Για αρχή, μια πρώτη διαπίστωση, μια πρόχειρη αποτίμηση: Ο αγνοούμενος του Ματαρόα είναι βιβλίο σπάνιο, βιβλίο σπουδαίο. Όχι μόνο για την ενδελεχή έρευνα στην οποία αποδύθηκε ο Νίκος Αμανίτης για να το γράψει, τόσο ευρεία και τόσο σχολαστική, εκτεταμένη σε δεκάδες πεδία, ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτισμικά, λογοτεχνικά, ώστε να φαντάζει ιλιγγιώδης· όχι μόνο για τον συναρπαστικό τρόπο με τον οποίο ανασυστήνει το Παρίσι και την Αθήνα του μεσοπολέμου και της Κατοχής, ή τη μεταπολεμική δίνη στην οποία παρασύρθηκε ο τόπος μας. Αλλά γιατί επικυρώνει και ταυτόχρονα αμφισβητεί την περίφημη φράση του Λέσλι Πόουλς Χάρτλεϊ «Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα: τα κάνουν όλα διαφορετικά εκεί», με το οποίο αρχίζει το κλασικό του μυθιστόρημα Ο μεσάζων, και γιατί διαρρηγνύει θαυμαστά τα όρια μεταξύ βιογραφίας, μυθοπλασίας, αυτοβιογραφίας και αυτομυθοπλασίας.
Διαβάζοντάς το, δεν παρακολουθούμε μόνο τον βίο του «αγνοούμενου του Ματαρόα», του Νίκου Μπαλόγιαννη, ή Νίκου Μπελ Τζον, αλλά και τη διαδρομή του ίδιου του βιογράφου/συγγραφέα στην προσπάθειά του να ιχνηλατήσει τις πατημασιές αυτού του συνεχώς διαφεύγοντος βιογραφούμενου, έχοντας πλήρη την επίγνωση –και κάνοντας και τον αναγνώστη να το συνειδητοποιήσει– ότι η ανθρώπινη ταυτότητα δεν είναι απολύτως καθορισμένη και σταθερή, ότι η πρόθεση του συγγραφέα και το παραγόμενο νόημα δεν ταυτίζονται. Το στοχαστικό, συγκινητικό, συναρπαστικό του έργο καταρρίπτει τις πληκτικές και τρομοκρατικές χρονολογικές δομές που παραδοσιακά λειτουργούν, στη βιογραφία, σαν πνιγηροί αφηγηματικοί ιστοί και με ασύμμετρες καταβυθίσεις στο χρόνο και αναδύσεις στους τόπους, καταργώντας το χωροχρονικό συνεχές, γίνεται η μυθιστορία μιας ταραγμένης εποχής όπως είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου, ένα ερωτικό, κοινωνικό, περιπετειώδες αφήγημα όπου διαγκωνίζονται η φαντασία με την ιστορική ακρίβεια, και το αλλού και το πριν γίνονται εργαστήρια της υπέρβασής τους.
Τι θέλω να πω; Ότι δεν είναι ακριβώς ξένη χώρα το παρελθόν και ότι δεν γίνονται και τόσο διαφορετικά τα πράγματα εκεί. Αρκεί να σκεφτούμε πώς αντιδρούσαν ο Νίκος Μπαλόγιαννης και οι ανέμελοι σύντροφοί του καθώς ερχόταν προς το μέρος τους, παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων. Συνέχιζαν να πηγαίνουν στις δουλειές τους, να γλεντούν, να ερωτεύονται. Όπως και κάθε άνθρωπος, παρότι ίσως αφουγκράζεται το βαρύ βήμα της Ιστορίας που μόλις έχει ξυπνήσει. Όπως, ίσως, κι εμείς.
Μη μυθοπλαστική φαντασία
Ξεκινώντας από έναν ανυπόγραφο, παράξενο πίνακα που κοσμεί το σαλόνι του πατρικού σπιτιού, ο Νίκος Αμανίτης ξεκινάει ένα ταξίδι επί τα ίχνη του αγνώστου που φιλοτέχνησε κάποτε αυτό το έργο και καταλήγει να γίνει ο βιογράφος του ίδιου και της εποχής του. Αν όμως η βιογραφία απαιτεί τη συνοχή, τη συνέπεια, τη συνέχεια, ο βίος αποδεικνύεται πολύ σαρωτικός για να ανταποκριθεί σ' αυτές τις προϋποθέσεις· αν ο βιογράφος προσβλέπει στην εξήγηση, ή έστω στην ερμηνεία, ο βιογραφούμενος συχνά δραπετεύει από κάθε τέτοια απόπειρα. Και βέβαια, όσο πιο πολυδιάστατο, φευγαλέο, ανεξιχνίαστο είναι το πρόσωπο που σκιαγραφείται, τόσο περισσότερο θα αυθαιρετήσει ο προσωπογράφος του. Με άλλα λόγια, θα αφεθεί να προσβληθεί από τη μυθοπλασία. Κι εδώ, στον Αγνοούμενο του Ματαρόα, το μικρόβιο της επινόησης πολιορκεί την αφήγηση σαν τους μύκητες που εξαπλώνονται στο ψωμί ή στα φρούτα σχηματίζοντας μοτίβα όμοια με μικρογραφίες γαλαξιών. Οι γαλαξίες, οι κόσμοι που δημιουργεί ο Αμανίτης, ίσως και να φαντάζουν κάπως παραμυθένιοι στον αναγνώστη τού σήμερα: ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, μοιάζει με κύκλο όπου παρελθόν και μέλλον αγγίζονται, τα σπίτια, τα δέντρα, οι δρόμοι είναι φορείς μνήμης και προσδοκίας, οι πράξεις των ανθρώπων είναι λαμπιόνια που ανάβουν και σβήνουν στο διάβα της ιστορίας.
