Ήδη από το πρώτο διήγημα, το οποίο δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, ο έκπληκτος αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με τον σουρεαλιστικό και αλλόκοτο, διαποτισμένο με μαύρο χιούμορ, κόσμο του συγγραφέα: μια παρέα αποφασίζει να κρεμάσει ένα μέλος της, λόγω της επαναλαμβανόμενης κακής συμπεριφοράς του, και σχεδιάζουν προσεκτικά τις λεπτομέρειες της εκδήλωσης, και μάλιστα στο σχεδιασμό συμμετέχει αυτονόητα κι ο μελλοθάνατος. «Ο Κόλμπι ισχυρίστηκε πως το γεγονός ότι το παράκανε (δεν αρνήθηκε ότι το παράκανε) δεν σήμαινε ότι θα έπρεπε να υποστεί και κρέμασμα. Όλοι μας, είπε, το παρακάνουμε μια στο τόσο. Δεν δώσαμε και πολλή σημασία σε αυτό το επιχείρημα. Τον ρωτήσαμε τι μουσική θα ήθελε να παίζεται στον απαγχονισμό. Είπε πως θα το σκεφτόταν […] Ο Μάγκνους […] αναρωτιόταν αν έπρεπε να σερβίρουμε ποτά. Ο Κόλμπι είπε πως τα ποτά ήταν καλή ιδέα, μα ανησυχούσε για τα έξοδα». (σελ. 9, 11)
Ο ΠΙΝΤΣΟΝ ΔΕΝ ΠΗΓΕ ΣΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
Από το περιεκτικό και κατατοπιστικό επίμετρο του μεταφραστή μαθαίνουμε πως ο Μπάρτελμι διοργάνωσε το 1983 στη Νέα Υόρκη ένα «Μεταμοντέρνο δείπνο» όπως το ονόμασε, στο οποίο προσκάλεσε την «αφρόκρεμα της πειραματικής πεζογραφίας της γενιάς του». Μοναδικός απών, όπως θα το περίμενε κανείς, ο Τόμας Πίντσον, ο οποίος όμως έστειλε την εξής απάντηση στον οικοδεσπότη:
υπ’ όψιν Melanie Jackson Agency
1500 Broadway, Γραφείο 2805
Νέα Υόρκη 10036
Γεια σου Ντον,
Όταν έφτασε στα χέρια μου η ευγενική πρόσκλησή σου, ήταν πια αργά – στις 17 Μαΐου ήμουν κάπου στις μεσοπολιτείες, στο Άρκανσο ή στο Λάμποκ ή σε κάποιο τέτοιο μέρος, συνεπώς δε θα μπορούσα ούτως ή άλλως να είμαι εκεί. Σ’ ευχαριστώ πάντως που με προσκάλεσες – καθώς τούτες τις μέρες νιώθω όλο και περισσότερο σαν ερασιτέχνης που απλώς προκάλεσε έναν πρόσκαιρο εντυπωσιασμό, είναι τουλάχιστον παρήγορο να φαντάζομαι τον εαυτό μου ανάμεσα σε σας τους επαγγελματίες.
«Κατά πάσα πιθανότητα, το τελευταίο τέτοιο δείπνο που θα λάβει ποτέ χώρα;» Δυσοίωνα λόγια. Μη λες τέτοια πράγματα. Προτιμώ να το σκέφτομαι ως το πρώτο ετήσιο. Πώς πήγε; Ή θα διαβάσω γι’ αυτό στο περιοδικό People και στο New York Review of Books;
Μου φάνηκε πως σε είδα στο δρόμο κάποια στιγμή πέρυσι ή ίσως και πρόπερσι, στο Βίλατζ, αλλά δε σε χαιρέτησα, στην απίθανη περίπτωση που ήσουν ο Σολζενίτσιν. Πάλι φέρθηκα αντικοινωνικά. Ζητώ συγνώμη. Πώς είσαι όμως;
Άλλαξα ταχυδρομική θυρίδα (βλ. παραπάνω), αλλά δεν έχω ακόμα σταθερή διεύθυνση. Θα ήταν ωραίο να μάθω πάλι νέα σου, αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα μάθεις τα δικά μου, με όλη αυτή τη δεκαετία τού συγγραφικού τέλματος στο οποίο φαίνεται να έχω κολλήσει και με όλα τα υπόλοιπα.
Τέλος πάντων, να περνάς καλά!
Τομ[1]
[1] Πηγή πρωτοτύπου: https://jessamyn.com/barth/letterstobarthelme.pdf