Σύνδεση συνδρομητών

Η πολιτική: μια τέχνη «επιμελητική»

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2025 23:58
O Πλάτων, λεπτομέρεια μικρογραφίας από βυζαντινό χειρόγραφο, στο Devotional and Philosophical Writings, MS Hunter 231 (U.3.4), σ. 276.
O Πλάτων, λεπτομέρεια μικρογραφίας από βυζαντινό χειρόγραφο, στο Devotional and Philosophical Writings, MS Hunter 231 (U.3.4), σ. 276.

Πλάτων, Πολιτικός, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Στέφανος Δημητρίου, επιμ. Αναστασία Καραστάθη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2024, σ. 427.

Η πολιτική είναι μια τέχνη «επιμελητική», για την οποία ο πολιτικός άνδρας πρέπει να έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της κοινότητας αλλά και να γνωρίζει τις τεχνικές της ύφανσης μεταξύ όμοιων και ανόμοιων στοιχείων, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου βίου. Πρέπει να συνοδεύεται από ορθή κρίση, μετριοπάθεια αλλά και με τον συνυπολογισμό της συγκυρίας. Ο Πολιτικός του Πλάτωνα είναι, επομένως, σύμφωνα και με την προσέγγιση του Στέφανου Δημητρίου, μια άσκηση γύρω από την αυτονομία της πολιτικής σκέψης και πράξης.[1]

Ενώ συνήθως επαινούμε την αρχαιογνωστική επάρκεια της νεοελληνικής λογιοσύνης και επαιρόμαστε ότι είμαστε «παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη», όπως έλεγε ένα παλιό τραγούδι της Eurovision, πρέπει να σημειώσουμε πως ούτε πολλές μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών φιλοσοφικών κειμένων διαθέτουμε ούτε και έγκυρες. Αν δεν κάνω λάθος, μάλιστα, για τον Πολιτικό του Πλάτωνα, υπάρχουν μόνο δύο προηγούμενα μεταφραστικά παραδείγματα, που συνοδεύονται με εισαγωγή και σχόλια :    του Ηλ. Λάγιου (Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, χ.χ. [1940]) και του Ι. Σ. Χριστοδούλου, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 1998· 2003).

 

Ισότιμες διασταυρώσεις

Το πρόβλημα δεν οφείλεται αποκλειστικά στη δυσκολία των κειμένων αυτών, ούτε στις μεταφραστικές ασυνέχειες της αρχαίας γραμματείας. Όπως είχε, ήδη από το 2001, αναλύσει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης  οι μεταφράσεις των «κλασικών κειμένων» συνοδεύονται από ένα άλλοτε ρητό και άλλοτε άρρητο ιδεολόγημα:  «το γλωσσικό παρελθόν διεκδικεί τον τίτλο του ισχυρού, ενώ το γλωσσικό παρόν εκτιμάται ως ελλειμματικό και ασθενές». Το σύνδρομο αυτής της «ενδογλωσσικής ανισοτιμίας» εξελίχθηκε σταδιακά σε μείζον μεταφραστικό εμπόδιο, που είτε επικύρωνε μια λατρευτική εκδοχή της αρχαιογνωσίας είτε επέβαλε ως αποκλειστικό το μοντέλο του διδακτισμού. Με τα λόγια του Δ. Ν. Μαρωνίτη : 

Ακριβώς επειδή, […] η νεοελληνική θεωρήθηκε πενιχρό αποβλάστημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της αμφισβητήθηκε και η μεταφραστική της ικανότητα, ειδικότερα ως προς τα κλασικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας. Έτσι από καλός μεταφραστικός αγωγός, η δημοτική γλώσσα αντιμετωπίστηκε ως ιδιαζόντως κακός αγωγός. Αποτέλεσμα της ενδογλωσσικής αυτής ιδεοληψίας ήταν να αναπτυχθούν στη συντηρητική μεταφραστική θεωρία και πράξη του τόπου μας δύο, συμπληρωματικές μεταξύ τους, τάσεις: η δογματικότερη απέρριπτε εξαρχής τη δυνατότητα μετάφρασης των κλασικών κειμένων στη σύγχρονη νεοελληνική· η μετριοπαθέστερη θεώρησε τη συγκεκριμένη μεταφραστική παραγωγή λύση εκπαιδευτικής και μόνον ανάγκης, επιμένοντας ότι οι νεοελληνικές μεταφράσεις κλασικών κειμένων μεταφέρουν απλώς το νόημα του πρωτοτύπου, κατά κανένα όμως τρόπο δεν αποτελούν γλωσσικό και λογοτεχνικό ισοδύναμό του.[2]

