Σύνδεση συνδρομητών

Ελλάδα, Ρωσία, Αμερική: Δύο αιώνες μύθοι και πραγματικότητες             

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2025 11:13
Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέχρι τις μέρες μας, η προσδοκία ότι «ο Μόσκοβος θα φέρει το σεφέρι» επανέρχεται σχεδόν τελετουργικά όπως  και κάθε φορά διαψεύδεται από την ίδια τη ροή της Ιστορίας.
Φωτογραφία αρχείου
Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέχρι τις μέρες μας, η προσδοκία ότι «ο Μόσκοβος θα φέρει το σεφέρι» επανέρχεται σχεδόν τελετουργικά όπως και κάθε φορά διαψεύδεται από την ίδια τη ροή της Ιστορίας.

Η πραγματική γεωπολιτική ιστορία πίσω από τις αυταπάτες

Από τον 19ο αιώνα μέχρι και σήμερα, ένα μέρος της ελληνικής δημόσιας σφαίρας κινείται σαν να κουβαλά μέσα της μια κληρονομημένη έλξη προς «τη μεγάλη προστασία της Ανατολής». Η Ορθόδοξη Εκκλησία, με την οργανική της συνέχεια προς το Πατριαρχείο και την παλιά βυζαντινή οικουμένη, καλλιέργησε επί δεκαετίες ένα ήπιο αλλά σταθερό ρεύμα ρωσοφιλίας. Η Ρωσία, «η άλλη ορθόδοξη αυτοκρατορία», παρουσιάστηκε σαν φυσικός συγγενής, ένας αδελφός λαός που θα προστάτευε το Γένος. Αυτή η κουλτούρα διαχύθηκε από το εκκλησιαστικό σώμα προς την κοινωνία και στο φαντασιακό πολλών ταύτισε την πίστη με μια ασαφή γεωπολιτική προσμονή. Έτσι, σταθεροποιήθηκε ένα υπόστρωμα ευνοϊκό για κάθε μελλοντική φιλορωσική αφήγηση.

Την ίδια στιγμή, το ΣΕΚΕ (1918), που αργότερα μετονομάστηκε  σε ΚΚΕ (1924), οικοδόμησε τη δική του «πίστη» στο σοβιετικό κέντρο, όχι ως θεολογική εξάρτηση αλλά ως ιδεολογική υποταγή. Η Μόσχα μετατράπηκε σε απόλυτο σημείο αναφοράς, ο σταθμός όπου «δικαιώνονται οι λαοί» και από όπου εκπορεύεται η αλάνθαστη γραμμή. Από αυτή την τυφλή σοβιετοφιλία γεννήθηκε και ένας παθολογικός αντιαμερικανισμός, πολύ πιο πέρα από μια κριτική  στις αμερικανικές πολιτικές, αλλά μια πίστη ότι η Αμερική είναι το απόλυτο κακό, ο αιώνιος εχθρός. Έτσι, δύο διαφορετικοί κόσμοι, ο εκκλησιαστικός και ο κομμουνιστικός, παρήγαγαν το ίδιο αποτέλεσμα: μια Ελλάδα που συχνά δυσκολεύεται να δει τη Δύση όχι μέσα από μύθους και φοβικά καλογερίστικα σύνδρομα, αλλά μέσα από τα δικά της συμφέροντα. Κι εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα, γιατί  όταν η πολιτική δεν ζυγίζεται στις ανάγκες της χώρας, αλλά στις πίστεις που κληρονομήσαμε, τότε η Ιστορία μάς υπενθυμίζει κάθε φορά πόσο ακριβά πληρώνεται η αυταπάτη.

Δύο και πλέον αιώνες ιστορίας δείχνουν το ίδιο μοτίβο: η Ρωσία δεν υπήρξε ποτέ πραγματικός σύμμαχος της Ελλάδας, ούτε στην ανάγκη, ούτε στην κρίση, ούτε στην προοπτική. Κι όμως, ο μύθος επιμένει. Επιβιώνει γιατί ικανοποιεί μια βαθιά πολιτισμική επιθυμία να υπάρχει κάπου ένας ισχυρός που μας μοιάζει και μας χρωστάει. Μόνο που η Ιστορία έχει αποδείξει, ξανά και ξανά, ότι κανείς δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν.  Και ότι οι λαοί που αναζητούν σωτήρες, καταλήγουν να πληρώνουν το κόστος των προσδοκιών τους.

