Σύνδεση συνδρομητών

Έντεκα αυτοί, έντεκα κι εσείς

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2021 09:13
2 Ιουνίου 1971, Λονδίνο, στάδιο Γουέμπλεϊ. Ο Άγιαξ και ο Παναθηναϊκός (με τον Μίμη Δομάζο σε πρώτο πλάνο) μπαίνουν στο γήπεδο για τον τελικό του ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών.
Nationaal Archief, Den Haag, Rijksfotoarchief - Fotocollectie Algemeen Nederlands Fotopersbureau (ANEFO)
2 Ιουνίου 1971, Λονδίνο, στάδιο Γουέμπλεϊ. Ο Άγιαξ και ο Παναθηναϊκός (με τον Μίμη Δομάζο σε πρώτο πλάνο) μπαίνουν στο γήπεδο για τον τελικό του ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

50 χρόνια από το Wembley. Με αφορμή μια επέτειο: ένα κείμενο από το τεύχος 120 του Books' Journal (Iούλιος 2020).

Στις 28 Απριλίου 1971, όταν ο Παναθηναϊκός σκόραρε το τρίτο γκολ, εμείς κλωτσούσαμε τσιγκάκια στη γωνία Κουμουνδούρου και Σατωβριάνδου. Το μικροσκοπικό πεζοδρόμιο και τα αυτοκίνητα που περνούσαν ασταμάτητα στην καρδιά της τσιμεντούπολης λίγα βήματα από την Αγίου Κωνσταντίνου και δυο τρία τετράγωνα κάτω από την Ομόνοια δεν επέτρεπαν το ξεδίπλωμα των ποδοσφαιρικών μας αρετών. Έπρεπε να πάμε στο σταθμό Λαρίσης ή στον Άγιο Παύλο για να παίξουμε με πλαστική μπάλα ή έστω τόπι από καουτσούκ. Το διπλανό καφενείο πρόσφερε άφθονα καπάκια από Ήβη και Φιξ και οι στήλες της πολυκατοικίας απέναντι από το πάρκινγκ του Εθνικού Θεάτρου γίνονταν αμυντικά τείχη, αντίπαλοι που περνούσαμε ή συμπαίκτες που έκαναν πάσες και ενίοτε κεφαλιές ψαράκια. Ο μεταλλικός σωλήνας με την επιγραφή «Απαγορεύεται η στάθμευση αυτοκινήτων» εκεί όπου συναντιούνταν τα δύο πεζοδρόμια ήταν δεξί δοκάρι.

Το απόγευμα με χώρισε σε πριν και μετά. Πριν και κατά τη διάρκεια του ΠΑΟ-Ερυθρός Αστέρας με απασχολούσαν οι φαλτσαριστές τροχιές που έκαναν τα τσιγκάκια, η σχολική χρονιά που πλησίαζε στο τέλος της και οι καλοκαιρινές διακοπές με θάλασσα, παγωτό και ψητά καλαμπόκια. Δεν είχα ιδέα τι παιζόταν εκείνο το απόγευμα ούτε πρόσεχα το μονότονο βουητό της αναμετάδοσης από τα ραδιόφωνα. Είχα ακούσει κάτι για Κύπελλο Πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης; Μάλλον όχι.

Το πρώτο ίχνος του μετά ήταν η σιγή. Στα τελευταία λεπτά του ημιτελικού, πριν το σφύριγμα της λήξης, η πόλη κρατούσε την ανάσα της. Κατόπιν υπόκωφη βροντή κάπου από τη γενική κατεύθυνση της Αλεξάνδρας, και στη συνέχεια ξέσπασμα χαοτικού πανζουρλισμού από κλάξον, φωνές, σημαίες, συνθήματα, βουτιές και χορούς στο σιντριβάνι. Ο λευκός θόρυβος των ραδιοφώνων μεταμορφώθηκε σε πράσινα ντεσιμπέλ που έβγαιναν από κάθε πόρο και γωνιά της Αθήνας. Σταματήσαμε τα τσιγκάκια και σταθήκαμε αποσβολωμένοι στη γωνία της Κουμουνδούρου κοιτάζοντας μιά ανθρωπολάβα που κατέβαινε από Σατωβριάνδου προς Μάρνη. Ένα τεράστιο κόκκινο πανώ έγραφε «Οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού μαζί σας»!

Εκείνη τη στιγμή, ο Μάγος του Οζ με έστειλε σε ένα παράξενο μετά. Ανεπιστρεπτί, είχα γίνει ζώον Παναθηναϊκόν.

