Σύνδεση συνδρομητών

Ο ανταποκριτής στη Βόρειο Ήπειρο

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2026 08:54
Ο ανταποκριτής στη Βόρειο Ήπειρο
Ο Ζίγκμουντ Μινέικο το 1861, φοιτητής στην Αγία Πετρούπολη. Είχε γεννηθεί το 1840 στο χωριό Μπαλβανίσκι κοντά στο Λβοφ της Πολωνίας. Εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1891. Παντρεύτηκε στα Γιάννινα την Περσεφόνη Μάναρη, και έκαναν εννιά παιδιά. Ανάμεσά τους κα

Ζίγκμουντ Μινέικο, Ελλάδα, Αλβανία και Ήπειρος. Η ματιά ενός Πολωνού μηχανικού στο ζήτημα της Β. Ηπείρου (1914-1916), μεταγραφή - μετάφραση: Αναστασία Χατζηγιαννίδη, εισαγωγή - σημειώσεις: Νίκος Σαραντάκος, Ρόπτρον, Αθήνα 2025, 224 σελ.

Πολλά είναι τα σημαντικά γεγονότα της ελληνικής ιστορίας που παραμένουν στην σκιά, όπως αυτά της Ηπείρου του 1914-1918. Το βιβλίο Ελλάδα, Αλβανία και Ήπειρος του Ζίγκμουντ Μινέικο ή Σιγισμούνδου Μινέικου, όπως μεταφέρθηκε στα ελληνικά εκείνης της εποχής, έρχεται να φωτίσει πλευρές αυτού του κενού.

Είναι οι ανταποκρίσεις που στέλνονται απ’ αυτόν από τις αρχές του 1914 στην πολωνική εφημερίδα του Λβοφ[1] (σήμερα Λβιβ της Ουκρανίας) για το θέμα της Βορείου Ηπείρου. Οι ανταποκρίσεις διακόπηκαν με την έναρξη του μεγάλου ευρωπαϊκού πολέμου, λόγω αδυναμίας της αποστολής τους λόγω της έναρξης του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, ενώ κάποιες χάθηκαν. Όταν ο Μινέικο αντιλήφθηκε  αυτή την αδυναμία συνέχισε τις σημειώσεις του για τα γεγονότα. Οι σημειώσεις αυτές αποτελούν το δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου που παρουσιάζεται εδώ.

Ο Μινέικο στα κείμενά του προωθούσε τις ελληνικές θέσεις αλλά, όντας Πολωνός που γράφει για το πολωνικό κοινό, είναι σαφές ότι κρατάει κάποιες αποστάσεις .

Το ωραίο από κάθε άποψη βιβλίο εκδίδεται από τις επανεμφανιζόμενες εκδόσεις Ρόπτρον. Η ποιότητα της έκδοσης είναι υψηλή και μας κάνει να πιστεύουμε ότι άλλη μια εκδοτική εταιρεία θα φέρει ποιοτικά προϊόντα στη δύσκολη αγορά του βιβλίου στη χώρα μας.

 Ο συγγραφέας των κειμένων αυτών, Ζίγκμουντ Μινέικο, γεννήθηκε το 1840 στο χωριό Μπαλβανίσκι κοντά στο Λβοφ και ήταν γόνος μιας οικογένειας πολωνών κατώτερων ευγενών. Εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1891, και σύντομα προσελήφθη ως αλλοδαπός μηχανικός, στην αρχή ως νομομηχανικός Αχαιοήλιδος.

Αργότερα, στους Βαλκανικούς πολέμους, ήταν στα Γιάννινα όπου βοήθησε τους Έλληνες να καταλάβουν το φρούριο του Μπιζανίου, δίνοντας πληροφορίες για τη δομή του.

Στα Γιάννινα παντρεύτηκε την Περσεφόνη, κόρη του Σπύρου Μάναρη, μαθηματικού και γυμνασιάρχη της Ζωσιμαίας Σχολής. Έκαναν εννιά παιδιά, από τα οποία ενηλικιώθηκαν τα εφτά. Ήταν πέντε κόρες, η Ανδρομάχη, η Σεσίλια-Ελευθερία, η Γιαντβίγκα, η Σοφία (η μετέπειτα σύζυγος  του Γεώργιου Παπανδρέου και μητέρα του Ανδρέα) και η Σαπφώ, καθώς και δυο γιοι, ο Στανισλάβ[2] και ο Καζίμιεζ-Ευθύμιος.