 

Ο μύθος που επιβιώνει των διαψεύσεών του

Αν υπάρχει ένας μεγάλος ελληνικός πολιτικός μύθος που διατρέχει αιώνες, είναι αυτός του «ξανθού γένους». Η ιδέα ότι κάπου στον Βορρά υπάρχει ένας φυσικός σύμμαχος, ένας προστάτης της Ορθοδοξίας, ένας μεγάλος αδελφός που αργά ή γρήγορα θα στραφεί υπέρ μας. Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μέχρι τις μέρες μας, η προσδοκία ότι «ο Μόσκοβος θα φέρει το σεφέρι» επανέρχεται σχεδόν τελετουργικά όπως  και κάθε φορά διαψεύδεται από την ίδια τη ροή της Ιστορίας.

Ήδη από τον 19ο αιώνα, επιφανείς έλληνες λόγιοι περιέγραφαν τη θρησκευτική ομοδοξία και την κοινή εχθρότητα προς τους Οθωμανούς ως δεσμούς που «ένωναν» τους δύο λαούς. Όμως ο ιστορικός απολογισμός είναι απελπιστικά συνεπής: η Ρωσία ποτέ δεν κινήθηκε υπέρ της Ελλάδας παρά μόνο όταν αυτό συνέπιπτε με το δικό της εθνικό συμφέρον — και συχνά κινήθηκε ευθέως αντίθετα από αυτό.

Από τα Ορλωφικά μέχρι τις μέρες, η γραμμή είναι συνεχής και συνεπής.  Κι όμως, ήδη από το 1819, ένας από τους πιο διορατικούς έλληνες πολιτικούς της εποχής, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, είχε διατυπώσει με απόλυτη καθαρότητα αυτό που η Ελλάδα θα αργούσε έναν αιώνα να καταλάβει καταβάλλοντας βαρύ εθνικό τίμημα: ότι το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας δεν βρίσκεται στον Βορρά, αλλά στη Δύση.

Ας διατρέξουμε όμως το μύθο εν συντομία.

1770: Η πρώτη μεγάλη διάψευση  χρονολογείται από τα Ορλωφικά. Η Αικατερίνη Β’ υποκινεί την επανάσταση για λόγους δικής της στρατηγικής. Οι Έλληνες μάχονται, οι Ρώσοι αποχωρούν όταν η κατάσταση ανατρέπεται. Οι Τουρκαλβανοί σφαγιάζουν όσους πίστεψαν στο «ξανθό γένος». Η Ελλάδα εγκαταλείπεται στο κρίσιμο σημείο. Είναι η πρώτη μεγάλη απόδειξη πως η προσδοκία ρωσικής σωτηρίας είναι, στην πράξη, ένα μοντέλο παρεξήγησης της γεωπολιτικής πραγματικότητας.

1798: Η Ρωσία συμμαχεί με τους Οθωμανούς, εκδιώκει τους Γάλλους και δημιουργεί στα Επτάνησα ένα καθεστώς που εξυπηρετεί τις δικές της βλέψεις στη Μεσόγειο. Για τον ελληνισμό, δεν προκύπτει κανένα όφελος. Μόνο η υπενθύμιση ότι οι δυνάμεις κινούνται με βάση τα συμφέροντά τους και προφανώς όχι με τη θρησκευτική τους συγγένεια.

1821: Παρά τους μύθους, ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ όχι μόνο δεν στηρίζει την Ελληνική Επανάσταση αλλά, υπακούοντας στη λογική του Μέττερνιχ, αποδοκιμάζει την εξέγερση ως απειλή για την ευρωπαϊκή ισορροπία. Η Φιλική Εταιρεία παίζει τότε το μοναδικό χαρτί που είχε: την ελληνική πίστη στο μύθο της ρωσικής βοήθειας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι η Ρωσία παρακολουθεί από απόσταση, χωρίς να διακινδυνεύσει τίποτα.