Όσο για την αλήθεια, για την οποία διερωτάται συνεχώς ο συγγραφέας, θα μπορούσε να ισχύσει αυτό που έγραψε η Φράνσις Γουίλσον, στον πρόλογo του ωραίου βιβλίου της που παρακολουθεί δέκα χρόνια (1915-25) από τη ζωή του Ντ. Χ. Λώρενς, με τίτλο Burning Man (παραφράζω ελαφρά, αλλάζοντας τον τίτλο του βιβλίου):
Όπως οι συγγραφείς μυθοπλασίας μπορεί να παρέχουν μια δήλωση αποποίησης ευθύνης δηλώνοντας ότι αυτό που ακολουθεί είναι ένα έργο φαντασίας που δεν βασίζεται σε πραγματικούς χαρακτήρες, και οι συγγραφείς μη μυθοπλασίας μπορεί να παρέχουν μια δήλωση αποποίησης ευθύνης δηλώνοντας ότι αυτό που ακολουθεί δεν είναι ένα έργο φαντασίας και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πραγματικούς χαρακτήρες, έτσι και εγώ θα πρέπει να δηλώσω ότι ο Αγνοούμενος του Ματαρόα είναι ένα έργο μη μυθοπλασίας που είναι επίσης ένα έργο φαντασίας.
Ο Αγνοούμενος του Ματαρόα μιλάει (όπως γράφει ο βρετανός Ρίτσαρντ Χολμς στο βιβλίο του Footsteps, όπου εξερευνά την ευερέθιστη αλλά και γεμάτη αγάπη σχέση μεταξύ βιογράφου και βιογραφούμενου)
για εκείνη την αλήθεια που ισορροπεί μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, την οποία μπορεί να δημιουργήσει ένας βιογράφος καθώς αφηγείται τη ζωή κάποιου άλλου, καθιστώντας την ταυτόχρονα δική του (σαν φιλία) και του κόσμου (σαν προδοσία).
Να τι κάνει, λοιπόν, εδώ, ο Νίκος Αμανίτης ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής της ιστορίας του: εμφανίζει και εξαφανίζει χαρακτήρες άλλοτε σκόπιμα, άλλοτε θέλοντας και μη, για να φωτίσει τη σκιά. Αναπτύσσει σταδιακά την εικόνα του Νίκου Μπαλόγιαννη μέσα στον σκοτεινό θάλαμο της γραφής. Στο αρνητικό, το αφηγηματικό εγώ διακρίνεται σταθερά μέσα από τα άλλα πρόσωπα, διαφαίνεται δηλαδή, στο επίπεδο του βάθους, ως αφηγηματικό ισοδύναμο μιας δυνητικής συνείδησης, ικανής να ανασυνθέσει ιστορικά το εγώ. Για να αποκατασταθούν τα χάσματα της ιστορίας, στη μικρή ή τη μεγάλη κλίμακα, ο Αμανίτης φτιάχνει ιστούς ιστορικής ύλης με το βελόνι της αυτομυθοπλασίας: αντιστικτικά, συγκρουσιακά, χωρίς την εγγύηση κάποιας ακλόνητης σταθερότητας, δένεται με το στημόνι της γραφής και ξετυλίγει το νήμα της δικής εξερευνητικής περιπέτειας.
