Σύνδεση συνδρομητών

O πραγματικός Καρυωτάκης

Παρασκευή, 06 Μαρτίου 2026 01:18
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη
1928. Ο Κώστας Καρυωτάκης (δεξιά) στην Πρέβεζα, λίγες μέρες πριν από την αυτοκτονία του.
Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη

Χριστίνα Ντουνιά, Το όνειρο και το πάθος. Κ. Γ. Καρυωτάκης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2025, 400 σελ.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία της εμβληματικής για την καρυωτακική βιβλιογραφία μονογραφίας της, Κ. Γ. Καρυωτάκης. Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης (2000), που ασχολείται με την πρόσληψη του έργου του από τους κριτικούς και τους ομοτέχνους του κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, η Χριστίνα Ντουνιά επανέρχεται στον Καρυωτάκη, για να διατρανώσει την πίστη της στην υψηλή αξία και τον ρηξικέλευθο, πρωτοποριακό χαρακτήρα της ποίησής του και να διατυπώσει νέες ερμηνευτικές προτάσεις.

 Δομημένη σε τέσσερα μέρη, που φέρουν τους τίτλους «Η τέχνη και η εποχή», «Ο ποιητής και το έργο του», «Γενεαλογικά» και «Δρόμοι της Πρέβεζας», η νέα μονογραφία της Χριστίνας Ντουνιά, Το όνειρο και το πάθος. Κ. Γ. Καρυωτάκης (που κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, με ένα υποβλητικό εικαστικό του Γιάννη Ψυχοπαίδη να κοσμεί το εξώφυλλο), φωτίζει από διαφορετικές οπτικές γωνίες το έργο ενός από τους σημαντικότερους δημιουργούς της νεοελληνικής ποίησης, ενός ποιητή που, όπως επισημαίνει η μελετήτρια ήδη στην εισαγωγή του βιβλίου της, υφαίνει όλη την ποιητική παραγωγή του πάνω στον ιστό της διάστασης τέχνης και κοινωνίας και στο ρόλο του ποιητή στον σύγχρονο κόσμο.

Το πρώτο υποκεφάλαιο του πρώτου μέρους (με τίτλο «Οι “καταραμένοι” του ελληνικού Μεσοπολέμου») επιχειρεί να τοποθετήσει τους «καταραμένους» ποιητές της ελληνικής μεσοπολεμικής περιόδου στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Ντεκαντάνς. Η Ντουνιά εκφράζει βάσιμες επιφυλάξεις για τη στενή σύνδεση ή και την ταύτιση της Ντεκαντάνς με τον Συμβολισμό, σχολιάζει την ελληνική απόδοση του όρου ως «Παρακμή» και τη διαμεσολάβηση του βιβλίου Εκφυλισμός (1892) του Μαξ Νορντάου, που προσεγγίζει με όρους παθογένειας τον Μπωντλαίρ, τον Ρεμπώ, τον Βερλαίν και τον Όσκαρ Ουάιλντ, επισημαίνει τη συνάφεια του Καρυωτάκη και του Ουράνη με τους γάλλους παρακμιακούς, συμβολιστές και φανταιζίστ, κατακρίνει την αδυναμία και την απροθυμία των ελλήνων μεσοπολεμικών κριτικών (εξαιρουμένων των Άγρα, Παράσχου και Άλκη Θρύλου) να αντιληφθούν τις εξελίξεις στη λογοτεχνία και στην τέχνη της εποχής τους και να ξεφύγουν από τις παγιωμένες και παρωχημένες αντιλήψεις περί ακμής και υγείας. Επιπλέον, η μελετήτρια, με σημείο εκκίνησης τον αρχικό χαρακτηρισμό του Βερλαίν και του Μαλλαρμέ ως παρακμιακών στα μέσα της δεκαετίας του 1880 και τη μετέπειτα τοποθέτησή τους σε χωριστά στρατόπεδα (του Μαλλαρμέ στους συμβολιστές, του Βερλαίν στους ντεκαντάν), που εκφράζει την αντίθεση της δεξιάς και της αριστερής όχθης, κατά τη διατύπωση του Πιέρ Μπουρντιέ, υποστηρίζει την ερεθιστική άποψη ότι παρόμοια απόσταση εμφανίζεται και στο ελληνικό λογοτεχνικό πεδίο, ανάμεσα στη γενιά του 1920 και τη γενιά του 1930, με ενδεικτικό παράδειγμα την απόκλιση ανάμεσα σε δύο έλληνες συνομηλίκους, τον Γιώργο Σεφέρη (με τη Στροφή, 1931) και τον Κώστα Καρυωτάκη (με το Ελεγεία και Σάτιρες, 1927), παρά την αρχική εκκίνηση και των δύο από τη λογοτεχνία της παρακμής και την εγγύτητά τους με τον Ζυλ Λαφόργκ:

ο Καρυωτάκης οδηγήθηκε σε έναν δικό του ιδιότυπο ρεαλισμό, μέσα από μια μείξη ελεγειακού και σατιρικού τόνου, ενώ ο Σεφέρης πέρασε μέσα από την καθαρή ποίηση για να φτάσει στον αγγλοσαξωνικό μοντερνισμό. (σ. 51).