1824: Στο αποκορύφωμα του Αγώνα, την ώρα που οι Έλληνες πολεμούν για κράτος ενιαίο, η Ρωσία προτείνει τη δημιουργία τριών ξεχωριστών αυτόνομων ηγεμονιών: Ανατολικής, Δυτικής Ελλάδας και Πελοποννήσου. Όχι ανεξάρτητων αλλά  φόρου υποτελών στον σουλτάνο. Ένα γεωπολιτικό σχέδιο που δεν έχει καμία σχέση με τα ελληνικά συμφέροντα παρά μόνο εξυπηρετούσε  με την ανάγκη της Ρωσίας να κατεβεί στη Μεσόγειο χωρίς να συγκρουστεί με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις.

1833: Το νεαρό ελληνικό κράτος βρίσκεται στη δίνη χρεοκοπίας. Η Ρωσία δεν χαλαρώνει την πίεση: απαιτεί άμεση αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων. Η Ελλάδα γονατίζει δημοσιονομικά. Ο «ορθόδοξος αδελφός» λειτουργεί ως σκληρός πιστωτής. Γενικά, η Ρωσία, το ομόθρησκο έθνος στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, συμμετέχει ενεργά στην επιβολή οικονομικών όρων που οδηγούν την Ελλάδα στη χρεοκοπία του 1843.

1876: Στη Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης, η Ρωσία απλώνει πάνω στο τραπέζι έναν χάρτη που λειτουργεί σαν μαχαιριά: η «Μεγάλη Βουλγαρία» φτάνει μέχρι το Αιγαίο, καταπίνει τη Μακεδονία και τη Θράκη και σβήνει την Ελλάδα από τον βαλκανικό σχεδιασμό. Εδώ, κυριολεκτικά, γεννιέται το Μακεδονικό ζήτημα,  μια πληγή που θα ανοίξει πολέμους, θα διχάσει γενιές και θα παραμείνει ενεργός έως σήμερα, ακόμη και μετά τις Πρέσπες. Και αυτή η ρωσική επιλογή δεν ήταν συγκυριακή αλλά εθνική ρωσική  στρατηγική. Τόσο οι τσάροι όσο και ο Στάλιν επιδίωξαν το ίδιο: τη δημιουργία ενός «μακεδονικού» κρατικού μορφώματος, σλαβικού και ελεγχόμενου από τη Μόσχα, ως ανάχωμα στον Νότο. Για να υπάρξει αυτό το μόρφωμα, έπρεπε η Ελλάδα να μικρύνει. Να κοπεί. Σε αυτή τη γραμμή ευθυγραμμίστηκε τότε και το ΚΚΕ, υιοθετώντας τα συνθήματα «Ελεύθερη Μακεδονία – Ελεύθερη Θράκη», δηλαδή την αποδοχή ενός ελληνικού ακρωτηριασμού στο όνομα της «γραμμής» που ερχόταν από τη Μόσχα. Το 1876 είναι το σημείο όπου καταρρέει ο μύθος της «ορθόδοξης αδελφότητας» και αποκαλύπτεται η πραγματική ρωσική στόχευση, που δεν είναι άλλη από το να περιοριστεί η Ελλάδα, να δημιουργηθεί στη θέση της ένα προτεκτοράτο, ώστε να ανήκουν τα Βαλκάνια στη ρωσική ζώνη επιρροής. Στόχος που επανήλθε  στην διάρκεια της Κατοχής, όπου το ΚΚΕ λειτουργούσε ως τυφλό όργανο της σταλινικής Μόσχας, με τα γνωστά γεγονότα τα οποία κατέληξαν στον καταστροφικό εμφύλιο, για να μπορέσει η Ελλάδα να μην έχει την μοίρα των βαλκανικών χωρών και να ανήκει στον ελεύθερο δυτικό κόσμο. Το πιο καθαρό παράδειγμα τού πώς η ιδεολογική πίστη μπορεί να γίνει πολιτική τύφλωση και εθνική μειοδοσία. Το εντυπωσιακό είναι ότι, παρά το ασύμμετρο κόστος σε αίμα, τον διχασμό κι έναν αιώνα μόνιμης απειλής, οι δυο ελληνικές ιδιότυπες ορθοδοξίες, της Εκκλησίας και του ΚΚΕ, αρνούνται να το καταλάβουν και πολεμούν πεισματικά ενάντια στο εθνικό συμφέρον.