Απέναντι σε αυτό το διπλό, γλωσσικό και ιδεολογικό πρόβλημα, ο Μαρωνίτης είχε προτείνει –αλλά και είχε εμπράκτως ακολουθήσει στο έργο του– την «ισότιμη διασταύρωση» και τη γλωσσική ισοδυναμία ανάμεσα στη γλώσσα-πηγή και στη γλώσσα-στόχο. Για να γίνει αυτό, υποστήριζε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, το καταγραμμένο αρχαίο κείμενο πρέπει να «κινητοποιηθεί» εκ νέου μέσω της μετάφρασής του, αλλά και η μεταφραστική γλώσσα πρέπει να δοκιμάζει διαρκώς την ευλυγισία της.  «Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, [η μετάφραση] αποτελεί την ασφαλέστερη μέθοδο διεισδυτικής και ωφέλιμης ανάγνωσης τόσο της πρωτότυπης γλώσσας όσο και του πρωτότυπου κειμένου».

Προτείνω εισαγωγικά να κρατήσουμε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, καθώς θεωρώ πως η μετάφραση του Στέφανου Δημητρίου είναι μια «ισότιμη διασταύρωση», στην οποία το μεταφραστικό εγχείρημα προϋποθέτει, ταυτόχρονα, την αναγνωστική και την ερμηνευτική πράξη. «Εισαγωγή-μετάφραση-ερμηνευτικά σχόλια», γράφει, άλλωστε, η σελίδα τίτλου, και νομίζω, πως σε αυτή την τριπλή διάσταση του βιβλίου πρέπει να αναζητήσουμε και τη μέθοδο του συγγραφέα. Η μετάφραση του Δημητρίου είναι μια τομή στη σχετική βιβλιογραφία, ακριβώς επειδή ο συγγραφέας ακολουθεί μια διαλογική πρακτική. Δεν μεταφράζει απλώς το κείμενο αλλά βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία μ’ αυτό. Θα προσπαθήσω να περιγράψω τα επίπεδα αυτής της «συνομιλίας», ελπίζοντας ότι θα φωτίσω ορισμένες όψεις αυτού του διαλόγου με/για τον συγκεκριμένο πλατωνικό διάλογο.

 

Μετάφραση, ανάγνωση, ερμηνεία 

Στη θεωρία της μετάφρασης υπάρχει μια γνωστή παραδοχή. Η εντελέστερη και πιο προσεκτική ανάγνωση ενός βιβλίου είναι η μετάφρασή του. Ωστόσο, η ανάγνωση αυτή δεν εξαντλείται στην ακριβή σημασιολογική διερεύνηση κάποιων λέξεων, όρων ή χωρίων αλλά στο «ξεκλείδωμα» του κόσμου του μεταφραζόμενου συγγραφέα. Για αυτό και οι καλές μεταφράσεις προϋποθέτουν τη διανοητική προπαρασκευή του μεταφραστή, τη σφαιρική γνώση του θέματος αλλά και την  πολιτισμική εγγύτητα μεταξύ των δύο «συμβαλλόμενων μερών». Ο Στέφανος Δημητρίου δεν έφτασε απαράσκευος στον Πολιτικό του Πλάτωνα. Είχε προηγηθεί το έργο του Η πολιτική στον Πολιτικό του Πλάτωνα, στο οποίο μπορούμε ήδη να ανιχνεύσουμε τη μέθοδό του: η ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του βασιζόταν στη διεξοδική ανάλυση συγκεκριμένων αποσπασμάτων του κειμένου, μέσα από τη λεπτομερή εξέταση των συλλογισμών, ακόμη και σε επίπεδο προτασιακής δομής. Δεν πρόκειται για τη γνώριμη «αναλυτική» φιλοσοφική ανάγνωση αλλά για ένα είδος γνώσης, που αρμόζει και στο ίδιο το κείμενο. Εννοώ πως, αν θεωρήσουμε τον Ελεάτη Ξένο ως ένα πρόσωπο-κλειδί για το είδος του πλατωνικού φιλοσοφούντος υποκειμένου, καταλαβαίνουμε πως η πολύτροπη διαλογική διερώτησή του αφορά την ίδια τη σχέση της φιλοσοφίας με την «προβληματική του συγκεκριμένου»: τη σχέση του πολιτικού και της πολιτικής με την κοινωνία, τη σχέση της ανομοιότητας με τη διαφορά, τη σχέση της επιστήμης με την έκφραση της κρίσης. Ας μην το ξεχνάμε. Ο Πολιτικός είναι ένας επιστημολογικά μεθοδολογικός διάλογος και ο Δημητρίου έχει επιλέξει να βαδίσει πάνω στα ίχνη των υποδείξεων, που προτείνονται από το ίδιο το κείμενο.

