Σύνδεση συνδρομητών

Εις το όνομα του πατρός

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2025 08:19
Ο Φάμπιο Στάσι.      
Biblioteca Consorziale Di Viterbo
Ο Φάμπιο Στάσι.    

Fabbio Stassi, Νυχτερινό στη Γαλλία, μετάφραση από τα ιταλικά: Δήμητρα Δότση, Ίκαρος, Αθήνα 2025, 128 σελ.

Επιβιβάζεται σε λάθος τρένο, κι αντί για τη Νάπολη βρίσκεται στο Μιλάνο, στη Γένοβα, στην Κυανή Ακτή. Τι αναζητεί στο άγνωστο; Ψάχνει μέσα του, αναζητεί τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ – αλλά πιο πολύ αναζητεί τον ίδιο τον εαυτό του. Ένα μέρος του εαυτού του, μάλιστα, συντίθεται από λογοτεχνικά σπαράγματα, από τραγούδια, από κομμάτια κι αποσπάσματα. Ένα σύγχρονο μοντέρνο μυθιστόρημα.

Η περιπέτεια του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος, Βίντσε Κόρσο, ξεκινάει από μία παραπραξία. Μεταβαίνει στο σταθμό της Ρώμης να πάρει το τρένο με προορισμό τη Νάπολη, στην οποία θα συναντούσε τη φίλη του, και επιβαίνει από λάθος στο διπλανό τρένο με κατεύθυνση το Μιλάνο. Όταν το αντιλαμβάνεται είναι πλέον αργά. Η υπερταχεία δεν κάνει ενδιάμεσες στάσεις. Έτσι αφενός η επιθυμία του να περάσει το Σαββατοκύριακο με τη φίλη του ακυρώνεται, αφετέρου υποχρεώνεται να πληρώσει και πρόστιμο για το λάθος του.

Η συγκεκριμένη παραπραξία υποψιάζει εξαρχής για το ψυχογραφικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος. Τις ψυχικές, ασύνειδες εκείνες δυνάμεις οι οποίες αντιτίθενται στα ενσυνείδητα συναισθήματα και τροχιοδρομούν προς αλλότρια κατεύθυνση τη ζωή των υποκειμένων. Μία τυχαία γνωριμία στο τρένο με έναν ηλικιωμένο, που μοιάζει με τον Λεό Φερέ και η σύμπτωση το συγκεκριμένο τρένο να συνεχίζει προς Γένοβα παρωθεί τον πρωταγωνιστή να συνεχίσει προς την πόλη όπου ολοκλήρωσε τις λυκειακές του σπουδές. Και από εκεί η Νίκαια, η πόλη στην οποία γεννήθηκε, δεν απέχει παρά ελάχιστα. Ο ηλικιωμένος, ένας βετεράνος του εικοστού αιώνα, όπως και ο πρωταγωνιστής, του δίνει την τελική ώθηση να επιστρέψει σε αυτή και να αντιμετωπίσει διά ζώσης, ενσώματα, και όχι μέσω μετωνυμιών και συμβολισμών, το ελλειμματικό τμήμα του εαυτού του, το τραύμα που τον βασανίζει. Πρόκειται μάλλον για ένα παγιδευμένο συναίσθημα που συνδέεται με ένα τραυματικό γεγονός το οποίο δεν εκφορτίστηκε μέσω κάποιας λυτρωτικής πράξης. Η γλώσσα συνδέει το γεγονός και την ανάμνησή του, το κακοφορμισμένο συναίσθημα της μνημονικής του αναπαράστασης.

 

Ο πατέρας και τα σημαίνοντα

Στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα του Φρόυντ ο πατέρας παρεμβαίνει ανάμεσα στο παιδί και τη μητέρα, διαταράσσει τη λιβιδινική, αιμομικτική σχέση τους ακυρώνοντας την επιθυμία του παιδιού και κατασκευάζει το νόμο στον οποίο αυτή η επιθυμία υποτάσσεται.  