***

Η πορεία των Αθηναίων στο Wembley ήταν ντετερμινισμός αυτοεκπληρωνόμενης προφητείας. Μετά τον εύκολο πρώτο γύρο –η Ζενές Ες ήταν πρακτικά ερασιτεχνική– το τριφύλλι αντιμετώπισε τρεις από τις ισχυρότερες ομάδες της εποχής –Μπρατισλάβα, Έβερτον, Βελιγράδι–, η μία πιο δύσκολη από την προηγούμενη. Σε αντίθεση με τον Άγιαξ που έφτασε στον τελικό περπατώντας, ο Παναθηναϊκός κάθε φορά προκρινόταν στην κόψη του ξυραφιού. Σε καθένα από αυτά τα παιχνίδια μπορούσε να είχε χάσει. Ένα δοκάρι αντί για γκολ εδώ, ένα γλίστρημα εκεί, μια αποτυχημένη απόκρουση, μία λάθος κεφαλιά, ένα οφσάιντ, μια στιγμιαία απροσεξία, ένα γκολ που ακυρώθηκε και στον τελικό θα είχε φτάσει κάποιος άλλος. Με την απιθανότητά του, το χολιγουντιανό επιστέγασμα του 3-0 επί του Crvena Zvezda πήγε κόντρα στη Λογική αλλά επιβεβαίωσε και το ρητό του αθάνατου Πούσκας που βρίσκεται πίσω από αυτό το ελληνικότατο υπερκατόρθωμα: «11 αυτοί, 11 κι εσείς». Σίγουρα πρέπει να σε θέλει η μπάλα αλλά ώρες ώρες φαίνεται ότι εκείνοι οι 11 ανάγκασαν την μπάλα να τους θέλει. Είναι σαν η Σταχτοπούτα να έφτιαξε η ίδια τα παπούτσια, να τα φόρεσε μόνη της και μετά να κλώτσησε τον πρίγκιπα.

Στις 2 Ιουνίου 1971 ο Παναθηναϊκός συνάντησε τον Άγιαξ στο Wembley και μια ολόκληρη γενιά από ελληνόπουλα ερωτευθήκαμε τον Κρόιφ. Ο Χέγκελ έγραψε κάπου ότι όταν αντίκρισε τον Ναπολέοντα έφιππο είδε το Παγκόσμιο Πνεύμα. Εγώ όταν πρωτοείδα τον Κρόιφ να παίζει είδα την ελευθερία. Η λεπτεπίλεπτη εύθραυστη φιγούρα με το νούμερο 14 ήταν ελευθερία, όχι σαν πολιτικό ιδεώδες, νιρβανική ουτοπία ή κάποιου είδους γκάιστ, αλλά σαν μυϊκή σωματική κατάσταση με εκρηκτική επιτάχυνση, απότομες αλλαγές, διαγώνιες μετακινήσεις, τακουνάκια και διαρκές επιθετικό παιχνίδι. Όταν έφευγε με την μπάλα έξω αριστερά, όταν απλώς την ακουμπούσε, όταν απέφευγε θανατηφόρα τάκλιν, όταν εκτοξευόταν κάθετα σαν πύραυλος μετά από ένα γκολ, οι νόμοι της βαρύτητας και οπτικής έπαυαν να ισχύουν και για μια μαγική στιγμή γίνονταν suspended in mid-air, αυτή είναι η σωστή έκφραση, αναστέλλονταν και αιωρούνταν μαζί του. Ακόμα και τα μακριά ακούρευτα ξανθά μαλλιά του ήταν ελευθερία. Από εκείνο το καλοκαίρι και μετά τσακωνόμασταν ποιος θα είναι Κρόιφ και ονειρευόμασταν μια φανέλα με το 14.

Ο τελικός του Wembley ήταν το πρώτο παιχνίδι ποδοσφαίρου που παρακολούθησα. Η μικροσκοπική ασπρόμαυρη τηλεόραση είχε προβληματική εικόνα και κάπου στο 5ο λεπτό πλημμύρισε χιονοειδή παράσιτα και έτσι δεν είδαμε την κεφαλιά του Βαν Ντάικ. Όταν η αναμετάδοση επανήλθε, το Ajax – Panathinaikos 1-0 στην οθόνη ήταν ο χρησμός που φοβόμασταν. Ο μεγάλος τελικός είχε τελειώσει πριν αρχίσει.

