: δεν είμαστε διάφανοι απέναντι στους εαυτούς μας.

Και είναι αυτό το υπαρξιακό βάρος που, ολοκληρώνοντας το Πανόραμα, το σφηνώνει ανεξίτηλα στο μυαλό σου. Κι επανέρχεται να σε ρωτά: πόσο διάφανος μπορείς να είσαι; πόσο διάφανος επιθυμείς να είσαι για τους άλλους, πόσο βαθιά μπορείς να κοιτάξεις μέσα στο είδωλό σου στον καθρέφτη; Ποια σκοτάδια θα αναπολήσουμε όλοι στον κόσμο του αύριο και ποια νέα ηθική θα πρέπει να αποδεχτούμε ως αντάλλαγμα μιας όποιας ασφάλειας – όχι ευημερίας μα απλά μακροημέρευσης;

 

Κοίτα μακριά!

Αν για τη Λιλιά Ασαίν και την ηρωίδα της το γράψιμο είναι απλά μια ανάγκη, ένα άλλοθι για την αδυναμία πράξεων, για τους ήρωες της Ελένης Στελλάτου στον Καιρό των Κρυστάλλων «το να γράφει κανείς είναι ένας τρόπος ν’ αλλάζει τη φύση των πραγμάτων».

Η δυστοπία του Καιρού των Κρυστάλλων εξελίσσεται στο παρελθόν, εκατό και κάτι χρόνια πριν, σε μια πόλη όπου φυσά λατινοαμερικανικός άνεμος, μια πόλη με τους άρχοντές της, την κοινωνική της ζωή, τις τελετές της, τους δικούς της αποσυνάγωγους όπως ο φαρμακοποιός κεντρικός ήρωας, γόνος φαρμακοποιού, που πάσχει από αλφισμό. Ούτε το φως του ήλιου τον αγαπά, τον απειλεί με τύφλωση μια ώρα αρχύτερα, ούτε ο κόσμος είναι συνηθισμένος να τον βλέπει έξω, πέρα από το χώρο του, το (απαραίτητο όμως για τους περισσότερους) φαρμακείο:

Είστε κλεισμένος σ’ αυτόν τον χώρο προσπαθώντας ν’ αποφύγετε την πόλη, αλλά τελικά όλη η πόλη περνάει από εδώ. Επιπλέον, μοιάζει να αδιαφορείτε για τους γύρω σας κι όμως την ίδια στιγμή τους βοηθάτε ασταμάτητα. 

Ανομολόγητα αισθήματα καρδιάς δεν υπάρχει περίπτωση να εκφράσει αυτός ο άνθρωπος της σκιάς. Που ξαφνικά θα έρθει στο προσκήνιο όταν μια παράξενη επιδημία θα αρχίσει να εξαπλώνεται στην πόλη: «μια ασθένεια της καρδιάς που μεταφέρεται απ’ τον έναν στον άλλον μ’ ένα αγκάλιασμα μεγάλης οικειότητας, όχι απαραίτητα αγκάλιασμα γυμνών σωμάτων, αρκεί μια σφιχτή αγκαλιά, δυο καρδιές πλησιάζουν η μία την άλλη σωματικά και ψυχικά, και η ραγισμένη καρδιά μεταφέρει στη γερή αυτά τα παράξενα χαρακτηριστικά της μ’ ένα γρήγορο τσίμπημα, μ’ έναν στιγμιαίο διαξιφιστικό πόνο, κι αρχίζει έτσι ένα ράγισμα από μέσα». Μια μυστηριώδης ασθένεια, που αρχικά θα αποδοθεί σε βρώση μανιταριών, αλλά γρήγορα θα αποδειχθεί μεταδοτική, κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες: «φαίνεται να υπάρχει κάποια επιλεκτικότητα στη μετάδοση της ασθένειας, ίσως είναι η βαθιά τρυφερότητα αυτή που την ευνοεί και όχι μια οποιαδήποτε τυπική σχέση». Το σώμα των ανθρώπων που νοσούν γίνεται σταδιακά πορσελάνινο, μέχρι που σπάει – μια ζωή που τελειώνει όχι μ’ ένα λυγμό κατά Έλιοτ, αλλά μ’ έναν κρότο. Αυτοί οι κρότοι θα σκιάζουν τη νύχτα της πόλης καθώς ένα επιδημικό πανηγύρι πανικού και ψεύτικων ελπίδων θα στηθεί από τους διαχρονικούς επιτήδειους, καθώς η ανθρώπινη ζωή θα μπει σε ζύγι με ατομικά συμφέροντα, καθώς ρυπαροί δημοσιογράφοι θα πυροδοτούν εντάσεις και θα συκοφαντούν, καθώς κομπογιαννίτες θα εμπορεύονται  για θεραπεία «το Magnus Albus με τα συστατικά που μόνο στη Ζανζιβάρη βρίσκει κανείς», καθώς  «ο Δήμαρχος [...] δεν συμφωνεί να ενημερώσουμε το Συμβούλιο Υγείας ούτε να καλέσουμε άλλους γιατρούς, δεν θέλει να κυκλοφορήσει τίποτα προς τα έξω, χρειάστηκε πολύς καιρός να καθιερωθεί η πόλη ως ασφαλές λιμάνι στον εμπορικό χάρτη», καθώς ένα σύννεφο νοσηρό θα πνίξει την πόλη, κι ο καθένας θα μείνει να θρηνεί νεκρούς του ή να πασχίζει απεγνωσμένα να σώσει τους αγαπημένους του.

