Τεύχος 169
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΜανιφέστα των Αφανών
Άγνωστοι ή λησμονημένοι σταθμοί της λογοτεχνίας μας
Διακατεχόμενος επί αρκετές δεκαετίες από τη βιβλιοδιφική μανία της έρευνας σε παλαιοβιβλιοπωλεία για έντυπα σχετικά με τα φιλολογικά μου ενδιαφέροντα, έχω βρεθεί να διαθέτω ένα πλήθος μανιφέστων, άγνωστων, ως επί το πλείστον, ή λησμονημένων (αν είχαν στην εποχή τους κάποια απήχηση) λογοτεχνών μας, τα οποία συγκροτούν ένα σεβαστό corpus τεκμηρίων μιας ορισμένης ροπής της λογοτεχνίας μας. Είναι γνωστό ότι ο αριθμός των δημοσιευόμενων στη χώρα μας (και όχι μόνο σε αυτήν) βιβλίων που αυτοπροσδιορίζονται ως λογοτεχνικά αποτελεί έναν όγκο ανάλογο με τον όγκο ενός τεράστιου παγόβουνου, η κορυφή του οποίου μόνο συντίθεται από έργα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακραιφνώς λογοτεχνικά (λέω θα μπορούσαν, γιατί, καθώς ο όγκος αυτός κινείται στα κυματώδη ύδατα της ιστορίας της λογοτεχνίας ‒και όχι μόνο αυτής‒ τα όρια της κορυφής του είναι κυμαινόμενα). Το corpus των μανιφέστων τα οποία συγκέντρωσα, παρά τους κλυδωνισμούς αυτών των υδάτων, παραμένει σήμερα κάτω από την επιφάνειά τους. Αλλά επειδή αυτή η ιδιαίτερη ροπή της λογοτεχνίας μας δεν είναι προς καταφρόνηση, γιατί αποτελεί ένα χρήσιμο συγκριτικό υλικό στην προσπάθεια να αξιολογήσουμε τον βαθμό της λογοτεχνικής υπόστασης ενός κειμένου, καλό θα ήταν να παρακολουθούσαμε και τις διακυμάνσεις της γραμμής των ορίων αυτής της κορυφής.
Πριν από τριάντα επτά χρόνια με την επιφυλλίδα μου «Μύθοι της λογοτεχνικής κριτικής μας» (Το Βήμα, 9/10/1988) αναφερόμουν μεταξύ άλλων και στον «Μύθο της αργοπορίας» της εισόδου των ξένων λογοτεχνικών κινημάτων και ρευμάτων στη χώρα μας. Σήμερα θα μπορούσα να πω με κάποια βεβαιότητα ότι ορισμένα από τα κινήματα αυτά οι λογοτέχνες μας (ακραιφνείς και μη) τα είχαν ήδη προαισθανθεί· και να ισχυριστώ με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο/η Έλλην/ίς λογοτέχνης/ις, όπως δείχνουν τα μανιφέστα του ανά χείρας corpus, είναι ον πρωτοποριακό και μανιφεστογραφικό.
Σκέφτομαι ότι με το υλικό που διαθέτω θα μπορούσε να γραφεί ένα βιβλίο με τον τίτλο Μανιφέστα των αφανών και υπότιτλο «Άγνωστοι ή λησμονημένοι σταθμοί της λογοτεχνίας μας». Επειδή όμως η περιπετειώδης καταβύθισή μου σε αυτό το υλικό δεν θα μου επέτρεπε να το πραγματευθώ με τη δέουσα αντικειμενικότητα (ελπίζω κάποιος να ενδιαφερθεί γι’ αυτό στο Αρχείο στο οποίο θα το καταθέσω), θα περιοριστώ στην περιγραφή μερικών από αυτά τα μανιφέστα, ώστε ο αναγνώστης να έρθει σε μια πρώτη επαφή με μιαν ακατάγραπτη έως σήμερα πλευρά της ιστορίας των γραμμάτων μας.
Η παράθεση των διαφόρων Μανιφέστων είναι χρονολογική (άφησα τελευταίους, εκτός χρονολογικής σειράς, τον «Συναισθηματισμό» και τον «Συνθετικό Ρεαλισμό», γιατί η συμπλοκή τους συνθέτει ένα unicum ‒στην ελληνική τουλάχιστον‒ μανιφεστογραφία). Τα χωρία των μανιφέστων παρατίθενται στη συνέχεια με μονοτονικό και εκσυγχρονισμένη την ορθογραφία.
ΚΑΤΑΙΓΙΣΜΟΣ (1913)
Το Μανιφέστο του Φουτουρισμού δημοσιεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1909 στο Παρίσι, στην εφημερίδα Le Figaro. Η πρώτη ελληνική μετάφρασή του εμφανίζεται σε λιγότερο από ένα μήνα (18 Μαρτίου) στην εφημερίδα Νέον Πνεύμα της Κωνσταντινούπολης (μτφρ. Αχιλλεύς Καλεύρας)· η δεύτερη τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου στην Αλεξάνδρεια, στο περιοδικό Σεράπιον (μτφρ. Δ. Χρυσάνθης)· η τρίτη στις 15 Μαΐου 1910 στη Σμύρνη (περιοδικό Κόσμος, μτφρ. Σ. Πιττακής). Με την τέταρτη (Δεκέμβριος 1910, περ. Νεότης, μτφρ. Θ. Έξαρχος) δημιουργείται «η πρώτη φιλοφουτουριστική ομάδα στη Σμύρνη, με ενεργητικότερο μέλος της τον Λ. Ξανθό», ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως «ο πρώτος Έλληνας Φουτουριστής».[1]
Πέντε μήνες αργότερα ο Ξανθός, συγκρουόμενος με τα μέλη της ομάδας, αποσπάται από αυτήν και ιδρύει στη Μυτιλήνη το περιοδικό Θύελλα (Μάιος 1913) στο οποίο δημοσιεύει ένα «Μανιφέστο του Καταιγισμού». Από το περιοδικό αυτό σώζεται ‒απ’ όσο γνωρίζω‒ μόνο η σελίδα τίτλου και το επάνω μισό του πρώτου φύλλου του, όπου και τα του Μανιφέστου. Τα βρήκα διπλωμένα μέσα στην ποιητική συλλογή Τα ρίγη της γης (1929) του Μανώλη Κανελλή, την οποία αγόρασα προ αμνημονεύτων χρόνων από το παλαιοβιβλιοπωλείο του Νότη Καραβία.
Από το Μανιφέστο του Ξανθού (που έχει ως επιγραφή το σύνθημα του Μαρινέττι: «Οι παλιοί κάνουν λάθος ακόμα κι όταν είναι σωστοί· οι νέοι είναι σωστοί ακόμη κι όταν κάνουν λάθος»), σώζονται μόνο οι εξής φράσεις: «[Ο] Ηράκλειτος έγραφε ότι στον ίδιο ποταμό δεν μπορείς να μπεις δύο φορές. Ο Σωκράτης έλεγε ότι δεν μπορείς να μπεις ούτε μία. Ο χρόνος είναι μια καταιγίδα που τιθασεύεται μόνο με τις σωστές…» ‒ λέξεις, υποθέτω ότι θα συνέχιζε ο Ξανθός, γιατί το motto του Μανιφέστου του συνοδευόταν και από τη ρήση του Ντ’ Αννούντσιο: «Λυτρωτικός καταιγισμός οι λέξεις».
ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ (1913)
Δίσταζα αν θα έπρεπε να περιλάβω στα «Μανιφέστα των αφανών» αυτό το Μανιφέστο,[2] γιατί είναι σχετικά γνωστό και γιατί τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη δεν τον έχει ακόμη κατακλύσει η λήθη. Αποφάσισα τελικά να μην το παραλείψω, αφενός επειδή ήταν το κείμενο αιχμής στις μαχητικές εκδηλώσεις των νέων λογοτεχνών της δεκαετίας 1914-1924, και αφ’ ετέρου γιατί παρουσιάζει μιαν ενδιαφέρουσα παλινωδία.[3]
Η ιδιοτυπία βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ με το Μανιφέστο του προκαλεί πάταγο στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής, έναν μήνα αργότερα με το άρθρο του «Το Μανιφέστον μου. Δευτερολογία» (εφ. Ακρόπολις, 29-5-1924) ο Λαπαθιώτης ουσιαστικά αποκηρύσσει τη διακήρυξή του προς τους συνομηλίκους του. Ενώ με το κείμενό του στον Νουμά κραύγαζε ότι «έχ[ει] μέσα [τ]ου αίμα ηρώων» και ότι «τρικυμίζει μέσα [τ]ου το Θείο Πνεύμα της Καταστροφής», καλώντας «το Νέο Ελληνικό Πνεύμα να συνεργαστεί μαζί [τ]ου στο γκρέμνισμα των Ψεύτικων Ειδώλων που κυριαρχούν χάρη στην εγκληματική μας νωχέλεια κι αδιαφορία κι αντιπροσωπεύουν στην Ευρώπη τη Διανοητική μας Παραγωγή, εμποδίζοντας έτσι το Ξεφανέρωμα των Γνήσιων Ελληνικών Ζωτικών Δυνάμεων», στη «Δευτερολογία» του διευκρινίζει ότι δεν είχε ως στόχο την αντιδικία, ότι όλος ο θόρυβος οφείλεται σε παρανόηση και ότι δεν είχε σκοπό να προσβάλει τους «τίμιους Τεχνίτες» (υπονοώντας τους πρσβύτερους Γρηγόριο Ξενόπουλο και Παύλο Νιρβάνα, που είχαν ενοχληθεί). «Το Μανιφέστο μου», επεξηγεί, «ήταν αποτέλεσμα ιερού θυμού», που «με συνεπήρε μπροστά σε κάποιες καθημερινές βδελυγμίες», ενός θυμού «για τους Τιποτένιους, τους Εμπόρους και τους Κάπηλους», ενώ «εμείς δεν είμαστε οι Επιδρομείς, μόνο οι Λευκοί Σταυροφόροι που φέρνουμε τα κρίνα της Αυγής».
ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ (1919)
Ο Μπωντλαίρ παρομοιάζει τον κόσμο με «νοσοκομείο στο οποίο οι ασθενείς προσπαθούν συνεχώς ν’ αλλάξουν θέση»· ο Γέητς με «μαντείο από το οποίο απουσιάζει η Πυθία»· ο Σεφέρης με «ένα απέραντο ξενοδοχείο». Ο Νικήτας Κονταξής βλέπει τον κόσμο σαν «ένα καζίνο απ’ όπου κερδισμένος δεν βγαίνει κανείς ποτέ». Δεν έχω διαβάσει το κείμενό του με τίτλο «Τοις εντευξομένοις», το οποίο προλογίζει την πρώτη ‒και μόνη‒ ποιητική του συλλογή (Η Ουτοπία του Τίποτα, Αθήναι 1919), γιατί δεν κατόρθωσα να βρω τη συλλογή (ούτε άλλα βιογραφικά του στοιχεία).Ψηφίδες του μόνο ανακάλυψα στη μελέτη του Παντελή Σερβάνη «Πειραιώτες ποιητές του Μεσοπολέμου», που περιέχεται στο βιβλίο του Νεότροποι και παλαιοί (Εκδόσεις Άλιμος, Αθήνα 1975, σ. 27-40).
Ο Σερβάνης, που κατατάσσει τον Κονταξή στους παλαιούς, χαρακτηρίζει τον πρόλογο του Κονταξή «αυτοκτονικό Μανιφέστο του Μηδενισμού» λόγω «της άκρας απαισιοδοξίας και απύθμενης απόγνωσης των στίχων του». Επισημαίνοντας ότι το μοναδικό ποιητικό βιβλίο του Κονταξή «δημοσιεύτηκε οκτώ χρόνια πριν από την εμφάνιση του Καρυωτάκη», παραθέτει τα εξής χωρία από το προλογικό Μανιφέστο του:
Εμείς οι ποιητές είμαστε ποντικοί που κατασκευάζουμε τον λαβύρινθο από τον οποίο προσπαθούμε να δραπετεύσουμε.
Μέσα στην κοσμοχαλασιά που μας κυκλώνει, στην τρομαχτική σύγκρουση των στοιχείων βρεθήκαμε απροετοίμαστοι. Είχαμε εξαντλήσει το πνευματικό μας απόθεμα ρεμβάζοντας και φτιάχνοντας κάποιον κόσμο που δεν ήταν αυτός εδώ, μα δεν ήταν και κάποιος άλλος.
Κι εβρεθήκαμε πάνω απ’ το χείλος μιας αβύσσου. Κι η άβυσσος ήταν η ψυχή μας. Προς τι λοιπόν η ζωή;
Κοιτάζουμε τα βάθη της ψυχής μας κι αντικρύζουμε το ζοφερό σκότος του Μηδενός. Ένα χάος. Άδεια η ψυχή χωρίς ιδανικό. Φαουστικά κενά που χαίνουν την άβυσσο. Που μας περιμένει.
Ο Σερβάνης υποθέτει πως το γεγονός ότι ο Κονταξής δεν δημοσίευσε άλλα ποιήματα είτε σε βιβλίο είτε σε περιοδικά «σηματοδοτεί το τέλος όχι μόνο της ποίησής του αλλά και, ίσως, της ίδιας της ζωής του δι’ αυτοχειρίας». Και κλείνει τη μελέτη του με την καταληκτική στροφή από το τελευταίο ποίημα της συλλογής («Έρεβος»):
Γιατί είμαστε σαν κάποια ρόδα
πεσμένα μέσ’ στην παγωνιά,
ρόδα που τά ’λυωσε μια ρόδα
καθώς περνούσε στη γωνιά.
ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ ΕΝΤΥΠΩΤΙΣΜΟΣ ‒ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (1921)
Μανιφέστο του Άγγελου Δόξα, εισηγητή, μεταξύ άλλων, στην Ελλάδα της κοσμοπολίτικης λογοτεχνίας (με το μυθιστόρημά του Γκαρσόν, ένα ουίσκυ, 1923). Περιεχόμενο στην ποιητική του συλλογή Τα Γυμνά (1921) «απετέλεσε», όπως διαβάζουμε στο «Σημείωμα του εκδότου» της συλλογής του Σπονδή στον άνεμο (1927) και σε άλλες σελίδες του βιβλίου, «την πρώτη εμφάνιση του είδους του Αισιόδοξου Εντυπωτισμού στον ελληνικό στίχο, που επροκάλεσε τα ευμενέστατα σχόλια Ελλήνων, Γάλλων και Γερμανών κριτικών, όπως του καθηγητού κ. Clement της Νικαίας, του κ. Lebesque των Παρισίων, του κ. Steinmetz του Μονάχου, του κ. Dietterich της Λειψίας κλπ.».
Ο Αισιόδοξος Εντυπωτισμός, «που είχε ως αποτέλεσμα την πρωτότυπη θεωρία της Παραστατικής Ποιήσεως (1927), επενοήθη», γράφει ο Άγγελος Δόξας, στο προλογικό σημείωμά του, «μια νύχτα Φεβρουαρίου του 1922 στο Μικρασιατικό μέτωπο, λίγο πριν απ’ τα μεσάνυχτα και καθώς καρτερούσαμε το αρχίνισμα ενός αιφνιδιαστικού βομβαρδισμού. (Είναι ένας περίεργος ψυχισμός το να αισθάνεται κανείς τις λεπτότερες εκδηλώσεις όταν δέχεται τις σκληρότερες εντυπώσεις)». Και επεξηγεί ο Άγγελος Δόξας τη φιλοσοφία του:
Η εφαρμογή της νέας αυτής θεωρίας επιδιώκει να προσφέρει στον ακροατή ενός ποιήματος ζωηρότερη συναισθηματική εντύπωση. Για τον σκοπόν αυτό το ποίημα δεν απαγγέλλεται μονάχα, μα ταυτόχρονα παριστάνεται και στη σκηνή. Τα όσα ακούει ο ακροατής του ποιήματος τα βλέπει και να εκτελούνται, να περνούν σε μιαν ονειρένια πραγματικότητα στο φόντο μιας θεατρικής σκηνογραφίας. Έτσι ο ακροατής μεταβάλλεται σε θεατή και το ποίημα του δίνεται στη δυνατότερη απόδοση του εντυπωτισμού του. […] Η Παραστατική Ποίηση ενεργεί σ’ ένα λυρικό ποίημα αντικειμενικοποιώντας τις εικόνες του, και σ’ ένα εντυπωτικό ποίημα εικονοποιώντας την αντικειμενικότητά του.
Με λίγα λόγια: «η θεωρία της Παραστατικής Ποιήσεως είναι σύστημα αναλυτικής εφαρμογής του Εντυπωτισμού (impressionisme), με την καθαρήν έννοια της σημασίας του».
ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΣ (1923)
Οι τρόποι με τους οποίους επιδιώκεται ο νεοτερισμός έχουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας πολεμικής με σκοπό την ανατροπή των κατεστημένων. Γι’ αυτό και η επιθυμία μιας βίαιης και απροσδόκητης κίνησης προς τα εμπρός αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα κάθε λογοτεχνικής πρωτοπορίας. Για τον Δωδεκανήσιο ποιητή και πεζογράφο Μιχαήλ Γ. Πετρίδη (1885-1973) η επίτευξη μιας τέτοιας ανατροπής προϋποθέτει ‒αντιθέτως‒ μια μακρά και στοχαστική μετάβαση προς τα πίσω. Απηυδισμένος από το «ανόητο να νομίζουμε για πρωτοτυπία την ασάφεια, την αοριστολογία, τους ακατανόητους λυρικούς βατταρισμούς των ποιητών της εποχής μας που πολλές φορές σιμώνει τα σύνορα του γελοίου» ‒και πιθανώς ενθαρρυνόμενος από ορισμένους που ανακάλυπταν νεοκλασικά ίχνη σε κάποιους ποιητές των ημερών του‒ ο Πετρίδης δημοσιεύει στον Νουμά το μανιφέστο του «Η νέα μας Ποίηση»,[4] με το οποίο διαβλέπει, και συνιστά, ως μόνη σωτηρία από το τεχνοτροπικό αδιέξοδο της εποχής την επιστροφή «στα κρουσταλλένια νάματα των Ελλήνων τεχνιτών της κλασικής εποχής». Και διακηρύττει:
Ο ρομαντισμός, ο νατουραλισμός, ο συμβολισμός, ο φουτουρισμός είναι στην τέχνη αποκλειστικότητες, που για μια στιγμήν η κάθε μια τους προσπαθήσανε να παρασύρουνε τη μεγάλη Τέχνη σε μονοπάτια απάτητα μεν, μα που δεν ήτανε τα μονοπάτια της αιώνια και καθαυτό ανθρώπινης συγκίνησης. Ροπές, που, στην επιδίωξη του νέου, αλλάξανε τη συναισθηματική δίαιτα του ανθρώπου, μα και που δεν μπορέσανε να τον κάνουν να ξεχάσει την παλιά του και παντοτινή, γι’ αυτό και σβύσαν η μια κατόπιν της άλλης, θα μπορούσε να πει κανείς, όχι πολύ ένδοξα. Κι η ψυχή του σημερινού ανθρώπου, ταραγμένη από τα παραστρατίσματα αυτά και τις ακρότητες αυτές, έστρεψε πάλι τα μάτια της στον αβασίλευτο κλασικισμό. Δεν ευχαριστεί τον αδιάφθορο συναισθηματικά άνθρωπο σήμερα το «Φιλί» του Ροντέν, όσο του Πραξιτέλη ο «Ερμής». Κι οι «Βυργράβοι» του Ουγκώ δε μπορούν να προκαλέσουνε την ήμερη κι αιώνια ανθρώπινη συγκίνηση, που μας χαρίζει του Σοφοκλή η «Ηλέκτρα». Άρα; Βαδίζουμε ακράτητα προς τον «Νεοκλασικισμό».