Θα έλεγα, λοιπόν, πως η ανάλυση του Στέφανου Δημητρίου είναι μια κειμενοκεντρική ανάλυση που απλώνεται σε ομόκεντρους κύκλους: από το μέρος στον όλον, από το κείμενο στο συνολικό έργο του Πλάτωνα (αλλά και άλλων φιλοσόφων), και από τον Πλάτωνα στο κεντρικό ερώτημα που απασχολεί τον ίδιο τον μελετητή, όχι μόνο σε αυτό αλλά και σε άλλα βιβλία του. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει πως ο Δημητρίου προετοίμαζε το προηγούμενο βιβλίο του, μεταφράζοντας και ταυτόχρονα ερμηνεύοντας το πλατωνικό κείμενο, μέσα από την «εκ του σύνεγγυς» ανάπτυξη των συλλογισμών. Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, η έκδοση της μετάφρασης είναι ένα αναδρομικό συμπλήρωμα εκείνης της εργασίας, την ώρα που ο συγγραφέας «ξεκλείδωνε» το κείμενο.

Η εκδοτική επιλογή θα μπορούσε να ήταν επομένως διαφορετική: το κείμενο και η μετάφραση θα μπορούσαν να είχαν προταχθεί στην προηγούμενη εργασία του Στέφανου Δημητρίου. Θεωρώ ωστόσο πολύ σωστή την επιλογή της αυτόνομης έκδοσης της μετάφρασης, όχι μόνο γιατί πρόκειται για ένα αυτόνομο φιλοσοφικό έργο, ανοιχτό σε διάφορες θεωρήσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις αλλά και επειδή το κείμενο μετατρέπει τον μεταφραστή σε πλοηγό μιας νέας  «δημιουργικής ανάγνωσης». Αυτό μπορεί να το αντιληφθεί κανείς στα «ερμηνευτικά σχόλια», στα οποία φαίνεται πως ο συγγραφέας γνωρίζει συνθετικά το κείμενο, έτσι ώστε να μπορεί να εντάξει μια λέξη, μια έννοια ή ένα απόσπασμα στη συνολική δομή και στην επιχειρηματολογία του Πολιτικού. Το ερμηνευτικό σχόλιο δεν είναι, επομένως, ένα συμπλήρωμα της μετάφρασης αλλά μια συνοπτική «έκθεση» των πλατωνικών επιχειρημάτων.