«Ο κύριος όγκος της δημοσιογραφικής εργασίας του Μινέικο αφορά τρεις περιόδους: τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896 και το κρητικό ζήτημα, έως και τον πόλεμο του 1897· ύστερα από παύση αρκετών ετών, τους βαλκανικούς πολέμους· τέλος, το ηπειρωτικό ζήτημα». Αυτές οι τελευταίες περίοδοι μεταγράφηκαν (οι πιο πολλές ήταν χειρόγραφες  και απαιτούσαν μεγάλο και επίπονο έργο) και μεταφράστηκαν ωραία από την Αναστασία Χατζηγιαννίδη.  

Δεν γνωρίζω ποια ήταν η πολωνική γλώσσα στην οποία έγραφε ο Μινέικο 112 χρόνια πριν. Σήμερα,  όμως, έχουμε, τύχη αγαθή, ένα βιβλίο που συμβάλλει στην ιστορία της Βορείου Ηπείρου στη νεότερη ελληνική, εξαιρετικά επιμελημένο. Οι σημειώσεις του Νίκου Σαραντάκου φωτίζουν και εμβαθύνουν σε πλευρές της ιστορίας αυτής. Παρατίθενται στη συνέχεια μερικά αποσπάσματα της εισαγωγής του:    

«Στα τέλη του 19ου αιώνα, τα εδάφη που σήμερα απαρτίζουν το αλβανικό κράτος ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ήδη από τότε, και περισσότερο από τις αρχές του 20ού αιώνα, Ιταλία και Αυστροουγγαρία θεωρούσαν ότι η δημιουργία αλβανικού κράτους θα ευνοούσε τις βλέψεις τους για επέκταση της επιρροής τους στα Δυτικά Βαλκάνια. Προωθούσαν την ιδέα αυτή ενόψει της αναμενόμενης κατάρρευσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας· ταυτόχρονα, βρίσκονταν μεταξύ τους σε ανταγωνισμό δεδομένου ότι οι Ιταλοί ερωτοτροπούσαν με την ιδέα της αποκλειστικής επιρροής στην Αδριατική. […]

Το αλβανικό ζήτημα φυσικά το προωθούσαν και οι ίδιοι οι Αλβανοί. Στις 28 Νοεμβρίου 1912, ο Ισμαήλ Κεμάλ συγκάλεσε συνέλευση στην Αυλώνα και κήρυξε την ανεξαρτησία της Αλβανίας, της οποίας υπήρξε ο πρώτος πρωθυπουργός. Ωστόσο, το νεοσύστατο κράτος δεν αναγνωρίστηκε από τις κυβερνήσεις της Ευρώπης και δεν έλεγχε παρά μια μικρή περιοχή. Καθώς η ελληνική προέλαση συνεχιζόταν στην Ήπειρο, τον Μάρτιο του 1913 ο ελληνικός στρατός έφτασε στα πρόθυρα της Αυλώνας την οποία απέφυγε να καταλάβει ύστερα από έντονα παρασκηνιακά διαβήματα των Ιταλών.

Τελικά, στη Συνθήκη ειρήνης του Λονδίνου (Μάιος 1913) οι μεγάλες δυνάμεις άφησαν σε εκκρεμότητα το ζήτημα της Αλβανίας και του καθεστώτος των νησιών του Αιγαίου, θέλοντας να πιέσουν την Ελλάδα σε υποχωρήσεις στο πρώτο ώστε να ικανοποιηθεί στο δεύτερο. Τον Αύγουστο του 1913 υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, που αναγνώριζε ανεξάρτητο αλβανικό κράτος ρυθμίζοντας τις εκκρεμότητες κατά τα συμφέροντα των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, και συστήθηκε Διεθνής Επιτροπή για τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων». Η Επιτροπή εκείνη δημιούργησε το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας που «χάραξε την ελληνοαλβανική μεθόριο (ίδια με τη σημερινή), αφήνοντας εκτός συνόρων το βόρειο τμήμα τής έως τότε ενιαίας Ηπείρου· τότε πλάστηκε ο όρος Βόρειος Ήπειρος. Από το σημείο αυτό αρχίζουν οι λεπτομερείς καταγραφές του Μινέικο στο βιβλίο».

«Στις 31 Ιανουαρίου/13 Φεβρουαρίου 1914 οι μεγάλες δυνάμεις κοινοποίησαν στην ελληνική κυβέρνηση τις αποφάσεις τους με τις οποίες η παραχώρηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (πλην Ίμβρου και Τενέδου) στην Ελλάδα συνδεόταν με την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Βόρειο Ήπειρο κατ’ εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας, ώστε να δημιουργηθεί το αλβανικό κράτος».