***

Πρόσφατα αποφάσισα να ξαναδώ το παιχνίδι με την ιδιότητά μου σαν παθολογοανατόμου, με παγερή ματιά, χωρίς οπαδικό σεντιμενταλισμό. Έκανα εκταφή του τελικού για να τον υποβάλω σε νεκροψία και ιδού η ιατροδικαστική μου έκθεση. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες ήταν αβυσσαλέα. Η επικράτηση των Ολλανδών ήταν ολοκληρωτική χωρίς να χρειαστούν το σήμα κατατεθέν τους, το total football. Κάθε φορά που είχαν την μπάλα είχαν στρέμματα ελεύθερου χώρου και επιλογές προς κάθε κατεύθυνση. Αμφιβάλλω αν ίδρωσαν ή αν λαχάνιασαν, παρότι αρκετοί παίκτες ήταν καπνιστές. Όταν πανηγύρισαν το δεύτερο γκολ σχεδόν στην εκπνοή του αγώνα τα σορτς τους ήταν κατάλευκα σαν να είχαν μόλις βγεί από το πλυντήριο.

Εκείνη η ομάδα ήταν perfection that kills. Ο Άγιαξ είχε τελειοποιήσει τη συνταγή βαθιά μπαλιά-προσποίηση έξω από την περιοχή-σέντρα-κεφαλιά-δίχτυα (1-0) και αέρινη κροϊφική διείσδυση-πάσα λέιζερ-σουτ εκτέλεση (2-0). Τα δύο γκολ είχαν κάτι το θεατρικά προμελετημένο (σχεδόν staged) όχι μόνο με το πώς μπήκαν αλλά και στο timing, στο πότε μπήκαν. Σκοράροντας στο 5ο λεπτό οι overlords δεν άφησαν καμία αμφιβολία για το αποτέλεσμα και έβαλαν το κύπελλο στο τσεπάκι. Και τρία λεπτά πριν τη λήξη αποφάσισαν ότι είχε έλθει η ώρα για δεύτερο, όπερ και εγένετο.

Το 2-0 έχει πυθαγόρεια αρμονία. Εάν ο τελικός έληγε 1-0 θα έδινε μια πολύ λανθασμένη εντύπωση για το τι έγινε στο γήπεδο. Με 3-0 ή περισσότερο το παιχνίδι θα έπαιρνε διαστάσεις αθηναϊκής πανωλεθρίας, κάτι το οποίο οι παίκτες του Άγιαξ δεν ήθελαν ούτε χρειάζονταν. Δεν θα κέρδιζαν τίποτα παραπάνω εάν ταπείνωναν την ομάδα του Πούσκας ο οποίος ήταν ζωντανός θρύλος. Με το 2-0 μας πρόσφεραν ιδεώδη ήττα και επιστροφή στο Ελληνικό με ψηλά το κεφάλι. Για τους Ολλανδούς, ο βαρετός τελικός ήταν προπόνηση χαμηλών τόνων και διαδικαστική αγγαρεία που έπρεπε να γίνει για να πάρουν τα μετάλλια, να σηκώσουν το τρόπαιο, να κάνουν το γύρο του θριάμβου, να βγάλουν φωτογραφίες και να φύγουν για διακοπές.

Τα σώματα των παικτών του Άγιαξ μπορεί να ήταν στο Wembley αλλά το μυαλό τους φαινόταν να βρίσκεται αλλού: στην ανανέωση των συμβολαίων τους, στην αποφυγή άσκοπων τραυματισμών, στις παραλίες του Νότου, στα καινούργια καμπριολέ και όλα όσα απασχολούν εικοσάρηδες alpha στο θρόνο του ευρωπαϊκού φούτμπολ. Στο Ajax, Barcelona, Cruyff, από τα πιο ενδιαφέροντα αγγλόφωνα βιβλία για το φαινόμενο Κρόιφ, ο Ιούνιος του 1971 μονοπωλείται από παρασκήνια συμβολαίων, εκατέρωθεν απειλές ανάμεσα σε παίκτες και διοίκηση και το χάπι-εντ όταν ο Κρόιφ ανανέωσε την παραμονή του στον Άγιαξ. Οι συγγραφείς αφιερώνουν λιγότερο από μία πρόταση στη συνάντηση των δύο ομάδων (7 λέξεις για την ακρίβεια), προκειμένου να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια του ολλανδικού Τύπου για «τον απογοητευτικό τελικό ενάντια στον Παναθηναϊκό, the disappointing European Cup Final against Panathinaikos».

