Σύνδεση συνδρομητών

Πώς ο Νίκος Πλατής έκανε μόδα την τυπογραφία του περιθωρίου

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2026 18:04
Ο Νίκος Πλατής.   
Ντίνα Κουμπούλη
Ο Νίκος Πλατής.  

Συνέντευξη στον Ηλία Κανέλλη και στον Βίκτωρα Ναχμία

Την ιδέα να συνομιλήσουμε με τον Νίκο Πλατή την είχε ο Βίκτωρ Ναχμίας, ένα μεσημέρι που συζητούσαμε στα Starbucks της Κοραή. Πολύ σωστά. Είναι μια δαιμόνια μορφή των εκδόσεων και ο τελευταίος μεγάλος τυπογράφος, εκδότης και συγγραφέας που εκκινεί από το ελληνικό underground και, υπό μία έννοια, το διαιωνίζει στην ψηφιακή εποχή. Έμαθε την τυπογραφία πλάι στον πατέρα του, χειραφετήθηκε για να είναι ανεξάρτητος, άνοιξε τα μάτια του στο Παρίσι τα τελευταία χρόνια της χούντας, συνεργάστηκε με μια σχέση μαθητείας με τον Λεωνίδα Χρηστάκη, εκδότη των εναλλακτικών περιοδικών «αντιπληροφόρησης» Panderma και Ιδεοδρόμιο, ανακατεύτηκε με τα κόμικς δουλεύοντας στην Κολούμπρα και στο Παραπέντε και, ενδιαμέσως, επιχειρώντας να κάνει ο ίδιος επιτυχία εκδίδοντας την Πράσινη Γάτα, συνεργάστηκε με πολλούς εκδότες του εγχώριου mainstream και, γενικώς, βρίσκεται κάτω απ’ όποια πέτρα κι αν σηκώσεις.

Ο Βίκτωρ Ναχμίας έκανε μαζί του προκαταρκτικές συζητήσεις και, ένα μεσημέρι, συναντηθήκαμε σε ένα καφενείο, πλάι στο γήπεδο Καραϊσκάκη, που νομίζαμε ότι θα είχε ησυχία, για την τελική αναμέτρηση. Η συζήτηση με τον Νίκο Πλατή εξελίχθηκε σε αναδρομή στην τυπογραφία της μεταπολίτευσης – και σε κάποια από τα πρόσωπα της ελευθεριακής κουλτούρας. Τη μεταφέραμε στο χαρτί με την ελπίδα ότι δεν θα χαθεί η αμεσότητα και ότι θα είναι χρήσιμη η ανάκληση πληροφοριών από μια γοητευτική αλλά απολύτως περασμένη εποχή. Με μεγάλη χαρά, επειδή επιζούμε εκείνης της εποχής, χωρίς ελπίζω να θεωρούμαστε απολιθώματα των οπωσδήποτε πιο απαιτητικών σύγχρονων καιρών. Η.Κ.

Ηλίας Κανέλλης: Γεννηθήκατε στον Πειραιά…

Ν.Π.: …αλλά μεγάλωσα στην Αθήνα, λεωφόρο Αλεξάνδρας και Εξάρχεια. Οι γονείς μου, όπως και άλλοι εσωτερικοί οικονομικοί μετανάστες του1960, μετανάστευσαν από τον Πειραιά στην Αθήνα, λόγω αναδουλειάς. Εμείς, εγώ και η αδελφή μου η Μαίρη, τους ακολουθήσαμε (τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε δηλαδή;). Είμαστε 10 και 11 χρονών αντίστοιχα. Οι παιδικές παρέες στο νέο μας περιβάλλον ήταν κομπλέ, έπρεπε να περάσει κάποιος καιρός μέχρι να μας αποδεχτούν. Έτσι κι εγώ το… έριξα στο διάβασμα. Έγινα… του βιβλίου!

Η.Κ.: Τι βιβλία;

Ν.Π.: Καζαντζάκη, Κρόνιν, Βενέζη, Καραγάτση, Σαμαράκη στα 12-13. Λίγο πιο μετά, Καμύ και Καβάφη. Και Νίκο Τσιφόρο.

Βίκτωρ Ναχμίας: Ποιο ήταν το πρώτο δικό σας βιβλίο στην προσωπική βιβλιοθήκη σας;

Ν.Π.: Μπουκ, ο σκύλος της Αλάσκας. Του Τζακ Λόντον.

Η.Κ.: Πότε αρχίσατε να γράφετε; Στο σχολείο;

Ν.Π.: Όχι, αργότερα. Στα 20-21 μου.

Η.Κ.: Έτσι ξαφνικά, σαν επιφοίτηση;

Ν.Π.: Περίπου. Διάβασα κάποια στιγμή ένα ποίημα της Ολυμπίας Καράγιωργα στα Νέα, μου άρεσε πάρα πολύ, με πλάνεψε, με επηρέασε τόσο που άρχισα να γράφω κι εγώ. Κατάλαβα δηλαδή ότι μπορώ να γράψω με τον ίδιο τρόπο και ύφος. Και αυτό ήταν μια ώθηση. Από εκεί ξεκίνησα. Από μια μίμηση.

Η.Κ.: Γράψατε δηλαδή ποίηση; Τα πρώτα σας γραπτά ήταν ποιητικά; 

Ν.Π.: Ήταν πεζοποιητικά,  δηλαδή μικρά ποιήματα, μικρές πρόζες. Ναι, ήταν ποίηση στο στυλ του Πωλ Ελυάρ, ας πούμε, που μου ταίριαζε. 

Η.Κ.: Είχατε πρόσβαση σε ξένους ποιητές; Ή απλώς ό,τι ξέρατε ήταν τυχαία γνώση, αντλημένη από δω κι από κει; 

Ν.Π.: Τυχαία γνώση αντλημένη από δω κι από κει, ανάκατα. Αυτό όμως σιγά σιγά άρχισε να μου διαμορφώνει ένα χαρακτήρα. Είδα δηλαδή ότι μπορώ να γράψω έτσι και σιγά σιγά το έκτιζα. Με αποτέλεσμα, σήμερα, να μπορώ να γράψω οτιδήποτε με πολύ μεγάλη άνεση, σε χρόνο ντε τε. Τότε όμως με… έλουζε κρύος ιδρώτας για να γράψω μισή παράγραφο στη γραφομηχανή μου. Κι όμως, αυτή η αγωνία ήταν η πρώτη μου κυρά δασκάλα.

Η.Κ.: Εκείνα τα χρόνια χτίσατε το πλαίσιο μιας γενικής γνώσης το οποίο γεμίζετε σιγά σιγά στην υπόλοιπη ζωή σας, ε; Κάπως έτσι περιγράφει τη γνώση ο Μπρωντέλ.

Ν.Π.: Ναι, κανονικά. Ούτως ή άλλως, όμως, μέσα μας υπάρχουν οι φωνές άλλων, όσων μας επηρέασαν. Και πάνω σε αυτές τις φωνές χτίζουμε τον δικό μας συγγραφικό χαρακτήρα. 

Η.Κ.: Πού πρωτοδημοσιεύσατε; 

Ν.Π.: Το πρώτο μου βιβλίο ήταν η Περίπτωση αχρωματοψίας. Ήταν μια αυτοέκδοση, που έγινε εφικτή επειδή είχα πλεονέκτημα. Ένα σημαντικό ατού: το τυπογραφείο του πατέρα μου. Όμως, επειδή φαινόταν ανυπόφορο να δηλώσω τότε αυτοέκδοση επινόησα ένα εκδοτικό σήμα. Ήταν ένα σκιτσαρισμένο, πολύ κομψό αλογάκι της κυκλαδικής περιόδου και από κάτω έλεγε: Εκδόσεις Σχήμα. Οπότε να, είχα και εκδότη, κι ήταν ο εαυτός μου. 