ΘΕΣΣΑΛΙΣΜΟΣ (1925)
Δημοσιευμένο το 1925 στο περιοδικό Λυκαβηττός (τεύχ. 2, Απρίλιος, σ. 26-28), το τρισέλιδο μανιφέστο του Κωστή Νταϊφά με τον τίτλο «Θεσσαλισμός» έχει ως στόχο την «ανάκτηση από τη λογοτεχνία μας του πνεύματος των Μετεώρων». Το πάθος με το οποίο εκφράζει την εξαγγελία του ο Νταϊφάς για «μια λογοτεχνία κοινωνική που θα βοηθήσει στη λύτρωση του αγρότη και του εργάτη από τη μέγγενη της οικονομικής εκμεταλλεύσεως», με την αναφορά του στο Κιλελέρ και στη δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα, δείχνει ότι με τη λέξη Θεσσαλισμός και τη φράση «το πνεύμα των Μετεώρων» εννοεί «εκείνη τη ζείδωρη πνοή που τη νιώθει κανείς ανεβαίνοντας στα ιερά ψηλώματα και που σε κάνει ρωμαλέο και αποφασισμένο για κάθε είδος ανατροπή».
Το μανιφέστο είναι διαποτισμένο από το πνεύμα του διηγήματος του Νταϊφά «Θεσσαλία», που περιέχεται στην ανθολογία Νέοι διηγηματογράφοι του Αδαμαντίου Δ. Παπαδήμα (Εκδόσεις Αθηνά, 1923). Σύμφωνα με τον Νίκο Παππά
ο Κώστας Νταϊφάς (1895-1958) γεννήθηκε στον Βόλο. Υπήρξε τυπογράφος και κατόπι στέλεχος πρωτοποριακό της θεσσαλικής μεγαλουπόλεως. Μαζί με τον Τάκη Οικονομάκη και τον Αλέκο Μέρο ήταν πρωτοπόροι της λογοτεχνικής και κοινωνικής προόδου στον τόπο τους. Έγραψε αξιόλογα πεζογραφήματα, σκορπισμένα σ’ εφημερίδες και περιοδικά, που διακρίνονται για το απόθεμα πείρας και γνώσης του αγροτικού κι αστικού πληθυσμού της Θεσσαλίας και για έναν γραφικό ανθρωπισμό, που δείχνει ποιητική διάθεση και συμπόνια για το διπλανό μας συνάνθρωπο.[5]
ΦΙΛΑΝΘΙΔΙΣΜΟΣ (1927)
«Όλη η ποίηση», γράφει ο Μπόρχες το 1950, «είναι μυστηριώδης: η θλιβερή μυθολογία της εποχής μας μιλά για το υποσυνείδητο· οι Έλληνες επικαλούνταν τη Μούσα· οι Εβραίοι το Άγιο Πνεύμα». Ο Γιώργος Φιλανθίδης (1878-1953) επικαλούνταν και τον εαυτό του. Αυτό υπογραμμίζει το 1951 με το ακόλουθο χωρίο του δεύτερου Μανιφέστου του:
Τα ποιητικά μου δημιουργήματα είναι σφραγισμένα με το υπέροχο εκείνο Πηγαίο και Αυθόρμητο, που ναι μεν βγαίνει από τα έγκατά μου σαν ναμάτων νάμα ζωήρρητο, μα στη στιγμή κατεβαίνει και από τους Απόκοσμους κι από τα παραδείσια Ουράνια, από το Θεό![6]
Στο πρώτο Μανιφέστο του, που απευθυνόταν «στον Ελληνικό Λαό» και που περιέχεται στις δέκα πρώτες σελίδες του ογκώδους ποιητικού του έργου Η Χίμαιρα (Δράμα 1927), ο Φιλανθίδης ανήγγελλε ότι με αυτό το Ποίημά του η ελληνική ποίηση ανεβαίνει στις παγκόσμιες ποιητικές κορυφές. Τον όρο Φιλανθιδισμός τον χρησιμοποιούσε ο ίδιος αναφερόμενος στην επίδραση που ασκούσε η ποίησή του στους νεαρούς ποιητές της Ανατολικής Μακεδονίας κατά τη διάρκεια της έκδοσης (1926-1929) του δραμινού περιοδικού Νέοι Ρυθμοί, του οποίου αποτελούσε τον κύριο άξονα. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, που τον γνώριζε προσωπικά, τον αποκαλούσε «στραπατσαρισμένη μεγαλοφυΐα».[7]
Παραθέτω τις πρώτες παραγράφους του Μανιφέστου του, καθώς και τους δύο πρώτους ‒“παραγραφικούς”‒ στίχους από τη Χίμαιρα:
Ελληνικέ Λαέ
Εμάς τα καλόμοιρα παιδιά του Δία-Όμηρου, μας παρασκότισαν οι Φραγκογερμανοί με τους Δάντες, τους Σαιξπηραίους και τους Γκαίτηδές τους. Κακοέργατη μυστική χαρά νιώθαν βαθιά τους, νομίζοντας πως πέθανε μέσα μας το ομηρικό αρχαιοελληνικό πνέμα, και πως εκείνοι μόνο μπορούν σήμερα και βγάζουν νούδες ανάλογους με τον αθάνατό μας υπερέλληνα Ποιητή, σαν κι εκεινούς που ανάφερα παραπάνω.
Καιρός ήταν πια να τους δείξουμε πως ποτές δε θα πεθάνει μέσα μας κι ανάμεσά μας το τρανότατο ομηρικό πνέμα, καιρός ήταν πια, λέγω, να θαμπώσουμε κι εμείς τα μάτια των ξένων οχτρών μας, δείχνοντάς τους πως από τώρα κι ομπρός θα μπορούσε κι εμείς να καυκιούμαστε και να κορδώνουμε για το δικό μας Δάντη, Σαίξπηρο και Γκαίτε.
Γι’ αυτόν τον Ελληνικά ιερό, μεγάλο, πλατύ, αψηλό σκοπό, ξεχωριστά σ’ εσένα προσφέρνεται σήμερα το έργο τούτο, ω, τούτο, ω μεγάλε Ελληνικέ Λαέ!
Ω, τι μακαριοσύνη και χαρά μου, πατώντας κι εγώ πάνω στης Χίμαιρας εδώ το κατακόρυφο μπιλλιούρι αχνάτο-ν,- από τέτοιο ένα συγκαλλιτερατούργημα Έρωτα κι Αστέρα καταφάνερη πια μου την Ποίηση να βλέπω τόσο, ω, τόσο εξυψωμένη μεγαλειώδεα!
Γιατί σα στέμμα απανωθιό όλων εκεινών των ζγουραφιών, γήινων κι αλλομερίτικων, στου Αστέρα μέρος, που ιλαρότατηνε ρύμη υπερπαράφορη αστραποβολής μ’ ασπράδα πρέπει να το ειπείς τ’ ανθρωπινό σου αγρίκημα για νά βρει.
ΛΥΡΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ – ΖΩΙΚΟΣ ΛΥΡΙΣΜΟΣ (1934)
Μανιφέστο που περιέχεται στο τεύχος του 1934 (15 Ιανουαρίου) της «προσωπικής έκδοσης του περιοδικού Ευφορίων», που δημοσίευε ο Γιάννης Μαιναλιώτης «κατά τα έτη 1934, 1936 και 1948». «Ονομάζω το τεύχος τούτο [του 1934] “πράσινο” Ευφορίωνα», γράφει στην «Εισαγωγή» της ποιητικής συλλογής του Στροφές της Μεσογείου (Αθήνα 1957, σ. 9), «διαστέλλοντάς το από τα άλλα τεύχη και για να ξεχωρίσω τη σημασία του, αφού το τεύχος αυτό προκάλεσε τη γενική πνευματική εντύπωση και είναι το θεμέλιο της κοσμοθεωρίας, που εκεί αναπτύσσω, του Λυρικού Ρεαλισμού, της Φιλοσοφίας του Ζωικού Λυρισμού».
Ο Γιάννης Μαιναλιώτης (1894-1982) δεν περιέχεται σε καμία Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας πλην εκείνης του Γιάννη Κορδάτου, η οποία τον αναφέρει με μία μόνο φράση: «Δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει ορισμένες αδυναμίες του και να επιβληθεί».[8] Δεν περιέχεται ούτε στην Αληθινή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1973) του Νίκου Παππά, προφανώς γιατί στο πρώτο τεύχος του Ευφορίωνος και στην «Εισαγωγή» της παραπάνω ποιητικής συλλογής του, στην οποία συγκέντρωνε τους στίχους του των τευχών του περιοδικού του, ο Μαιναλιώτης χαρακτήριζε τα ποιήματά του
ποιήματα που ανήκουν στον λεγόμενο νεορεαλισμό, απηχώντας την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας, με έκφραση που περιέχει τα στοιχεία του ρεαλισμού κατά νέο, πραγματιστικό, τρόπο, με αισθητική νομοτέλεια και εσώτερο (πνευματικό) ήθος, ώστε το ύφος, το ποιητικό, να μη νοθεύεται από την παρεμβολή στοιχείων ενοχλητικά «θεληματικών».
Με το χωρίο αυτό του Μανιφέστου του ο Μαιναλιώτης εμφανίζεται να προηγείται χρονικά του Μανιφέστου του Νεορεαλισμού του Νίκου Παππά (βλ. παρακάτω: Νεορεαλισμός ή Συνθετικός Ρεαλισμός), προοικονομώντας επιπλέον και μιαν επίκριση του παππικού Μανιφέστου, αφού, διαφορετικά από αυτό, η φράση «ενοχλητικά “θεληματικά” στοιχεία» του Μαιναλιώτη αναφέρεται κατ’ αντιδιαστολή προς το «εσώτερο πνευματικό ήθος», δηλαδή σε στοιχεία αισθητικά, απαλλαγμένα από τις εξωτερικές πολιτικοκοινωνικές αναφορές που δονούσαν τον Παππά.
