Σύμφωνα πάντα με το αφήγημα αυτό, οι σχέσεις εμπιστοσύνης Τύπου και εξουσίας στην Ουάσιγκτον άρχισαν να διαρρηγνύονται το 1968, όταν τα ψέματα που έλεγε στους Αμερικανούς και στον κόσμο, μέσω του Τύπου, η κυβέρνηση του Λίντον Τζόνσον, δημιούργησαν το λεγόμενο credibility gap, το «χάσμα αξιοπιστίας», όπως ονομάστηκε η εντύπωση όλων ότι ο Λευκός Οίκος δεν έλεγε την αλήθεια σχετικά με την ανάμειξη των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.
Τελικά, οι σχέσεις Τύπου και εξουσίας διαλύθηκαν ολοκληρωτικά μετά τη δημοσίευση, το 1971, από τους New York Times και την Washington Post, των Pentagon Papers («Εγγράφων του Πενταγώνου»), δηλαδή της μυστικής μελέτης του υπουργείου Αμύνης για την ανάμειξη των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, από τη δεκαετία του 1940 μέχρι το 1968. Στο κείμενο αυτό στοιχειοθετείται ρητά ότι διαδοχικές κυβερνήσεις των ΗΠΑ, από τον Τρούμαν μέχρι τον Τζόνσον, όχι μόνο έλεγαν ψέματα για το εύρος της αμερικανικής ανάμειξης στο Βιετνάμ αλλά δεν πίστευαν σε καμία φάση ότι η Γαλλία ή οι ΗΠΑ έχουν πιθανότητα νίκης εναντίον, αρχικά, των Βιετμίνχ και, αργότερα, των Βιετκόνγκ.
Από τότε, η σχέση μεταξύ των δημοσιογράφων και της εξουσίας, στον Λευκό Οίκο και στο Κογκρέσο, έγινε έντονα ανταγωνιστική και συγκρουσιακή. Το σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ, την επόμενη χρονιά, απλώς έβαλε την ταφόπλακα στις πάλαι ποτέ αγαθές σχέσεις δημοσιογράφων με πολιτικούς.
Ή, τουλάχιστον, αυτή είναι η κοινή εντύπωση που επικρατεί στις ΗΠΑ.
Ο Τύπος και το ψέμα
Στο βιβλίο της City of Newsmen, η Κάθριν Τζ. ΜακΓκαρ (Kathryn J. McGarr), καθηγήτρια δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin-Madison, καταρρίπτει ένα μεγάλο μέρος αυτής της εντύπωσης και δείχνει ότι η αλήθεια είναι σχεδόν αντίθετη από τις εντυπώσεις.
Οι δημοσιογράφοι, δηλαδή, που κάλυπταν το ρεπορτάζ «εθνικής ασφαλείας» (τον Λευκό Οίκο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τις μυστικές υπηρεσίες) τις δεκαετίες 1940, 1950 και 1960, γνώριζαν ότι οι ανακοινώσεις και οι δηλώσεις των κυβερνητικών αξιωματούχων περιείχαν ψέματα και είχαν σκοπό να παραπλανήσουν τον αμερικανικό λαό αλλά τα επαναλάμβαναν και τα περιλάμβαναν στα ρεπορτάζ που δημοσίευαν γιατί θεωρούσαν ότι, με τον τρόπο αυτό, εξυπηρετούσαν τα εθνικά συμφέροντα της πατρίδας τους.
Το βιβλίο της ΜακΓκαρ είναι στοιχειοθετημένο με εξαιρετική λεπτομέρεια. Η παράθεση όλων των πηγών του βιβλίου καταλαμβάνει 15 σελίδες, οι σημειώσεις 38 σελίδες και η απαρίθμηση των συλλογών αρχείων από όπου άντλησε πρωταρχικές πηγές (επιστολές, μνημόνια, έγγραφα, σημειώσεις, κ.λπ.) καταλαμβάνει τρεις σελίδες. Οι αφηγήσεις βασίζονται, μεταξύ άλλων, σε επιστολές και σημειώματα που αντάλλασσαν οι δημοσιογράφοι με συναδέλφους τους, με τους αρχισυντάκτες και τους εκδότες τους, και με μέλη των οικογενειών τους.