Η.Κ.: Έβγαλε πολλά αντίτυπα;

Ν.Π.: Όχι, πρέπει να ήταν γύρω στα 300.

Η.Κ.: Ως εκδότης των εκδόσεων Σχήμα βγάλατε κι άλλα βιβλία; 

Ν.Π.: Ναι, βέβαια, έβγαλα και ένα δεύτερο: Όταν ο Βάχραμ Γκουρ σκότωσε το δρακόλυκο στο δάσος. Μικρά αφηγήματα. 

Η.Κ.: Και τα μοιράζατε εσείς στα βιβλιοπωλεία;

Ν.Π.: Ναι. Εκεί λοιπόν, πάνω στην ώρα, γνωρίζω τον Λεωνίδα Χρηστάκη ο οποίος είχε έναν τρόπο να τοποθετεί τα βιβλία στα βιβλιοπωλεία. Από τον Χρηστάκη έμαθα κι εγώ τον τρόπο της προσωπικής επαφής με τους βιβλιοπώλες. Μιλάμε για μια εποχή που στην περιοχή Κολωνάκι - Σόλωνος - Εξάρχεια πρέπει να υπήρχαν πάνω από 40 βιβλιοπωλεία. Οπότε έκανα κι εγώ το ίδιο πράγμα που έκανε και ο Χρηστάκης.

Η.Κ.: Δηλαδή; Πηγαίνατε με μια σακούλα;

Ν.Π.: Όχι. Είχα μια ωραία δερμάτινη τσάντα ώμου. ‘Έμπαινα μέσα στο βιβλιοπωλείο, καλημέρα και τα λοιπά και τα λοιπά και τα άφηνα παρακαταθήκη. Μέρα τη μέρα, όμως, φορά τη φορά, γνωρίστηκα με τους βιβλιοπώλες. Με κάποιους βιβλιοπώλες γίναμε φίλοι. Τελικά, μπορούσα να έχω ένα ισχνό εισόδημα από τις δικές μου μικρές εκδοσούλες – εκτός από τα δικά μου, έβγαλα ας πούμε τις Ρίζες της σεξουαλικής καταπίεσης του Βίλχελμ Ράιχ, έβγαλα ένα του Τρότσκι Πάνω στη διαθήκη του Λένιν κι ένα για την Παρισινή Κομμούνα του 1871

Η.Κ.: Μιλάμε για τα πρώτα χρόνια μετά τη χούντα; 

Ν.Π.: Ναι. 

Η.Κ.: Εκμεταλλευτήκατε κι εσείς, δηλαδή, το κλίμα της εποχής. Όταν ήταν αδιανόητο στο χώρο του βιβλίου να μη δραστηριοποιούνται αριστεροί ή και αριστεριστές…

Ν.Π.: Δεν εκμεταλλεύτηκα συνειδητά κάτι. Θα έλεγα πως ήμουν προϊόν αυτής της εποχής. Ήμουν, όμως, εντελώς ουρανοκατέβατος, αυτόνομος, χωρίς την υποστήριξη κάποιας λογοτεχνικής παρέας, χωρίς το πάσο κάποιου κόμματος. Δεν χρημάτισα ούτε μισό λεπτό κομματικό κατιτίς, ας πούμε και τα λοιπά. Είχα πάντα μια αποστροφή στους κομματικούς μηχανισμούς και τους ηγέτες. 

Η.Κ. (γελώντας): Ήσασταν τυχερός, τη γλιτώσατε. 

Ν.Π.: Ναι. Εντάξει (χαμογελάει).

xristakis

Αρχείο The Books’ Journal

O Λεωνίδας Χρηστάκης. Από τους πιο παρεμβατικούς μικρούς εκδότες, με παρεμβατικά περιοδικά όπως το Panderma και το Ιδεοδρόμιο (δεξιά, ένα τεύχος του 1980), που εξέδιδε και βιβλία στις Εκδόσεις της μη άμεσης επανάστασης.

Η.Κ.: Για πείτε λίγα για τον Χρηστάκη. Αναγνωρίζω τη φοβερή ικανότητά του να στήνει περιοδικά που μιλούσαν σε αναγνώστες. 

Ν.Π.: Κι εγώ. 

Η.Κ.: Επίσης του αναγνωρίζω την καθαρότητα που είχε ο λόγος του, τη φοβερή διαύγεια των λιβέλων του. Προσωπικά, και το Panderma και το Ιδεοδρόμιο ήταν εκδόσεις μέσα από τις οποίες έμαθα πολλά. 

Ν.Π.: Εμένα δεν μου πολυάρεσαν τα γραφτά του, ήταν προχειρολόγος, πολύ μέτριος ως συγγραφέας. Είχε, όμως, κάτι πύρινο ο λόγος του, κάτι μπουρλότο…

Η.Κ.: Σας επηρέασε ως συγγραφέα;

Ν.Π.: Ασφαλώς και με επηρέασε. Με διαμόρφωσε. Μέχρι να γνωρίσω τον Χρηστάκη ήμουν, ας πούμε, ένας αμήχανος, ταλαντούχος γραφιάς. Γνωρίζοντάς τον, είδα ότι υπάρχει και ένας άλλος τρόπος έκφρασης, ένα άλλο κοινό και ένας άλλος τρόπος σκέψης. Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει μέχρι που είδα τα έντυπά του σε μια αποτυχημένη γκαλερί όπου είχε εκθέσει τις εκδόσεις του. Εντυπωσιάστηκα επειδή δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου κάτι τέτοιο. 

Η.Κ.: Τι ήταν το εντυπωσιακό στοιχείο;

Ν.Π.: Ο αντίλογος, η αμφισβήτηση του ιερατείου. Είχαν επιθετικό λόγο, έναν απροκάλυπτα επιθετικό λιβελικό λόγο σε αυτό που ήταν η κρατούσα κατάσταση στα συγγραφικά θέματα και τα λοιπά. Κυριαρχούσε τότε μια τυραννία των κριτικών, οι οποίοι είχαν το αλάθητο του Πάπα. Βέβαια για να μην τους αδικούμε είχανε την ποιότητά τους, ήτανε καλλιεργημένοι άνθρωποι, εγγράμματοι. Αυτό ήταν το μοντέλο, κι αυτό το μοντέλο ο Χρηστάκης το πολεμούσε.

Η.Κ.: Εκπροσωπούσε δηλαδή την αμφισβήτηση; 

Ν.Π.: Την είχε μονοπώλιο! Ο Χρηστάκης δεν αμφισβητούσε, δάγκωνε. 

Η.Κ.: Τι άνθρωπος ήταν;

Ν.Π.: Θα μιλήσω μόνο για τα καλά του, τα άλλα ας τα αφήσουμε πίσω. Ήταν χαριτωμένος ο Χρηστάκης, είχε μια φυσική εξυπνάδα. Μάλιστα αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια φιλία, περίπου ενάμιση χρόνο βρισκόμαστε σχεδόν σε καθημερινή βάση. Έτρωγα στο σπίτι του, καθαρίζαμε μαζί πατάτες, γελούσαμε, τον βοηθούσα στα έντυπά του, βολτάραμε Κολωνάκι, Σύνταγμα, Νεάπολη. Ήταν όμως μια φιλία περίεργη, ίσως επειδή είχαμε και μεγάλη διαφορά ηλικίας. 