ΒΙΤΑΛΙΣΜΟΣ (1935)
Κλειδί του Μπαλζάκ ήταν το χρήμα· του Ντοστογιέφσκι το έγκλημα· του Κόνραντ η θάλασσα. Αν και το χρήμα, το έγκλημα και η θάλασσα ήταν σταθερά σημεία αιχμής στο έργο του, το κλειδί του Κώστα Βιτάλη ήταν ο Κώστας Βιτάλης. Το μανιφέστο του Βιταλισμού περιέχεται στο βιβλίο του Η δασκαλίτσα κι άλλα πάρα πολύ μοντέρνα διηγήματα. Με πρόλογο και εισαγωγή στη Νεο-Κλασική Σχολή και στον νέο όρο: Βιταλισμός (Ζωτικισμός) στη Νέα Λογοτεχνία, Γκοβόστης, Αθήνα 1936 (υπενθυμίζω ότι το 1936 ήταν ένας χρόνος μετά το 1935, το annus mirabilis του ελληνικού ποιητικού Μοντερνισμού: Μυθιστόρημα του Σεφέρη, πρώτα ποιήματα του Ελύτη, Υψικάμινος του Εμπειρίκου). Ο Βιτάλης σημειώνει, βέβαια, ότι «ο όρος Βιταλισμός υπάρχει και στη Φιλοσοφία». Θα ήταν άλλωστε περίεργο να μη γνώριζε τη «ζωική ορμή» («l’élan vital») του Ανρί Μπεργκσόν, όρο που ήταν γνωστό ότι ο Καζαντζάκης είχε πολιτογραφήσει στα καθ’ ημάς. Αυτό δεν τον εμποδίζει, στον μανιφεστικό του Πρόλογο, να γράφει: «Το γεγονός ότι με τον νέο όρο Βιταλισμός-Vitalisme δίνω και το ταπεινό μου όνομα στη νέα τούτη κατεύθυνση της Λογοτεχνίας δεν είναι παρά μια απλή σύμπτωσις».
Η δασκαλίτσα είναι το δεύτερο βιβλίο διηγημάτων του Βιτάλη. «Την πρώτη σειρά διηγημάτων μου (1928)», σημειώνει, «γραμμένη σε πολύ νεαρή ηλικία, τη θεωρώ σήμερα σαν ένα καθαυτό παιδικό σύγγραμμα, αλλά και πρώτα θεμέλια μιας Νέας Σχολής που ονομάζω Νεο-Κλασική, γιατί πλησιάζει πιο πολύ στην Αρχαία Κλασική, που ’ναι απαλλαγμένη από κάθε φλυαρία. […] Στα εκτεταμένα μου διηγήματα θέτω τα όρια του μελλοντικού μυθιστορήματος. Στα σύντομα, του διηγήματος. Με το έργο τούτο κατέρχομαι στη ζωή ως πρόδρομος της πάρα πολύ μοντέρνας, της μελλοντικής Λογοτεχνίας».
Ο Κώστας Βιτάλης ήταν βέβαιος ότι «η Νεο-Κλασική Σχολή του Βιταλισμού θα επικρατήσει μια μέρα, πέρα για πέρα, σ’ όλη την Παγκόσμιο Λογοτεχνία» (σ. 7).
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ (post 1947)
Το Μανιφέστο με τίτλο Για μια ελεύθερη ποίηση είναι το μόνο απ’ όσο γνωρίζω ποιητικό μανιφέστο που ακολουθεί την παράδοση του δοκιμιακού διαλόγου ‒ εδώ ανταλλαγή απόψεων μεταξύ Αναγνώστη και Ποιητή. Δημοσιεύτηκε αχρονολόγητο υπό μορφήν δεκαεξασέλιδου φυλλαδίου από το Ίδρυμα Επιστημονικών Εκδόσεων Α.Ε., οδός Διομείας 5, Αθήνα, γραμμένο από τον Νίκο Ανδρέου, αγνώστων σ’ εμένα λοιπών στοιχείων (πλην των αναφερόμενων στο οπισθόφυλλο βιβλίων του: Το ειδύλλιο των ειδυλλίων ‒υποθέτω ποιητικό‒ και της υπό έκδοσιν μελέτης Τα ρυθμικά στοιχεία στη νεοελληνική ποίηση). Ως terminus post quem αυτού του μανιφέστου θα πρέπει να θεωρηθεί το έτος 1947, όπως δείχνει η αναφορά του Ποιητή (Ανδρέου) στην «ομιλία του Τριστάν Τζαρά το Μάρτη του 1947 για τη μεταπολεμική ποίηση», κατά την οποία «το κοινό απογοητεύτηκε από τον μεγάλο υπερρεαλιστή του με κάτι κοινοτοπίες πως ο ποιητής είν’ ένα είδος προφήτη και πως η ποίηση είναι τρόπος ζωής» (σ. 14). Η αναφορά αυτή προετοιμάζει τον Αναγνώστη για τις απολύτως ριζοσπαστικές απόψεις του ποιητή για την ποίηση, τις οποίες ο Ανδρέου συνοψίζει στο πλέον κρίσιμο σημείο του Μανιφέστου του ως εξής:
Θέλω μια ποίηση δίχως στίχο, ούτ’ ελεύθερο ούτε μηρυκαστικό, δίχως στίξη, δίχως παράγραφο, μια ατέλειωτη φράση καθημερνή, ερωτεμένη φράση, γελαστή κι εμπιστευτικιά. Πόλεμος στην ακριβολογία, πόλεμος στα πολύτιμα λόγια, πόλεμος στ’ αμετάβλητα λόγια. Μια ποίηση αντι-παρνασσική, αντι-κλασική, αντι-μνημονική, άχρηστη για τις ρεκλάμες των φαρμακευτικών ειδών, των ακαδημιών και της αιωνιότητας. Έτσι τη φαντάζουμαι την τρίτη ιστορική περίοδο της στιχουργικής που λέτε τέχνης, περίοδο μιας ποίησης αντι-στιχουργικής.
ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (1948)
Δεκαεξασέλιδο, σχήματος 8ου, με άκοπες τις σελίδες του και όνομα συγγραφέα Ζαχαρίας Περβανίδης (Εκδόσεις «Ηχώ», Αθήναι 1948). Μου το χάρισε το 1982 ο αείμνηστος παλαιοβιβλιοπώλης Γιώργος Νασιώτης (της οδού Ηφαίστου, στο Μοναστηράκι) με θερμή αφιέρωσή του (του Νασιώτη) και με ερμηνεία του (είχα κρατήσει σημειώσεις, του περιεχομένου της). Σύμφωνα με αυτήν (ο Νασιώτης ήταν φίλος του Περβανίδη), «το σύνολο του έργου αυτού του συγγραφέα εκφράζει το γεγονός ότι σε ολόκληρη τη ζωή του αγωνιζόταν να γράψει το ένα και μοναδικό βιβλίο που θα δικαίωνε την ύπαρξή του (η οποία διαφορετικά θα του φαινόταν δίχως νόημα)», ενώ «συγχρόνως συνειδητοποιούσε ολοένα και περισσότερο ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν προϊόν μιας μεγαλομανούς αυταπάτης· […] όχι τόσο επειδή ο Περβανίδης αδυνατούσε να το γράψει, όσο επειδή τα βιβλία δεν μπορούν να το επιτύχουν αυτό». Ως εκ τούτου ‒έλεγε ο Νασιώτης‒ ο Περβανίδης αποφάσισε να δώσει σάρκα και οστά σε αυτή την αυταπάτη δημοσιεύοντας ένα λευκό δεκαεξασέλιδο με τίτλο Μανιφέστο της σιωπής.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟΣ (1964)
Ακόμη και σε έναν αιώνα εξοικειωμένο με τις πολλαπλές και απροσδόκητες δυναμικές της πρωτοπορίας ο «Αντικειμενισμός» ως λογοτεχνικό φαινόμενο φαίνεται από τα πλέον παράδοξα. Το κίνημα, αν θα μπορούσε να το αποκαλέσει κανείς έτσι, υποκινούμενο από τον Έζρα Πάουντ, υπήρξε βραχύβιο, ελάχιστα εκτεινόμενο πέρα από ένα αφιέρωμα, το 1931, του περιοδικού Poetry της Νέας Υόρκης σε μια ομάδα ποιητών υπό το όνομα «Αντικειμενιστές». Ο σκοπός του κινήματος ήταν υπέρμετρα φιλόδοξος, καθώς ο όρος «Αντικειμενισμός», σε ό,τι αφορά τα ποιητικά πράγματα, αντιστέκεται σε διαυγείς διασαφηνίσεις. Σε γενικές γραμμές δήλωνε «την επιθυμία να δει κανείς το αντικείμενο κατάματα» (Πάουντ), πράγμα που «ίσως σήμαινε την απογύμνωση των λέξεων από τις συνδηλωτικές και παραδηλωτικές τους εξάρσεις και τον περιορισμό στη δηλωτική τους λειτουργία μόνο».[9]
Δεν γνωρίζω αν ο Βίκτωρ Προσαλέντης (1904-1985) γνώριζε τους Αμερικανούς Αντικειμενιστές όταν τύπωνε σε ιδιωτική έκδοση και «σε δώδεκα μόνο αντίτυπα» την πολυτελή ποιητική συλλογή του Πρόσωπο με πρόσωπο (Κηφισιά 1964), την «προορισμένη για νοήμονες μόνο φίλους». Αυτά γράφει σε υποσημείωση του προλόγου της, τον οποίο καταλαμβάνει το «Μανιφέστο του Προσωπικού Αντικειμενισμού» του (το αντίτυπο της συλλογής μού το δάνεισε προθύμως προς μελέτην ο αποδημήσας προ ετών ‒ένας από τους αποδέκτες της ‒ αγαπητός φίλος του Προσαλέντη και βιβλιόφιλος Διονύσης Πετρινός). Από τη διατύπωση του κειμένου του Μανιφέστου είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς τον σκοπό της συγγραφής του, τον οποίο καθιστά ακόμη σκοτεινότερο το περιεχόμενο των ποιημάτων της συλλογής (ήδη το γεγονός ότι ένα μανιφέστο ‒το οποίο εξ ορισμού σημαίνει διακήρυξη‒ τυπώνεται σε ιδιωτική έκδοση και σε ελάχιστα αντίτυπα αποτελεί εγχείρημα προβληματικό). Οπωσδήποτε είναι σημαίνον το γεγονός ότι ο Προσαλέντης χρησιμοποιεί ως motto της συλλογής του το ‒γνωστό και από τον Σεφέρη (Μυθιστόρημα Δ΄)‒ χωρίο από τον Αλκιβιάδη του Πλάτωνα (133b): «Και ψυχή, ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, εις ψυχήν αυτῄ βλεπτέον», του οποίου την, κατά Προσαλέντη, εγγενή αντιφατικότητα κατέδειξε, όπως μου εξήγησε ο Πετρινός, ο ιδρυτής του αλεξανδρινού Γνωστικισμού Βασιλείδης (Εξηγητικά, 15δ).