Ώς το 1933, η Ουάσιγκτον ήταν μια επαρχιακή πόλη με σχεδόν μηδενικό δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Τα κύρια ΜΜΕ των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και όλοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, έδρευαν στη Νέα Υόρκη και στο Σικάγο. Η Ουάσιγκτον ήταν η έδρα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η οποία, μέχρι το 1933, είχε σχετικά ελάχιστη ανάμειξη ή παρουσία στη ζωή της χώρας.
Το Μεγάλο Κραχ, που ξεκίνησε τον Οκτώβριο 1929 στη Wall Street, τα άλλαξε όλα. Η οικονομία της χώρας διαλύθηκε και το 1933 το ΑΕΠ ήταν 25% χαμηλότερο από ό,τι το 1929. Εκατομμύρια Αμερικανοί δεν είχαν να φάνε και να ταΐσουν τα παιδιά τους. Η αγροτική οικονομία είχε εξαϋλωθεί γιατί χρεοκόπησαν χιλιάδες επαρχιακές τράπεζες που χρηματοδοτούσαν την αγροτική παραγωγή.
Η άνοδος του FDR στην εξουσία και η μεγέθυνση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ως αποτέλεσμα του πρωτοφανούς νομοθετικού προγράμματος του FDR για την αντιμετώπιση της οικονομικής καταστροφής του Μεγάλου Κραχ, οδήγησε εκατοντάδες δημοσιογράφους από όλη τη χώρα να συρρεύσουν στην Ουάσιγκτον για να καλύψουν τα «σπουδαία πράγματα που είναι σε εξέλιξη», για να δανειστώ μια έκφραση από τον πρώτο τόμο της βιογραφίας του Lyndon Johnson από τον Robert Caro που αποδίδεται στον μετέπειτα πρόεδρο των ΗΠΑ («Great things are afoot!»).
Οι δημοσιογράφοι αυτοί ήταν, στη συντριπτική πλειονότητά τους, από τις μεσοδυτικές πολιτείες, παιδιά της μεσαίας τάξης ή αγροτικών οικογενειών, απόφοιτοι δημόσιων πανεπιστημίων. Αυτό είναι αξιοπρόσεκτο γιατί σημαίνει ότι δεν είχαν υπάρξει συμφοιτητές των πολιτικών και των δημόσιων λειτουργών που κάλυπταν δημοσιογραφικά (οι οποίοι ήταν απόφοιτοι των κολεγίων της Ivy League – Harvard, Yale, Princeton, Columbia, Cornell, Dartmouth, κ.λπ.) και έτσι δεν δεσμεύονταν από αισθήματα καθήκοντος προς την κοινωνική τάξη τους ή αλληλεγγύης προς συμφοιτητές τους.
Οι δημοσιογράφοι που πήγαν στην Ουάσιγκτον τη δεκαετία του 1930 για να καλύψουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχαν, όμως, μια πολιτική ατζέντα: την προώθηση και υποστήριξη της ανάμειξης των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή και την εναντίωση, με όσα μέσα διέθεταν (δηλαδή, κυρίως, με την πένα τους), στην απομονωτική πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Οι δημοσιογράφοι, αρκετοί εκ των οποίων είχαν πολεμήσει στα γαλλικά και στα βελγικά χαρακώματα το 1917-18, θεωρούσαν ότι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν πιο ενεργό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα την περίοδο πριν από το 1914 ο κόσμος δεν θα κατέληγε στην παραφροσύνη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και ήταν αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να οδηγήσουν τις ΗΠΑ σε πιο «διεθνιστική» εξωτερική πολιτική.
Η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έκανε την Ουάσιγκτον το επίκεντρο της παγκόσμιας πολεμικής εκστρατείας εναντίον του Άξονα. Πολλοί από τους ρεπόρτερ που κάλυπταν το State Department μετακόμισαν στο Λονδίνο ήδη από τις αρχές του 1940 και ήταν παρόντες στην Μάχη της Αγγλίας (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1940) και στο Blitz, δηλαδή στον βομβαρδισμό του Λονδίνου από τη Luftwaffe (Σεπτέμβριος 1940 – Μάιος 1941).