Επιπρόσθετα, η Ντουνιά υπογραμμίζει μιαν ακόμη ισχυρή συνιστώσα της Ντεκαντάνς, την πολιτική αμφισβήτηση η οποία απορρέει από την κοινωνική κριτική, που στην Ελλάδα αποτυπώνεται στο έργο δημιουργών οι οποίοι συχνά συνεργάζονται με έντυπα της Αριστεράς, όπως η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Πέτρος Πικρός («κατεξοχήν παράδειγμα ώσμωσης μπωντλαιρισμού και μπολσεβικισμού», σ. 54), ο Ιωσήφ Ραφτόπουλος, ο Νίκος Βέλμος, ο Γιώργος Τσουκαλάς, η Μαρία Πολυδούρη («η νεαρή ποιήτρια που θα σταθεί απέναντι στα ταμπού και τις προκαταλήψεις μιας κοινωνίας ανδροκρατούμενης και κλειστής», σ. 57) και, υπεράνω όλων, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, «εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα ώσμωσης παρακμιακού αισθητισμού και κομμουνιστικού κινήματος» (σ. 57): πρόκειται για λογοτέχνες που οραματίζονται μια κοινωνία δίχως αντιθέσεις και πολέμους, προβάλλουν το αίτημα της κατάθεσης μιας ποίησης που γράφεται με αίμα και χρησιμοποιούν μια γλώσσα που αποστασιοποιείται από τη δημοτική της ηθογραφικής ακμής και των φιλοβενιζελικών διανοουμένων· στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσεται και το έργο του Καρυωτάκη, το οποίο, κατ’ αναλογίαν προς το έργο του Μπωντλαίρ, όπως αναλύεται από τον Πιέρ Μπουρντιέ στο περίφημο βιβλίο του Οι κανόνες της τέχνης. Γένεση και δομή του λογοτεχνικού πεδίου, εκφράζει δυσαρέσκεια απέναντι στην κυριαρχία της αστικής τάξης, μια δυσαρέσκεια διαποτισμένη με έντονη κριτική και οξύ σατιρικό στοιχείο.

Το δεύτερο υποκεφάλαιο του πρώτου μέρους («Διεκδικώντας το λογοτεχνικό πεδίο») ξεκινά με την παρατήρηση ότι τα λογοτεχνικά περιοδικά της δεκαετίας του 1920 οργανώνονται γύρω από δύο πόλους: τους εκπροσώπους της Ντεκαντάνς από τη μια και τους μαρξιστές και τους συνοδοιπόρους τους από την άλλη. Χαρακτηριστικά δείγματα της πρώτης ομάδας, το βραχύβιο περιοδικό Η Μούσα (1920-1923) και το ακόμη πιο βραχύβιο έντυπο Εμείς, ένωση 21 νέων λογοτεχνών, που ήδη στο πρώτο τεύχος δηλώνουν «αηδιασμένοι από τη στείρα μονοτονία της σύγχρονης λογοτεχνικής ζωής» (σ. 74) και υπόσχονται να ξεκαθαρίσουν τις κλίκες και τα παράσιτα στην τέχνη. Η Ντουνιά παραθέτει αποκαλυπτικά δημοσιεύματα των εφημερίδων Δημοκρατία και Η Βραδυνή, που δίνουν έμφαση στον συγχρονισμό των νέων λογοτεχνών και κριτικών του Εμείς με τις νεότερες ευρωπαϊκές καλλιτεχνικές κινήσεις, παραθέτουν κατάλογο των ονομάτων της ομάδας και των λογοτεχνικών τάσεων που αντιπροσωπεύει ο καθένας τους (αποδίδοντας τον χαρακτηρισμό «νεοντεκαντάν» στον Καρυωτάκη), τονίζουν τη διάθεση των μελών της ομάδας να διεκδικήσουν τα επαγγελματικά δικαιώματα των λογοτεχνών και να ζητήσουν υλική στήριξη από το κράτος και τους παραλληλίζουν με την ομάδα των γάλλων λογοτεχνών Nous-Autres, οι οποίοι το 1890 πρωτοστατούν στην επανέκδοση της φιλολογικής επιθεώρησης Mercure de France. Στα κείμενα του Εμείς διακρίνεται το κλίμα μιας δυσανεξίας απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα και στο περιοδικό αυτό ο Καρυωτάκης δημοσιεύει όχι μόνο τα ποιήματά του «Ένα σπιτάκι», «Μίσθια δουλειά» και «Δικαίωσις» (που θα περιληφθούν στη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες το 1927) αλλά και τη νεκρολογία του για τον φίλο του Ιωσήφ Ραφτόπουλο, τον πολιτικοποιημένο ποιητή που πεθαίνει φυματικός στη Σωτηρία. Επίσης, η μελετήτρια διαπιστώνει τη σύγκλιση του Εμείς με το αριστερού ιδεολογικού προσανατολισμού περιοδικό Νέοι Βωμοί ως προς το αίτημα της αυτονομίας της τέχνης και τη διαφοροποίησή του από το περιοδικό Ο Νουμάς και τον κύκλο Αποστολάκη-Πολίτη ως προς το θέμα της γλώσσας, όπως εκφράζεται από τις απόψεις που διατυπώνει ο Κλέων Παράσχος στο σημαντικό κείμενό του «Σκέψεις για τη γλώσσα», στο δεύτερο τεύχος του Εμείς· στη σύγκρουση της ομάδας του Νουμά με την ομάδα του Εμείς αποδίδει, άλλωστε, την άκρως παραμορφωτική εικόνα που δίνει ο Πάνος Ταγκόπουλος για τον Καρυωτάκη μετά την αναγγελία του θανάτου του, το 1928.

