Σύνδεση συνδρομητών

Ακρίβεια και ευαισθησία

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2026 00:17
Αρχείο The Books’ Journal  
O Γιάννης Ξούριας.
Αρχείο The Books’ Journal  

Γιάννης Ξούριας, Φύλλα βασιλικού, Gutenberg, Αθήνα 2025, 96 σελ.

Τα έντεκα νέα διηγήματα του Γιάννη Ξούρια σε βάζουν γρήγορα σε μιαν ατμόσφαιρα, σε εισάγουν σε έναν χωρόχρονο, σου συστήνουν κάποια πρόσωπα, σε κάνουν να τα αγαπήσεις αμέσως και, όταν ολοκληρώνονται, σε στενοχωρεί το γεγονός ότι έχουν ολοκληρωθεί και σου δημιουργούν την επιθυμία να επανέλθεις σε αυτά.

Το βιβλίο του Γιάννη Ξούρια Φύλλα βασιλικού, που κυκλοφορεί με τη φροντίδα και το μεράκι του Γιάννη Μαμάη και μ’ ένα όμορφο και λιτό σχέδιο εξωφύλλου του Κωστή Ξούρια, περιλαμβάνει έντεκα διηγήματα. Είναι η δεύτερη λογοτεχνική απόπειρα του συγγραφέα, καθηγητή νεοελληνικής φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετά την ποιητική συλλογή Ασπράδια (2009).

Το πρώτο διήγημα, «Ο τρούλος», δίνει τον τόνο όλης της συλλογής. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής δίνει εξαρχής την πληροφορία ότι περνά πολλά βράδια καθισμένος στο ίδιο τραπέζι ενός καφενείου στο κέντρο της πλατείας μιας επαρχιακής πόλης, απ’ όπου μπορεί να προσηλωθεί στην ενατένιση του τρούλου της εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων και να παραδοθεί στους ρεμβασμούς του. Η μαγική υποβολή του τρούλου λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης για να συνθέσει στο μυαλό του «αρκετά πράγματα τους τελευταίους μήνες, τόσες ιδέες και στιχομυθίες» (σ. 11), για τα οποία πρέπει να βρει «ένα αφηγηματικό πλαίσιο» (σ. 11). Ομολογεί, ωστόσο, ότι δυσκολεύεται να προχωρήσει σε καταγραφή, σύνθεση και επεξεργασία αυτών των στοιχείων, να επινοήσει συνθήκες και περιστάσεις, «όπου θα εμφανιστούν τα πρόσωπα, τα οποία με τη σειρά τους θα εκφωνήσουν αυτές τις φράσεις» (σ. 11-12) και να δώσει «πειστική υπόσταση σε όλα τούτα» (σ. 12). Αναφέρεται στους «ήρωες των λίγων γραπτών» (σ. 12) του, τους αποκαλεί φασματικούς, αν και όχι ανυπόστατους, και δηλώνει ότι ό ίδιος τους θεωρεί πολύ πιο πραγματικούς από όλους εκείνους τους ίσκιους τους οποίους συναντά τις νύχτες, όταν επιστρέφει στο σπίτι του, «στους στενούς δρόμους που μπλέκονται σε κουβάρι και σχηματίζουν τις μικρές συνοικίες μας, οι οποίες περισφίγγουν από παντού την πλατεία» (σ. 12). Και μετά απ’ όλες αυτές τις αναφορές στη δυσκολία σύνθεσης ενός διηγήματος και στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στους πλασματικούς και τους πραγματικούς χαρακτήρες, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες τα δίπατα σπίτια της πόλης με τα ψηλοτάβανα ισόγεια που χρησιμεύουν ως μαγαζιά και αποθήκες, με τα επίσης ψηλοτάβανα επάνω πατώματα, τις μαυρισμένες γωνίες των εξωτερικών σοβατισμένων τοίχων και τις τετράρριχτες κεραμοσκεπές. Και ύστερα περνάει στους ίσκιους με τους οποίους διασταυρώνεται τις νύχτες, στην κλινική «Άγιος Παρθένιος» και επανέρχεται στον Χαράλαμπο, επίσης τακτικό θαμώνα του καφενείου, που, όπως φαίνεται από τις λιγοστές κουβέντες του (κυρίως υπολογισμούς ηλικιών διαφόρων ανθρώπων), μάλλον έχει κι εκείνος «κάποια σχέση με τη λογοτεχνία» (σ. 18).

