Είναι διάχυτη πλέον η πεποίθηση ότι το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, ακολουθώντας τεθλασμένη πορεία, κατέληξε από την ορθολογική επίλυση αινιγμάτων, το γρίφο, την ποινικo-ανακριτική πλευρά και την ευφυΐα του ντεντέκτιβ στην κατάδειξη των κοινωνικών και πολιτικών παθογενειών που υποθάλπουν, αν δεν γεννούν, το έγκλημα, και αποδιαρθρώνουν την πραγματικότητα. Ενδιάμεσος κρίκος νομίζω ότι ήταν η υπαρξιακή του εμβάθυνση με το έργο του Ζωρζ Σιμενόν, ο οποίος ίσως και να υπήρξε υπαρξιστής πριν τη θέσμιση του υπαρξισμού,
Ο κοινωνικός εμπλουτισμός του αστυνομικού μυθιστορήματος συνέβαλε στην ανάβασή του στη λογοτεχνική κλίμακα, στη μεταφορά του από τα μανταλάκια των περιπτέρων στους πάγκους των βιβλιοπωλείων, επιφέροντας και την επανιεράρχηση του λογοτεχνικού κανόνα.
Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος του Μάκη Μαλαφέκα, ο συγγραφέας Χάρης Κρόκος, ενώ διάγει περίοδο δημιουργικού μπλοκαρίσματος, δέχεται την απροσδόκητη επίσκεψη, στο στερεοτυπικό εργένικο διαμέρισμά του, της εισαγγελέα πρωτοδικών Χαρίτση. Σημείο επαφής τους είναι μια τρανς φίλη του ήρωα, απέναντι στην οποία ο τελευταίος, όταν συναντήθηκαν πριν από πέντε χρόνια, δεν είχε επιδείξει την πιο ενάρετη συμπεριφορά, σε αντίθεση με την εισαγγελέα που τη συνέδραμε όταν τη χρειάστηκε. Η εισαγγελέας, εκμεταλλευόμενη τα οικονομικά αδιέξοδα του ήρωα και τις ηθικές του ενοχές, του ζητάει να παρεισφρήσει στην ΟΝΕΤ, μία αλτ ράιτ οργάνωση η οποία ψάχνει κειμενογράφο, και να φωτογραφίσει ένα έγγραφο που την ενδιέφερε. Ο αρχηγός της οργάνωσης, ο Αλέξανδρος Τσιχλεντίδης, πολιτικό πρόσωπο με πολλές έκνομες δραστηριότητες, ήταν πρώην σύντροφός της. Ερευνώντας την οργάνωση, ελπίζει ότι θα βρει ένα βασικό στοιχείο που χρειάζεται για να τον στείλει στη δικαιοσύνη.
Κερκόπορτα για την είσοδο του ήρωα στην οργάνωση, της οποίας τα πλοκάμια απλώνονται σε όλο το φάσμα του πραγματικού και του ψηφιακού κόσμου, κυρίως στο dark web, είναι ένας παλιός συμφοιτητής και εαακίτης του οποίου έχει χάσει τα ίχνη. Τον ανακαλύπτει σε ένα υπόγειο διαμέρισμα στην Καλλιθέα, ανάμεσα σε ηλεκτρονικές συσκευές και σε παράταιρα αντικείμενα. Μέσω του παλιού συμφοιτητή, καταφέρνει να τον δεχτούν στα κεντρικά γραφεία της οργάνωσης στον Πύργο Αθηνών. Από εκεί κι ύστερα τα γεγονότα επιταχύνονται, ο ήρωας περιπλανιέται στην πρωτεύουσα ενώ το μυθιστόρημα σε πολλά σημεία μετατρέπεται σε μία μορφή ατθιδογραφίας που συνιστά και μέρος της γοητείας του μαζί με το ύφος του. Η γλώσσα του Μαλαφέκα είναι νευρώδης, φλεγματική, στεγνή, προσλαμβάνουσα και διαυγάζουσα ενός κόσμου ρέοντα, αποσπασματικού, κυνικού. Αφαιρετικές περιγραφές και κινηματογραφικά πλάνα απεικονίζουν μία πραγματικότητα σκληρή και βίαιη αναμεμειγμένη με μία επιφάνεια γυαλιστερής ευμάρειας.