Για τον Φερντινάντ ντε Σωσσύρ η γλώσσα δεν συνιστά συνθήκη λέξεων που αντιστοιχούν οργανικά σε ένα σύνολο πραγμάτων, αλλά σημειολογικό σύστημα στο οποίο η λέξη, το σημαίνον, αναφέρεται σε μία έννοια, το σημαινόμενο, η οποία με τη σειρά της αναφέρεται σε ένα πράγμα. Η γλώσσα είναι πάντα μεταφορική αντικαθιστώντας αντικείμενα. Γι’ αυτό και υφίστανται βάσιμες υποψίες αμφισβήτησης στο κατά πόσο η γλώσσα παραπέμπει σε υπαρκτά πράγματα του κόσμου. Η νοηματοδότηση δεν ενυπάρχει στα μεμονωμένα σημεία, δεν αποτελεί εγγενή τους αξία,  αλλά προκύπτει από τη σχέση των σημείων στο εσωτερικό του γλωσσικού κώδικα. Η βιωμένη ανθρώπινη εμπειρία συγκροτείται εντός ενός δεδομένου γλωσσικού κώδικα, στη σχέση των σημείων μεταξύ τους, στα οποία η σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου είναι αδιάρρηκτη. Μόνο που, σύμφωνα με τον Σωσσύρ, το σημαινόμενο έχει ένα προβάδισμα.

Ο Ζακ Λακάν αξιοποιεί τη φροϋδική κληρονομιά και την αξία του γλωσσικού σημείου, αμφισβητεί εντούτοις την αδιαιρετότητά του και ανατρέπει τη σχέση σημαίνοντος-σημαινομένου υπέρ του σημαίνοντος. Ένα σημαίνον δεν παραπέμπει σε ένα σημαινόμενο αλλά σε άλλα σημαίνοντα τα οποία το επεξηγούν. Το νόημα αποσταθεροποιείται, ρευστοποιείται, γλιστράει κάτω από τα σημαίνοντα τα οποία αναπαράγονται αδιάλειπτα. Για τον Σωσσύρ υφίσταται η δομή της γλώσσας μέσα από την οποία μιλάει το υποκείμενο. Για τον Λακάν η δομή αυτή είναι το ασυνείδητο που κατασκευάζεται μέσω της γλώσσας και διέπεται από τους κώδικες της γλώσσας. Από τη στιγμή που δημιουργούνται τα σύμβολα, ο ανθρώπινος κόσμος δομείται με βάση αυτά – συμπεριλαμβάνονται η ανθρώπινη υποκειμενικότητα και το ασυνείδητο. Το άτομο συγκροτείται ως υποκείμενο που εγγράφεται στη συμβολική τάξη της γλώσσας. Ταυτόχρονα, το ασυνείδητο, δομημένο ως γλώσσα και μετερχόμενο τους μηχανισμούς της μεταφοράς και της μετωνυμίας, καθίσταται ο λόγος του Άλλου. Ο Άλλος είναι η ριζική ετερότητα που αδυνατούμε να την αφομοιώσουμε στην υποκειμενικότητά μας, ο λόγος και οι επιθυμίες των άλλων τις οποίες εσωτερικεύοντάς τες συγκροτούμε την επιθυμία μας. Είναι η γλώσσα, η συμβολική τάξη. Ο Άλλος επομένως παραμένει απόλυτα  έτερος του υποκειμένου, αν και συγκροτεί τον πυρήνα του ασυνειδήτου του. 