 

Στο εργαστήρι της γραφής

Εξιστόρησα κάπως διεξοδικά τα όσα συμβαίνουν στο διήγημα «Ο τρούλος», γιατί, κατά την άποψή μου, υποδηλώνει τη διάθεση του συγγραφέα να βάλει το αναγνωστικό κοινό στο εργαστήρι της γραφής του, να εξηγήσει τη μέθοδο με την οποία εργάζεται και τις αντικειμενικές δυσκολίες που συναντά, να δείξει το ενδιαφέρον του για τη λεπτή, ακριβόλογη παρατήρηση και το ευαίσθητο και οξυδερκές βλέμμα του πάνω σε ανθρώπους, τοπία και αντικείμενα. Το πρώτο αυτό διήγημα αποτελεί την πιο ταιριαστή εισαγωγή σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων, όπου κυριαρχούν οι συνειρμικές μεταβάσεις από το ένα θέμα στο άλλο, από το ένα τοπίο στο άλλο, από το ένα πρόσωπο στο άλλο.

Κατ’ εξοχήν δείγμα αυτών των συνειρμικών μεταβάσεων αποτελεί το διήγημα «Φωτογραφία», όπου η λάμπα της βεράντας τού απέναντι σπιτιού, που «έκαιγε αναμμένη στο απομεσήμερο» (σ. 19), συνδέεται περίτεχνα όχι μόνο με την ιστορία της ιδιοκτήτριας του σπιτιού και της οικογένειάς της αλλά και με τη συλλογή ασπρόμαυρων φωτογραφιών του αφηγητή, ο οποίος πλάθει στο μυαλό του «τη φωτογραφία ενός ερημικού περιφραγμένου οικοπέδου, όπου ριπές θερμού αέρα θα παράσερναν πέρα-δώθε μπάλες ξερών αγκαθιών σαν πελώριες τούφες μαλλιών» (σ. 23-24) και ύστερα επιστρέφει στις μεταφραστικές προσπάθειές του πάνω σε ένα σύντομο ποίημα της θρυλικής καλλονής  του 9ου αιώνα Όνο νο Κομάτσι.

Το διήγημα «Δύση ηλίου» είναι ένας φόρος τιμής στην ομότιτλη κινηματογραφική ταινία του Ούγγρου Λάζλο Νέμες, στη γοητεία της σκοτεινής κινηματογραφικής αίθουσας, στον αρχαιότερο αθηναϊκό κινηματογράφο (το Πάλας Παγκρατίου, που, μετά από σχεδόν έναν αιώνα ζωή, έκλεισε πριν από λίγα χρόνια), στην τέχνη του κινηματογράφου. Η μοναχική εμπειρία της παρακολούθησης της ωραίας ουγγρικής ταινίας στη νυχτερινή προβολή του Πάλας διαταράσσεται από την αναπάντεχη παρουσία του ιδιοκτήτη της αίθουσας και τη συζήτησή του με τον αφηγητή-θεατή και η περιγραφή της ιστορίας της ταινίας (η περιπλάνηση της ηρωίδας Ίρις Λέιτερ στην απόκοσμη Βουδαπέστη του 1913) συμπλέκεται με την ιστορία του ηλικιωμένου ιδιοκτήτη και της οικογένειάς του. Είναι αξιοπρόσεκτη η διάκριση των ρόλων, όπως προσδιορίζεται, με ταπεινότητα και χιούμορ, από τον ιδιοκτήτη της κινηματογραφικής αίθουσας, ο οποίος δηλώνει υποχρεωμένος να παίζει όλους τους ρόλους («Είμαι ταμίας, τεχνικός, κυλικειάρχης, καθαρίστρια και ό,τι άλλο χρειαστεί να γίνω», σ. 37), σε αντίθεση με τον αφηγητή, που έχει αποκλειστικά το ρόλο του θεατή.

Στο σύντομο διήγημα «Η νεροποντή» το αφηγηματικό βάρος μετατοπίζεται απροσδόκητα από την τοπιογραφία στην ψυχογραφία και ο συγγραφέας παίζει με τις αντιθέσεις και το παράδοξο: από την περιγραφή της ευθείας οδού Παπαφλέσσα και των δύο άκρων της (που ορίζονται δυτικά από το Μανωλοπούλειο Νοσοκομείο και ανατολικά από το Κοιμητήριο των Αγίων Πάντων), των σπιτιών καθώς και του οικοπέδου που χρησιμεύει (λόγω των ιδεωδών προδιαγραφών του) ως γήπεδο, περνά στη σκιαγράφηση του χαρακτήρα της ηλικιωμένης, ξερακιανής και οστεώδους γεροντοκόρης, η οποία, υπό συνθήκες καταρρακτώδους βροχής, βγαίνει από το χαμόσπιτό της, που βρίσκεται κοντά στο γήπεδο, και «σκούζει προς το μέρος των παιδιών, χοροπηδά και χειρονομεί εν εξάλλω» (σ. 44), για να αποδειχθεί στο τέλος ότι, πίσω από τις υστερικές χειρονομίες της, κρύβει τρυφερότητα και μητρικό ενδιαφέρον για τους μικρούς ποδοσφαιριστές που βρέχονται από τη νεροποντή («–Ποτίσατε ώς το μεδούλι, μωρέ παιδιά… Δεν αγαπάτε, μωρέ, δεν σκεφτόσαστε τις μανάδες σας;», σ. 44).