ιδεοδρόμιο

Αρχείο The Books' Journal

Εξώφυλλο του περιοδικού Ιδεοδρόμιο, του πιο δημοφιλούς και μακράς εκδοτικής διάρκειας περιοδικού του Λεωνίδα Χρηστάκη.

Η.Κ.: Τελικά, όμως, συγκρουστήκατε; 

Ν.Π.: Ναι. Κανονικότατα. Αν και δεν έχουν πια σημασία οι λόγοι. Πάντως, θέλω να πω ότι για μένα ήταν ένας δάσκαλος που μου άνοιξε δρόμους.

Η.Κ.: Σας επηρέασε και εκδοτικά, μάθατε τα μυστικά της τυπογραφίας από τον Χρηστάκη; 

Ν.Π.: Και ναι. Και όχι! Ήμουν γιος τυπογράφου, ήξερα από πρώτο χέρι την τυπογραφία. Τη λινοτυπική τυπογραφία. Από τον Λεωνίδα έμαθα την όφσετ εκτύπωση και τα φτηνά μαγαζάκια με μικρές όφσετ, εκεί γύρω από τα Εξάρχεια. Κοντά του έμαθα και τα διάφορα εκτυπωτικά κόλπα, τα φτηνά χαρτιά. Όλα αυτά τα έφερα στα μέτρα μου. Και τα πάντρεψα με τη σχολαστικότητα με την οποία είχα εμποτιστεί στο τυπογραφείο του πατέρα μου. Ξέρετε, για μένα, το βιβλίο, το έντυπο, λειτουργούσε πάντα και ως αντικείμενο. Δεν με ενδιέφερε μόνο ως δημοσίευμα. Με ενδιέφερε και ως αντικείμενο, ήθελα δηλαδή να φτιάχνω ωραία αντικείμενα, καλοφτιαγμένα και καλόγουστα. Ο Χρηστάκης δεν ήταν ποιοτικός, αλλά ήταν επινοητικός. Διπλώνοντας π.χ. το χαρτί αλλιώτικα, έβγαζε κάτι ασυνήθιστο. 

Η.Κ.: Ήταν σχολείο δηλαδή το τυπογραφείο του πατέρα σας…

Ν.Π.: Ναι, φυσικά. Εκεί έμαθα τη σημασία στην παραμικρή λεπτομέρεια. Όλοι τους εκεί μέσα ήταν σχολαστικοί, πρόσεχαν πολύ τη δουλειά τους, ήταν «ψείρες». Στο τυπογραφείο του πατέρα μου τυπώνονταν, μεταξύ άλλων, και ημερήσιες εφημερίδες, μικρής κλίμακας. Θυμάμαι τα Δημοπρασιακά Νέα, ένα τετρασέλιδο εφημεριδάκι με καμιά πεντακοσαριά συνδρομητές. Παρά το εξόχως πρόσκαιρο του προορισμού τους, έχαιραν της απόλυτης τυπογραφικής επιμέλειας. Ήταν ένα πραγματικό κόσμημα τα Δημοπρασιακά Νέα. Αυτό είναι κάτι που το έζησα από κοντά – μιλάμε τώρα για εποχή λινοτυπίας, παραδοσιακής τυπογραφίας.

Η.Κ.: Στο μάρμαρο, που λέμε σήμερα…

Ν.Π.: Στο μάρμαρο, ναι. Και στη λινοτυπική μηχανή. Τυπογραφία Γουτεμβέργιου δηλαδή.

Η.Κ.: Δουλεύατε κιόλας εκεί; Κάνατε επιμέλειες;

Ν.Π.: Όχι πολύ, όμως πέρασα μια μικρή περίοδο κάνοντας διορθώσεις.

Η.Κ.: Πολλοί σοβαροί άνθρωποι στον Τύπο ξεκίνησαν από διορθωτές.

Ν.Π.: Για να το λες… (γέλια)

Η.Κ.: Τι άλλο είναι για σας το τυπογραφείο;

Ν.Π.: Ο τυπογραφικός χώρος ήταν πάντα ένας χώρος διακίνησης ιδεών. Ο λινοτύπης, αντιγράφοντας τα χειρόγραφα, μυείται στις ιδέες του συγγραφέα.

Η.Κ.: Ας ξαναγυρίσουμε στις εκδόσεις σας, στα βιβλιαράκια σας. Τυπώνατε τετραχρωμία, όφσετ;

Ν.Π.: Τετραχρωμία; Μπα, όχι!  Ήταν πολύ ακριβή για τα μεγέθη μου. Τύπωνα όμως διχρωμίες στα εξώφυλλα με φτιαχτά μελάνια στο χέρι, χρησιμοποιούσα χρωματιστά χαρτιά για το μέσα τύπωμα. Θυμάμαι, όταν έβγαλα Το γαλάζιο παραμύθι της γαλαζιανής περαχώρας, χρησιμοποίησα μπλε κανσόν εξώφυλλο και κίτρινο χασαπόχαρτο για τις σελίδες. Για την εποχή ήταν αδιανόητη τέτοια τυπογραφία, οι περισσότεροι ξυνίζονταν. Θέλανε «ωραίες ποιητικές συλλογές», ευπρόσωπες. Αντ’ αυτού, εμφανιζόμουν εγώ με ένα μπλε βιβλίο, ένα βιβλίο με μπλε εξώφυλλο και κίτρινες σελίδες. Αυτό ήταν σίγουρα επιρροή απ’ τον Χρηστάκη, μια επιρροή που την έφερα στα μέτρα μου. Γιατί ήταν επιρροή; Γιατί είχε βγάλει ένα Panderma κατακόκκινο, με φτηνόχαρτο.

Η.Κ.: Ήταν underground οι εκδόσεις σας;

Ν.Π.: Δεν ήταν ακόμα σε χρήση η λέξη underground, ό,τι δεν ήταν μοτίβο το χαρακτήριζαν ως περιθωριακό. Αλλά ναι, ήταν underground τα βιβλιαράκια μου… Προσεγμένο underground. Πάντα δηλαδή oι εκδόσεις μου ήταν προσεγμένες, δεν ήταν τσαπατσούλικες: είχανε περάσει και από γραφίστα και από διορθωτή. 

Η.Κ.: Ήταν εύκολη η δουλειά του underground εκδότη;

Ν.Π.: Δεν ήταν και τόσο εύκολη. Έπρεπε όλα να τα κάνω μόνος μου. Επιμέλεια, σχεδιασμός εξωφύλλου, πήγαιν’-έλα στον χαρτέμπορο, τυπογραφείο, βιβλιοδετείο, αποθήκη, διανομή, εκκαθάριση παρακαταθηκών… Πολύ πράγμα!