 

Η εξέλιξη του Καρυωτάκη

Το δεύτερο μέρος της μονογραφίας φωτίζει την προσωπικότητα και το έργο του Καρυωτάκη. Η Ντουνιά ξεκινά με τα πρώιμα ποιήματα του ποιητή, αυτά που δημοσιεύονται σε περιοδικά από το 1913 ώς το 1916 και που στην πλειονότητά τους έχουν θέμα ερωτικό, οδηγώντας σε υποθέσεις αναφορικά με την «ποικιλία των πρώτων του νεανικών ερωτικών εμπειριών που είναι συγχρόνως επιθυμίες, φαντασιώσεις και πραγματικές σχέσεις» (σ. 102) και δείχνοντας την κυριαρχία ενός ερωτισμού έντονου και προκλητικού, αρκετά τολμηρού για τα δεδομένα της εποχής, και μιας «ηδονής» που συνυπάρχει «με την ένταση και την εναρμονισμένη λειτουργία όλων των αισθήσεων κατά την ερωτική πράξη» (σ. 105)· όπως εύστοχα επισημαίνει η συγγραφέας, «σε μεγάλο βαθμό η ρητορική και η εικονοποιία του νεαρού Καρυωτάκη παραπέμπει στους κοινούς τόπους του ύστερου ρομαντισμού και του παρακμιακού αισθητισμού: η σχεδόν μόνιμη σύζευξη του ερωτικού συναισθήματος ή της αισθησιακής εμπειρίας με το μοτίβο του θανάτου και της απώλειας, η απειλητική δύναμη της θηλυκότητας, η προβολή του μαύρου και του κόκκινου χρώματος ή των πένθιμων στοιχείων της δύσης είναι τα βασικά τους χαρακτηριστικά» (σ. 107). Κατόπιν, περνά στην πρώτη ποιητική συλλογή του, Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων (1919), στην οποία εντοπίζει μιαν αποστασιοποίηση του νεαρού ποιητή από το πληθωρικό εφηβικό παρελθόν του, μια στροφή στη νοσταλγία και στην τρυφερή μελαγχολία και μιαν αμφιθυμία απέναντι στον έρωτα, αντανάκλαση της πολύπλοκης συναισθηματικής ζωής του: πρόκειται για στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με το παιγνιώδες και σκαμπρόζικο πνεύμα που δεσπόζει στο βραχύβιο σατιρικό περιοδικό Η Γάμπα, που εκδίδει ο Καρυωτάκης την ίδια χρονιά, μαζί με τον Άγη Λεβέντη, αλλά και στο οξύ σατιρικό βλέμμα του πάνω στα ερωτικά ήθη της πρωτεύουσας και στη στηλίτευση του υποκριτικού καθωσπρεπισμού των θεματοφυλάκων της ηθικής, που αποτυπώνονται στους στίχους  τους οποίους συνθέτει για τη θεατρική επιθεώρηση Πελ-Μελ (1921), μέρος της οποίας διασώζεται από τον βιογράφο του Χαρίλαο Σακελλαριάδη.

Η ερμηνευτική προσέγγιση της καρυωτακικής ποίησης από τη Χριστίνα Ντουνιά συνεχίζεται με τα σχόλια και τις παρατηρήσεις της πάνω στη δεύτερη συλλογή του ποιητή, τα Νηπενθή (2021), όπου, μέσω των διακειμενικών συσχετισμών με τον Όμηρο, τον Πόε, τον Μπωντλαίρ και τον Υσμάν, διατυπώνεται η θέση ότι «στον Καρυωτάκη η ποίηση δεν είναι μόνον βοτάνι νηπενθές, είναι φάρμακον με τις δύο σημασίες της λέξης: ίαμα και δηλητήριο συγχρόνως, αξεδιάλυτα» (σ. 130) και συζητιούνται τα κυρίαρχα στη συλλογή στοιχεία του ονείρου, του χρόνου, της απώλειας, της φθοράς, της μελαγχολίας και της νοσταλγίας και το προσωπικό ύφος που διαμορφώνει ο νεαρός ποιητής, με μια γλώσσα σύγχρονη, μια λιτότητα και μιαν ειρωνεία που τον απομακρύνει από τα παλαμικά προτάγματα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ενότητα της συλλογής με τον τίτλο «Πληγωμένοι Θεοί», που επικεντρώνεται στην ποίηση και στους ποιητές, όπως τους αντιλαμβάνεται ο Καρυωτάκης (παντοδύναμοι δημιουργοί και ταυτόχρονα ευάλωτοι, απόκληροι, γεμάτοι πληγές και φορείς του πόνου, τον οποίον μετουσιώνουν σε τραγούδι), και στο ποίημα «Ευγένεια», όπου ο ποιητής με τον στίχο «Κάνε τον πόνο σου άρπα» οικειοποιείται την αιολική άρπα που δονείται από τον άνεμο και χρησιμοποιείται από τους ρομαντικούς ως μεταφορά για την έμπνευση και τη φαντασία, αλλά με αντεστραμμένο νόημα: με τα λόγια της μελετήτριας, «ο άνεμος δεν είναι ούτε πνοή της φύσης ούτε πνεύμα θεού, είναι ο πόνος που γεννάει η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα» (σ. 140)· στο πλαίσιο αυτό ο ποιητής λειτουργεί ως ένα ευαίσθητο όργανο, σαν την αιολική άρπα, που μετατρέπει την προσωπική του ύπαρξη και την εμπειρία των ανθρώπων της εποχής του σε ποίηση, μεταπλάθοντας κάθε διάστασή τους σε μια μοναδική και πρωτοποριακή καλλιτεχνική έκφραση.