Το μυθιστόρημα έξω, στον κόσμο
Πιστεύω πως ένας από τους λόγους που το αστυνομικό μυθιστόρημα ανθίζει στην εποχή μας καλλιτεχνικά αλλά και εμπορικά είναι γιατί ήρθε να καλύψει το κενό που δημιούργησε το νεωτερικό και μετανεωτερικό μυθιστόρημα. Η εσωστρέφεια του τελευταίου, η αυτοαναφορικότητά του, η υποστολή, και ενίοτε εκμηδένιση της πραγματικότητας, με τη μετατροπή της σε απισχνασμένο αποκύημα της ατομικής συνείδησης, στέρησε από το ανθρώπινο υποκείμενο την εξωτερική διάσταση του κόσμου, τη διαλογική και διαλεκτική σχέση μαζί του, τη γόνιμη πυροδότηση της δημιουργικότητάς που γεννούσε η αμοιβαία τριβή και συμπλοκή. Μυθιστορήματα εξαντλητικής κόπωσης, εξουθενωτικής ανίας και ανυπόφορης δυσφορίας –χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν γράφτηκαν και σπουδαία έργα– γέννησαν την ανάγκη να αποκατασταθεί η σχέση με τον κόσμο και τον αναγνώστη, να ιαθεί το υπαρξιακό τραύμα της μονότροπης σχέσης.
Με το αστυνομικό μυθιστόρημα η πραγματικότητα επιστρέφει με τις δύο βασικές πτυχές της που πολλές φορές είναι και αλληλένδετες. Την κοινωνική και την πολιτική. Και αν η πρώτη είναι άμεση και αναπόφευκτη, το έμμεσο της δεύτερης τροποποιείται σε άμεσο έπειτα από την επιλογή του ήρωα να αποδεχτεί την πρόκληση της εισαγγελέως, κρίνοντας επιπόλαια ότι θα προσποριστεί εύκολο, γρήγορο και αξιοσέβαστο κέρδος. Μόνο που εδώ η πολιτική δεν ορίζεται συμβατικά ως η οργανωμένη συμβίωση του συλλογικού βίου η οποία αντικατοπτρίζει βασικές ηθικές αντιλήψεις για την επίτευξη των στόχων που θα συμβάλλουν στην ευημερία της κοινωνίας, αλλά ως σύγκρουση συμφερόντων ανθρωποβόρων ιδεολογιών, σε ένα γενικευμένο περιβάλλον διαφθοράς. Λιπάσματα, πετροχημικά, ξεπλύματα μέσω ξενοδοχείων και άλλα τέτοια τινά που γνωρίζουμε από έντυπα και διαδικτυακά άρθρα καθιστούν το μυθιστόρημα όμορο των λάτιν νουάρ.