Η.Κ.: Κόβατε τιμολόγια για τα βιβλία σας; Εννοώ είχατε σχέση με την εφορία;

Ν.Π.: Ήταν χαλαρά τα πράγματα. Υπήρχαν κάποια ανοιχτά σημεία πώλησης ακόμα κι αν δεν είχαμε παραστατικά. Παραδείγματος χάρη, το Βιβλιοπωλείο του Κολλάρου, της Εστίας, ήταν πάντα ανοιχτό, πάντα έπαιρνε δηλαδή τα βιβλία μου. Στην Εστία υπήρχαν όλες οι εκδόσεις, όποιος λοιπόν έβγαζε κάτι το πήγαινε κατευθείαν εκεί. Προσπαθώ να θυμηθώ το όνομα του καλού αυτού ανθρώπου που δεχόταν τα βιβλία μου… Τον θυμήθηκα. Ήταν ο Στρατής Φιλιππότης, υπεύθυνος αγοράς βιβλίων. Μια πολύ ευγενική φυσιογνωμία, ένας πολύ γλυκός άνθρωπος. Ήξερα πως ό,τι και να βγάλω, η Εστία θα έπαιρνε έναν αριθμό αντιτύπων και μετά από λίγο καιρό θα ξαναπερνούσα, θα με πλήρωναν και θα έπαιρναν κι άλλα. Κάποια στιγμή βέβαια σφίξανε τα πράγματα. Θυμάμαι λίγα χρόνια μετά είχα πάει στην Εστία για να πληρωθώ, και όσο περίμενα να πάρω τα χρήματά μου, μου λέει η κυρία του λογιστηρίου: «κύριε Πλατή, πρέπει να μας δώσετε ένα ΑΦΜ». Λέω, ναι, και αγνοώντας ότι το ΑΦΜ είναι κωδικοποιημένο, έχει μια κοινή μορφή, της είπα μια αρλούμπα, ξέρω γω 124 528 904. Με κοιτάει με τρυφερό οίκτο, όπως θα με κοίταζε μια λογίστρια, μου χαμογελάει, «καλά» μου λέει, «την άλλη φορά όμως να το έχετε». 

Η.Κ.: Πως αποκτήσατε σχέση με τα κόμικς; Μέσω της σχέσης με το underground; Πώς έφτασαν στα χέρια σας τα κόμικς που εκδώσατε;

Ν.Π.: Το 1972 την κοπάνησα για το Παρίσι με διαβατήριο 15 ημερών, προκειμένου να μην πάω φαντάρος. Δεν ήθελα να πάω. Με τα χίλια ζόρια, τα κατάφερα να πάρω βίζα. Κι έτσι βρίσκομαι στο Παρίσι και εκεί αρχίζει το μεγάλο overdose. Τι Hara-Kiri, τι L'Écho des savanes

Η.Κ.: Είναι τα περιοδικά της γαλλικής αμφισβήτησης την οποία γέννησε ο γαλλικός Μάης, ε; 

Ν.Π.: Γαλλική αμφισβήτηση. Ναι ναι ναι. Μιλάμε για μια εποχή που η Γαλλία είναι κομμένη στη μέση. Τα μισά πανεπιστήμια δηλαδή είναι κάργα δεξιά και τα άλλα μισά κάργα αριστεροαναρχικά. Γράφομαι στην Μποζάρ. Μεγάλο σχολείο, με επηρέασε βαθύτατα. Μάθαινα πράγματα τα οποία δεν ήξερα, που συνέβαιναν μπροστά μου. Ακόμα ήταν πολύ νωπός ο Μάης του ’68. 

Η.Κ.:  Πώς μείνατε στη Γαλλία; Ζητήσατε πολιτικό άσυλο; 

Ν.Π.: Όχι, γράφτηκα στην Μποζάρ, όπως είπα, και πήρα μια κανονική αναβολή. Επειδή δεν είχα όμως λεφτά, πήγαινα κι ερχόμουνα στην Ελλάδα. Ερχόμενος εδώ, έκανα μέσω του υπουργείου Γεωργίας μαθήματα, δίδασκα εφαρμοσμένες τέχνες, μπατίκ, χαλκό, κόσμημα, θερμό σμάλτο και λοιπά, σε Κέντρα Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Εκεί έζησα τη χαρά της επικοινωνίας με τον μαθητή, με τη μαθήτρια, ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία αυτή για μένα…

Η.Κ.: Όταν έπεσε η χούντα ήσασταν στο Παρίσι; 

Ν.Π.: Όταν έγινε το Πολυτεχνείο, είχα πάρει τηλέφωνο από ένα θάλαμο, στην Place d'Italie, κι άκουγα από την τηλεφωνική συσκευή το σαματά της εισβολής και το κυνήγι που γινόταν, τα ουρλιαχτά κλάματα και τα ποδοβολητά... Τέλος πάντων, γύρισα το 1974. 

Η.Κ.:  Γυρίζοντας αρχίσατε να μεταφέρετε ό,τι μάθατε στο Παρίσι;

Ν.Π.: Κάπως έτσι. Ό,τι είδα το έφερα πίσω μαζί μου. Εκείνη την εποχή έβγαλα το Χαρακίρι.

Η.Κ.: Έχετε βγάλει ελληνικό Χαρακίρι;

Ν.Π.: Ναι, βέβαια, αλλά δεν ήταν όπως το γαλλικό Hara-Kiri

Η.Κ.: Τι ήταν το Χαρακίρι του Πλατή; 

Ν.Π.:  Ένα φανζινάκι της... προκατακλυσμιαίας εποχής. Πειραιώτικη έκδοση. Πρωτοκυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1974. Και δεν είχε παρά μόνο 20 σελίδες, μαζί με το εξώφυλλο και το εσώφυλλο. Μικρού σχήματος (14,5 Χ21 εκ.). Σελιδοποιημένο και τυπογραφημένο με τη μέθοδο της λινοτυπίας, τα κόμικς δε που περιείχε τυπώθηκαν από τσίγκινα κλισέ σε επίπεδη μηχανή Χαϊδελβέργης (παραδοσιακή τυπογραφία δηλαδή, όχι όφσετ). Το εξώφυλλό του τυπωμένο σε κίτρινο, πορτοκαλί ή χακί χαρτί τύπου Κανσόν, έτσι που να δείχνει πολυχρωμία (αν και δεν ήταν παρά μονοχρωμία με μαύρο μελάνι). Όλα του τα λεφτά, ο τίτλος του και τα κόμικς του. Εδώ, στο Χαρακίρι, πρωτοδημοσιεύθηκαν, στο Ελλάντα, ιστορίες της Μπρετεσέ, του Ράιζερ και του Μandryka.

Η.Κ.: Και Βολινσκί;

Ν.Π.: Όχι, Βολινσκί δεν είχα βάλει. Το πιο σημαντικό για μένα ήταν ο Ράιζερ τότε. Ήταν μεγάλη ανακάλυψη αυτή η οικονομία χώρου που έχει ο Ράιζερ. Θυμάμαι δημοσίευσα μια ιστορία που λεγόταν «Μια ζωή με κοπανιστό αέρα» και δείχνει έναν θηρευτή ο οποίος κυνηγάει ασταμάτητα. Κυνηγάει γουνοφόρα ζώα. Για να ’χει εμπόρευμα , ξεπαστρεύει το μισό δάσος, κάνει ένα σωρό, έναν τύμβο με γούνες ζώων, τον οποίο πληρώνεται κακήν κακώς, ίσα για να αγοράσει μπουκάλι φτηνό αλκοόλ να γίνει ντίρλα και μετά, την άλλη μέρα, να ξαναγυρίσει στο δάσος με τα ζώα, να ξανακάνει το ίδια. Αυτός ο τύπος ήταν προοίμιο του Μεγάλου Ρεμαλιού, του πιο διάσημου (αντι)ήρωά του. 

Η.Κ.: Δεν είχε προηγηθεί από το Χαρακίρι ο Μικρός Δημοκράτης;

Ν.Π.: Όχι, ο Μικρός Δημοκράτης έπεται. Συνέκδοση με τον Χρηστάκη.

