Η Πατρίσια Χάισμιθ ήταν έξυπνη, φιλόδοξη και ευφάνταστη έφηβη, φορτωμένη με ενοχές για την κρυφή κλίση της προς το ίδιο φύλο. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Columbia. Από το πρώτο εξάμηνο των σπουδών της άρχισε να γράφει ημερολόγιο. Οι πρώτες της εγγραφές ήταν παρατηρήσεις για όσα έβλεπε, σχόλια για τα βιβλία που διάβαζε, σκέψεις πάνω στα μαθήματα και συγγραφικές ιδέες.
Οι εγγραφές της αρχίζουν τον Ιανουάριο του 1941, όταν γράφει το πρώτο από τα ημερολόγια της, παράλληλα με τα σημειωματάριά της. Εκείνη τη χρονιά γράφει συνολικά 450 σελίδες στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα γερμανικά, ενώ δραστηριοποιείται στην Κομμουνιστική Νεολαία και στη Φοιτητική Ένωση. Η οικογένεια μένει στην μποέμικη συνοικία του Γκρίνουιτς Βίλατζ με τα νυχτερινά κέντρα και την έντονη ζωή. Η Πατρίσια ξενυχτάει, καπνίζει, πίνει και κάνει παρέα με γυναίκες, αδιαφορώντας για τους άντρες – κι αυτό την φέρνει σε συνεχείς συγκρούσεις με τη μητέρα της που την απειλεί ότι θα διακόψει την οικονομική στήριξη των σπουδών της.
Γράφει στις 6 Ιανουαρίου 1941: «Η μητέρα είναι πολύ εχθρική. Ειδικά, επειδή εγώ δεν είμαι αρκετά θηλυκή». 7 Ιανουαρίου: «Διαβάζω τα Ζητήματα λενινισμού [του Στάλιν]. Πολύ σημαντικό». 11 Ιανουαρίου: «Αγόρασα εισιτήρια για την εκδήλωση στη μνήμη του Λένιν στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν τη Δευτέρα το βράδυ». 14 Ιανουαρίου: «Ο Τζέιμς Τζόις είναι νεκρός. Το άκουσα στις ειδήσεις σήμερα το πρωί». 20 Ιανουαρίου: «Με έχει εξουθενώσει ο Σαίξπηρ! Είναι τόσα που δεν ξέρω!». 23 Ιανουαρίου: «Έχω τον υψηλότερο μέσο όρο της τάξης στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών». 27 Ιανουαρίου: «Πρώτη μέρα σήμερα που έπαιξα πιάνο με κάποια αυτοπεποίθηση». 22 Φεβρουαρίου: «Θέλω να καταθέσω την πιο διαλεχτή απ’ τις επίγειες αποκαλύψεις μου: τη συγκίνηση, την ανείπωτη μακάρια αίσθηση του να σε αγαπάνε». 2 Απριλίου: «Τελευταία χαραμίζω το χρόνο μου… Μου έχει κάνει όμως το εξής καλό: Μου έδειξε ότι μια ζωή δίχως βιβλία και διάβασμα μπορεί και να είναι πολύ άχρηστη». 12 Απριλίου: «Συχνά αναρωτιέμαι αν θέλω τον έρωτα ή την έξαψη της κυριαρχίας – όχι την έξαψη ακριβώς αλλά την ικανοποίηση». 23 Ιουνίου: «Θέλω να διαβάσω μεγάλα βιβλία όπως Δον Κιχώτη, Δάντη, Μίλτον». 7 Ιουλίου: «Τώρα που η Ρωσία εμπλέκεται πρέπει να μπούμε στον πόλεμο αμέσως».
Βαθμιαία, εντείνεται η απασχόλησή της με τη λογοτεχνία και το γράψιμο διηγημάτων, ενώ λιγοστεύει η πολιτική της δράση. 14 Ιουλίου: «Θα ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα». Ταυτόχρονα, απολαμβάνει τις σχέσεις της με άλλες γυναίκες. 7 Αυγούστου: «Το σεξ για μένα θα έπρεπε να είναι θρησκεία. Δεν έχω κάποια άλλη». 26 Αυγούστου: «Σκοπεύω ψηλότερα από ποτέ. Ο θεός, ή κάτι, ας μου δώσει κουράγιο και δύναμη!» 4 Σεπτεμβρίου: «Τα καλύτερα διηγήματά μου είναι αυτά που έχουν περισσότερη δράση και είναι τα λιγότερο δουλεμένα». 4 Νοεμβρίου: «Κοιμήθηκα, μελέτησα, έγραψα – παραιτήθηκα από την Κομμουνιστική Νεολαία με μια καλοδιατυπωμένη επιστολή|».