Αν επικεφαλής της ΟΝΕΤ είναι ο Τσιχλεντίδης, άτομο το οποίο δεν στερείται θεωρητικής υποδομής και καλλιτεχνικής ευαισθησίας ως υποστυλώματα και κίνητρα της ακροδεξιά προσανατολισμένης δράσης του, το άλλο πρόσωπο με το οποίο συνεργάζεται, ο Πατριαρχέας, είναι ένας παλαιάς κοπής πολιτικός προσαρμοσμένος στον σύγχρονο βίο. Κοινά στοιχεία και των δύο είναι η εμπλοκή τους σε κάθε δραστηριότητα του κοινωνικού και του δημόσιου βίου από την οποία μπορούν να αποκομίσουν κέρδος, χωρίς να διστάσουν να προβούν σε κατάχρηση κλιμακούμενης βίας αν χρειαστεί. Πριν όμως καταλήξουν σε αυτή, εκτός των περιπτώσεων εκείνων που καθίσταται αυτοσκοπός ή υφίσταται ψυχικό κίνητρο, αξιοποιούν τη δυνατότητα της τεχνολογίας να κατασκευάζει μία άλλη πραγματικότητα, την deepfake, στην οποία παρουσιάζουν τα πρόσωπα που τους ενδιαφέρει να εκβιάσουν να διαπράττουν πράξεις κολάσιμες από τον ποινικό κώδικα ή ηθικά αποτρόπαιες για τον αξιακό κώδικα της κοινωνίας. Με ένα τέτοιο βίντεο, στο οποίο την παρουσιάζουν να συμμετέχει σε σεξουαλικές διαστροφές, εκβιάζουν και οι δυο τους την εισαγγελέα Χαρίτση..
Η εικονική πραγματικότητα βάζει σε δοκιμασία την έννοια και την αξία της αλήθειας και, αναπόφευκτα, ορίζει την ηθική στάση των ηρώων του μυθιστορήματος απέναντί της. Η τεχνολογική αυτή αναπαράσταση δεν έχει μόνο αυτονομηθεί από τα αντικείμενα αναφοράς της αλλά επεμβαίνει σε αυτά, διαστρέφει το περιεχόμενο της ζωής τους, δημιουργεί και διαχέει μία γενική σύγχυση γι’ αυτά. Η Χαρίτση δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο δύο άνδρες ικανούς να πράξουν το οτιδήποτε, αλλά και τις κατασκευές γι’ αυτή που, αν αναρτηθούν στο διαδίκτυο, θα την έπλητταν ανεπανόρθωτα. Παρηγορητικά θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η συμβατική πραγματικότητα, εξακολουθεί να διατηρεί την υποστασιακή της σημασία και την ανθρωπολογική της αίγλη και γι' αυτό πλήττεται από την ψηφιακή. Νομίζω εντούτοις ότι η μυθοπλαστική εκμετάλλευση της ψηφιακής πραγματικότητας παραμένει εκκρεμής. Αφενός συνιστά κίνητρο της δράσης, αφετέρου όμως ο αντίκτυπος της στον ψυχισμό των πρωταγωνιστών παραμένει σε αυτό το πρώτο επίπεδο.
Μετατόπιση από τα κλασικά νουάρ παρουσιάζει η εικόνα της μοιραίας γυναίκας. Τα αναπόφευκτα εγωκεντρικά κίνητρά της συμφύρονται με ευρύτερους δικαιικούς στόχους. Η εικόνα της εμφανίζεται με τη μορφή δύο προσώπων. Της εισαγγελέως Χαρίτση και της κόρης του Πατριαρχέα. Η Καλίστα Πατριαρχέα, 1,85 με εντυπωσιακή σωματοδομή βολεϊμπολίστριας, λεπτό λαιμό, καστανόξανθα σπαστά μαλλιά, σκοτεινό βλέμμα και σπουδές πολιτικών επιστημών στο Stanford, έχει το ρόλο του διπλού πράκτορα. Ο πατήρ της δεν εμπιστεύεται τον συνέταιρό του και βάζοντάς την στην ΟΝΕΤ επιδιώκει να προστατέψει, στο μέτρο του εφικτού, τα νώτα του. Είναι αυτή που οδηγεί τον Κρόκο ώς το εντυπωσιακό ριζόρτ του πατέρα της, η έκταση του οποίου φτάνει από Φιλιατρά μέχρι Κορώνη, παρουσιάζοντάς τον ως μελλοντικό της σύζυγο. Το φιλί που ανταλλάσσουν στο πλαίσιο του υποκρινόμενου ζευγαριού είναι χαρακτηριστική ένδειξη της τροποποίησης της συνεργατικής σχέσης τους σε επαμφοτερίζουσα, με την κορύφωση της δράσης.