Για τον Λακάν η γλώσσα σχετίζεται με την επιθυμία, καθώς μέσω αυτής αρθρώνεται το αίτημα για κάλυψη μιας βιολογικής ανάγκης και το αίτημα για αγάπη. Η μητέρα καλύπτει το βιολογικό αίτημα, αδυνατεί όμως να καλύψει το αίτημα για απροϋπόθετη αγάπη. Κάπου εδώ παρεμβαίνει και ο πατέρας ο οποίος διαρρηγνύει τη φαντασιακή ενότητα του παιδιού με τη μητέρα, απαγορεύει την επιθυμία του παιδιού να είναι η επιθυμία της μητέρας του και επιβάλλει το νόμο του. Το όνομα του πατέρα είναι το θεμελιακό σημαίνον που ρυθμίζει τη λειτουργία του νοήματος. Τη συμβολική τάξη, τη γλώσσα, την κουλτούρα. Είναι αυτή που με τον πληθωρισμό των μετωνυμιών της θα προσφέρει στο υποκείμενο εναλλακτικά υποκατάστατα ώστε να ικανοποιηθεί μερικώς η ελλειμματική και τραυματισμένη επιθυμία.

Η μητέρα του αφηγητή, λίγο πριν πεθάνει, σε μια έλλογη έκλαμψή της αφού είχε πλέον απωλέσει τα λογικά της, του αποκαλύπτει ότι ήταν προϊόν άτυχης σύλληψής του σε ξενοδοχείο της Νίκαιας, έπειτα από την ερωτική σχέση τής μιας νύχτας με έναν ξένο. Ουσιαστικά ανασύρει στην επιφάνεια το σημαίνον ενός πατέρα για τον οποίο δεν δίνει καμία άλλη πληροφορία στο γιο της. Ούτε καν το όνομά του.  Η αναζήτηση ξεκινά ως απονενοημένη απόπειρα επικοινωνίας καθώς, επί πέντε συναπτά έτη, κάθε μέρα, στέλνει μια κάρτα στο ξενοδοχείο εκείνο, έως ότου μερικούς μήνες πριν από την παραπραξία σταματήσει, με ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα. Τις κάρτες αυτές τις ανακαλύπτει σε ένα από τα υπόγεια του ξενοδοχείου ψάχνοντας με τη ρεσεψιονίστ  την ταυτότητα του πατέρα του και  υπολογίζοντας την πιθανή περίοδο που διανυκτέρευσε  σε αυτό. Μία επιπλέον σύμπτωση είναι η παραμονή του στο ακριβώς δίπλα και στο ακριβώς όμοιο δωμάτιο με αυτό που έζησαν την ερωτική τους περιπέτεια οι γονείς του.  

Με την ανακάλυψη του ονόματος  του πατέρα του, το σημαίνον με την ιδιότητα αποκτά πιο απτή ταυτότητα, αλλά και πάλι πρόκειται για ένα όνομα. Δεν υπάρχει όμως κάποιο υπαρκτό πρόσωπο με το οποίο να ταυτιστεί. Ο αφηγητής οδηγείται σε έναν άνδρα γαλλικής υπηκοότητας με καταγωγή από την Τυνησία, γαλλική αποικία ακόμα όταν γεννήθηκε.

Ο εσωτερικός μηχανισμός έχει πυρακτωθεί αλλά η αναζήτηση συνεχίζεται. Η ανακάλυψη του ονόματος του πατέρα δεν αναπληρώνει την έλλειψή του, τη φυσική του παρουσία. Φτάνοντας ο αφηγητής στη διεύθυνση κατοικίας του διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει το όνομά του στα κουδούνια της πολυκατοικίας. Ως από μηχανής θεά εμφανίζεται μια γυναίκα που προσφέρεται να του νοικιάσει ένα δωμάτιο για εκείνη τη νύχτα. Δεν είναι όμως μόνον η ιδιοκτήτρια ενός φτηνού ενοικιαζόμενου δωματίου, αλλά και μία γυναίκα που γνώριζε προσωπικά τον πατέρα του, μάλιστα ο σύζυγός της ήταν ο καλύτερός του φίλος. Ο γιος την ακολουθεί ώς το σπίτι της για να αποκτήσει πιο ολοκληρωμένη εικόνα του.