1897: Νέα χρεοκοπία, νέος οικονομικός έλεγχος – και η Ρωσία βρίσκεται στην επιτροπή που επιβλέπει την ελληνική οικονομία. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Οι αδελφοί Ρώσοι δεν δείχνουν καμία  εύνοια στους εξαθλιωμένους ομοθρήσκους τους. Τους έχουν υπό αυστηρή επιτήρηση.

1919–1922: Η πιο οδυνηρή στιγμή: η Σοβιετική Ρωσία χρηματοδοτεί και εξοπλίζει τον Μουσταφά Κεμάλ. Το πρώτο κράτος που αναγνωρίζει την κεμαλική κυβέρνηση είναι η Μόσχα. Την ίδια περίοδο, χιλιάδες Πόντιοι στη Σοβιετική Ένωση εκτοπίζονται ή εκτελούνται ως «εχθροί του λαού». Κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η Σοβιετική Ένωση είναι βασικός προμηθευτής όπλων και χρημάτων στον Μουσταφά Κεμάλ. Η πρώτη χώρα που αναγνωρίζει την επαναστατική κυβέρνησή του είναι η Μόσχα. Και όλα αυτά σε μια δεκαετία όπου οι Πόντιοι της Σοβιετικής Ένωσης διώκονται, εκτελούνται ή εκτοπίζονται ως «εχθροί του λαού». Είναι η στιγμή που ο μύθος καταρρέει οριστικά. Παραδόξως, παρά την τεράστια καταστροφή που υπέστη ο ελληνισμός, στην Ελλάδα η πίστη στη Ρωσία παραμένει.

 

Μεταπολεμικά:

1946: Η Σοβιετική Ένωση ζητά από τον Σοφούλη την παραχώρηση ναυτικής βάσης στα Δωδεκάνησα, «για εμπορικούς λόγους», όπως ισχυρίζεται. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα βρίσκεται στην αρχή της εμφύλιας αιματοχυσίας. Η χώρα είναι εξαντλημένη, διαλυμένη, και το κομμουνιστικό αντάρτικο έχει μόλις ξεκινήσει να οργανώνεται σε ολοκληρωμένο στρατό. Η Μόσχα στο μεταξύ σφυρίζει «αντάρτικα» ζητώντας διευκολύνσεις στο Αιγαίο και από την άλλη κρατά μια «δήθεν ουδετερότητα», ενώ αφήνει μέσω Τίτο και Βουλγαρίας να περνούν όπλα, να προσφέρει καταφύγια και υποστήριξη προς τον Δημοκρατικό Στρατό (ΔΣΕ). Είναι μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ρωσικής στάσης απέναντι στην Ελλάδα: τη στιγμή που η χώρα μπαίνει στη φωτιά του Εμφυλίου, η Μόσχα απλώνει τα χέρια για να πάρει!  

1974: Την ώρα που η Κύπρος αιμορραγεί —πραξικόπημα, κατάρρευση της δημοκρατίας, τουρκική εισβολή— και η Ελλάδα βρίσκεται σε απόλυτο στρατηγικό σοκ, η Μόσχα κάνει κάτι που λίγοι θυμούνται: είναι η πρώτη μεγάλη δύναμη που βγάζει ανακοίνωση δικαιολογώντας την τουρκική επέμβαση. Μόνο η ΕΣΣΔ δεν μιλά για εισβολή, δεν κάνει λόγο  για παραβίαση συνόρων, ούτε αναφέρεται στο διεθνές δίκαιο. Αντίθετα, μιλά για την «αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης», υιοθετώντας πρακτικά το τουρκικό αφήγημα, την ώρα που ο Αττίλας καταλαμβάνει εδάφη και χιλιάδες άνθρωποι ξεριζώνονται. Η στάση αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε ουδέτερη. Η Μόσχα βλέπει στην κυπριακή κρίση μια χρυσή ευκαιρία: να αποδυναμωθεί η Ελλάδα, να αποσταθεροποιηθεί το ΝΑΤΟ στο νότιο άκρο, να χαθεί η συνοχή της δυτικής πτέρυγας στο Αιγαίο. Το σχέδιο αυτό ανέλαβε να φέρει σε πέρας το ΚΚΕ, όντως με θαυμαστά αποτελέσματα. Για ακόμα μια φορά, στο πιο δραματικό κεφάλαιο του ελληνισμού μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Ρωσία όχι μόνο δεν στάθηκε δίπλα αλλά στάθηκε απέναντι.