Κλασικά χαρακτηριστικά πρωταγωνιστή αστυνομικού, μα και κλασικού μυθιστορήματος, παρουσιάζει και ο Κρόκος. Σε πολλά σύγχρονα μυθιστορήματα, ειδικά λάτιν νουάρ, ο ήρωας θέλει να ζήσει αυτά που διάβασε. Εδώ, ο Κρόκος θέλει να ζήσει μια αστυνομική περιπέτεια, πιστεύει ότι θα του ξαναδώσει συγγραφική έμπνευση. Βουλιάζει όμως σε έναν κόσμο απαξιωμένο και διαβλητό, άκυρο και στην πραγματική και στην ψηφιακή εκδοχή του. Στην πορεία, με τη συνδρομή μνημονικών αναδρομών, μία εσώτερη βούληση τον παρωθεί να διακινδυνεύσει προκειμένου να υπερασπιστεί το ελάχιστο εκείνο ψήγμα κοσμικών αξιών με το οποίο εξακολουθεί να συνδέεται υπαρξιακά.
Η κυνική, φλεγματική του οπτική μεταλλάσσεται σε έντονα ελλειπτική και αδιόρατα λυρική στα επεισόδια όπου η φιλία, ο έρωτας, η ενοχή και η ευθύνη, αναδύονται στην επιφάνεια της δράσης πριν ποντιστούν εκ νέου και χαθούν, αφήνοντας πίσω τους τη νοσταλγία γι’ αυτό που χάθηκε και δεν αντικαταστάθηκε.
Η νεο-νουάρ ατθιδογραφία
Πιστεύω ότι θα ήταν άδικο να μη χαρτογραφηθεί λίγο εκτενέστερα η λειτουργία της πόλης, η αισθητοποίησή της και η νοηματοδότησή της. Η διττή της υπόσταση ως υλικό μέγεθος που καταλαμβάνει έναν γεωγραφικό χώρο και η άυλη αξία της η οποία διαμορφώνει τον ψυχισμό των ηρώων, τη φαντασία τους, τη μνήμη τους και τις επιθυμίες τους. Το κακέκτυπο μιας αμερικάνικης πόλης που κινείται οριζόντια και κάθετα μέσω αυτοκινητοδρόμων και ανελκυστήρων, διαιρείται ανά συνοικίες με ταξικό πρόσημο, στην οποία ο χρόνος κυλάει ταχύτατα και η βία θάλλει με πολλαπλάσιες εκδοχές και κυμαινόμενη ένταση. Η διάσπασή της, η κονιορτοποίησή της, γεννά τη μοναξιά, τις παρενέργειές της, το ανεντόπιστο της αντιμετώπισής της. Τα υποκείμενα, διαφορετικού φύλου, ηλικίας, κοινωνικού υπόβαθρου, μόρφωσης και οικονομικής κατάστασης, χάνονται και ξαναβρίσκονται συνδέοντας τις προσωπικές τους μικροϊστορίες με τη μακροϊστορία της πόλης.