Η.Κ.: Τι ακριβώς ήταν ο Μικρός Δημοκράτης;

Ν.Π.: Ένα περιοδικό κόμικς που έβγαλε μόνο ένα τεύχος. Η φιλοδοξία του ήταν να είναι δεκαπενθήμερο και να έχει μόνο ελληνικά κόμικς. Κυκλοφόρησε στα 1976. Το πρώτο στα ελληνικά χρονικά underground κόμικς έντυπο. 

Η.Κ.: Σχεδίαζε ο Libero Νίκος Λυμπερόπουλος;

Ν.Π.: Ναι…ήταν όλα από τον Λυμπερόπουλο, ήταν και η πρώτη του εκδοτική παρουσία.

Η.Κ.: Πόσα αντίτυπά τυπώσατε; Χίλια; Δύο χιλιάδες; 

Ν.Π.: Όχι μωρέ, 300-400. Δεν θυμάμαι ακριβώς. 

Η.Κ.: Το τυπογραφείο του πατέρα υπήρχε ακόμα; 

Ν.Π.: Υπήρχε, αλλά εγώ ήδη είχα ανεξαρτητοποιηθεί, είχα περάσει στις εκτυπώσεις όφσετ... 

Η.Κ.: Αυτής της εποχής είναι το Γκουντ μπάι μίστερ Παπ / μια μυθιστορία πανικού;

Ν.Π.: Ένα χρόνο πριν. Το 1975. Αρχικά, είχε ενδιαφερθεί ο Μιχάλης Μεϊμάρης να το εκδώσει στις εκδόσεις Πλειάς, δυνατές τότε εκδόσεις, αλλά θα το έβγαζε ένα χρόνο μετά κι εγώ βιαζόμουν, οπότε αποφάσισα να το εκδώσω μόνος μου. Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα. Ήμουν σχεδόν άφραγκος… 

Η.Κ.: Οπότε τι;

Ν.Π.: Οπότε μίκρυνα το μέγεθος του βιβλίου, μειώνοντας το κόστος του στο ελάχιστο. Είχε διαστάσεις 10Χ13,5 εκ. Ένα κούτσικο βιβλιαράκι, τοσοδά. Ένα επινόημα. Οι πρώτες 64 σελίδες του έβγαιναν από ένα και μόνο δίπλωμα, από μία κόλλα χαρτί 58x86. Είχε 96 σελίδες. Με μιάμιση κόλλα χαρτί είχα 96 τυπωμένες σελίδες. Δεν είχε τυπογραφικά στοιχεία, αλλά γράμματα γραφομηχανής με κεφαλή ΙΒΝ. Το χαρτί του εξωφύλλου ήταν πράσινο ανοιχτό και ο τίτλος και ο υπότιτλος σκούρο πράσινο, κάτι πρωτοφανές στα τότε εκδοτικά χρονικά. Αυτό το λέω για να τονίσω πάλι ότι το βιβλίο με ενδιέφερε ως αντικείμενο: ενώ δηλαδή ήτανε της φτωχολογιάς, είχε μέσα και μια έπαρση. Επιπλέον ήταν προσεγμένο και είχε γραφιστική άποψη. Ένα πανέμορφο βιβλιαράκι! Στυλάτο!

Η.Κ.: Καταλαβαίνω. Είχε αισθητική, επινοητικότητα, έκρυβε τη φτώχεια και ήταν και ανήσυχο. Τα είχε όλα. Και πούλησε;

Ν.Π.: Κοίταξε, όπως προείπα ήμουν δικτυωμένος στα βιβλιοπωλεία. Το δίνω παρακαταθήκη και μετά από λίγο καιρό ξαναπηγαίνω να δω τι έχει πουληθεί. Βλέπω λοιπόν ανήσυχους τους βιβλιοπώλες, ας πούμε – μου λέει ένας μικρός βιβλιοπώλης: «Ρε παιδί μου, θυμάμαι ότι έχω πουλήσει δύο, που έχουνε πάει τα άλλα; Εξατμίστηκαν». 

Η.Κ.: Πού είχαν πάει; 

Ν.Π.: Είχανε γίνει της… Αναλήψεως! Τα κλέβανε.

Η.Κ.: Γιατί ήτανε μικρά; 

Ν.Π.: Προφανώς! Τα τσεπώνανε. Κι έβλεπες τον βιβλιοπώλη να γίνεται έξαλλος γιατί έπρεπε να μου τα πληρώσει. Αυτό το βιβλιαράκι είχε τυπωθεί νομίζω σε 800 αντίτυπα και εξαντλήθηκε σε δυο τρεις μήνες.  Ήταν η πρώτη μου συγγραφική επιτυχία – ένα μικρό θαύμα τσέπης.

kolubra

Vendora

Το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του περιοδικού ενήλικων κόμικς, Κολούμπρα

Η.Κ.: Και δυο-τρια χρόνια αργότερα, βγήκε το πρώτο περιοδικό με ό,τι είπαμε ενήλικα κόμικς: η Κολούμπρα. 

Ν.Π.: Πάθαμε όλοι κολούμπρα! Τι να πω για την Κολούμπρα

Η.Κ.: Τι θυμάστε; 

Ν.Π.: Κατηφορίζω την Ακαδημίας, οδεύοντας βιαστικός προς Ομόνοια. Προσπερνώντας το περίπτερο που ήταν (είναι ακόμα;) μπροστά στο σινεμά Έλλη το μάτι μου προλαβαίνει να συλλάβει μια εξαιρετική εικόνα κόμικς…

Η.Κ.: …με το καφέ εξώφυλλο που είχε καρέ από την ιστορία του ντετέκτιβ Άλακ Σίνερ, των Μουνιόζ και Σαμπάγιο…

Ν.Π.: Ναι! Το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους της με τον μελαγχολικό ντετέκτιβ Άλακ Σίνερ φάτσα κάρτα! Φρενάρισα, οπισθοχώρησα όσο χρειαζόταν και μαγεμένος αγόρασα το τεύχος!  Και αφού το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω καταμαγεμένος, καταλήγω ότι θα ήθελα να συνεργαστώ, ο κόσμος να χαλάσει, με αυτό το περιοδικό. Τηλεφώνησα, επικοινώνησα, και τελικά κάναμε μια πολύ καλή συνεργασία με τον Βασίλη Τουφεξή που το εξέδιδε. Γίναμε και φίλοι.

Η.Κ.: Πληρωνόσαστε για τα άρθρα που δημοσιεύατε στην Κολούμπρα;

Ν.Π.: Εννοείται! Και καλά μάλιστα! Αυτή την εποχή ήδη δούλευα ως δημοσιογράφος στο ελεύθερο ρεπορτάζ. Συνεργαζόμουν με τα περιοδικά Ταχυδρόμος και Πάνθεον.

Η.Κ.: Και γιατί δεν έκατσε, γιατί δηλαδή δεν μπόρεσε να σταθεί εμπορικά η Κολούμπρα;

Ν.Π.: Δεν υπήρχε κοινό. Τα περιοδικά που βγάζαμε δεν είχαν κοινό. Εμείς το δημιουργήσαμε το κοινό. Εμείς το φτιάχναμε, το καλλιεργούσαμε από το μηδέν. Δηλαδή σιγά σιγά άρχισε να δημιουργείται μια αντίληψη για έναν άλλο Τύπο.