21ος αιώνας:  Οι πολυάριθμες συναντήσεις Κώστα Καραμανλή–Πούτιν δημιούργησαν την εντύπωση στρατηγικής προσέγγισης. Αγωγοί, εξοπλιστικά, ενέργεια. Αλλά, μετά το 2009, όλα διακόπτονται απότομα — όχι επειδή άλλαξε η Ελλάδα, αλλά επειδή άλλαξε η σκοπιμότητα για τη Ρωσία.

2010: Λίγο πριν από το πρώτο Μνημόνιο, ο Γιώργος Παπανδρέου μεταβαίνει στο Κρεμλίνο αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις. Η απάντηση είναι σαφής: η Ρωσία δεν προσφέρει χρηματοδοτική στήριξη και υποδεικνύει ωμά ότι η Ελλάδα πρέπει να απευθυνθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η «ρωσική βοήθεια» αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά πολιτική οφθαλμαπάτη.

2015 -2025: Το 2015, αναζωπυρώνεται ξανά το παλιό όραμα: ότι η Ρωσία μπορεί να δώσει στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση Τσίπρα το υπονοεί, ο δημόσιος λόγος το καλλιεργεί και ο μύθος επιστρέφει για ακόμα μια φορά. Μόνο που, όπως γράφει ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας στο βιβλίο του, ο Βλαντίμιρ Πούτιν του είπε ξεκάθαρα ότι το να δώσει χρήματα στην Ελλάδα θα ήταν «σαν να τα πετάει στον σκουπιδοτενεκέ». Η φράση αυτή, ωμή και αποκαλυπτική, δεν είναι απλώς μια διπλωματική αποστασιοποίηση. Είναι το τέλος του μεγάλου αφηγήματος. Η στιγμή που ο μύθος του «ξανθού γένους» καταρρέει από τα χείλη του ίδιου του ανθρώπου που επί χρόνια παρουσιάστηκε ως «φυσικός σύμμαχος» της Ελλάδας. Τέλος, αυτή τη γραμμή, εξυπηρετούν οι συνεχείς προσβλητικές και απειλητικές δηλώσεις της Μαρίας Ζαχάροβα, εκπροσώπου του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, με αποκορύφωμα την τελευταία που απειλεί ευθέως τη χώρα μας («Θα απαντήσουμε κατάλληλα στην Ελλάδα για τα drones με Ουκρανία») επειδή ασκεί εθνική πολιτική και δεν υπακούει στον αναθεωρητισμό του Κρεμλίνου και της Άγκυρας: ο «φυσικός σύμμαχος» δεν πειθαρχεί, γι’ αυτό και απειλείται ανοιχτά.  

 

Ελληνοαμερικανικές σχέσεις: από τη δυσπιστία στην προοπτική

Ας δούμε όμως και την εξέλιξη των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, πώς άρχισαν, πώς εξελίχθηκαν, πώς προέκυψε η ελληνική δυσπιστία απέναντι στην Αμερική αλλά και τη βαθμιαία ανατροπή των στερεοτύπων που έχουν κυριαρχήσει, με αποτέλεσμα μια κοινή γνώμη πιο δεκτική στην ανατροπή τους:

1823: Η πρώτη –σχεδόν εμβρυακή– επαφή. Ο αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε, με το περίφημο «Δόγμα Μονρόε», διακηρύσσει ότι οι ΗΠΑ δεν θα εμπλακούν στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Η Ελληνική Επανάσταση διεξάγεται χωρίς αμερικανική υποστήριξη. Κι όμως, στην αμερικανική κοινή γνώμη γεννιέται ένα ισχυρό φιλελληνικό ρεύμα, από τους λόγους του Χένρι Κλέι μέχρι την αποστολή εθελοντών. Είναι η πρώτη, και τελείως διαφορετική από τη ρωσική, εκδήλωση συμπάθειας που δεν γίνεται με  γεωπολιτική σκοπιμότητα, αλλά με ανθρωπιστική και ιδεολογική μέριμνα.