Η αφήγηση διατρέχεται από τον κλασικό ρεαλισμό, την άμεση αναφορά των λέξεων και των προτάσεων σε έναν υπαρκτό κόσμο. Το ατομικό δράμα του πρωταγωνιστή αντιπαρατίθεται ειρωνικά στο ειδυλλιακό τοπίο των παιδικών του χρόνων – το εγκλωβισμένο, οδυνηρό του συναίσθημα σε ένα τοπίο για το οποίο ο Σόμερσετ Μομ είχε ζητήσει να χτίσουν το παράθυρο του δωματίου του, επειδή τον ενοχλούσε η ομορφιά της θάλασσας.

Σειρά από τεχνικές, ωστόσο, δημιουργούν καινούργια επίπεδα υπέρβασης της κλασικής ρεαλιστικής πρόσληψης. Στο κείμενο κυριαρχεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του εσωτερικού μονολόγου. Πρόκειται για ενσυνείδητη αυτοανάλυση, μάλιστα με συνεκτική χωροχρονική σύνδεση των γεγονότων και των ιδεών του αφηγητή. Ο αφηγητής εκθέτει με ειλικρίνεια τα του εαυτού του και του βίου του, ακόμα και όταν αναζητά την ταυτότητα του χαμένου του πατέρα και του εαυτού του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πολλοί συγγραφείς επιλέγουν την αφήγησή τους να ακολουθήσει τη ροή της συνείδησης: επιλέγουν δηλαδή την ανεξέλεγκτη και ασυνείδητη ανάδυση των πιο αδιαφανών και σκοτεινών στρωμάτων του εαυτού τους μέσα από αποδιαρθρωμένες εικόνες, ιδέες, λέξεις. Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία της αφήγησης.

Η αναφορικότητα της παραδοσιακής λογοτεχνίας ανέκαθεν παρέπεμπε σε μια καθησυχαστική και αυτάρεσκη οντολογία, ενώ η κειμενικότητα σε μια επιστημολογία με ανοιχτότερους ορίζοντες, στην οποία η πραγματικότητα συμπλέκεται με την αφηγηματοποίησή της. Απότοκο της συγκεκριμένης αλλαγής του νεωτερικού παραδείγματος είναι ο όρος της διακειμενικότητας. Δημιουργημένος από τη μυθιστοριογράφο, φιλόσοφο και κριτικό λογοτεχνίας Τζούλια Κρίστεβα, περιγράφει το ατελεύτητο παιχνίδι της γλώσσας και των κειμένων στο εσωτερικό ενός άλλου κειμένου. Είναι μια σύγχρονη τεχνική ανάδειξης του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του. Τα κείμενα δεν είναι ποτέ αυτάρκη, άρτια, αλλά εμπεριέχουν ευδιάκριτα και δυσδιάκριτα στοιχεία από άλλα κείμενα. Το ένα κείμενο γλιστρά στο εσωτερικό άλλου κειμένου, παραπέμποντας σε περισσότερα άλλα κείμενα, σε ένα ατέρμονο παιχνίδι διαδοχής και ρευστοποίησης του νοήματος. Τη λογοτεχνική αυτή τεχνική εκμεταλλεύεται ο συγγραφέας κατασκευάζοντας ένα μυθοπλαστικό κείμενο έμφορτο κειμενικών αναφορών – που, στο συγκεκριμένο βιβλίο, προς βοήθεια του αναγνώστη, αναφέρονται στο Παράρτημα. Για παράδειγμα, όταν παίρνει το τρένο για Νάπολη, έχει μαζί του το ταξιδιωτικό βιβλίο του Αντόνιο Ταμπούκι Νυχτερινό στην Ινδία. Έργο στο οποίο ένας άνθρωπος περιγράφει την καθημερινή Ινδία και, ταυτόχρονα, αναζητά μια ταυτότητα που ίσως έχει λησμονηθεί σε ένα μακρινό παρελθόν. Επίσης, άλλο ενδεικτικό στοιχείο, είναι το επάγγελμα του αφηγητή. Είναι βιβλιοθεραπευτής. Άνθρωποι τον επισκέπτονται, του εκθέτουν τα προβλήματά τους και εκείνος τους συστήνει το κατάλληλο κατά τη γνώμη του μυθιστόρημα που θα τους βοηθούσε στη διαχείριση αυτών των προβλημάτων.