Η.Κ.: Όταν έκλεισε η Κολούμπρα στεναχωρήθηκα πάρα πολύ. Αλλά αμέσως μετά είδαμε στο περίπτερο το Μαμούθ και στο καπάκι τη Βαβέλ. Τι θυμάστε απ’ αυτά τα περιοδικά και πώς τ κρίνατε όταν εμφανίστηκαν;

Ν.Π.: Ιστορικά περιοδικά και τα δυο. Είχαν την αξία τους, άνοιξαν την αγορά… Είχε προηγηθεί, όμως, το Σκαθάρι.  Εφηβικό κόμικς περιοδικό, αλλά με μερικά διαμαντάκια στην ύλη του. Από τις σελίδες του ντεμπουτάρισε,  στην  Ελλάδα, ο Hugo Pratt. Kαι κείνο το καταπληκτικό Ετερναούτα (El Eternauta) των Oesterheld και Lopez. Το Μαμούθ δεν ήταν του γούστου μου. Περιείχε βέβαια κάποιες εξαιρετικές δουλειές σημαντικών καλλιτεχνών, είχε όμως και μια μιζέρια. Επίσης, ενώ είχε ωραίο εικαστικό υλικό δεν το αξιοποιούσαν στα εξώφυλλα. Η Βαβέλ όταν την πρωτοείδα μου άρεσε. Επειδή όμως είχα καλομάθει με την Κολούμπρα και την έβλεπα πιο αριστερά, τη θεωρούσα εικαστικά μέτρια για τα δικά μου γούστα. Για μένα, πάντως, την επανάσταση, αν μπορεί να εκφραστεί κανείς έτσι, την έφερε το Παραπέντε, γιατί εκτός από κόμικς είχε φωτογραφία, είχε κείμενα, είχε πολιτική στάση και άποψη. Ο Γιώργος Μπαζίνας, ο εκδότης, ήταν δρων πολιτικό πρόσωπο, καζάνι που έβραζε. Γενικά, πέρασα πολύ καλά με τα περιοδικά του Μπαζίνα: με το Παραπέντε, το Μικρό Παραπέντε, την Επόμενη Μέρα.

Η.Κ.: Συνεργαστήκατε με τον Μπαζίνα;

Ν.Π.: Βέβαια. Υπάρχουν δεκάδες δουλειές μου μέσα στα περιοδικά του. Πέρα από το ότι μου γίνονταν όλα τα τυπογραφικά και γραφιστικά χατίρια, έβγαλα και καλά λεφτάκια.  

Η.Κ.: Στο μεταξύ εσείς βγάζετε την Πράσινη Γάτα.

Ν.Π.: Όχι, η Πράσινη Γάτα μου είχε προηγηθεί των περιοδικών του Μπαζίνα…

 prasini gata3

Αρχείο Νίκου Πλατή

To εξώφυλλο του τεύχους 3-4 της Πράσινης Γάτας, του περιοδικού κόμικς που προσπάθησε να λανσάρει ως εκδότης ο Νίκος Πλατής. Η εικόνα του εξωφύλλου είναι ενός από τους πιο δημοφιλείς σχεδιαστές κόμικς του αμερικανικού underground, του Ρόμπερτ Κραμπ.

Η.Κ.: Προσωπικά, την Πράσινη Γάτα τη θυμάμαι από δύο μεγάλα κείμενα. Την αναφορά στον γελοιογράφο Γιώργο Γκεϊβέλη, τον Κωνσταντινουπολίτη που πρώτος χρησιμοποίησε χρώμα στις γελοιογραφίες του, και την εκτεταμένη αναφορά στον πρωτοπόρο των κόμικς, τον δημιουργό του Little Nemo, Γουίνσορ ΜακΚέι.

Ν.Π.: Είχα συνειδητοποιήσει την έλλειψη, δεν είχαμε κοινό, εμείς το δημιουργούσαμε. Οπότε θεώρησα ότι ήταν βασικό να έχουμε στο μυαλό μας μια βασική ιστορία αυτών που μας ενδιέφεραν – εν προκειμένω, της καρικατούρας και των κόμικς. Να ξέρουμε ότι, πολύ πιο πίσω, κάποιοι είχανε κάνει εξαιρετικά πράγματα. Απόπειρα καθόλου αποτυχημένη όπως αποδείχθηκε πολύ εκ των υστέρων. Η γενιά των καλλιτεχνών κόμικς που βρήκε τη σωστή ευκαιρία και προβολή στο 9 της Ελευθεροτυπίας, είχε μάθει απ’ έξω κι ανακατωτά τα της Κολούμπρας, του μικρού και του μεγάλου Παραπέντε και της Πράσινης Γάτας. Αισθάνομαι δικαιωμένος από αυτήν την άποψη…

Η.Κ.: Οπότε εκεί σταματά η ενασχόληση σας με τα κόμικς;

Ν.Π.: Μπα, συνεχίζω ακόμα. Δες έχετε δει το www.platis-comics.gr/; Είναι ένα δημοφιλές site. Το ξεκίνησα πριν από περίπου δυο χρόνια.

Η.Κ.: Γράφετε δεκάδες βιβλία, αρθρογραφείτε, επιλέγετε, εκδίδετε, είστε γραφίστας, είστε διορθωτής. Τι είστε τελικά; Σας καλύπτει ο ορισμός: «ένας πολυπράγμων άνθρωπος της τυπογραφίας»;

Ν.Π.: (γελάει) Πολυπράγμων, ναι, μάλλον. Αλλά αν πρέπει να το πούμε σοβαρά, θα έλεγα πως είμαι ένας περιπατητής της γλώσσας, δηλαδή ένας άνθρωπος που τη διασχίζει χωρίς όρια, περπατώντας ανάμεσα στις λέξεις, στα είδη και στα ύφη. Δεν με νοιάζει το είδος, η ταμπέλα ή το μέσο· με νοιάζει η διαδρομή της λέξης – από το χαρτί στο αυτί, από τη φράση στο βλέμμα. Άλλοτε τη σερβίρω ως λεξικό, άλλοτε ως κόμικς, άλλοτε ως αφήγηση. Η τυπογραφία είναι ο τόπος μου· το χαρτί είναι η πατρίδα μου. Και, αν θέλετε, η μόνη μου φιλοδοξία είναι να συνεχίσω να γράφω και να εκδίδω με το ίδιο πείσμα και την ίδια παιδική περιέργεια. Να μη χάσω τη χαρά του «χειροποίητου». Όλα τα υπόλοιπα είναι τυπογραφικά λάθη του βίου – και τα αγαπώ εξίσου. Εξάλλου, χωρίς λάθη, δεν θα υπήρχαν διορθώσεις· και χωρίς διορθώσεις, ούτε εξέλιξη.

Η.Κ.: Ποια είναι η μεγαλύτερη συγγραφική επιτυχία σας;

Ν.Π.: Μια συγγραφική αλητεία μου που, μολονότι αγνοήθηκε παντελώς από τις «λογοτεχνικές» κριτικές και κλίκες, έγινε το αγαπημένο βιβλίο χιλιάδων αναγνωστών.

Η.Κ.: Σε ποιο βιβλίο σας αναφέρεστε;

Ν.Π.: Στο Κάμα τσούχτρα

Η.Κ.: Πώς προέκυψε;

Ν.Π.: Το 1982 ήταν μια δύσκολη χρονιά για μένα, είχε πάει άπατη η Πράσινη Γάτα, χρωστούσα παντού. Τότε συναντήθηκα τυχαία, κάπου στη Σόλωνος, με τον Βασίλη Καλλιπολίτη, που ήταν ο ένας από τους τρεις των εκδόσεων Εξάντας, αυτός που γούσταρε πολύ ό,τι έκανα. «Τι άλλο φτιάχνεις ρε Νίκο;» με ρώτησε. Δεν είχα κάτι στο μυαλό μου. Αλλά εκείνη τη στιγμή αυτοσχεδίασα και του λέω: το Κάμα τσούχτρα – έτσι μου βγήκε. Μου λέει, «και τι είναι αυτό»; Του λέω, ένας μείζων οδηγός του περιθωρίου. Μου λέει, το θέλω. Εγώ δεν είχα γράψει τίποτα. Πηγαίνω στον Εξάντα και υπογράφω το πρώτο μου επαγγελματικό συμβόλαιο. Μάλιστα, το προπληρώθηκα το βιβλίο – τους επόμενους εφτά μήνες, δηλαδή, πέρασα υπέροχα, αφού είχα πληρωθεί για το βιβλίο που έγραφα. Τελικά βγήκε το βιβλίο και έγινε χαμός.