1898–1922: Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι ΗΠΑ παραμένουν μακριά από τα βαλκανικά, αλλά γίνονται το μεγάλο μεταναστευτικό καταφύγιο του ελληνισμού. Η αμερικανική κοινωνία αγκαλιάζει ένα τεράστιο κύμα Ελλήνων, το οποίο δημιουργεί κοινότητες, ιδρύματα, οικονομική άνοδο και –το σημαντικότερο– ένα υπόστρωμα δεσμών που αργότερα θα αποδειχθεί καθοριστικό. Είναι μια σχέση που δεν χτίζεται από κρατικές συμφωνίες, αλλά από ανθρώπους.

1941–1949: Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αλλάζει τα πάντα. Η Ελλάδα πολεμά, νικά στην Αλβανία, καταρρέει υπό το βάρος της γερμανικής κατοχής. Όταν ξεσπά ο Εμφύλιος, οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν ρόλο που καμία άλλη δύναμη δεν μπορούσε να αναλάβει. Το 1947, το «Δόγμα Τρούμαν» στην κυριολεξία σώζει τη χώρα από το ενδεχόμενο πλήρους σοβιετικής διείσδυσης στα Βαλκάνια. Πόσοι «αιώνες» πρέπει να περάσουν για να χρωστάμε μόνο γι’ αυτό αιώνια ευγνωμοσύνη; Για πρώτη φορά, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται ως ρομαντικό σύμβολο, αλλά ως γεωπολιτικό μέτωπο. Κι ενώ στο συλλογικό ασυνείδητο επιβιώνει ο μύθος του «ξανθού γένους», στη σκληρή πραγματικότητα αυτός που στηρίζει την Ελλάδα είναι η δύναμη την οποία πολλοί θεωρούν «μακρινή» ή «ψυχρή»: οι Ηνωμένες Πολιτείες.

1952: Η Ελλάδα εντάσσεται στο ΝΑΤΟ, όταν ήδη σήμερα χώρες προηγμένες του Βορρά αγωνιούν και σκοτώνονται στα πεδία των μαχών για να ενταχθούν σ’ αυτό. Είναι η πρώτη οργανωμένη είσοδος της χώρας σε μια συλλογική δομή ασφάλειας. Η απόφαση αυτή, δαιμονοποιημένη από τη μεταγενέστερη αριστερή οπτική, υπήρξε το κεντρικό στήριγμα της εθνικής άμυνας για έναν αιώνα. Δεν υπάρχει περίοδος μετά το 1952 όπου η Ελλάδα να υπήρξε μόνη της στρατιωτικά.

1967–1974: Η πιο σκοτεινή σελίδα. Η δικτατορία, οι σχέσεις της με τις ΗΠΑ, οι σιωπές, τα λάθη, το πραξικόπημα στην Κύπρο και η τουρκική εισβολή δημιουργούν ένα τεράστιο κύμα αντιαμερικανισμού. Η Αμερική ταυτίζεται στο συλλογικό αίσθημα με την «προδοσία». Εδώ να υπενθυμίσουμε ακόμα μια φορά στο φιλοσοβιετικό και νυν πουτινόφιλο κοινό της χώρας πως, στις 20 Ιουλίου 1974, η σοβιετική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η Τουρκία επενέβη «για να υπερασπιστεί την τουρκική κοινότητα του νησιού» και «αφού πείστηκε ότι όλα τα ειρηνικά μέσα για την επίλυση της κρίσης είχαν εξαντληθεί». Κανένα δυτικό κράτος δεν έκανε μια ανάλογη δήλωση στις 20 Ιουλίου. Την περίοδο αυτή, πάντως, γεννιέται ο πολιτικός μύθος της Μεταπολίτευσης: «οι Αμερικανοί φταίνε για όλα». Και ο μύθος αυτός, παρότι αναπαράγεται για δεκαετίες, έχει ένα κρίσιμο κενό: καμία άλλη δύναμη δεν στήριξε την Ελλάδα εκείνη την περίοδο, ούτε η Ρωσία ούτε η Ευρώπη. Το κενό το γέμισε η πίκρα, όχι η γεωπολιτική.