Ο Πετρινός περιέγραφε τον Προσαλέντη ως άνθρωπο τόσο πεπεισμένο για την ποιητική μεγαλοφυΐα του, ώστε να τον χαρακτηρίζει «μοναδική στην έξαρσή της περίπτωση καλλιτεχνικού σολιψισμού». Θεωρώντας ότι οι ποιητές της γενιάς του ’30 αποτελούσαν «έναν εσμό αλληλοεπαινούμενων που λυμαίνονταν τον ποιητικό μας λόγο», ο Προσαλέντης απαξιούσε να τους αναφέρει στο Μανιφέστο του ονομαστικά θεωρώντας βέβαιο ότι «η ποιητική λήθη έχει κιόλας αρχίσει [γι’ αυτούς] το κατεδαφιστικό της έργο». Ο τίτλος της συλλογής του, θυμόταν ο Πετρινός, «σημαίνει τον Ποιητή που κοιτάζει κατάματα το πρόσωπό του στον καθρέφτη επιβεβαιώνοντας την αντικειμενικότητα της καλλιτεχνικής του υπόστασης».
Σεβόμενος τη μνήμη του Βίκτωρος Προσαλέντη δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω δείγματα των στίχων του.
ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΙΣΜΟΣ (1969)
Ο όρος Κουτσοχερισμός (Coutsochérisme) εμφανίζεται (άπαξ, απ’ όσο γνωρίζω) σε κριτική του Gaston-Henry Aufrère («poète, néo-hélleniste») στο περιοδικό Poésie Vivante της Γενεύης (τεύχ. 3, 1970, σ. 77) ως χαρακτηρισμός της τεχνοτροπίας του μανιφέστου του Ι. Π. Κουτσοχέρα Droits de l’Homme levez-vous!, που πρωτοδημοσιεύτηκε στη Γενεύη το 1969 σε μετάφραση του Βελγο-ιταλού Remo Pozzetti. Τον χρησιμοποιώ εδώ (τον όρο) ως χαρακτηριστικό του πνεύματος του ελληνικού πρωτοτύπου ‒Άνθρωποι για τα δίκαια του ανθρώπου ορθωθείτε! Ποιητικό Μανιφέστο, Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψη, Αθήνα 1972‒ που αποτελεί, σύμφωνα με την ομόφωνη αξιολόγηση της κριτικής, το αποκορύφωμα του ποιητικού έργου του Ιωάννη Κουτσοχέρα (1904-1994). Αν δεν κάνω λάθος, είναι το μόνο (ελληνικό τουλάχιστον) ποιητικό μανιφέστο υπό μορφήν ποιήματος. Είναι και το μόνο (απ’ όσο γνωρίζω) ελληνικό μανιφέστο που έχει τιμηθεί με διεθνή ποιητικά βραβεία: με το «Prix du Syndicat des Journalistes et Ecrivains» (γαλλικό) και με το «Grand Prix Auguste Marin» (βελγικό). Σύμφωνα με τον Pozzetti, «ο Κουτσοχέρας ως μεγάλος ποιητής δεν είναι μόνο δημιουργός ποιημάτων αλλά και αξιωματικός της απέραντης και ειρηνικής στρατιάς της ομορφιάς» (βλ. Πρόλογο της μετάφρασής του), ενώ για τον Aufrère «η τρίπτυχη ‒λυρικορομαντική, ιστορική και πολιτικοκοινωνική‒ ποίηση του Κουτσοχέρα αντιστοιχεί σε τρία μεγάλα ρεύματα που σημειώνουν την αιωνιότητα του έργου του» (βλ. οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης). Παραθέτω τη δεύτερη από τις τριάντα επτά ψηφίδες που συνθέτουν το Μανιφέστο:
Όμως,
άνθρωποι για τα δίκαια των ανθρώπων,
δεν ακούτε την κραυγή του ανθρώπου;
Ο Λόγος – άλογος.
Ο διάλογος κενός.
Βουβός ο αντίλογος.
Άλαλα της ανθρωπιάς τα χείλη.
Πύργος της Βαβέλ
των Εθνών ο πύργος – ο Ο.Η.Ε.
Στο σταυρό των υπερδυνάμεων ο Χριστός.
Προμηθέας Δεσμώτης – ο άνθρωπος.
Οι ισχυροί της γης και οι ανίσχυροι –
αυτουργοί και συνεργοί –
μαχαιρώνουμε τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
ΝΕΟΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ή ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ (1973)
Ως «εισηγητής του Νεορομαντικού Πραγματισμού» αυτοπροδιορίζεται στο «Βιογραφικό σημείωμα» που συνοδεύει την ποιητική συλλογή του Κρίνα οδύνης (Πειραιεύς 1973) ο Γεώργιος Τουρλίδης (1945-2004). Ο επίκουρος, το 1991, καθηγητής της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριος Δ. Μούκανος, στον «Πρόλογο» της ποιητικής συλλογής Ευσκιόεντα (Αθήνα 1991) της Ρίας Ε. Θεοχάρη, μιλά για «ποιητική σχολή του Γιώργου Τουρλίδη, που καλλιεργεί το είδος του Πρακτικού Ρομαντισμού» (από την οποία «προερχόμενη η ποιήτρια γρήγορα έχει βρει στην ποίηση τον δικό της δρόμο»). Υποθέτω ότι η δεύτερη ονομασία της σχολής, προέκυψε από μια στοχαστική προσαρμογή σε ρεαλιστικότερα πλαίσια (κατά την περίοδο 1972-1991) της ποιητικής σκέψης του Τουρλίδη.
Επειδή στο αχανές συγγραφικό έργο του ποιητή δεν κατόρθωσα να βρω κάποιο κείμενό του με τη μορφή Μανιφέστου της σχολής του, και έχοντας οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι τις προγραμματικές διακηρύξεις της τις αποτελούν γενικά τα περί ποιήσεως κείμενα του Τουρλίδη, παραθέτω, ως δείγμα, ένα χωρίο τους:
Ορθώσου Ποιητή! Η κραυγή της ουσίας της ύπαρξης εδώ στη γη των ισκιωμένων, έρχεται πάντα για να τονίσει τη δίκαιη παρουσία της ποιητικής ψυχής. Η τέλεια καταξίωση του επιχειρούμενου επιτυγχάνεται μόνο με τη σύλληψη και με την επιδαψιλευμένην έκφραση του τέλειου διανοήματος. Όμως δεν πρέπει να σταθούμεν εδώ. Πρέπει να αναστήσουμε το νεκρό λυρικό μας γίγνεσθαι και να ξεμαρμαρώσουμε τους λιθωμένους ρομαντικούς νοσταλγούς των άφραστων περασμένων με εκφράσεις έντονου ρεαλιστικού στοχασμού για νέους δρόμους που ουσιαστικά και τέλεια πρέπει ν’ ακολουθήσουν οι νέοι.[10]
ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (1973)
Διαφορετικά από τα περισσότερα ποιητικά μανιφέστα που αναγγέλλουν με έμφαση ή με πάθος τις επιδιώξεις τους, το μανιφέστο της «Συγχρονικής ποίησης» παρά τα πολλαπλά χαρακτηριστικά του ‒ή, μάλλον, ακριβώς γι’ αυτά‒ είναι ψύχραιμο και πραγματιστικό. Περιέχεται στο δεκαεξασέλιδο φυλλάδιο Προθεωρία για τη Συγχρονική Ποίηση (Αθήνα 1973) του Π. Α. Σινόπουλου (1928-2015). Το επίθετο συγχρονική δεν σημαίνει εδώ μιαν ενέργεια ή δραστηριότητα τελούμενη ταυτόχρονα με μιαν άλλη ή άλλες, αλλά «μια σύγχρονη ποιητική έκφραση, δηλ. μια ποιητική που όχι μόνο να εκφράζει την εποχή μας αλλά και να έχει τη δυνατότητα να την εκφράζει και με σύγχρονα μέσα». Αυτά τα μέσα αποσκοπούν να αποδώσουν ποιητικά τα χαρακτηριστικά της εποχής της εμφάνισης του εν λόγω μανιφέστου, η οποία παρουσιάζεται πολλαπλή: «εποχή κοινωνικών προβλημάτων», «εποχή ελλείψεως χρόνου», «εποχή επιστημονικής σκέψεως», «εποχή ηλεκτρονικών μέσων». «Αν τα παραπάνω αληθεύουν», συνεχίζει ο Π. Α. Σινόπουλος, «το περίγραμμα του ποιητικού αιτήματος της εποχής μας δεν θα ήταν δύσκολο να χαραχθεί. Μόνο που η εικόνα του αισθήματος αυτού θα έδειχνε όχι μία ποίηση, αλλά ομάδα ποιήσεων. Έτσι λοιπόν θα είχαμε: “Νεοκοινωνική Ποίηση”, “Συμπυκνωμένη Ποίηση”, “Επιστημονική Ποίηση”, “Ηλεκτρονική Ποίηση”».
Ο Σινόπουλος υποδεικνύει τα θέματα που θα πρέπει να απασχολούν την καθεμία από αυτές τις ποιήσεις, ώστε να συντονιστούν σε μια «Συμφωνία Ποιήσεων» (όπως επίσης αποκαλεί τη Συγχρονική Ποίηση) «τόσο πολυδιάστατη, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι πραγματικά σύγχρονη».