Απέναντι στον Άγιαξ ο Παναθηναϊκός ήταν σχεδόν Ζενές Ες. Οι Παναθηναϊκοί δείχνουν υπνωτισμένοι, σαν να μην πιστεύουν ότι βρίσκονται εκεί μπροστά σε 83.179 θεατές σε πραγματικό παιχνίδι ενάντια στην ομάδα που μάγεψε τα σέβεντις, επαναστατικοποίησε στο ποδόσφαιρο και κέρδισε το ευρωπαϊκό κύπελλο τρεις φορές στη συνέχεια. Στα βαθιά νερά της ποδοσφαιρικής ελίτ, οι πράσινοι παλεύουν με ό,τι έχουν και δεν έχουν, τρέχουν πάνω-κάτω, και πληρώνουν τις συνέπειες του υπερκατορθώματός τους. Τα 90 λεπτά του Παναθηναϊκού στο Wembley συμπυκνώνουν και μια στιγμή της αλήθειας για τον ελληνισμό όταν εκών-άκων βγαίνει από το comfort zone και από αυτά που ξέρει, προκειμένου να δοκιμαστεί, να ανταγωνισθεί, να αναμετρηθεί, να ηττηθεί, να επιβιώσει, να αλλάξει. Εάν θέλεις να νικήσεις χρειάζεται κάτι παραπάνω από το «11 αυτοί, 11 κι εσείς».

***

Αλλά αρκετά με τον ιατροδικαστικό αναθεωρητισμό. Η μοναδικότητα του γεγονότος επιβάλλει να κλείσουμε με την ευγνωμοσύνη του οπαδού. Μπορεί να χάσαμε στο Wembley, όμως κερδίσαμε και μόνο που βρεθήκαμε εκεί. Οι έντεκα του Πούσκας μας χάρισαν κάτι ανεκτίμητο που μας ακολουθεί εδώ και μισό αιώνα και θα το πάρουμε μαζί μας.

Η ευτυχία είναι αντιστρόφως ανάλογη των προσδοκιών. Μαδρίτες και Λίβερπουλ, Μόναχα και Παρίσια, Μπαρτσελόνες και Μιλάνα ζουν και λειτουργούν με το διαρκές άγχος της επικράτησης. Οι apex predators του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου είναι υποχρεωμένοι να κερδίζουν και κάθε φορά που αυτό δεν συμβαίνει βυθίζονται σε σκοτεινή συντέλεια του κόσμου. Όταν κερδίζουν κανείς δεν εκπλήσσεται και από ένα σημείο και μετά οι οπαδοί βαριούνται να πέσουν στο σιντριβάνι. Η Ρεάλ έχει κατακτήσει το έσχατο τρόπαιο 13 φορές – τι μπορεί να σημαίνει η 14η που αργά ή γρήγορα θα ξανασυμβεί; Άλλο ένα ευμέγεθες μεταλλικό δοχείο στη βασιλική συλλογή; Και τι αλήθεια θα αλλάξει στο Μιλάνο ή στο Λίβερπουλ την επόμενη φορά που θα ξαναπάρουν το στέμμα;

Αλλά όταν μια ομάδα από το πουθενά και ενάντια σε κάθε προσδοκία φτάνει για μία και μοναδική φορά σε ευρωπαϊκό τελικό, χαρίζει στους οπαδούς της αιώνια ευτυχία. Ποτέ μην πεις ποτέ, αλλά σήμερα είναι εξαιρετικά δύσκολο για ομάδες χαμηλού ή ανύπαρκτου εκτοπίσματος να φτάσουν σε τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ – ακόμα και ο τελικός των τριτοκλασάτων του Europa League είναι απρόσιτος στους κοινούς θνητούς και πληβείους του φούτμπολ. Όσο περνούν τα χρόνια, η φωτογραφία με τις δύο ενδεκάδες να μπαίνουν στο γήπεδο –πράσινοι Έλληνες δεξιά, ερυθρόλευκοι Ολλανδοί αριστερά, το πλήθος του Wembley στο φόντο– γίνεται περισσότερο εξωπραγματική γεγονός που κάνει το επίτευγμα εκείνου του Παναθηναϊκού όλο και σημαντικότερο.

 

Πηγές

Αλέξανδρος Κιτροέφ, Ελλάς-Ευρώπη, Παναθηναϊκός! 100 χρόνια ελληνικής ιστορίας, 1908-2008, greekworks.com, 2010.

Frits Barend, Henk Van Dorp, Ajax, Barcelona, Cruyff, Bloomsbury Publishing, 1999. Συλλογή άρθρων και συνεντεύξεων από δύο ολλανδούς ποδοσφαιρογράφους που γνώριζαν τον Κρόιφ από το ξεκίνημα της καριέρας του. Το σχόλιο για την «απογοητευτική» απόδοση του Άγιαξ στον τελικό του 1971 βρίσκεται στο “What makes Cruyff so Special”.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.