Θεωρώ λοιπόν πως τα σχόλια του Στέφανου Δημητρίου ανήκουν σε αυτή την κατηγορία των «πρωτογενών σημειώσεων» (όρος του Βαγγέλη Μπιτσώρη), που μαρτυρούν «τη βούληση του μεταφραστή να γίνει και επεξηγητικός ερμηνευτής του κειμένου που μεταφράζει». Τι διεκδικεί μια τέτοια απόπειρα ; τη νοηματική αυτοτέλεια αλλά και τη διαμεσολαβητική γνώση ανάμεσα στο πρωτότυπο και την ερμηνεία· ή μάλλον στις μεταγενέστερες ερμηνείες, αν κρίνουμε από την παράθεση της σχετικής βιβλιογραφίας. Αν εκλάβουμε, λοιπόν, στην κυριολεξία τους τα «ερμηνευτικά σχόλια», καταλαβαίνουμε πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια πυξίδα για την κατανόηση του αρχαίου κειμένου αλλά μπροστά σε ένα δεύτερο αυτοτελές βιβλίο. 

Με αυτόν τον τρόπο, η μετάφραση προϋποθέτει την προηγούμενη εργασία του συγγραφέα και ταυτόχρονα την επεκτείνει. Του δίνει την ευκαιρία να εντάξει τα σχόλιά που είχαν προκύψει κατά την ώρα της μεταφραστικής εργασίας του σε ένα «εξηγητικό σχήμα», που παραπέμπει διαρκώς στη συνολική ερμηνευτική αποτίμηση του διαλόγου. Ένα μόνο παράδειγμα. Στο σχόλιο 325, διαβάζουμε: «Την επίδραση που άσκησε αυτή η θεώρηση της πολιτικής τέχνης στον Αριστοτέλη μπορούμε να τη διακρίνουμε στο 1276B 16-34 των Πολιτικών και ιδιαίτερα στους στίχους 18-27, όπου ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το πλατωνικό παράδειγμα με το πλοίο που ταξιδεύει…» κλπ. Καταλαβαίνουμε πως εδώ, μέσω του σχολίου, περνάμε στον δεύτερο ομόκεντρο κύκλο: η ειδική αναφορά οδηγεί στη σφαιρική γνώση · μια γνώση που δεν αφορά μόνο τον Πλάτωνα και τον συναφή Σοφιστή αλλά και την ευρύτερη αριστοτελική φιλοσοφία.

 

Τέχνη καθοδηγητική και επιμελητική

Μίλησα νωρίτερα για την «πολιτισμική εγγύτητα». Με τον όρο αυτό, δεν εννοώ, βέβαια, κάποια αναχρονιστική συγγένεια με τον αρχαίο φιλόσοφο αλλά για το γεγονός ότι η οικειότητα της γλώσσας δίνει την ευκαιρία στο συγγραφέα να σκεφτεί το μείζον και πρωταρχικό ερώτημα: «τι είναι» και σε τι χρειάζεται η πολιτική;  Θα λέγαμε πως στον Πολιτικό ο Πλάτωνας κατοχυρώνει την έννοια της «πολιτικής επιστήμης», καθώς η πολιτική είναι μια τέχνη που, για την άσκησή της, προϋποθέτει αντίστοιχη γνώση. Είναι μια τέχνη συνάμα γνωστική και καθοδηγητική, με άξονα τη φροντίδα για το κοινό ανθρώπινο συμφέρον –αυτό που χάθηκε μετά τη «χρυσή εποχή»– αλλά και με τη χρήση των βοηθητικών τεχνών (ρητορική, δικαστική, στρατηγική). Η πολιτική είναι, επομένως μια τέχνη «επιμελητική», για την οποία ο πολιτικός άνδρας πρέπει να έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της κοινότητας αλλά και να γνωρίζει τις τεχνικές της ύφανσης μεταξύ όμοιων και ανόμοιων στοιχείων, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου βίου. Η αναλογία της πολιτικής με την ύφανση, αφορά τη σύνθεση αυτών των ανόμοιων στοιχείων αλλά από μόνη της δεν είναι αρκετή. Πρέπει να συνοδεύεται από την ορθή κρίση, με μετριοπάθεια αλλά και με τον συνυπολογισμό της συγκυρίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική είναι απολύτως συνδεδεμένη με το νοητικό (αυτό)έλεγχο της ίδιας της παραγωγής της αλλά και των συνεπειών των πράξεών της.