Η συνύπαρξη πολλών από αυτούς στο Λονδίνο του Blitz δημιούργησε ισχυρούς δεσμούς φιλίας και συναδελφικότητας, οι οποίοι, στην μεταπολεμική Ουάσιγκτον του Ψυχρού Πολέμου, μεταφράστηκαν σε ένα κλειστό κλαμπ ρεπόρτερ που κάλυπταν τα κέντρα ισχύος και ελέγχου της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.
Πριν από τον πόλεμο, οι δημοσιογράφοι που κάλυπταν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχαν δημιουργήσει αποκλειστικά κλαμπ στα οποία συγκεντρώνονταν, έτρωγαν και έπιναν φτηνά, και αντάλλασσαν πληροφορίες. Τα κλαμπ αυτά (Gridiron, National Press Club, κλπ.) δέχονταν για μέλη μόνο λευκούς άντρες, πράγμα που σήμαινε ότι γυναίκες και μαύροι δημοσιογράφοι ήταν αποκλεισμένοι από τα δίκτυα ανταλλαγής πληροφοριών και, ως συνέπεια, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσληφθούν από αξιόλογες εφημερίδες για το ρεπορτάζ της Ουάσιγκτον.
Εκτός των κλαμπ αυτών, όμως, η ελίτ του δημοσιογραφικού κόσμου της πρωτεύουσας (δηλαδή, κυρίως, οι ανταποκριτές των New York Times, New York Herald Tribune, Chicago Tribune, Wall Street Journal, Christian Science Monitor, Washington Post, TIME, CBS News και μερικών άλλων) είχε επινοήσει έναν άλλο, πιο αποτελεσματικό τρόπο ελέγχου της ροής πληροφοριών προς το κοινό και επιβολής των πολιτικών απόψεων της στο σύνολο των ανταποκριτών. Ο τρόπος αυτός ήταν οι κλειστές συναντήσεις περιορισμένου αριθμού «έμπιστων» δημοσιογράφων με κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης Ρούσβελτ για μεταφορά πληροφοριών που δεν προορίζονταν για δημοσίευση αλλά μόνο για ενημέρωση των δημοσιογράφων. Οι ενημερώσεις χαρακτηρίζονταν ως deep background, με άλλα λόγια ό,τι συζητείτο εκεί δε μπορούσε να δημοσιευτεί ή να συζητηθεί με άλλους, ούτε ως αποδιδόμενο σε «μη κατονομαζόμενους κυβερνητικούς αξιωματούχους» ή σε «κύκλους του τάδε ή δείνα υπουργείου».
Ο κύκλος αυτός ενημερώσεων ξεκίνησε στη διάρκεια του πολέμου, όταν, πρώτα ο στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ, τότε αρχηγός του αμερικανικού ΓΕΕΘΑ, και μετά ο ναύαρχος Έρνεστ Κινγκ, αρχηγός του στόλου και διοικητής ναυτικών επιχειρήσεων του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, άρχισαν να κάνουν εβδομαδιαίες, ανεπίσημες ενημερώσεις σε επιλεγμένους δημοσιογράφους σχετικά με την πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων και των πολιτικών εξελίξεων.
Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση ήλεγχε τη ροή πληροφοριών, γιατί ό,τι ήταν απόρρητο το μοιραζόταν με τους κορυφαίους δημοσιογράφους της πόλης και από εκείνη τη στιγμή όποιος παρέβαινε τους κανόνες και τις δημοσίευε κινδύνευε με αποκλεισμό και επαγγελματικό θάνατο.
Το «κράτος εθνικής ασφαλείας»
Το τέλος του πολέμου σήμανε το μετασχηματισμό της αμερικανικής κυβέρνησης σε
«national security state», δηλαδή σε μηχανισμό εξουσίας και διοίκησης η κύρια και πρωταρχική απασχόληση του οποίου ήταν η εθνική ασφάλεια, η στρατιωτική υπεροχή και η διεξαγωγή του «Ψυχρού Πολέμου» εναντίον του κομμουνιστικού στρατοπέδου.