Η Αθήνα του μυθιστορήματος είναι συμφυρμός της Αθήνας της οικονομικής κρίσης με την ανεργία, τη φτωχοποίηση, την παρακμή, αλλά και της σύγχρονης Αθήνας του αυξημένου τουρισμου. Ο κατακερματισμός, ο πλουραλισμός, η αταξία, το χάος προβάλλουν στις οριζόντιες μετακινήσεις του αφηγητή στην πόλη, αναδεικνύοντας το αμφίθυμο αίτημα που διακρίνει τη νεωτερικότητα από τη μετανεωτερικότητα. Αν σε αυτά τα χαρακτηριστικά πρέπει να αναζητήσει και να επινοήσει κάποια διαχρονικά και αμετάβλητα, ή να τα αποδεχτεί ως μία νέα συνθήκη και να επιβιώσει ελισσόμενος, εξατομικεύοντας τους κοινωνικούς κώδικες κατά το δοκούν; Αποδέχεται την πρόκληση της εισαγγελέως ως ηθική υποχρέωση απέναντι σε μια φίλη που πρόδωσε ή προς χάριν του γρήγορου χρήματος; Συγκρούονται μικροομάδες ορμώμενες από τα προσωπικά τους συμφέροντα ή υφίστανται ακόμη οι μεγάλες αφηγήσεις νοηματοδότησης του κόσμου, έστω και αν κάποιες εξ αυτών ενσαρκώνονται από μία σύγχρονη ακροδεξιά ιδεολογία;
Θα υποστήριζε κανείς ότι απέναντι στην ομοιογενοποίηση της μετανεωτερικής παγκοσμιοποίησης με κορυφαία έκφανση την κατανάλωση, τις καθημερινές απολαύσεις όπως αυτές καταδεικνύονται με πλείστες αναφορές και μικρές λεπτομέρειες στην ονοματοποίηση αντικειμένων, σουπερμάρκετ, κέντρων διασκέδασης, αυτοκινήτων, που συμβολοποιούν τη διάψευση και την κατάρρευση των μεγάλων χειραφετητικών ιδεολογιών, τα υποκείμενα αναπτύσσουν εθνικιστικά και ρατσιστικά αισθήματα και μεθόδους, που εμπνέουν μια ωραιοποιημένη Ακροδεξιά με σοφιστικέ αποχρώσεις. Αν σε παγκόσμιο επίπεδο οι υπερεθνικές επιχειρήσεις συγκρούονται μετωπικά με τα κράτη και με τους υπερεθνικούς οργανισμούς, στην Ελλάδα, σε μικρογραφία και σε καρικατούρα με τραγικές επιπτώσεις, οι επιχειρηματίες διαπλέκονται με την πολιτική, με αποκλειστικό γνώμονα την πριμοδότηση των συμφερόντων τους έναντι του κοινού καλού. Αξιοποιώντας τον κατακερματισμό των ταυτοτήτων, το αέναο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, η ισχύς ως αξία και πρακτική βρίσκει έδαφος πρόσφορο και ελεύθερο να ξεδιπλωθεί. Οι εξαντλητικές πεζή περιπλανήσεις του πρωταγωνιστή στην πόλη είναι μια πρακτική επανοικειοποίησης της πόλης, αποκατάστασης της συνεκτικότητάς της, κατανόησης της ταυτότητάς της και ταυτόχρονα, κατοπτρικά, απόπειρα ψηλάφησης του εαυτού του, ψυχανεμίσματος της οριακής του κατάστασης.
Ωστόσο, τη λύση ο συγγραφέας επιλέγει να την τοποθετήσει στην περιφέρεια, στην έπαυλη του Πατριαρχέα, σαν να μας δείχνει ότι, ακόμη, παρ' όλη την πολιτισμική διαδρομή που έχει διανυθεί, υφίσταται μια μορφή αρχέγονης βίας που διατηρεί αμείωτο το πρωτείο της αξιοποιώντας βέβαια και τη σύγχρονη τεχνολογία. «Ο βασιλιάς δεν είναι αυτός που έχει το χρήμα, αλλά αυτός που έχει τα όπλα. Έτσι ήταν πάντα και πάντα έτσι θα είναι», λέει κάποια στιγμή ο Πατριαρχέας στον ήρωα, σαν να εξομολογείται.
Το μυθιστόρημα βρέθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, διάκριση και τιμή διόλου αμελητέα. Ισχυρή ένδειξη ότι η εντοπιότητα του θέματος έχει αναλογίες και ομοιότητες με άλλα πολιτισμικά περιβάλλοντα, αφού συλλαμβάνει την κοινή υπαρξιακή συνθήκη του σύγχρονου υποκειμένου που βιώνει το παρόν ως αγωνία για τη διαπλοκή της ισχύος με τη νομιμότητα και την παρανομία και την απόλαυση της βίας ως νεο-νουάρ μυθοπλασία.