Ο αλμπίνος φαρμακοποιός θα κληθεί να γίνει ήρωας. Ίσως να καίγεται απλά να σώσει ένα αγαπημένο του πρόσωπο, μια γυναίκα στην οποία ακόμη δεν μπόρεσε να εξομολογηθεί τι του προκαλεί η παρουσία της. Ίσως απλά να εξεγείρεται επαγγελματικά, βλέποντας να θησαυρίζουν απατεώνες που πουλάνε ματζούνια και ψεύτικες ελπίδες ίασης. Ίσως απλά να είναι ο αλτρουιστής που αγωνιά να σώσει την πόλη του και πιστεύει πως έχει τον τρόπο, έχει τη θεραπεία. Ίσως εντέλει να είναι ο άνθρωπος του αύριο, ο άνθρωπος του λόγου, ο άνθρωπος που έρχεται να αποδιώξει δεισιδαιμονίες και ψεύδη και να διακηρύξει ότι «η λύση θα έρθει μέσα από τη γνώση και όχι μέσα από τα μαγικά, θαυματουργά, κομπογιαννίτικα σκευάσματα επιτήδειων, οι οποίοι δεν διστάζουν να εκμεταλλευτούν την αγωνία και τη θλίψη σας», όπως θα γράψει στο πρώτο σχεδίασμα μιας δημόσιας τοποθέτησής του. Σχεδίασμα που σταδιακά θα γίνει λιγότερο διακήρυξη και περισσότερο ταπεινή δήλωση ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι οι έκτακτοι καιροί, όταν φεύγουν, δεν αφήνουν πίσω τους έναν καλύτερο κόσμο, ότι αυτοί που τώρα είναι «υποχρεωμένοι να με ευγνωμονούν για όσα κάνω» είναι αυτοί που ευγνωμονούν «την ίδια στιγμή προσδοκώντας να με ξεχάσουν, όσο πιο γρήγορα γίνεται».

Είναι αναπόφευκτο να δεις αναλογίες με την πανδημία του κορωνοϊού: πωλητές ψεύτικων ελπίδων, «προστάτες» δήθεν της οικονομίας, απρόσεχτος ή ρυπαρός Τύπος, δύσπιστοι άνθρωποι που γίνονται θύματα κάθε παραφιλολογίας, ξεκληρισμένες οικογένειες, απώλειες και πένθη, επιστήμονες που αγαπήθηκαν όταν τις πρώτες μέρες της άγνοιας και του φόβου καθησύχαζαν και έπειθαν μέσα από την τηλεοπτική οθόνη αλλά με τον καιρό και με την κόπωση και την πλάνη των πολλών έγιναν στόχοι του κάθε θρασύτατου παντογνώστη, φόβος που απλώνεται πάνω από πόλεις με έρημους δρόμους, όχι κρότος ενός ακόμη ανθρώπου που σπάει αλλά σειρήνες ασθενοφόρων που μεταφέρουν ακόμη έναν οριακό ασθενή στο νοσοκομείο, οργή, ανάγκη να φύγει κανείς μακριά. Μα, όσο κι αν για τον γράφοντα, εξαιτίας επαγγελματικής ενασχόλησης, αυτή η αναλογία με την τρέχουσα πανδημία δίνει μια ιδιαίτερη σημασία στον Καιρό των Κρυστάλλων, είναι κάτι άλλο που κάνει το μυθιστόρημα της Στελλάτου κάτι σπάνιο: είναι η σύλληψη, το ξεδίπλωμα αυτού του ασφυκτικού κόσμου, οι χαραμάδες ελπίδας και χρώματος που σπάνε αυτόν τον ζόφο, η γλώσσα – δώσε το βιβλίο ανώνυμα σε κάποιον που διαβάζει πολύ και θα σε ρωτήσει ποιος μεγάλος ισπανόφωνος ή ποια μεγάλη ισπανόφωνη συγγραφέας κρύβεται πίσω του. Διάβαζα και ζήλευα.

Και μετά την τελευταία σελίδα, γνωρίζοντας πως ο κόσμος ποτέ δεν αλλάζει, και στο τέλος «η πόλη που κοιλοπονά, επιτέλους μας αδειάζει», απλά κοίταξα μακριά σαν τους ήρωες της Στελλάτου.

Κι έπειτα είπα να κοιτάξω μέσα μου, σαν τους ήρωες της Λιλιά Ασαίν.

Γιώργος Παππάς

Παθολόγος που ζει και εργάζεται στα Ιωάννινα. Αγαπά να μελετά την επιδημιολογία των λοιμώξεων και την ετοιμότητα απέναντι σε πανδημίες, και έχει ένα σχετικό ερευνητικό έργο γι’ αυτά. Κυκλοφορεί το βιβλίο του, Οι επόμενες δύο εβδομάδες θα είναι κρίσιμες (2022).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.