Μένοντας στο δεύτερο μέρος της μονογραφίας της, η Ντουνιά εξετάζει την πολύκροτη σχέση του Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη, το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται όταν ο ποιητής αποκαλύπτει στην ποιήτρια ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη και τις εξομολογήσεις του προς αυτήν μέσα από (σπαρακτικά και συχνά προφητικά) ποιήματα που δημοσιεύει την περίοδο 1922-1924, όπως το «[Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα]», το «Όταν ήρθες…», το «Τραγούδι παραφροσύνης» (που θα μετονομαστεί αργότερα σε «Ωχρά σπειροχαίτη») ή το «Ένα σπιτάκι».

Το δεύτερο μέρος ολοκληρώνεται με την ερμηνευτική προσέγγιση της τρίτης και τελευταίας –και, κατά γενική ομολογία, αρτιότερης– ποιητικής συλλογής του Καρυωτάκη, Ελεγεία και σάτιρες (1927). Η Χριστίνα Ντουνιά σχολιάζει διεξοδικά και πειστικά το μότο που επιλέγει ο ποιητής για την τελευταία συλλογή του (“Et metus ille foras praeceps Acheruntis agendus / Funditus, humanam qui vitam turbat ab imo”, δηλαδή «να διώξει [ο ποιητής] μακριά κι οριστικά το άγχος και τον φόβο για τον Άδη / που ρίχνουν των ανθρώπων τη ζωή σε ταραχή βαθιά και δίχως τέλος») και που μέχρι τώρα δεν έχει απασχολήσει τους μελετητές, με την εξαίρεση του Ντέιβιντ Ρικς: πρόκειται για ένα δίστιχο από το τρίτο βιβλίο τού De rerum natura του Λουκρήτιου, υλιστή ποιητή της λατινικής γραμματείας και μαθητή του Επίκουρου, που επανακάμπτει στον ευρωπαϊκή λογοτεχνία του 19ου αιώνα, πρώτα με τον Άλφρεντ Τένυσον και ύστερα με το μπωντλαιρικό spleen και την Ντεκαντάνς, και που χρησιμοποιείται από τον Καρυωτάκη για να δώσει στο αναγνωστικό κοινό ένα κλειδί ανάγνωσης και πρόσληψης της δικής του ποίησης και να εγγράψει το δικό του έργο στην παράδοση της επικοινωνίας των ποιητών και της «ύστερης ωρίμανσης», της μελλοντικής επιβίωσης του έργου για την οποία κάνει λόγο ο Μπένγιαμιν. Δόκιμα επισημαίνεται ότι στη συλλογή αυτή «το τραγούδι γίνεται μελέτη εαυτού, αληθινή εικόνα του κόσμου και συγχρόνως μελέτη θανάτου» (σ. 158) και η αιολική άρπα αντικαθίσταται από τις «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες», καθώς ο ποιητής έχει συναίσθηση ότι σε έναν κόσμο χωρίς πνευματικά ερείσματα ο ίδιος ακούγεται παράφωνος και φαίνεται αταίριαστος και απροσάρμοστος. Συνδυάζοντας το ελεγειακό και το σατιρικό στοιχείο και υιοθετώντας ένα γλωσσικό όργανο καθημερινό και πολυσυλλεκτικό, ο Καρυωτάκης δίνει μια ποίηση εξομολογητική, ευθύβολη και υπαινικτική που, σύμφωνα με την Ντουνιά, μπορεί να διαβαστεί και μέσω του ερμηνευτικού κλειδιού της σχέσης του με τους γάλλους φανταιζίστ και μετασυμβολιστές και αποκαλύπτει τη συγκρουσιακή, αυτοσαρκαστική και έντονα κριτική διάθεση με την οποία αντιμετωπίζει τη νέα πραγματικότητα, που χαρακτηρίζεται από πνεύμα ατομικισμού, κοινωνικής υποκρισίας, πολιτικής διαφθοράς και ψυχρής οικονομικής συναλλαγής.

 