Επειδή ο χώρος δεν μου επιτρέπει να παραθέσω τα συμφωνικά χαρακτηριστικά και των τεσσάρων αυτών ποιήσεων, περιορίζομαι στη σύνοψη της περιγραφής των γνωρισμάτων της δεύτερης από αυτές:
ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ (1973)
«Η Ανθρωπότητα», γράφει ο Π. Α. Σινόπουλος (ό.π.), «σ’ ολόκληρη την προϊστορική και ιστορική διαδρομή της, μέχρι τη Βιομηχανική Εποχή, είχε αχώριστες συμπορευόμενες τη “Σπατάλη του Χρόνου” και την “Έλλειψη Υλικών Αγαθών”. Πότε-πότε όμως φαίνεται πως οι άνθρωποι δεν είχαν ούτε και την πολυτέλεια να σπαταλούν τον χρόνο τους. Και τότε, όταν οι λαοί περνούσαν δύσκολες ώρες, τα είδη του λόγου που είχαν κάποιο μάκρος φαίνεται πως ήσαν ακατάλληλα. Οι λαοί χρειαζόντουσαν τότε μια συντομευμένη διατύπωση, ο λόγος να είναι λακωνικός, η βοήθεια να είναι άμεση. Ενώ όμως στο παρελθόν η έλλειψη χρόνου ήταν ένα έκτακτο περιστατικό, η εποχή μας εκατάληξε να είναι “Εποχή Ελλείψεως Χρόνου”».
Ο Σινόπουλος αναπτύσσει αυτή τη διάγνωσή του ενισχυόμενος και από την ξένη βιβλιογραφία. Αναφέρεται στις απόψεις του Σουηδού πανεπιστημιακού καθηγητή της Οικονομίας Στάφφαν Μπούρενσταμ Λίντερ, ο οποίος, διαπιστώνοντας ότι «ο χρόνος έγινε σήμερα το σπανιότερο αγαθό στην Κοινωνία της Αφθονίας», στον πρόλογο μιας ποιητικής του συλλογής αναπτύσσει ως εξής την ιδέα του «για μια ποίηση σε μια Βιαστική Κοινωνία»:
Δεν έχουμε καιρό για πολλά, για πάρα πολλά πράγματα, που όμως στο βάθος μάς λείπουν. Και, βέβαια, δεν έχουμε καιρό να διαβάσουμε Ποίηση. Με τις σκέψεις αυτές γράφτηκαν οι Σφραγίδες. Διαβάζονται όλες μέσα σε μισή ώρα. Πιστεύουμε πως όσο και να μην έχουμε καιρό για χάσιμο, πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν μπορούν να “χάσουν” μισή ώρα για ένα βιβλίο. […] Η Ποίηση πρέπει να βρει τον τρόπο με τον οποίο θα τα καταφέρει ν’ αποκαταστήσει επαφή με τον σύγχρονό της Άνθρωπο. Ένας τρόπος νομίζουμε πως είναι αυτός που προτείνουμε: Το πολύ σύντομο, το «συμπυκνωμένο», θα ’ταν καλύτερα να πούμε, ποίημα.
«Ωστόσο», συνεχίζει ο Σινόπουλος, καθώς «η εποχή μας δεν είναι μόνο “Εποχή Ελλείψεως Χρόνου” αλλά και “Εποχή της Διαπροσωπικής Εμπειρίας” είναι απαραίτητο και εκείνο το είδος του ποιήματος που ο ποιητής Colin Falck ονόμασε “συντομότερο ποίημα” (shorter poem), ενώ ο Ian Hamilton το είπε “ελάχιστο ποίημα” (minimal poem)».
Με λίγα λόγια, «ένα ποίημα με λιγότερους από δέκα στίχους θα ήταν δυνατόν πράγματι να κατορθώσει αποτελέσματα που δεν θα μπορούσαν να κατορθωθούν με μεγαλύτερο μήκος».[11]
ΠΑΝΔΗΜΠΑΡ-ΙΣΜΟΣ (1985)
Στο 9ο τεύχος (1990) του περιοδικού Εκ παραδρομής δημοσιεύεται ένα κείμενο με τίτλο «Γιατί γράφω ποίηση» (σ. 34-36), το οποίο, όπως όλα δείχνουν, θα πρέπει να θεωρηθεί ως το εν Ελλάδι μανιφέστο του «εφευρέτη ενός νέου ποιητικού ύφους το οποίο ονομάζεται Πάνδημπαρ και το οποίο έχει γνωρίσει την παγκόσμια αναγνώριση» («the inventor of a new poetic style called Pandebar which has received worldwide recognition» ‒ βλ. Panos D. Bardis Papers, 1958-1993, UM-38. The University of Toledo Archives Manuscript Collection). Συγγραφέας του κειμένου του περιοδικού είναι ο Πάνος Δ. Μπάρδης (1924-1996), καθηγητής της Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Τολέδο (Οχάιο, Η.Π.Α.), ο οποίος συνοψίζει το ποιητικό του πιστεύω ως εξής:
Ιδού η θεωρία μου: Η αληθινή ποίηση πετυχαίνει κάποια ισορροπία ανάμεσα σε έναν πλατωνικό καθρέφτη που περιστρέφει και αντανακλά τα θαύματα του κόσμου και σε έναν λογγίνειο αντίλαλο των πλέον σφοδρών και θεσπέσιων συγκινήσεων του ποιητή.
Η ελληνική μορφή του πανδημπαρικού μανιφέστου συνοδεύεται από την ακόλουθη επεξήγηση του περιοδικού:
Το Πάνδημπαρ είναι στιχουργική μορφή που την επινόησε ο ΠΑΝος ΔΗΜητρίου ΜΠΑΡδης. Αποτελείται από πέντε στίχους και μπορεί να είναι σοβαρό ή αστείο.
Ο πρώτος στίχος είναι τροχαϊκή παρήχηση που εισάγει ένα πρόσωπο, ένα μέρος ή ένα θέμα. Μετά τον χωρίζουν τρεις αστερίσκοι από το άλλο τμήμα του ποιήματος.
Οι υπόλοιποι τέσσεροι στίχοι είναι τετράμετροι τροχαϊκοί, μπορεί να είναι κολοβοί, και το σχήμα τους παρουσιάζεται έτσι: α, α, β, β. Αυτοί οι στίχοι περιέχουν ένα επιχείρημα ή μια αξιολόγηση που σχετίζεται με το θέμα του Πάνδημπαρ.
Στη συνέχεια το περιοδικό περιγράφει τον τόπο γέννησης και τον τρόπο διάδοσης του νέου ποιητικού ύφους:
Το πρώτο Πάνδημπαρ του Μπάρδη, που το εσύνθεσε στη Ρώμη, 18 Απρίλη του 1985, και το απάγγειλε την ίδια ημέρα σε ένα Διεθνές Συνέδριο στο Μέγαρο της Ιταλικής Εγκυκλοπαίδειας, ήταν το «Ρώμη». Την επόμενη μέρα, η κυρία Ζαν Μέλλανμου, μια λαμπρή Βρετανή ιστορικός, εμπνεύστηκε και σύνθεσε διάφορα έξυπνα Πάνδημπαρ για εξέχοντες επιστήμονες που παρακολουθούσαν το Συνέδριο.
Από τα επτά δείγματα του Πάνδημπαρ που παραθέτει το Εκ παραδρομής επιλέγω το πρώτο:
ΑΘΗΝΑ
Ω αθάνατη Αθήνα!
* * *
Σαν της Αθηνάς το βλέμμα
λάμπεις κι είσαι θείο στέμμα
στου πλανήτη την κορφή –
στέμμα, ανθός και χρυσαυγή!
ΣΟΡΟΠΤΙΜΙΣΜΟΣ (1991)
«Ο όρος Σοροπτιμισμός προέρχεται από τις λατινικές λέξεις soror (αδελφή, φίλη) και optima (άριστη) και θα μπορούσε να μεταφραστεί ως “το καλύτερο για τη γυναίκα”». Ονοματοδοτεί «μια παγκόσμια εθελοντική γυναικεία οργάνωση, η οποία ενώνει τις γυναίκες όλου του κόσμου ανεξάρτητα από φυλετικές, θρησκευτικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές σε μια αδελφωμένη προσπάθεια για τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών διαβίωσής τους ανά τον κόσμο» (soroptimism.gr). Στην οργάνωση αυτή συμμετέχει και η χώρα μας με τη Σοροπτιμιστική Ένωση Ελλάδος, που «αναπτύσσει πρωτοβουλίες με τις οποίες αφυπνίζονται συνειδήσεις και επιχειρούνται εκφράσεις και μέσα από τον έντεχνο ποιητικό λόγο».
Το παραπάνω χωρίο περιέχεται σε κείμενο της Λάλας Νικολή με τίτλο «Ποιητική ανθολογία μέσα στα ιδεατά όρια του Σοροπτιμισμού», που θα πρέπει να θεωρηθεί Μανιφέστο του ελληνικού ποιητικού Σοροπτιμισμού, το οποίο ανακοινώθηκε στο Ενδέκατο Συμπόσιο Ποίησης της Πάτρας (1991· βλ. Πρακτικά του, Αχαϊκές Εκδόσεις, Πάτρα 1993, σ. 131-134). «Η σύγχρονη Σοροπτιμιστική ανθολογία», γράφει η ανθολόγος, «περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές των Ελληνίδων Σοροπτιμιστριών Λίνας Καράμπα από τη Λάρισα, Πίτσας Αστέρη από τη Ν. Σμύρνη, Ευγενίας Γκολφινοπούλου από την Πάτρα, μεμονωμένη ποίηση των Λούλας Μαυρουλίδου, Ελένης Δάβαρη, και σκόρπια ποιήματα των Μαζοδρόβα, Μαργαρινοπούλου και Σαλιβέρου». Ο ποιητικός Σοροπτιμιστικός λόγος, καταλήγει η Νικολή, «όπως τον βιώνουν και τον εκφράζουν οι Ελληνίδες Σοροπτιμίστριες, φέρνει προσωπική σφραγίδα, εκφράζει τεχνοτροπίες δόκιμες ή πολλές φορές τελείως αυτοδίδακτες, και καλλιεργείται από Γυναίκες σύγχρονες με ξεχωριστό Welstanschauung, όμως με κοινή φιλοσοφική ιδεολογία. Γι’ αυτόν λέξεις σαν ΜΑΝΑ, Έρως, Γη, Θάλασσα, Αγάπη, Θλίψη, Ειρήνη, Πατρίδα, Οικογένεια έχουν, όπως θα έλεγε και η Λίνα Καράμπα, το ίδιο φάσμα».