Οι δημοσιογράφοι που ήταν διαπιστευμένοι στην Ουάσιγκτον, σχεδόν μέχρι τελευταίου, θεωρούσαν ότι η αρωγή στον αγώνα εναντίον της ΕΣΣΔ και των δορυφόρων της ήταν πιο βαρύνουσα από την αντικειμενική πληροφόρηση του αμερικανικού λαού, δηλαδή του κοινού τους. Η Κάθριν Τζ. ΜακΓκαρ συζητά μια σειρά επεισοδίων της περιόδου εκείνης κατά τα οποία οι δημοσιογράφοι άλλα γνώριζαν και άλλα έγραφαν για τα όσα διαδραματίζονταν. Μάλιστα, παρατίθενται σημειώματα μεταξύ τους και με τους διευθυντές ή τους εκδότες τους (π.χ. με τον Arthur Sulzberger και τον Orvil Dryfoos των New York Times) όπου τους δίνονται οδηγίες να μη δημοσιεύσουν πληροφορίες που γνώριζαν αλλά που θα μπορούσαν να πλήξουν την εικόνα των ΗΠΑ.
Μετά τον πόλεμο, η μυστικότητα συνέχισε να περιβάλλει τα πάντα. Και ενώ η κυβέρνηση χαρακτήριζε την εξωτερική και την αμυντική πολιτική της ως εκστρατεία εναντίον του κομμουνισμού, και αυτό προέβαλαν και τα ΜΜΕ, στις ιδιωτικές επαφές τους και στις συζητήσεις τους οι ανταποκριτές στην Ουάσιγκτον διακωμωδούσαν τις κυβερνητικές διακηρύξεις και τις χαρακτήριζαν «ψέματα» και «εξαπάτηση του κοινού». Σιγά σιγά, η συμβιωτική σχέση δημοσιογράφων-κυβέρνησης υπονομεύτηκε και κατέρρευσε με πάταγο. Τα ψέματα των κυβερνητικών αξιωματούχων ήταν τόσο εξοργιστικά και οι πράξεις τους τόσο αυθαίρετες και ζημιογόνες που οδήγησαν όλο το δημοσιογραφικό σώμα της Ουάσιγκτον να στραφεί εναντίον τους.
Η ρήξη, αντίθετα με ό,τι πιστεύεται σήμερα, δεν ήταν το Βιετνάμ και τα «Έγγραφα του Πενταγώνου». Η ρήξη επήλθε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και τα πρώτα χρόνια της προεδρίας Κένεντι, όταν οι δημοσιογράφοι αρνήθηκαν να συνεχίσουν να αναπαράγουν τα ψέματα που έλεγαν στον αμερικανικό λαό ο Τζον Φόστερ Ντάλες, υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Αϊζενχάουερ, και ο αδελφός του, Άλεν Ντάλες, διευθυντής της CIA την περίοδο 1953-61.
Οι αδελφοί Ντάλες, ακροδεξιοί Ρεπουμπλικανοί, κατ’ επάγγελμα δικηγόροι στη Wall Street, ήταν αυτοί που, κατ’ ουσίαν, δημιούργησαν το «εγχειρίδιο διεξαγωγής του Ψυχρού Πολέμου» που, λίγο-πολύ, ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες από το 1953 έως το 1989. Οι επεμβάσεις της CIA στα εσωτερικά ξένων χωρών, η διενέργεια πραξικοπημάτων, η παραπληροφόρηση της αμερικανικής κοινωνίας ήταν έργο των αδελφών Ντάλες, προς τιμήν των οποίων έχει ονομαστεί το διεθνές αεροδρόμιο της Ουάσιγκτον....