«Τέσσερις μέρες μετά τη διακοίνωση των Δυνάμεων εκπρόσωποι των Βορειοηπειρωτών συγκρότησαν στο Αργυρόκαστρο την Προσωρινή Κυβέρνηση της  Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Χρηστάκη-Ζωγράφο. Η ελληνική κυβέρνηση κράτησε στάση ουδετερότητας απέναντι στην Αυτόνομη Δημοκρατία, για να μη δώσει λαβή στις μεγάλες δυνάμεις».

Ανεπίσημα ο λαός με εράνους και αποστολή εθελοντών (πολλοί από αυτούς αξιωματικοί του στρατού) βοηθούσε καθοριστικά τον βορειοηπειρωτικό αγώνα.

«Την ίδια περίοδο, ιδρύθηκε το Πριγκιπάτο της Αλβανίας και ο θρόνος του δόθηκε στον Γερμανό πρίγκιπα Γουλιέλμο του Βιντ, αξιωματικό του γερμανικού στρατού, με πρωτεύουσα το Δυρράχιο. Την ασφάλεια την είχε αναλάβει διεθνής χωροφυλακή, αποτελούμενη κυρίως από Ολλανδούς. Ωστόσο αμέσως ξέσπασαν εξεγέρσεις μουσουλμάνων στην κεντρική Αλβανία».

Οι Ηπειρώτες δημιούργησαν αυτόνομο ελληνικό κράτος με πρωτεύουσα το Αργυρόκαστρο και αντιστάθηκαν επιτυχημένα απέναντι στους Αλβανούς που τους επιτέθηκαν.

«Οι νίκες των αυτονομιακών προκάλεσαν μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων και τελικά στις 4/17 Μαΐου υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας που παραχωρούσε εκτεταμένη αυτονομία στη Βόρειο Ήπειρο μέσα στο αλβανικό κράτος».

Αργότερα, σε καθεστώς Διχασμού, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχασαν τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων της ελληνικής επικράτειας και η Βόρειος Ήπειρος τέθηκε υπό τον έλεγχο ιταλικών και γαλλικών στρατευμάτων. Εδώ τελειώνουν και οι καταγραφές στο τετράδιο του Ζίγκμουντ Μινέικο.

«Με το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η τύχη της Αλβανίας ως κράτους τέθηκε και πάλι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η Ελλάδα δεν πίεσε πολύ για τη Β. Ήπειρο επειδή είχε πολύ σπουδαιότερες μικρασιατικές βλέψεις, έτσι η περιοχή επιδικάστηκε οριστικά στην Αλβανία, με σαφώς πιο περιορισμένη αυτονομία σε σύγκριση με το 1914».

Η Ιταλία ήταν μεταξύ των νικητών και ο λόγος της ακούστηκε στην προκείμενη διευθέτηση, όπως και της Ελλάδας. Για την τελευταία θα ήταν φοβερό να καταλάβουν άλλοι τα ελληνικά νησιά, και μάλιστα οι Ιταλοί (βρίσκονταν ήδη από το 1911 στα Δωδεκάνησα), αποκλείοντας την Ελλάδα από τη φυσική της θάλασσα.

Τελικά, πάντως, αποδείχτηκε δύσκολο να επιλεγεί ένα τμήμα του βιβλίου που να διαβάζεται αυτόνομα. Όχι γιατί δεν υπήρχαν τέτοια – υπήρχαν πολλά και σημαντικά. Αλλά ποιο απ’ όλα μπορούσε να είναι εμβληματικό της  δολιχοδρομούσας διήγησης του Μινέικο; Έτσι, ενδεικτικά, επελέγη το κείμενο που ακολουθεί το οποίο ανήκει στις χειρόγραφες σημειώσεις του Μινέικο, τον Δεκέμβριο του 1914, και μιλάει για τον Εσάτ πασά[3] στην Αυλώνα.

 

Ο Εσάτ πασάς στην Αυλώνα

Σύμφωνα με πληροφορίες που φτάνουν από την Αυλώνα, ο Εσάτ πασάς εγκατέστησε εκεί 600 ένοπλους Γκέκηδες, των οποίων ο αριθμός θα αυξηθεί σύντομα με νέα μεταφορά, προκειμένου να προκαλέσουν ταραχές στην πόλη και στα γύρω χωριά ανάμεσα στον τοπικό πληθυσμό, δίνοντας στους Ιταλούς την αφορμή για την πραγματοποίηση της κατοχής.