Οι κειμενικές αναφορές λειτουργούν ως σημαίνοντα τα οποία σχηματίζουν μια αέναη νοηματική αλυσίδα ετερότροπης διασποράς. Μετωνυμικά λειτουργούν ως ένα είδος ροής της συνείδησης που φέρει στην επιφάνεια τα συμβολικά υποστρώματα του ασυνείδητου.  Ηγεμονεύει μεν το σημαίνον του πατέρα, ωστόσο συγκρατεί στο εσωτερικό του πλήθος άλλων σημαινόντων τα οποία αποσταθεροποιούν τη σημασία του. Η φαινομενική ευταξία της γραμμικής εξέλιξης κλυδωνίζεται, κατακερματίζεται από τα διακειμενικά σημαίνοντα τα οποία, ναι μεν περιγράφουν τον διανοούμενο αφηγητή, ενθρονίζουν ωστόσο στο εσωτερικό του μύθου τα υλικά ίχνη λέξεων που εκδραματίζουν την ψυχική του οδύνη.  Η αναφορά του ονόματος του πατέρα υποχρεώνει  τον γιο-αφηγητή σε μια απροσδόκητη  περιπέτεια, στην οποία βάζει ένα φυσικό τέλος εγκαταλείποντας όποια λεκτικά (γραπτά και οπτικά) σημεία τον κατηύθυναν. Στο μέσο ενός νεκροταφείου, με θέα τη θάλασσα, επιλέγει το προσωπικό του δικαίωμα να αγαπά χωρίς τέλος – και ξεσπάει σε ένα λυτρωτικό γέλιο.

 

Η χειραφέτηση

«Όμως όλο αυτό ήταν μια ιστορία προαισθημάτων και οιωνών», λέει κάποια στιγμή ο αφηγητής, στο μέσο της περιπέτειας. Θα υποστήριζε κανείς ότι και τα δύο, προαισθήματα και οιωνοί, οι επαναλαμβανόμενες συνεχείς συμπτώσεις, κατατείνουν προς την επιθυμία του γιου-αφηγητή να αποκτήσει επαφή με τον πατέρα του, να τον οικειοποιηθεί, να μετατρέψει αναδρομικά την απουσία του σε παρουσία.

Εδώ, θα μπορούσε να επισημανθεί η κλασική ένσταση που διατυπώνεται ως προς τον ντετερμινισμό και τη συντηρητικότητα της ψυχανάλυσης, χαρακτηριστικά που απονευρώνουν κάποιες φορές και το ψυχολογικό μυθιστόρημα. Τη μονόδρομη αιτιακή σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην παιδική ηλικία του προσώπου και τις επιλογές του στον ενήλικο βίο του: η πρώτη καθορίζει τις δεύτερες αμβλύνοντας, στα όρια της εκμηδένισης, την ελεύθερη βούλησή του να χειραφετηθεί.

Η πλοκή του μυθιστορήματος γεννά βάσιμες υποψίες προς τη συγκεκριμένη ανάγνωση. Ωστόσο, το τέλος του, με τη λυτρωτική επίγνωση από τον αφηγητή του πεπρωμένου που κατηύθυνε τα βήματά του, προϊδεάζει για την αφετηρία μιας πιο αυτόνομης πορείας, από τη στιγμή που το ατομικό παρελθόν του απέκτησε τη συμβολική οντότητα της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας λύτρωσης και αυτογνωσίας.

 

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.