Η.Κ.: Πόσα πούλησε;

Ν.Π.: Πούλησε περί τις 14.500-15.000 αντίτυπα (χώρια τα κλεψίτυπα). Για βδομάδες ήταν στα πρωτοδεύτερα της λίστας με τα μπεστ σέλερ του περιοδικού Διαβάζω. Ήταν, τέλος πάντων, μια επιτυχία καλή. Γρήγορα, μάλιστα, το Τσούχτρα έφτασε και στη δεύτερη έκδοση (λεπτότερο χαρτί αυτή τη φορά και γκριζουλί, δημοσιογραφικό που λέγανε τότε). Μολονότι η ράχη του βιβλίου κόντευε στο μισό πλάτος της α΄ έκδοσης, το Κάμα Τσούχτρα συνέχισε να πουλάει, και να πουλάει. Ώσπου να πάψει να ενδιαφέρει το βιβλιόφιλο κοινό και τους φιγουρατζήδες των σαλονιών (υπάρχουν και τέτοιοι «αναγνώστες»), εγώ πλέον  ήμουν ένας, κατά το μάλλον, γνωστός συγγραφέας εξαιτίας του.

Η.Κ.: Τι ακριβώς ήταν;

Ν.Π.: «Μείζων Οδηγός του Περιθωρίου» σύμφωνα με τον υπότιτλό του, όπως το είχα πει του Καλλιπολίτη. Ένας οδηγός επιβίωσης όσων ζούσαν στο κοινωνικό, οικονομικό και ιδεολογικό περιθώριο. Γραμμένος με χιουμοριστικό τρόπο έδινε στους αναγνώστες του τις απαραίτητες εκείνες πληροφορίες που χρειάζονταν (μεταξύ των άλλων) για να... ψωνίζουν δωρεάν, να απαλλαγούν από την υποχρέωση της στρατιωτικής τους θητείας ή να ταξιδέψουν σωστά στο τριπάκι του LSD.

Η.Κ.: Και μετά χαθήκατε από το προσκήνιο για αρκετά χρόνια… Πού ήσασταν, τι κάνατε;

Ν.Π.: Ησύχαζα το μυαλό μου (γελώντας)… Μάζευα δυνάμεις.

Η.Κ.: Και επανήλθατε με άλλο στυλ, ως λεξικογράφος αυτή τη φορά, με μια σειρά πολύ ιδιαίτερων και πρωτότυπων θεματικών λεξικών. Πόσα λεξικά γράψατε;

Ν.Π.: Δώδεκα!

Η.Κ.: Αρχής γενομένης;

Ν.Π.: Πρώτα έχουμε το Black out / Μαύρο λεξικό στις εκδόσεις Άγρα. Το είχα πάει στον Πετσόπουλο και το δέχτηκε με ενθουσιασμό. Αλλά ήταν ένα βιβλίο που όταν βγήκε οι βιβλιοπώλες δεν ήξεραν τι να το κάνουν, σε ποιο ράφι να το βάλουν. Λεξικό με την παραδοσιακή έννοια δεν ήταν, μυθιστόρημα δεν ήταν…

Η.Κ.: Ήταν όμως κάτι που ταξινομούσε τον κόσμο της ποπ κουλτούρας.

Ν.Π.: Ναι, αλλά δεν υπήρχε χώρος για αυτό. Αυτό προβλημάτισε πολύ κόσμο, πολύ βιβλιοπωλικό κόσμο.

Η.Κ.: Και μετά;

Ν.Π.: Μετά βγήκε, από τις εκδόσεις Άγκυρα,  το Αθωνικό Λεξικό – άλλη εμπειρία αυτή. Μυστηριακή. Για ένα μικρό διάστημα πέρασε και στις στήλες με τα ευπώλητα. Όμως το μεγάλο μπουμ το έκανε το Μπαχαρικό Λεξικό. Μιλάμε για ένα βιβλίο που κυκλοφορεί ακόμα, κάνει γύρω στα 32 ευρώ, έχει κάνει πέντε εκδόσεις κι έχει πουλήσει ώς σήμερα κοντά 9.000 αντίτυπα. Για ένα τόσο ογκώδες βιβλίο ο αριθμός είναι αδιανόητος. Γιατί τέτοια επιτυχία; Επειδή το αγκάλιασαν οι γυναίκες. Τα καλύτερα κομμάτια της αγοράς οι γυναίκες τα κρατάνε – τα θέατρα, τα σινεμά, τα βιβλία...

Η.Κ.: Τι ακριβώς είναι;

Ν.Π.: «Ένα περ’ ολίγον σοφό βιβλίο κουζινικού, γιατροσοφιστικού, λογοτεχνικού, (ελαφρώς) βιοχημικού και (στο έπακρο) ιστορικού περιεχομένου», σύμφωνα με τον υπότιτλο στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Β.Ν.: Ο Σκαμπαρδώνης λέει πως «διαθέτετε χιούμορ, κάτι που έλειπε από τον Πετρόπουλο». Είναι το γέλιο η πιο επαναστατική μορφή λεξικογραφίας;

Ν.Π.: Όχι, δεν είναι το γέλιο η πιο επαναστατική μορφή λεξικογραφίας. Το γέλιο, το χιούμορ μάλλον, είναι ένας τρόπος να αφηγηθείς ευχάριστα και χαλαρά μια ιστορία, να κάνεις ακόμα κι ένα σκληροπυρηνικό μανιφέστο εύπεπτο, μια εντολή εκτέλεσης καταδίκων να μοιάζει κάπως αστεία. Το γέλιο, το χιούμορ είναι η γείωση. Η ματιά, όμως, του συγγραφέα λεξικογράφου είναι αυτή που καθιστά επαναστατική μια λεξικογράφηση. Η «άλλη» ματιά, για την ακρίβεια. Τώρα, αν αυτή η άλλη ματιά έχει και χροιά γελαστική, χιουμοριστική, ακόμα καλύτερα (για όλους μας).

Η.Κ.: Άλλα λεξικά σας που γνώρισαν εκδοτική επιτυχία;

Ν.Π.: Το Ουαλικό Λεξικό του Σεξ και το Κολοκοτρωνέικο. Από τις εκδόσεις Κέδρος το πρώτο, από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων το δεύτερο. Το Ουαλικό πούλησε περί τις 4.500, το Κολοκοτρωνέικο 3.000 αντίτυπα. Το Κολοκοτρωνέϊκο, δίτομο και με τετραχρωμίες. Ιδιαίτερη έκδοση.

Β.Ν.: Η θεματογραφία σας μοιάζει να κινείται ανάμεσα στον ερωτισμό, το ιερό, το περιθώριο, το απρόβλεπτο. Είναι η λεξικογραφία σας μια μορφή χαρτογράφησης της ανθρώπινης εμπειρίας ή μια εξερεύνηση του δικού σας προσωπικού κόσμου;

Ν.Π.: Μάλλον και τα δύο. Άλλωστε είναι απόλυτα ταιριαστές αυτές οι δυο έννοιες, η χαρτογράφηση πάει γάντι με την εξερεύνηση. Εξερευνώ, χαρτογραφώ, ανακαλύπτω τον Νέο Κόσμο και πάει λέγοντας.