Πόε και Μπωντλαίρ

Στο τρίτο μέρος, που φέρει τον τίτλο «Γενεαλογικά», η Ντουνιά συγκεντρώνει τον διακειμενικό θησαυρό της ποίησης του Καρυωτάκη. Ξεκινά από την ελάχιστα συζητημένη σχέση του έλληνα ποιητή με τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, στην οποία για πρώτη φορά αναφέρεται ο αμφιλεγόμενος βιογράφος και φίλος του Χαρίλαος Σακελλαριάδης το 1938, και αποδίδει την έλξη του προς τον κορυφαίο αμερικανό λογοτέχνη όχι μόνο στον θαυμασμό για το λογοτεχνικό έργο του αλλά και στην έντονη εντύπωση που του προκαλεί η αφήγηση της ζωής και του έργου του, όπως παρουσιάζεται από τον Μπωντλαίρ στις εισαγωγές των μεταφράσεών του· στο πλαίσιο αυτό, η μελετήτρια υποστηρίζει ότι τα ποιήματα της συλλογής Τα Νηπενθή στοχεύουν στη λύτρωση από το πένθος της χαμένης αγάπης, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο ποίημα «Το κοράκι», το διασημότερο δημιούργημα του Πόε, και βρίσκει ότι «τα θέματα του ονείρου, του χρόνου και της φθοράς, το αίσθημα της νοσταλγίας και η σκιά της μελαγχολίας είναι κομβικά σημεία της ιδιαίτερης σχέσης που αναπτύσσει με τον Πόε, τον οποίο μελετά μέσω των γαλλικών μεταφράσεων» (σ. 200). Επιπρόσθετα –και αυτό είναι ένα από τα πιο πολύτιμα στοιχεία που κομίζει η μονογραφία της Ντουνιά– αποδεικνύεται ότι τα ποιήματα του Πόε και τα συνοδευτικά κείμενα του Μπωντλαίρ αποτελούν δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στον Καρυωτάκη και την Πολυδούρη, καθώς την περίοδο 1922-1923 ο πρώτος δανείζει στη δεύτερη το βιβλίο του Πόε Histoires extraordinaires, σε μετάφραση και εισαγωγή του Μπωντλαίρ: οι υπογραμμίσεις και οι σημειώσεις των δύο ποιητών πάνω στο συγκεκριμένο βιβλίο αποτελούν πολύτιμα κλειδιά για τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουν τον Πόε διαμεσολαβημένο από τον Μπωντλαίρ, αλλά και για τον υπόρρητο τρόπο με τον οποίο ο Καρυωτάκης θέλει να παρουσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό στην Πολυδούρη και για τις αναλογίες που εντοπίζει η τελευταία ανάμεσα στον Πόε και τον Καρυωτάκη, τόσο σε επίπεδο εξωτερικής εμφάνισης όσο και σε επίπεδο θεματολογίας. Η Ντουνιά, επίσης, συμμερίζεται την άποψη που εκφράζει ο Αντρέας Καραντώνης το 1938 ότι στα πεζά του Καρυωτάκη μπορεί να εντοπιστεί η γόνιμη επίδραση του Πόε και επιχειρεί να ανιχνεύσει αυτή την επίδραση στο διήγημα «Το καύκαλο» και στην ενότητα των πέντε κειμένων που τιτλοφορείται «Ονειροπόλος», προβάλλοντας κοινά μοτίβα, όπως η αναπόδραστη φθορά του χρόνου, η υπαρξιακή αγωνία, η σκηνοθεσία που αποκρύπτει την αλήθεια των πραγμάτων, η διαδοχή των χρωμάτων στη διάρκεια της ημέρας. Ακόμη, η μελετήτρια σχολιάζει τη δυστοπική εικόνα της Αμερικής που προβάλλει ο Καρυωτάκης στο ποίημά του «Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο» (με το οποίο ανοίγει η ενότητα «Σάτιρες» της συλλογής του Ελεγεία και Σάτιρες) ως αντανάκλαση της εικόνας της Αμερικής «όπως αυτή παρουσιάστηκε στην Ευρώπη από τον Πόε και σχολιάστηκε εμφατικά από τον Μπωντλαίρ» (σ. 226), ως αντανάκλαση της δυσαρμονικής σχέσης του Πόε με την πατρίδα του, την οποία ο Μπωντλαίρ θεωρεί μια από τις βασικές αιτίες της δυστυχίας του αμερικανού δημιουργού. Και επιχειρεί μια τολμηρή αλλά τεκμηριωμένη συσχέτιση ανάμεσα στο δυσφημιστικό πορτρέτο του Πόε που συνθέτει μετά το θάνατό του ο Ρούφους Γουίλμοτ Γκρίσγουολντ, εκτελεστής της διαθήκης και επιμελητής του έργου του, και την υπονομευτική βιογραφία του Καρυωτάκη που συνθέτει στην πρώτη μεταθανάτια έκδοση των Απάντων του ο Χαρίλαος Σακελλαριάδης, νεανικός φίλος και μακρινός συγγενής του ποιητή, που δεν διστάζει να τον σκιαγραφήσει ως νευρασθενικό, αλκοολικό και συμπλεγματικό.

Η δεύτερη ενότητα του τρίτου μέρους καταπιάνεται με τη στενή συνάφεια του Καρυωτάκη με τον Μπωντλαίρ, την οποία αναδεικνύει ο ίδιος ο έλληνας ποιητής στα Νηπενθή και υποστηρίζει σύσσωμη η κριτική (Τέλλος Άγρας, Τίμος Μαλάνος, Μηνάς Δημάκης, Κώστας Στεργιόπουλος, Λίζυ Τσιριμώκου, Δημήτρης Αγγελάτος, Έλλη Φιλοκύπρου, Θάλεια Ιερωνυμάκη). Η Ντουνιά εξετάζει το βίωμα και την εμπειρία της θάλασσας όπως εμφανίζονται στους δύο ποιητές και εντοπίζει συγκλίσεις και αποκλίσεις ανάμεσά τους ως προς τη βιωματική πρόσληψη του θαλασσινού τοπίου και την ποιητική αποτύπωσή του: έτσι προσκομίζει πολύ διεισδυτικά σχόλια για τη διαφορετική υφή της βιωματικής σχέσης τους με την πραγματική θάλασσα (ο Μπωντλαίρ κάνει ένα μόνο θαλασσινό ταξίδι, τον Ιούνιο του 1841, στις Ινδίες, ενώ ο Καρυωτάκης συνδέει όλη του τη ζωή με τοπία της μεσογειακής θάλασσας, από τη Συκιά της Κορινθίας ώς τη μοιραία Πρέβεζα) και διερευνά τη λειτουργία και τις συνυποδηλώσεις του θαλασσινού τοπίου σε ποιήματα κοντινά και μακρινά ταυτόχρονα όπως, από τη μια, το «L’homme et la mer» «L’Albatros», «Parfum exotique», «Les Sept Vieillards», «Le Confiteor de l’artiste», «Moesta et errabunda», «Voyage à Cythère» του Μπωντλαίρ, και, από την άλλη, τα ποιήματα «Θάλασσα», «Λυκαβηττός», «Ύπνος», «Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…», «Τελευταίο ταξίδι» του Καρυωτάκη, καθώς και σε ένα από τα τελευταία κείμενα του Καρυωτάκη με τον σημαδιακό τίτλο «Το εγκώμιο της θαλάσσης». Ιδιαίτερα ευκρινής είναι η σύγκριση ανάμεσα στο «Moesta et errabunda» και τον «Ύπνο» από τα Νηπενθή: πέρα από τις προφανείς αναλογίες (γαλάζιο της θάλασσας, πράσινος παράδεισος των παιδικών ερώτων, νανούρισμα, λουλούδια, μουσικές, απομάκρυνση από τη λύπη και τα εγκόσμια, σύνδεση της θάλασσας με την ιδέα της μητέρας και της πατρίδας), εντοπίζονται και σημαντικές διαφορές (η ονειρική επιθυμία του ποιήματος του Μπωντλαίρ γίνεται ύπνος/θάνατος στο ποίημα του Καρυωτάκη, ο θαλασσινός παιδικός παράδεισος του Μπωντλαίρ αποτελεί δημιούργημα της φαντασίας του ποιητή, ενώ το πράσινο ακρογιάλι του Καρυωτάκη παραπέμπει στην παραλία της Συκιάς και στα χαρούμενα καλοκαίρια του στο πατρικό σπίτι).  Εύστοχα η μελετήτρια παρατηρεί στο τέλος της ανάλυσής της ότι «αν το θαλασσινό τοπίο στον Μπωντλαίρ έχει μάλλον συμβολική/φιλοσοφική διάσταση, στον Καρυωτάκη η βιωματική σχέση με τη θάλασσα είναι τόσο έντονη, ώστε γίνεται τμήμα της αυτοβιογραφίας του» (σ. 266).

Δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τη μελέτη της γενεαλογίας του Καρυωτάκη το ιδιαίτερο άρωμα της λογοτεχνίας της Ντεκαντάνς. Η Χριστίνα Ντουνιά υπογραμμίζει ότι η ανατροπή γνωστών μοτίβων και κοινών τόπων, βασικό στοιχείο της Ντεκαντάνς, είναι ορατή ήδη στην πρώτη συλλογή του ποιητή (Ο Πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων, 1919) και κάνει ακόμη εντονότερη την παρουσία της στα Νηπενθή (1921) λειτουργώντας ως έμμεσος οδηγός ανάγνωσης. Η μελετήτρια, αφού επισημαίνει ότι οι μεταφραστικές επιλογές του Καρυωτάκη καλύπτουν όλο το φάσμα της Ντεκαντάνς, στέκεται ιδιαίτερα στο ποίημα «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων», που κατάγεται από την ιδέα των «καταραμένων ποιητών», όπως την έχει συλλάβει ο Πωλ Βερλαίν, το ποίημα του οποίου «Ballade pour les decadents» συγκρίνει με το ποίημα του Καρυωτάκη, υπό το πρίσμα του –κατά Ριφατέρ– διακειμενικού παράδοξου και εντοπίζει δύο ειρωνικές ανατροπές: οι «καταραμένοι» του Βερλαίν κατακτούν τελικά τη δόξα, διότι το έργο τους είναι σημαντικό, ενώ οι «καταραμένοι» του Καρυωτάκη παραμένουν παντοτινά στο περιθώριο, και, επίσης, η καρυωτακική μπαλάντα δεν αφιερώνεται απλώς στους άδοξους αλλά σε αυτούς που δεν αξίζουν, με τους οποίους ταυτίζεται και ο ποιητής στο τέλος του ποιήματος, αυτοσαρκαστικό στοιχείο που η συγγραφέας αντιμετωπίζει ως «τέχνασμα που ενισχύει την πρωτοτυπία του ποιήματος» (σ. 283). Στην ίδια υποενότητα, η Ντουνιά εξετάζει το ποίημα «Δον Κιχώτες» του Καρυωτάκη, απάντηση στον «Δον Κιχώτη» του Ουράνη (και τα δύο πρωτοδημοσιευμένα στον Νουμά το καλοκαίρι του 1920), που αποδομεί τη ρομαντική και εξιδανικευμένη σύλληψη του ήρωα-ποιητή και διατηρεί ως θετικό από τη δονκιχωτική ιδεαλιστική παράδοση μόνο το στοιχείο της παραφροσύνης, φιλτραρισμένο μέσα από την οπτική της Ντεκαντάνς για τη διαφορετικότητα του καλλιτέχνη· διαβάζει το καρυωτακικό πεζό «Ο Κήπος της Αχαριστίας» ως παράδειγμα μεταγλωσσικής και διακειμενικής παραγωγής που επίσης υποστηρίζει την προσέγγιση του Ριφατέρ, με τα άνθη να μεταμορφώνονται σε ανθρωποφάγα τέρατα και τη φυσική κατάσταση των ανθρώπων να έχει ομοιότητες με την κατάσταση των σαρκοβόρων λουλουδιών· διερευνά το στοιχείο του παράδοξου, της ρητορικής της ανατροπής, που αποκλίνει από την καθαρή σάτιρα, στα πεζά του Καρυωτάκη «Ονειροπόλος» και «Τρεις μεγάλες χαρές», όπου διακρίνει την επίδραση του Λαφόργκ, ο οποίος βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην Ντεκαντάνς και τον μοντερνισμό: και οι δύο ποιητές σατιρίζουν τους κύκλους τους, «με μια διάθεση ταυτόχρονα τρυφερή και σαρκαστική, κυρίως όμως ανατρεπτική» (σ. 295).