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΣΜΟΣ (1949/1973)
Ο Συναισθηματισμός παρουσιάζεται ως κίνημα συλλογικό. Τον συγκροτούν μια ομάδα ανθρώπων, ένα πλήθος έργων και δέκα τεύχη ενός περιοδικού (Νέοι Ρυθμοί Αθηνών, Μάρτιος 1949 – Ιανουάριος 1950). Εντούτοις θα ήταν δύσκολο να μην αισθανθεί κανείς ότι το κίνημα ταυτίζεται απόλυτα με ‒και μονοπωλείται από ‒ την καταλυτική προσωπικότητα του αρχηγού του Νίκου Δ. Παππά (1906-1997). Διαφορετικά από τα άλλα κινήματα, ο Συναισθηματισμός διακόπτει απότομα τη δραστηριότητά του τη στιγμή της αποκορύφωσής του (το τελευταίο τεύχος του περιοδικού είναι αφιερωμένο στον εαυτό του).
Ο σκοπός του Συναισθηματισμού ήταν να εκθρονίσει τον Μοντερνισμό και τον Υπερρεαλισμό από την πρωτοπορία της ελληνικής ποίησης. Κύριος στόχος του ήταν ο Σεφέρης και ο Ελύτης (οι Συναισθηματιστές χρησιμοποιούν τον όρο Υπερρεαλισμός με ευρεία ελαστικότητα). Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί να επιτύχει τον σκοπό του είναι απλός: με τη δημιουργία «μιας πραγματικά μοντέρνας ποίησης που θα σέβεται τους κανόνες της λογικής και θα είναι κατανοητή απ’ όλους τους ανθρώπους».[12] Ο Συναισθηματισμός έχει σήμερα λησμονηθεί, λήθη που οφείλεται, αποκλειστικά σχεδόν, στον ίδιο τον ηγέτη του κινήματος. Στην Αληθινή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (1973) ο Νίκος Παππάς δεν αφιερώνει στον Συναισθηματισμό ούτε δύο αράδες. Παρότι μιλά εξαντλητικά για τον εαυτό του και για άλλους ποιητές που μια εικοσαετία πριν αποκαλούσε ποιητές του Συναισθήματος, ο Παππάς αποσιωπά το γεγονός της Συναισθηματικής Επανάστασης ως εάν το κίνημα να μην είχε υπάρξει. Η μόνη αναφορά του Συναισθηματισμού στην Αληθινή Ιστορία βρίσκεται στη σελίδα 485 προφανώς από μνημονική σύγχυση: Περιλαμβάνοντας τους Νέους Ρυθμούς (Αθηνών) στην απαρίθμηση των σπουδαιότερων λογοτεχνικών περιοδικών της εποχής τους, ο Παππάς τούς χαρακτηρίζει με όρους που προκαλούν την έκπληξη. «Νέοι Ρυθμοί (1949-1950)», γράφει: «όργανο των νεορεαλιστών ποιητών, των μετααντιστασιακών, που για λόγους προφυλάξεως ονόμαζαν το κίνημά τους κίνημα του “συναισθηματισμού”».
Η αποκάλυψη αυτή δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Συναισθηματισμός ήταν ένα προσωπείο του Νεορεαλισμού. Θα ήταν περίεργο να θέλει κάποιος να κάνει μιαν επανάσταση με ψευδώνυμη ονομασία. Αλλά ακόμη και αν το όνομα ενός κινήματος είναι κρυπτικό, αυτό που δεν μπορεί να αποκρυβεί είναι οι σκοποί του. Είναι αδύνατον οι διακηρύξεις του Συναισθηματισμού να μην εξέφραζαν τις πραγματικές του επιδιώξεις. Τι συνέβη λοιπόν;
ΝΕΟΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ή ΣΥΝΘΕΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ (1946/1973)
Το πιθανότερο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια διάλειψη της μνήμης. Λίγο πριν από την εμφάνιση του Συναισθηματισμού, αλλά και κατά τη διάρκειά του, ο Νίκος Παππάς ήταν αρχηγός και ενός άλλου κινήματος, του Νεορεαλισμού ή Συνθετικού Ρεαλισμού, που «το πιο έντονο, το πιο άμεσο, το πιο μαχητικό γνώρισμά του» ήταν εκείνο «της αντιστασιακής λογοτεχνίας».[13] Το γεγονός ότι στην Αληθινή Ιστορία του χαρακτηρίζει τους ποιητές των Νέων Ρυθμών Νεορεαλιστές, ενώ ταυτόχρονα αποκαλεί Συνθετικό Ρεαλισμό ολόκληρη την έπειτα από τον Πόλεμο ποίηση που ακολουθεί τις νεορεαλιστικές αρχές του,[14] δείχνει πως κάτι πολύ σοβαρό είχε συμβεί που ανάγκασε τον Νίκο Παππά να διαγράψει τον Συναισθηματισμό από τη μνήμη του. Διότι, βέβαια, ο Συναισθηματισμός και ο Νεορεαλισμός δεν είναι το ίδιο. Αν τους ενώνει η κοινή αποστροφή προς τον Σεφέρη, τον Ελύτη και τους υπερρεαλιστές, τους χωρίζει μια αβυσσαλέα αντίθεση που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά τους.
Ο Συναισθηματισμός είναι «μια τάση καλλιτεχνική, αυστηρά αισθητική»,[15] ενώ ο Νεορεαλισμός ή Συνθετικός Ρεαλισμός ‒όπως επίσης τον αποκαλεί ο Παππάς‒ που πρωτοεμφανίζεται αντιστασιακός, οραματίζεται «μια σκληρή λυρική σύνθεση, στραμμένη σαν κάννη πυροβόλου προς τα θρασύτατα και κυνικά οχυρά ενός ανήλεου και απάνθρωπου κατεστημένου»[16] (ο Ανδρέας Καραντώνης αποκαλούσε τον καταγόμενο από τα Τρίκαλα Νίκο Παππά «Αττίλα των Τρικάλων»). Απόδειξη της διαφοράς τους είναι ότι από τους ποιητές των Νέων Ρυθμών ο Νίκος Παππάς ελάχιστους περιλαμβάνει στον πολυώνυμο κατάλογο του Συνθετικού Ρεαλισμού του.[17]
Με λίγα λόγια: ο Νίκος Παππάς αποτελεί ένα ιδιάζον λογοτεχνικό φαινόμενο. Είναι ο μόνος Έλληνας ποιητής που διετέλεσε ταυτόχρονα αρχηγός δύο ασύμβατων μεταξύ τους ποιητικών κινημάτων.
[1] Βλ. Άννα Κατσιγιάννη, «Ελληνικός Φουτουρισμός», Φιλολογική Καθημερινή, 17/6, 24/6 και 1/7/1982.
[2] Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Μανιφέστο», Ο Νουμάς, τχ. 524, 19 Απριλίου 1914, σ. 103.
[3] Βλ. Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η ζωή μου. Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας, επιμ. Γιάννης Παπακώστας, Κέδρος, Αθήνα 1986, σ. 205-212· και Χ. Λ. Καράογλου, «Συλλογικές κινήσεις και εκδηλώσεις νέων λογοτεχνών: 1914-1927», Μνήμη Λίνου Πολίτη, Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1988, σ. 209-228.
[4] Βλ. Μιχ. Δ. Πετρίδης, «Η νέα μας Ποίηση», Ο Νουμάς, τχ. 4 (773), Απρίλιος 1921, σ. 308-311.
[5] Νίκος Δ. Παππάς, Η αληθινή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, 1100-1973, Εκδόσεις Τύμφη, Αθήνα 1973, σ. 337.
[6] Κρίση στην Κρίση, Θεσσαλονίκη 1951, σ. 26.
[7] Βλ. Νάσος Βαγενάς, «Το περιοδικό Νέοι Ρυθμοί», Η Δράμα και η περιοχή της: Ιστορία και Πολιτισμός, Δήμος Δράμας 1992, σ. 405.
[8] Βλ. Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από το 1453 έως το 1961, τόμ. Β΄, Επικαιρότητα, Αθήνα 1983, σ. 698.
[9] Βλ. Andrew McAllister, επιμ., The Objectivists, Bloodaxe, Newcastle upon Tyne 1997, σ. 17.
[10] Βλ. Γεωργίου Α. Τουρλίδη, Βοηθού του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αισθητικά μελετήματα: Οκτώ δοκίμια‒Πρόλογοι (1969-1976), Αθήναι 1976, σ. 6.
[11] Βλ. Σινόπουλος, Προθεωρία για τη συγχρονική ποίηση, ό.π., σ. 10.
[12] Βλ. Νίκος Δ. Παππάς, Ο Συναισθηματισμός: Μεταπολεμικό αίτημα, Τυπογραφείο Β. Ξυνού, Αθήναι 1949, passim.
[13] Νίκος Παππάς, «Ο Συνθετικός Ρεαλισμός», Φιλολογικά Χρονικά, τχ. 43, Ιούλιος-Αύγουστος 1946, σ. 260.
[14] Βλ. το κεφάλαιο «Ο Συνθετικός Ρεαλισμός», Αληθινή Ιστορία, ό.π., σ. 530-539.
[15] Βλ. Νέοι Ρυθμοί, τχ. 7, Οκτώβριος 1949, σ. 499.
[16] Βλ. Αληθινή Ιστορία, ό.π., σ. 534.
[17] Πρβλ. τα ονόματα των συνεργατών των Νέων Ρυθμών με τις απαριθμήσεις της Αληθινής Ιστορίας, ό.π., σ. 513-514, και της μελέτης του Νίκου Παππά «Δοκίμιο για τη Νέα ποίηση», Αιολικά Γράμματα, τόμ. 3, 1973, σ. 18-25.