Ο Πολιτικός του Πλάτωνα είναι, επομένως, μια άσκηση γύρω από την αυτονομία της πολιτικής σκέψης και πράξης. Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Στέφανου Δημητρίου γιατί η διατύπωσή του είναι ακριβής: «Μόνον η δική μας ελεύθερη, αυτοπροσδιοριζόμενη σκέψη και κριτική μάς παρέχει τη δυνατότητα να ελέγχουμε τη συνάφεια των πεποιθήσεών μας με τον κόσμο και να διεκδικούμε τη γνώση. Αυτή είναι και η διαφορά ανάμεσα στον έλλογο αυτοπροσδιορισμό και την αυθαιρεσία της αυτοεπιβεβαίωσης». Να λοιπόν, που σε αυτό το σημείο, φτάνουμε στην πολιτισμική εγγύτητα με το σύμπαν του συγκεκριμένου κειμένου. Τα κεντρικά ερωτήματα που απασχολούν σχεδόν όλο το έργο του Δημητρίου αφορούν την έννοια της αυτονομίας, της ελευθερίας αλλά και του έλλογου ελέγχου των ηθικών και πολιτικών κρίσεων. Θα έλεγε κανείς πως το δικό του «υφαντό» έχει προκύψει από τις κλωστές εκείνου του πλατωνικού «υφαντού», καθώς τα ερωτήματα είναι εφαπτόμενα.

Θα πρόσθετα, ωστόσο, πως δεν είναι μόνο η επιστημονική περιέργεια που καλλιεργεί αυτή την εγγύτητα. Είναι και ο τρόπος που κατανοεί ο Στέφανος Δημητρίου τη σχέση της επιστήμης με την πολιτική, μέσα από μια ορισμένη διανοητική και πολιτική παράδοση. Μικρή παρέκβαση:  Τον Δεκέμβριο του 1940 κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Ιωάννου και Π. Ζαχαροπούλου ο Σοφιστής του Πλάτωνα, με διεξοδική εισαγωγή, αρχαίο κείμενο, μετάφραση και σχόλια από τον ψευδώνυμο Δ. Αλεξάνδρου. Πρόκειται ασφαλώς για τον Δημήτρη Γληνό. Δεν είναι τυχαίο πως στο κείμενο αυτό, ο Γληνός, με κατασταλαγμένες πλέον τις απόψεις του για την κληρονομιές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, θα προτείνει την ίδρυση ενός Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών, καθώς αντιλαμβάνεται την κατεπείγουσα επικαιρότητα του θέματος: «Από τους δρόμους, που άνοιξαν οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, θα περάσει αναγκαστικά για να βαδίσει παραπέρα κι ο νέος κόσμος, αν πρόκειται να σημαίνει συνέχεια και προκοπή του πολιτισμού και όχι ξαναγύρισμα σε περασμένα σκοτάδια και βαρβαρότητα».

Ίσως τα σκοτάδια και η βαρβαρότητα είναι και πάλι μπροστά μας. Και γι’ αυτό μας χρειάζονται τα καλά βιβλία αλλά και οι πολύτιμες φιλίες. Έχω παρακολουθήσω τον αγώνα του Στέφανου Δημητρίου να ολοκληρώσει το εγχείρημά του σε όλα τα στάδια. Με τη διαρκή παραίνεση του Διονύση Καψάλη, με το γόνιμο σεμινάριο της Παρασκευής στην αυλή του ΜΙΕΤ, με τις συζητήσεις και τις κοινές αγωνίες μας για το μέλλον του ρεπουμπλικανικού «πολιτικού φιλελευθερισμού», σε έναν κόσμο που μοιάζει να μπαίνει σε πολλαπλές κρίσεις και σε αυταρχικούς πειρασμούς, ο Στέφανος Δημητρίου ολοκλήρωσε και μας δώρισε το δικό του «ύφασμα», απευθυνόμενος, και αυτός, «σε χαρακτήρες ανδρείων και σωφρόνων ανθρώπων». Τον ευχαριστούμε γι’ αυτό.

 

[1] Το κείμενο διαβάστηκε σε βιβλιοπαρουσίαση, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (10/6/2025).

[2]   https://www.greek-language.gr/greekLang/studies/guide/thema_f2/index.html

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.