Θραύσματα του παρελθόντος
Μια σύμπτωση το έφερε –σύμπτωση που μοιάζει μ’ εκείνες τις συμπτώσεις οι οποίες γίνονται κλειδιά κι ανοίγουν πόρτες στην αναζήτηση του Αμανίτη– να μεταφράζω παράλληλα με την ανάγνωση του Αγνοούμενου το καινούργιο βιβλίο του Ίαν ΜακΓιούαν, Τι μπορούμε να γνωρίζουμε. Τι μπορούμε να γνωρίζουμε, ρωτάει το μυθιστόρημα αυτό, όταν οι άνθρωποι που λαχταράμε να κατανοήσουμε έχουν φύγει προ πολλού κι όταν ακόμα και ο καθρέφτης του εαυτού μας δεν μένει ακίνητος; Ποια ιστορία –τίνος την ιστορία– έχουμε το δικαίωμα να διηγηθούμε; Και πώς;
Πρόκειται για έναν πολύ κοντινό απόηχο του ερωτήματος που θα διατυπώσει και ο Αμανίτης προς το τέλος του βιβλίου του: «Πώς μπορείς να ξαναγράψεις μια ζωή που δεν κατέχεις; Με ποιο δικαίωμα;», για να συναντηθεί με το ερώτημα ενός αγαπημένου του, όπως συνάγω, συγγραφέα, του Πατρίκ Μοντιανό: «Είναι σωστό να μιλάμε με τη φωνή κάποιου άλλου;» Γιατί όχι; αναρωτιόμαστε εμείς, οι αναγνώστες. Ποια ηθική προκατάληψη το απαγορεύει;
Στο βιβλίο του ΜακΓιούαν, πάντως, ο πρωταγωνιστής, ένας καθηγητής πανεπιστημίου που αναζητεί ένα θρυλικό αλλά χαμένο ποίημα εκατό χρόνια μετά τη συγγραφή του, τάσσεται υπέρ της λελογισμένης επινόησης στην ανασύσταση της εποχής που μελετά. («Το καθήκον μου είναι η ζωντάνια», λέει στη δύσπιστη συνάδελφό του που ομνύει στην «αλήθεια», «καθήκον μου είναι να μεταφέρω την εμπειρία μιας βιωμένης και αισθαντικής ζωής, το πώς ήταν να ζεις σε μια συγκεκριμένη εποχή»). Ουσιώδης ελευθερία για τον μελετητή/συγγραφέα είναι, σύμφωνα με τον πρωταγωνιστή του ΜακΓιούαν,
να εικάζει, να συμπεραίνει, να κάνει τεκμηριωμένες υποθέσεις και να ζωντανεύει τις περιστάσεις και τις ψυχικές καταστάσεις των προσώπων που μελετά, μέσω της εύλογης προβολής μιας κοινής ανθρώπινης φύσης που δεν έχει αλλάξει στη διάρκεια του αιώνα ο οποίος έχει μεσολαβήσει.
Το ίδιο, περίπου, λέει και ο Αμανίτης – και πόσο ωραιότερα το λέει (συγγνώμη Ίαν):
Είναι μεθυστικό ν’ ανακαλύπτεις ανύποπτες συνάψεις στις περασμένες ζωές των ανθρώπων, ή και να τις δημιουργείς εσύ, να μετακινείς τις ράγες σαν τους κλειδούχους των σιδηροδρόμων χωρίς κανένα φόβο, καμία επίπτωση, γιατί το παρελθόν σε τίποτα δεν αλλάζει, γίνεται μόνο μερικές φορές πρόσφορο σε υποθέσεις, αφήνει κάποιο σήμα κωδικοποιημένο από τον χρόνο, μια καλά κρυμμένη είσοδο για ανθρώπους επίμονους, φιλοπερίεργους και παθιασμένους.
Επίμονος, φιλοπερίεργος και παθιασμένος, ο Νίκος Αμανίτης θα παρακολουθήσει τον συνονόματό του Μπαλόγιαννη στις περιπλανήσεις, τις αποκοτιές, τις αμφιταλαντεύσεις, τις επιτυχίες, τα λάθη του, αλλά ταυτόχρονα θα παρακολουθήσει και τις δικές του περιπλανήσεις, τις αμφιταλαντεύσεις, τις αποκοτιές και τα λάθη καθώς προσπαθεί να «ξεθολώσει εικόνες θολωμένες από τους υδρατμούς του χρόνου, σκουπίζοντας την επιφάνεια των γεγονότων μ’ ένα σωρό σελίδες».
Βιογράφος του μακρού χρόνου και μαζί αυτοβιογραφούμενος συγγραφέας, ο Αμανίτης, «αιχμάλωτος χωρίς να το καταλάβει μιας άλλης ζωής, χαμένος σε ξένες αναμνήσεις», όπως γράφει, τις μετατρέπει σε ασπαίρουσα ζωή, εμφυσά πνοή στην κατά τα άλλα αρχαιολογική απόπειρα ανασύνθεσης αυτού που είχε υπάρξει και μεταβαίνει αβίαστα από τον εαυτό στον άλλον και από το ατομικό στο συλλογικό, θυμίζοντάς μας ότι, ναι, ζούμε στο παρόν, ναι, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής χάνεται στη λήθη, αλλά διασώζοντας τα θραύσματα του παρελθόντος διεκδικούμε μια ύπαρξη πλατύτερη, πιο κατανοητική, πιο συμμεριστική, πιο συμπονετική, πιο γενναιόδωρη. Τις αναλαμπές αυτής της ύπαρξης μας χάρισε ο Νίκος Αμανίτης με το ωραίο βιβλίο του.