«Περί βασιλείου τάξεως» του Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου
Constantin VII Porphyrogénète, Le Livre des Cérémonies, Sous la direction de Gilbert Dagron (†) et Bernard Flusin. Tome I, Introduction générale, Livre I, Chapitres 1-46, Édition, traduction et notes par Bernard Flusin, avec la collaboration de Michel Stavrou, Paris 2020, σελ. VIII+192*+355 [Corpus Fontium Historiae Byzantinae LII/1]· Tome II, Livre I, Chapitres 47-92 et 105-106, Édition par Bernard Flusin, Traduction et notes par Gilbert Dagron (†), Livre I, Chapitres 93-104, Édition, traduction et notes par Denis Feissel, avec la collaboration de Michel Stavrou, Paris 2020, σελ. 471 [Corpus Fontium Historiae Byzantinae LII/2]· Tome III, Livre II, Édition, traduction et notes par Gilbert Dagron (†), à l’exception des chapitres II, 42, 44-45 et 51 édités, traduits et annotés par Denis Feissel, Bernard Flusin, Constantin Zuckerman, avec la collaboration de Michel Stavrou, Paris 2020, σελ. 438 [Corpus Fontium Historiae Byzantinae LII/3]· Tome IV, 1re section, Commentaire du Livre I par Gilbert Dagron (†), Denis Feissel, Bernard Flusin, avec la collaboration de Michel Stavrou, Paris 2020, σελ. 1-636 [Corpus Fontium Historiae Byzantinae LII/4.1]· Tome IV, 2e section, Commentaire du Livre II par Gilbert Dagron (†), avec des contributions de René Bondoux, Denis Feissel, Bernard Flusin, Jean-Pierre Grélois, Constantin Zuckerman, et la collaboration de Michel Stavrou, Paris 2020, σελ. 637-958 [Corpus Fontium Historiae Byzantinae LII/4.2]· Tome V, Glossaire par Gilbert Dagron (†), revu par Michel Stavrou, Index par Michel Stavrou, Notes sur la langue par Bernard Flusin, Paris 2020, σελ. 475 [Corpus Fontium Historiae Byzantinae LII/5].
Το έργο «Περὶ βασιλείου τάξεως» (945-959) που αποδίδεται στον βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο , εξεδόθη πρόσφατα κριτικά, με εκτενή σχολιασμό, από ομάδα πλειάδας Γάλλων βυζαντινολόγων. Το έργο τους συνιστά συμβολή μοναδική σε ποιότητα και όγκο, γι’ αυτό και αποτελεί σταθμό στην επιστημονική έρευνα.
To χασμουρητό μπροστά στην Ιστορία
Γκυστάβ Φλωμπέρ, Η αισθηματική αγωγή, μετάφραση από τα γαλλικά: Παναγιώτης Μουλλάς, Οδυσσέας, Αθήνα 2013, 544 σελ.
Γκιστάβ Φλομπέρ, Η αισθηματική αγωγή, μετάφραση από τα γαλλικά: Αριστέα Κομνηνέλλη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, 632 σελ.
Με εργαλεία του, ως συνήθως, την κοινότοπη πλευρά της ζωής, ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, σε αυτό το μυθιστόρημά του του 1869, περιγράφει τις ερωτικές περιπέτειες ενός νεαρού άνδρα την περίοδο της επανάστασης του 1848, μιας ταραγμένης εποχής για τη Γαλλία. Σε μια εποχή βαθιάς κοινωνικής αλλαγής, όπως παρατηρούσε ο Παναγιώτης Μουλάς, «ο Φλωμπέρ επισημαίνει την αδράνεια, διαπιστώνει τη χρεοκοπία, εικονογραφεί τη διάλυση προσώπων και ιδεών, απομυθοποιεί τις αυταπάτες του και τις αυταπάτες τις γενιάς του». [ΤΒJ]
Η Ουκρανία στα βιβλία της
Οι μεταφράσεις σύγχρονων ουκρανών συγγραφέων στην Ελλάδα
Για τους περισσότερους στην Ελλάδα, η Ουκρανία παραμένει σχεδόν άγνωστη· μια tabula rasa στον πολιτιστικό χάρτη. Πέρα από τον πόλεμο, το Τσερνομπίλ και μερικά κλισέ για όμορφες γυναίκες, ελάχιστα είναι γνωστά για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό της. Κι όμως, μέσα στη φωτιά του πολέμου, η Ουκρανία συνεχίζει να γεννά συγγραφείς και έργα που αξίζουν να ακουστούν και στην Ελλάδα.
Η Σμύρνη πριν καεί
Hervé Georgelin, Η Σμύρνη σε κλοιό πολέμου (1914-1922), μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννης Σ. Παπαχρήστου, Ηρόδοτος, Αθήνα 2023, 259 σελ.
Στην ελληνική ιστοριογραφία η Σμύρνη είναι ένα μάλλον αγαπημένο θέμα. Παρ’ όλα αυτά, η νοσταλγία από την απώλειά της ή η ωραιοποίηση του παρελθόντος της μάς εμποδίζουν να δούμε τη Σμύρνη όπως ήταν πραγματικά. Αυτό το θολό τοπίο επιχειρεί να διαλευκάνει μέσω του βιβλίου του Η Σμύρνη σε κλοιό πολέμου (1914-1922) ο καθηγητής ιστορίας του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Hervé Georgelin.
Πώς δέχτηκε η Ελλάδα τον Καβάφη
Γιάννης Παπαθεοδώρου, Απατηλό παρελθόν. Ιστορίες της καβαφικής κριτικής (1933-1963), Άγρα, Αθήνα 2025, 280 σελ.
Την ίδια ώρα που ο Καβάφης αναγνωριζόταν στο Λονδίνο, έπαιρνε εγκωμιαστικές κριτικές, μεταφράζονταν ποιήματά του και έκανε καινούργιους φίλους, η Ελλάδα ήταν φειδωλή απέναντι στο ποιητικό του έργο. Το τοπίο της ελληνικής κριτικής άλλαξε μόλις το 1932, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του. Ποιοι έγραψαν πρώτοι εγκωμιάζοντας την ποίησή του; Κι ακόμα, πώς τον αντιμετώπισε ο Σεφέρης. Και πώς συνέβαλε ο Στρατής Τσίρκας στη διαμόρφωση της εικόνας του Αλεξανδρινού ως «ισχυρού» πολιτικού ποιητή. Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου ρίχνει φως στο παρελθόν της πρόσληψης του καβαφικού έργου από μια επιφυλακτική και δύσπιστη Ελλάδα. [ΤΒJ]
7 Οκτωβρίου 2023: το Ισραήλ στο στόχαστρο
Για δύο χρόνια, το Ισραήλ διεξάγει έναν πολυμέτωπο αγώνα για την επιβίωσή του. Εναντίον της Χαμάς για να μην επαναληφθεί η σφαγή της 7ης Οκτωβρίου. Εναντίον της Χεσμπολά για να σταματήσουν οι βομβαρδισμοί στις πόλεις και στα χωριά του Βορείου Ισραήλ που ανάγκασαν σχεδόν 80.000 Ισραηλινούς να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταστούν πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα. Εναντίον των Χούθι στην Υεμένη που εκτοξεύουν πυραύλους για να πλήξουν τη καρδιά του εβραϊκού κράτους. Εναντίον των αγιατολάδων του Ιράν που επιχειρούν να κάνουν πράξη τις απειλές τους για την εξαφάνιση του «σιωνιστικού καρκινώματος» από το χάρτη της Μέσης Ανατολής. Το Ισραήλ δεν διεκδικεί σπιθαμή εδάφους από κανέναν. Διεκδικεί και αγωνίζεται για την ασφάλεια και την ευημερία των πολιτών του...
Τα πήλινα πόδια της Κίνας
Στις 3 Σεπτεμβρίου έλαβε χώρα στο Πεκίνο μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, την οποία παρακολούθησαν πολλοί ξένοι ηγέτες, κυρίως από τον πάλαι ποτέ λεγόμενο Τρίτο Κόσμο και τώρα αποκαλούμενο Παγκόσμιο Νότο. Οι παρ’ ημίν αντιδυτικιστές θαύμασαν εκστασιασμένοι την υποτιθέμενη στρατιωτική ισχύ που επέδειξε η ηγεσία της πολυπληθέστερης τυραννίας του πλανήτη. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική απ’ την εικόνα που θέλει να παρουσιάζει η κινεζική δικτατορία. Ένας απ’ τους σημαντικότερους πολεμολόγους της εποχής μας, ο Έντουαρντ Λούτβακ, σκιαγραφεί με μάλλον μελανά χρώματα την πολεμική ικανότητα των κινεζικών στρατιωτικών δυνάμεων, αλλά και γενικά τη βούληση της κινεζικής κοινωνίας να πολεμήσει:
Ευάγγελος Παπανούτσος: Ένα κακό έργο δεν σώζεται
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος (1900-1982) υπήρξε ένας μεταρρυθμιστής της εκπαίδευσης, που μεταξύ άλλων συνέβαλε στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Εργατικός και με πολλά βιβλία εκλαΐκευσης πτυχών της φιλοσοφίας και γνωριμίας με το έργο σημαντικών ελλήνων λογοτεχνών, ο Παπανούτσος ήταν αγαπημένος των εφημερίδων που επιδίωκαν μια συνέντευξη μαζί του. Μια τέτοια συνέντευξη, στη Μαίρη Παραπονιάρη, δημοσιευμένη στην εφημερίδα Ακρόπολις της 5ης Νοεμβρίου 1978 δημοσιεύεται παρακάτω:
Τι άλλαξε στη Μέση Ανατολή από τις 7/10
Οι συμφωνίες του Αβραάμ που υπογράφτηκαν το 2020, μια από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της πρώτης Διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, είχαν πετύχει να δημιουργήσουν μια νέα δυναμική σταθερότητας και συνεργασίας μεταξύ του Ισραήλ και των χωρών της περιοχής (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, αλλά και Μαρόκο, Σουδάν). Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνταν και η Συμφωνία που είχαν επεξεργαστεί το Ισραήλ με τη Σαουδική Αραβία, η οποία και θα άλλαζε εκ νέου τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, δημιουργώντας μια νέα συνθήκη απέναντι στον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης», στην εχθροπαθή συμμαχία προθύμων του Ιράν, δηλαδή, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και η Χαμάς.
Και τότε ήρθε η τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 που συγκλόνισε το Ισραήλ και τον κόσμο. Μια από τις άμεσες επιπτώσεις αυτής της μαύρης στιγμής ήταν η ακύρωση της συμφωνίας με τη Σαουδική Αραβία.