1980–2000: Η Ελλάδα μπαίνει βαθιά στο δυτικό σύστημα: ΝΑΤΟ, ΕΟΚ, Ευρωπαϊκή Ένωση, ευρωπαϊκός προσανατολισμός. Την ίδια στιγμή, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ο αντιαμερικανισμός της Μεταπολίτευσης κυριαρχεί πολιτισμικά στα πανεπιστήμια, στα κόμματα, στην τέχνη και στον δημόσιο λόγο. Μια παράδοξη διπλή πραγματικότητα: η χώρα στηρίζεται στη Δύση, ενώ φαντασιακά στρέφεται εναντίον της.

2001–2010: Η Ελλάδα ενισχύει την αμερικανική συνεργασία σε ζητήματα ασφάλειας, πληροφοριών, αντιτρομοκρατίας. Η Ολυμπιάδα του 2004 δεν θα μπορούσε να έχει διεξαχθεί χωρίς αμερικανική τεχνογνωσία και προστασία. Οι σχέσεις σταθεροποιούνται, αλλά όχι σε επίπεδο δημόσιου αισθήματος. Οι μύθοι εξακολουθούν να υπερισχύουν των γεγονότων.

2010–2015: Η οικονομική κρίση χτυπά την Ελλάδα. Το μόνο σταθερό ανάχωμα που έχει η χώρα είναι η συμμετοχή της στον δυτικό θεσμικό πυρήνα: ΕΕ, Ευρωζώνη, ΝΑΤΟ. Και εδώ συμβαίνει κάτι χαρακτηριστικό: η Ρωσία αρνείται ρητά να βοηθήσει και στέλνει την Ελλάδα στο ΔΝΤ,  ενώ το ίδιο το ΔΝΤ είναι αμερικανικά ελεγχόμενο. Η συμμαχία, όσο δύσκολη και αν ήταν, λειτουργεί· ο μύθος του «ξανθού γένους» καταρρέει στα γεγονότα.

2020–2024: Η πιο καθαρή φάση της μεταπολεμικής σχέσης. Η Ελλάδα υπογράφει τη διευρυμένη «Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA)» με τις ΗΠΑ. Υποσταθμοί, κοινές ασκήσεις, Σούδα, Αλεξανδρούπολη, ενεργειακή συνεργασία, στρατηγική σταθερότητα. Την ίδια περίοδο, η Ρωσία εισβάλλει στην Ουκρανία. Η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται με τον δυτικό κόσμο όπως απολύτως επιτάσσει το εθνικό της συμφέρον: αν μια δύναμη ανατρέπει σύνορα με στρατιωτική εισβολή, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι δεν θα ενθαρρύνει την Τουρκία να επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο.

 

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η Ελλάδα χρειάστηκε δύο αιώνες για να καταλάβει κάτι απλό: ότι οι συμμαχίες δεν είναι προϊόν συναισθημάτων αλλά συμφερόντων. Ότι η  Ρωσία δεν στάθηκε ποτέ δίπλα στην Ελλάδα όταν εκείνη κινδύνευε. Ότι, αντίθετα, οι ΗΠΑ στάθηκαν και μάλιστα σε πολύ κρίσιμες στιγμές που καθόρισαν τη θέση μας στον κόσμο.

Η  σημερινή πραγματικότητα είναι πιο καθαρή από ποτέ:

  • Η Ελλάδα προστατεύεται από το ΝΑΤΟ.
  • Η Ελλάδα ενισχύεται από την ΕΕ.
  • Η Ελλάδα συνεργάζεται στρατηγικά με τις ΗΠΑ.

Η Ιστορία έχει γράψει την απάντηση. Μένει να τη διαβάσουμε χωρίς ψευδαισθήσεις.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Σε λίγο κυκλοφορεί το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.