Β.Ν.: Ο Ηλίας Πετρόπουλος έλεγε πως η λεξικογραφία είναι μια ανασκαφή της αθέατης ζωής. Εσείς, ωστόσο, δεν ανασκάπτετε απλώς. Μοιάζετε να επανεφευρίσκετε, να μεταμορφώνετε, να «κατασκευάζετε» τις λέξεις σαν να ήταν ζωντανά πλάσματα. Είναι το λεξικό ένα αρχείο ή μια μυθοπλασία;

Ν.Π.: Ένα λεξικό, το κάθε λεξικό, είναι μια Κιβωτός! Σ’ αυτήν έχουν θέση οπωσδήποτε και οι νεολογισμοί, οι νέες λεκτικές εφευρέσεις. Ο «Νώε» θα όφειλε να διασώσει και ένα λήμμα σαν το παρακάτω. Κι αυτό όχι γιατί το έγραψα εγώ, αλλά γιατί συμπληρώνει ένα μικρό, αλλά ουσιαστικό) κενό στη λεξικογραφία μας: Αβαδίζω: Βηματίζω εις μάτην, περπατάω –με τις ώρες, ενίοτε– ευρισκόμενος (-η) συνεχώς στο ίδιο σημείο. // Κατευθύνομαι προς το πουθενά (ενώ περπατάω… ασταμάτητα), βαδίζω χωρίς να βαδίζω. Πρόκειται για ένα ρήμα δικής μου επινόησης, το οποίο σκαρφίστηκα βλέποντας εγγύτατα στην πλατεία του Προμηθέα (Πειραιά), αυτά τα αεικίνητα αγόρια και κορίτσια πίσω από τα θεόρατα τζάμια του γυμναστηρίου, που περπατούν βιαστικά πάνω στους ιμάντες των ηλεκτρικών διαδρόμων, χωρίς ποτέ να πηγαίνουν πουθενά τα καημένα.

Η.Κ.: Ποιο είναι το τελευταίο σας βιβλίο;

Ν.Π.: Το …Των εντόμων. Από τις εκδόσεις Jemma του Λευτέρη Σταυριανού. Πειραιώτικη έκδοση. Με εικονογράφηση του Γιάννη Στύλου (Stilos). Προσεγμένη δουλειά. Με πολύ στυλ! Με τον Λευτέρη έβγαλα και το Ένα τσιγάρο δρόμο μετά την Κόλαση. Ωραίο βιβλιαράκι κι αυτό, αρτίστικο. Με μικρά διηγήματα.

Η.Κ.: Και τι αφορά;

Ν.Π.: Είναι ένα μικρούλι βιβλιαράκι με τρυφερές μικρές ιστορίες, με ήρωες διάφορα έντομα που έτυχε να γνωρίσω από κοντά…

Η.Κ.: Μιλάμε τόση ώρα για περιοδικά, εκδόσεις, βιβλία… Είσαι βαθύς γνώστης μιας εποχής και μιας ελευθεριακής κουλτούρας. Αλλά δεν άκουσα κάτι για σας. Για τα ενδιαφέροντά σας, τις απόψεις σας, τις αξίες σας.

Ν.Π.: Μα για μένα δεν μιλάγαμε τόση ώρα; Τι άλλο να πω;

Β.Ν.: Απαντήστε σε κάτι υποθετικό. Αν σας ζητούσαν να αποδώσετε στον εαυτό σας ένα μοναδικό λήμμα, ποιο θα ήταν αυτό;

Ν.Π.: Το έχω ήδη γράψει και δημοσιεύσει αυτό το λήμμα, στο βιβλίο μου Το Τετράγωνο των Ερμούδων. Τίτλος του: Ανεμοπορώ. Σας το διαβάζω: Ίπταμαι με τα φτερά μου στο ρελαντί (σαν τον γλάρο Ιωνάθαν), εκμεταλλευόμενος τα ανοδικά ρεύματα που δημιουργούνται στην ατμόσφαιρα. Αν και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είμαι άγγελος, ομολογώ πως αυτό το ρήμα διεγείρει έντονα τη λίμπιντο της λεξιλαγνείας μου και τούτο διότι είναι μια εύηχη, κομψή και ευγενική λέξη, η οποία κωδικοποιεί κάτι ελεύθερο, ευχάριστο και χαριτωμένο της ζωής. Είναι μια λέξη λεπτών αποχρώσεων, ας πούμε. Μια λέξη-θησαυρός από μια γλώσσα που ασχολείται και με τους γλάρους, τα γλαρόνια, τα ψαρόνια και τ’ άλλα πλάσματα τ’ ουρανού».

Β.Ν.: Αν σας δινόταν η ευκαιρία να επιλέξετε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο της Ιστορίας στο οποίο θα μπορούσατε να ζήσετε –όχι να το μελετήσετε, αλλά να το βιώσετε– ποιο θα ήταν αυτό και γιατί;

Ν.Π.: Στον 14ο αιώνα, φυσικά. Και πιο συγκεκριμένα, σ’ αυτή την εικοσαετία 1271-1291 που αφηγείται ο Μάρκο Πόλο στον Ρουστιτσέλο ντα Πίζα τα ταξιδιωτικά του. Θα ήθελα να ζήσω, βήμα βήμα, τούτα τα ταξίδια, τη διαδρομή Βενετία, Άκρα, Λάια, «Βασίλειο της Περσίας και της Ανατολής», Βαγδάτη, Χορμούζ, κοιλάδα Αλαμούτ,, Αφγανιστάν, Μπαταχτσάν, Κασμίρ, Πεκίνο. Θα ’θελα να δω όλο αυτό το μωσαϊκό των λαών, να βιώσω εκ του σύνεγγυς την ηδυπάθεια και τη φιλαρέσκεια των γυναικών της κάθε φυλής, τις εναλλαγές στις διατροφικές και τις μουσικές νοοτροπίες των ανθρώπων εκείνων, να γευθώ τα περιβόητα πεπόνια της πόλης Σαπουργκάν («πιο γλυκά κι από το μέλι» ισχυρίζεται ο Πόλο). Οδοιπόρος, να περνάω από τον ένα κόσμο στον άλλο. Τι ωραία προοπτική ταξιδιού! Τι απέραντη χαρά! Τι πλούτος εμπειρίας!

Η.Κ.: Θα μας πείτε και κάτι συγκινητικό;

Ν.Π.: Θα σας πω με δυο λόγια την ιστορία της ανθρωπολόγου Margaret Mead, η οποία βρήκε ένα μηριαίο οστούν, συγκολλημένο, που χρονολογείται στα βάθη της προϊστορίας. Ξέρουμε ότι μέσα στο ζωικό βασίλειο ένα πλάσμα με σπασμένο πόδι δεν έχει καμία ελπίδα να πάει… για τένις την άλλη μέρα. Κι όμως, εδώ έχουμε τεκμήριο ότι, σε μια τέτοια περίοδο, κάποιος πήρε τον τραυματισμένο, τον έκρυψε, τον τάισε, τον περιέθαλψε. Και για τη Μάργκαρετ, και για μένα, αυτό είναι το πρώτο στοιχείο πολιτισμού: η συμπόνια, η φροντίδα του άλλου. Όλα τ’ άλλα έπονται. 

 

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.