Για τη συντήρηση αυτής της μεγάλης ένοπλης δύναμης ο Εσάτ πασάς θα λαμβάνει γενναιόδωρη πληρωμή κάθε μήνα από την ιταλική κυβέρνηση.  Στο μεταξύ επέτρεψε  στις ιταλικές αρχές να εισαγάγουν αστυνομική διοίκηση στο Δυρράχιο, όπου προς το παρόν κυβερνά.

Αν και οι Ιταλοί δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν ανοιχτά την κατοχή, ξέρουν να δρουν κρυφά, περιμένοντας με ετοιμότητα την κατάλληλη στιγμή για να πετύχουν το στόχο τους.

Γι’ αυτό δεν φείδονται πόρων για να εξαγοράσουν τον Εσάτ πασά και δεν τους διαφεύγει η παραμικρή ευκαιρία να προωθήσουν τα κατακτητικά τους σχέδια.

Επιπλέον, εφ’ όσον έχουν την άδεια του γαλλο-αγγλικού ναυαρχείου για αστυνομική προστασία των αλβανικών ακτών από επιθέσεις τουρκικών συμμοριών, κατέλαβαν το νησάκι Σάσων με πρόσχημα τη δημιουργία προσωρινού λιμανιού.

Βλέποντας, ωστόσο, ότι κανείς δεν τους εμπόδισε, οι Ιταλοί εγκαταστάθηκαν εκεί μόνιμα∙ αυτή τη στιγμή έχουν δύο πυροβολαρχίες και οχυρώνονται για τα καλά.

Η ενίσχυση των Ελλήνων σε όλη την έκταση της Βορείου Ηπείρου δεν ευχαρίστησε τους Ιταλούς, ειδικά μάλιστα επειδή η προσάρτησή της επικροτήθηκε από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης ενώ η δική τους επιχείρηση κατέληξε σε φιάσκο.

Ακόμη και η Αυστρία χάρηκε όταν είδε τους Έλληνες να καταλαμβάνουν σημαντική θέση στην Αλβανία και στην Ήπειρο διότι έτσι εμποδίζει  τους Ιταλούς να αποκομίσουν οφέλη από την αλβανική κληρονομιά της εκπνέουσας Αυστρίας, η οποία, σύμφωνα με παλιότερες συμφωνίες, είχε οριστεί να διανεμηθεί σε δύο ίσα μέρη, εκ των οποίων η νότια, ακριβώς αυτή που έχει καταληφθεί τώρα από τους Έλληνες, επρόκειτο να περάσει στα χέρια των Ιταλών.

 

[1] Το Λβοφ ή Λβιβ ανήκε ώς το 1939 στην Πολωνία. Βάσει του συμφώνου Ρίμπετροπ-Στάλιν, η Πολωνία διαμελίστηκε μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής Σοβιετικής Ένωσης. Το Λβοφ ανήκε στο τμήμα που κατέλαβε η Σοβιετική Ένωση (συγκεκριμένα, δόθηκε στη Σοβιετική Ουκρανία), το οποίο κράτησε και μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

[2] Ο Στανισλάβ ήταν διακεκριμένος παιδίατρος, εγκατεστημένος στην Πάτρα. Ασχολήθηκε με την ποίηση. Ποίημά του βρήκε ο Γιώργος Ζεβελάκης στο Αττικό ημερολόγιο 1896, με τίτλο «Η λίμνη των Ιωαννίνων» και υπογραφή Στανίσλαος Σ. Μινέικος. Το πρώτο τετράστιχο έχει ως εξής: «Αυτού που καθάρι’ απλώνει / τα γαλανά της η λίμνη κάλλη / πέρασαν, λένε, χιλιάδες χρόνοι / που πολιτεία ήταν μεγάλη».

[3] Ο Εσάτ Πασάς Τοπτάνι (αλβανικά: Esad Pashë Toptani‎‎, 1863-1920), κυρίως γνωστός ως Εσάτ Πασάς, ήταν αξιωματικός του οθωμανικού στρατού που υπηρέτησε ως βουλευτής στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο. Ήταν εξέχων πολιτικός στις αρχές του 20ού αιώνα στην Αλβανία. Ο Τοπτάνι δημιούργησε κράτος στην κεντρική Αλβανία, με έδρα το Δυρράχιο, το οποίο ονομάστηκε «Δημοκρατία της Κεντρικής Αλβανίας».

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.