Από το 1942 και μετά η Πατρίσια βιοπορίζεται φτιάχνοντας σενάρια για κόμικς και προσπαθεί να πουλήσει τα διηγήματά της σε περιοδικά. Τον Ιανουάριο του 1943 αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα. Η ιδέα στριφογυρίζει στο μυαλό της, το αρχίζει αλλά κάπου σκαλώνει. Τον Ιούνιο του 1947 ξεκινάει άλλο μυθιστόρημα (Ξένοι στο τρένο) με δύο αγόρια και την πιθανότητα ενός φόνου. Στις 3 Αυγούστου γράφει για τον Μπρούνο, τον δολοφόνο του μυθιστορήματος: «Τον αγαπάω!». 13 Φεβρουαρίου 1948: «Η επικράτηση των “καλών” και των “κακών” στον Ντοστογιέφσκι. Με ενδιαφέρει, εγωκεντρικά, λόγω παρόμοιας τάσης μου».
Την καθιέρωσε ο Χίτσκοκ
Αρχίζει να επισκέπτεται ψυχαναλυτές και ψυχιάτρους, ταξιδεύει στην Ευρώπη και τον Αύγουστο του 1949 υπογράφει συμβόλαιο με έναν βρετανό εκδότη - οι Ξένοι στο τρένο θα εκδοθούν. Τον Απρίλιο του 1950 πουλάει τα δικαιώματα του βιβλίου στον Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο οποίος σύντομα αρχίζει γυρίσματα. Κι ενώ στις 24 Ιουνίου γράφει «Είμαι πεινασμένη όσο δεν παίρνει για γυναίκα», στις 28 του ίδιου μήνα, κι ενώ έχει απορρίψει τις νεανικές της πολιτικές ιδέες, εξομολογείται: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου. Δοξασμένα να είναι τα έργα Σου, τελείωσα ένα ακόμα βιβλίο σήμερα». Ήταν Η τιμή του αλατιού, με θέμα την ερωτική σχέση δύο γυναικών – το εξέδωσε με ψευδώνυμο, πολύ αργότερα το ξαναέβγαλε με τ’ όνομά της με νέο τίτλο, Κάρολ.
Μετά την επιτυχία της ταινίας του Χίτσκοκ, τα πράγματα στη ζωή της εξελίσσονται ραγδαία. Βυθίζεται στη συγγραφή και επινοεί το ανδρικό άλτερ έγκο της, τον Τομ Ρίπλεϊ. Η έκδοση του βιβλίου Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ το 1950 και η αποδοχή του την ωθεί να γράψει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα με τον ίδιο ήρωα. Μετακομίζει οριστικά στην Ευρώπη, αγοράζει σπίτι στην Αγγλία, ζει στη Γαλλία και πεθαίνει στην Ελβετία το 1995 από καρκίνο τους πνεύμονες και αναιμία. Έζησε μια έντονη ζωή, απέρριψε το γάμο και τη δημιουργία οικογένειας και σίγουρα ένιωθε επιτυχημένη. Οι νεανικές της φιλοδοξίες να ζει από τη συγγραφή πραγματοποιήθηκαν – χάρη στο βιβλίο της Το ημερολόγιο της Ίντιθ το όνομά της συζητήθηκε και για το Νόμπελ λογοτεχνίας.
Τα κείμενα των ημερολογίων και των σημειωματαρίων της, που χαρακτηρίστηκαν σπουδαία καλλιτεχνική αυτοπροσωπογραφία, αποκαλύπτουν τον εσωτερικό κόσμο μιας ξεχωριστής γυναίκας που μεγάλωσε και διαμορφώθηκε στη Νέα Υόρκη και έγινε σημαντική συγγραφέας του μοντερνισμού με παγκόσμια ακτινοβολία.