 

Λόγοι μελαγχολίας

Το τέταρτο μέρος ξεκινά με την Ντουνιά να συζητά τα βασικά στοιχεία του spleen ή της μελαγχολίας και να αμφισβητεί την αντίληψη που εκφράζει ο Ουράνης σχετικά με την αυτοκτονία του Καρυωτάκη το 1928: η μελετήτρια θεωρεί ότι ο Ουράνης προβάλλει τη δική του βιωμένη εμπειρία της «αρρώστιας του αιώνα», ενώ, κατά τη γνώμη της, η μελαγχολία του αυτόχειρα ποιητή είναι «μάλλον πολιτιστική, κοινωνική και ανθρωπολογική» (σ. 307), στοιχείο που μετατοπίζει τη μελαγχολία από το υποκειμενικό πεδίο στο υπαρξιακό-ανθρωπολογικό και μετουσιώνει τη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες από ποίηση μελαγχολική σε ποίηση τραγική. Η Ντουνιά υπογραμμίζει ότι η μελαγχολία του ποιητή μετατρέπεται σε απόγνωση όταν στη σύφιλη προστίθεται η μετάθεση στην Πρέβεζα και η απειλή καταδίωξης από τη δημόσια διοίκηση και διαβάζει το ποίημα «Πρέβεζα» ως μία από τις πιο εύστοχες μεταφορές της μελαγχολικής κρίσης που τον εξουθενώνει τον τελευταίο μήνα της ζωής του. Επίσης, συσχετίζει το ποίημα του Καρυωτάκη «Τι νέοι που φτάσαμε ώς εδώ» με τα «Τείχη» του Καβάφη, καθώς και τα δύο αποπνέουν το συναίσθημα του απόβλητου, και παραθέτει πολύτιμα στοιχεία για τη σχέση Καρυωτάκη και Καβάφη, από τα οποία ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η πρόθεση του νεαρού συνθέτη Δημήτρη Μητρόπουλου, που έχει ήδη μελοποιήσει Καβάφη, να μελοποιήσει ποιήματα του Καρυωτάκη. Επιπρόσθετα, η Ντουνιά συζητά το σημαντικό ποιητικό πεζό του Εμπειρίκου «Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλέες», υψηλής ποιότητας μνημόσυνο-εγκώμιο του Καρυωτάκη, όπου ο εισηγητής του ελληνικού υπερρεαλισμού, μέσα από τη θητεία του στην ψυχανάλυση, συλλαμβάνει το ποιητικό μέγεθος του αυτόχειρα της Πρέβεζας.

Η Ντουνιά δεν παραλείπει να αναφερθεί και στο αίνιγμα της αποχαιρετιστήριας επιστολής του Καρυωτάκη και στα σημεία της επιστολής που λογοκρίνονται από την πρώτη έκδοση των Απάντων του 1938 και συνδέει τη δυσμενή μετάθεση του ποιητή στην Πρέβεζα με την εμπλοκή του στο συνδικαλιστικό κίνημα, την εκλογή του ως Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών σε μια κρίσιμη καμπή για τις διεκδικήσεις των εργαζομένων και την αναδημοσίευση του ποιήματός του «Δημόσιοι υπάλληλοι» στην εφημερίδα Υπαλληλική τον Φεβρουάριο του 1928. Και βέβαια, ιχνηλατεί την ολέθρια επίδραση που έχουν στον ψυχισμό του η διατύπωση μιας συκοφαντικής κατηγορίας εναντίον του, που εντείνει το αίσθημα της απομόνωσης, και το στίγμα της «χυδαίας πράξης» που ο ίδιος αναφέρει στην επιστολή του και για την οποία μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν: η Ντουνιά βρίσκει μεν ευλογοφανή τα επιχειρήματα του Γ. Π. Σαββίδη στην υπόθεσή του περί εκβιασμού για λαθρεμπόριο ναρκωτικών, αλλά προτείνει με τόλμη την υπόθεση η «χυδαία πράξη» για την οποία κατηγορείται ο Καρυωτάκης να είναι η μαστροπεία, επικαλούμενη την άνεση με την οποία κινείται ο ποιητής σε ποιήματα και κείμενα αισθησιακού περιεχομένου και τις αναφορές του σε οίκους ανοχής, φωτίζοντας με νέα στοιχεία το θέμα της μόλυνσής του από σύφιλη, αποτέλεσμα της επαφής του με την «ωραία αγορασμένη φίλη», όπως αποτυπώνεται στο ποίημα «Ωχρά σπειροχαίτη», και φέρνοντας στο προσκήνιο τον περιορισμό της ερωτικής του δραστηριότητας στις γυναίκες των κακόφημων σπιτιών καθώς και την πρόθεσή του να συζήσει με μια σεξεργάτρια (εντυπωσιακή πληροφορία που δίνει ο Σακελλαριάδης και αξιοποιεί εδώ η μελετήτρια), η οποία ίσως χρησιμοποιείται από την αστυνομία για να παγιδευτεί ο «ενοχλητικός» ποιητής και μαχητικός συνδικαλιστής. Αφού σχολιάζει το συγκλονιστικό κείμενο του Καρυωτάκη «Φυγή», γραμμένο ελάχιστο καιρό πριν από την αυτοκτονία του, και το συσχετίζει με το μπωντλαιρικό ποίημα «Βεατρίκη», η Χριστίνα Ντουνιά κλείνει τη μονογραφία της με τη διαπίστωση ότι ο Καρυωτάκης «διαβάζεται όχι επειδή αυτοκτόνησε, αλλά γιατί είναι σπουδαίος ποιητής» (σ. 353) και ότι «τα γεγονότα της ζωής του, ακριβώς επειδή συνδυάζονται με μια καλλιτεχνική συνείδηση υψηλής ποιότητας και μια προσωπική στάση ασυμβίβαστη και ακέραια, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός μύθου που παραπέμπει στην αρχαία τραγωδία» (σ. 353), αφού «ο ήρωας συντρίβεται από την αντίδικη μοίρα του, αλλά κερδίζει την ηθική δικαίωση και την αθανασία» (σ. 353).