Ο βίος και η πολιτεία των δύο στο State Department και στη CIA ήταν η αιτία του τερματισμού των σχέσεων συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Τύπου και κυβέρνησης στην Ουάσιγκτον του Ψυχρού Πολέμου. Και οι σχέσεις αυτές από τότε δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ τελείως. Με συνέπεια οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ στα οποία εργάζονται να μη διστάζουν να αποκαλύπτουν κάθε είδους πληροφορία που έχει σχέση με ενέργειες της κυβέρνησης των ΗΠΑ στο εξωτερικό, όσο και εάν κάτι τέτοιο «βλάψει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ», όπως συχνά πυκνά προειδοποιεί η «επίσημη Ουάσιγκτον».
Είναι ενδιαφέρον ότι το φθινόπωρο 2002 και τον χειμώνα 2003, τα αμερικανικά ΜΜΕ, με προεξέχοντες τους New York Times και τη διαπιστευμένη στο Πεντάγωνο ανταποκρίτριά τους Τζούντιθ Μίλερ, ανέστειλαν τη δυσπιστία τους σε ό,τι ανακοίνωνε η κυβέρνησή τους και δημοσίευσαν, άκριτα, ό,τι «πληροφορία» τους έδωσε η κυβέρνηση Μπους για το (ανύπαρκτο) πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών και χημικών όπλων του Σαντάμ Χουσεΐν. Με τον τρόπο αυτό δημιούργησαν το κλίμα που οδήγησε στην εισβολή στο Ιράκ τον Μάρτιο του 2003. Εκ των υστέρων, αποδείχτηκε ότι τέτοιο πρόγραμμα δεν υπήρχε, οι πληροφορίες ήταν μη διασταυρωμένες και οι New York Times, και άλλα ΜΜΕ, απλώς ενεργούσαν ως γραφείο Τύπου του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου, εν αγνοία τους.
Τι σημαίνει δημοσιογραφία
Το βιβλίο της Κάθριν Τζ. ΜακΓκαρ δεν είναι για τον καθένα. Καταρχάς δεν είναι μεταφρασμένο στα ελληνικά και ο αναγνώστης πρέπει να το παραγγείλει από το εξωτερικό (amazon.com, University of Chicago Press, κ.λπ.) και να το διαβάσει στα αγγλικά. Μετά, το θέμα του είναι εξαιρετικά εξειδικευμένο και πραγματεύεται μιαν άλλη εποχή. Είναι ένα βιβλίο ιστορίας για τις σχέσεις των δημοσιογράφων με την κυβέρνηση στην πιο σημαντική χώρα του κόσμου τα τελευταία 85 χρόνια και ένα κλειδί κατανόησης όχι μόνο των πολιτικών αλλά και της εξέλιξης αυτής της κυβέρνησης τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.
Αυτό που, στο τέλος, κρατάει ο αναγνώστης είναι μια ματιά στη γέννηση της σύγχρονης αμερικανικής δημοσιογραφίας. Και γιατί είναι αυτό ενδιαφέρον; – θα ρωτήσει κάποιος. Για δύο λόγους.
Πρώτον, γιατί αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως «δημοσιογραφία» δημιουργήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Ώς τότε, όλες οι εφημερίδες του κόσμου δημοσίευαν κυρίως γνώμες, κομματική προπαγάνδα, πληροφορίες που δεν είχαν διασταυρωθεί, κ.λπ. Η πρακτική της δημοσίευσης διασταυρωμένων πληροφοριών χωρίς την έκφραση γνώμης, ο διαχωρισμός του ρεπορτάζ από τα σχόλια και τις γνώμες και, εξίσου σημαντικό, η ερευνητική δημοσιογραφία αποτελούν συμβολή της κοινωνίας των πολιτών των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο που ζούμε.
Δεύτερον, γιατί η φράση «όπως έγραψαν οι New York Times» έχει τεράστιο ειδικό βάρος, από τον Αμαζόνιο μέχρι τον Αρκτικό Κύκλο, και η κατανόηση της ιστορίας και της λειτουργίας αυτού του παγκόσμιου θεσμού είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα και σημαντική για τον μελετητή της ιστορίας και τον αναλυτή του σήμερα.