Τελικά, η Ντουνιά αποδεικνύει ότι είναι απαραίτητη η επιστροφή της στον Καρυωτάκη και στο σύμπαν του και ότι η μελέτη των μεγάλων δημιουργών δεν εξαντλείται ποτέ. Με το βιβλίο της, αντιμετωπίζει τον ποιητή με μια φρέσκια ματιά, επιχειρώντας μια πρωτότυπη, πολυπρισματική και απολύτως τεκμηριωμένη εργοβιογραφία του. Για να μην παρεξηγηθώ, διευκρινίζω ότι χρησιμοποιώ τη λέξη εργοβιογραφία όχι με την τυπική αλλά με την ουσιαστική έννοια του όρου, γιατί συμπλέκει το έργο του Κώστα Καρυωτάκη με τον βίο του και χτίζει ένα πορτρέτο του ποιητή και του ανθρώπου με ευαισθησία, γνώση και επιστημονικό πάθος. Ανασυνθέτει τα κομμάτια του παζλ της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια στη Συκιά και τις νεανικές περιπέτειές του ως τη δημοσιοϋπαλληλική σταδιοδρομία του, τη σχέση του με την Πολυδούρη, τη μόλυνσή του από σύφιλη και τα τελευταία δύσκολα χρόνια μέχρι την αυτοχειρία του. Ταυτόχρονα, παρακολουθεί βήμα προς βήμα την πορεία του στο λογοτεχνικό πεδίο της εποχής του και τη διαδικασία συγκρότησης της ποιητικής του ταυτότητας. Αναδεικνύει όλες τις καίριες ιδεολογικές και αισθητικές παραμέτρους που συντελούν στη διαμόρφωση και εξέλιξη του έργου του. Ιχνηλατεί τις φανερές και κρυπτικές επιδράσεις που δέχεται από άλλους δημιουργούς και ρεύματα, ιδιαίτερα την πολύπλευρη διακειμενική συνομιλία του με τον Πόε, τον Μπωντλαίρ και τους ποιητές της Ντεκαντάνς. Φωτίζει τη συνδικαλιστική του δραστηριότητα και, γενικότερα, την πολιτική του ταυτότητα (με την ευρύτερη έννοια τής κατά μέτωπο ρήξης με τον αστικό καθωσπρεπισμό και την πολιτική και κοινωνική διαφθορά της εποχής του). Προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για τη σχέση του με τους συνοδοιπόρους της γενιάς του και την επαφή του με τον Καβάφη. Αμφισβητεί παγιωμένες (και, σε μεγάλο βαθμό, παρωχημένες) κριτικές θέσεις που επί δεκαετίες συντελούν στη διαμόρφωση στερεοτύπων και παραμορφώσεων γύρω από την πρόσληψη του καρυωτακικού έργου αλλά και της Ντεκαντάνς και των εκπροσώπων της. Αναπτύσσει έναν γόνιμο προβληματισμό πάνω στον νεωτερικό και πρωτοποριακό χαρακτήρα του έργου του Καρυωτάκη και προβάλλει την εντελώς μοναδική θέση του στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κομίζει στέρεες και απαλλαγμένες από προκαταλήψεις ερμηνευτικές προσεγγίσεις γνωστών και λιγότερο γνωστών ποιημάτων του. Αξιοποιεί αθησαύριστο ώς τώρα αρχειακό υλικό. Διαλέγεται γόνιμα με την υπάρχουσα καρυωτατική βιβλιογραφία, κατά πολύ αυξημένη από την εποχή του προηγούμενου βιβλίου της πάνω στον ποιητή. Τολμά να εναντιωθεί σε αρκετές από τις προβληματικές και προκατειλημμένες, ενίοτε κακόβουλες, διαπιστώσεις του άσπονδου φίλου και πρώτου βιογράφου του Καρυωτάκη, Χαρίλαου Σακελλαριάδη, και να αμφισβητήσει την ειλικρίνεια των προθέσεών του.

Το κυριότερο, η συγγραφέας προσφέρει μια πολύπτυχη και ευρηματική μονογραφία που συνδυάζει επιστημονική πληρότητα και γοητευτική αφήγηση, προκαλώντας και προσκαλώντας το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει τον τρυφερό, μελαγχολικό, αισθησιακό και σαρκαστικό μαζί Καρυωτάκη, που δεν παύει ποτέ να μας αφορά, γιατί, πέρα από τα μικρά και μεγάλα δράματα της προσωπικής του ζωής, είναι, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, ένας σπουδαίος ποιητής που αντιμετωπίζει με παρρησία και φαντασία τη ζοφερή πραγματικότητα της εποχής του.

        

 

Θανάσης Αγάθος

Αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Βιβλία του: Από το "Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά" στο "Zorba the Greek" (2007), Η εποχή του μυθιστορήματος (2014), Η κινηματογραφική όψη του Γρηγορίου Ξενοπούλου (2016), Ο Νίκος Καζαντζάκης στον κινηματογράφο (2017), Ο Άγγελος Τερζάκης και ο κινηματογράφος (2020).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.