Στο διήγημα «Η τίγρη», ο αφηγητής ανακαλεί την περίοδο των φοιτητικών του χρόνων, όταν μαζί με δύο άλλους φίλους του, σχεδιάζουν την έκδοση ενός περιοδικού και συγκεντρώνουν κείμενα από γνωστούς και γνωστούς γνωστών. Ένα σονέτο, με τον τίτλο «Η τίγρη», εξάπτει τη φαντασία τού ενός από τους τρεις, ο οποίος μπαίνει στη διαδικασία να αναζητήσει την υποτιθέμενη ποιήτρια, μιαν ηλικιωμένη γυναίκα που ζει σε ένα προσφυγικό σπίτι στην Καισαριανή. Και πάλι ο Ξούριας αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, καθώς από τον μικρόκοσμο της φοιτητικής συντροφιάς με τις λογοτεχνικές ανησυχίες μεταβαίνει στον μικρόκοσμο της αινιγματικής μοναχικής γυναίκας, που συναντιέται με τον νεαρό φοιτητή στο σπίτι της, τον κερνά καφέ και παγωτό, συζητά μαζί του για το παρελθόν της και τελικά, παρά τις αντιφάσεις της αφήγησής της, τον πείθει ότι αυτή είναι η δημιουργός του σονέτου, χάρη στις φωτογραφίες που βλέπει στο φτωχικό υπνοδωμάτιό της.

Στο διήγημα «Φύλλα βασιλικού», που δίνει τον τίτλο του στη συλλογή, ο (νεκρός πλέον) ομοδιηγητικός αφηγητής προσφέρει μια μελαγχολική και αυτοσαρκαστική μελέτη θανάτου, καθώς επικεντρώνεται στο ανεξήγητο όνειρό του όπου εμφανίζεται να προσφέρει σε μιαν (όχι και τόσο κοντινή) εξαδέλφη του φύλλα βασιλικού που προέρχονται από το περιβόλι του. Το διήγημα μετεωρίζεται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το ονειρικό, όπως και ο αφηγητής και ήρωας μετεωρίζεται ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, ανάμεσα στον «καλό καιρό» (σ. 57), όταν περνά πολλές ώρες στο χτήμα του και μοιράζει στους γείτονες κηπευτικά και φρούτα, και την περίοδο που μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία, πριν αναχωρήσει για το τελευταίο ταξίδι.

Στο διήγημα «Το άγαλμα» ο αφηγητής ταξιδεύει με το ΚΤΕΛ για την πατρίδα του, ακούει άθελά του τη συζήτηση δυο γυναικών μέσα στο λεωφορείο, φτάνει στο πατρικό του και κοιμάται στα δροσερά και μυρωδάτα σεντόνια που του έχει στρώσει η μητέρα του, ενώ την επόμενη ημέρα, στη διαδρομή προς το νεκροταφείο, μαθαίνει για το θανατηφόρο δυστύχημα ενός ανεπρόκοπου και αντιπαθέστατου συμμαθητή του, και αργότερα, μέσα στη νύχτα, βλέπει το όμορφο άγαλμα του έφηβου αθλητή, που έστησε η μητέρα του νεκρού στο σημείο του δυστυχήματος. Και εδώ δεσπόζουν οι αντιθέσεις, με πρώτη την αντίθεση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι: η νυχτερινή βροχή του ταξιδιού του ήρωα παραχωρεί τη θέση της στο «χειροπιαστό οριζόντιο φως» (σ. 64) του «λαμπρού Σαββάτου» (σ. 64), ο ήρωας και η μητέρα του φεύγουν βιαστικά από το νεκροταφείο επειδή «το φως στον ουρανό σωνόταν» (σ. 65) και, κατά τη διάρκεια της νύχτας, το άγαλμα φωτίζεται από τον παρακείμενο ξύλινο στύλο της ΔΕΗ και «καθώς το υλικό του είναι καινούργιο και καθαρό, όπως χτυπά πάνω του το σκληρό ηλεκτρικό φως, εκπέμπει πολλή λευκότητα» (σ. 67). Αλλά έντονη αντίθεση σχηματίζεται και ανάμεσα στην αντιπάθεια που, κατά τον αφηγητή, προκαλούσε ο νεκρός συμμαθητής και στην «αιδημοσύνη και σεμνότητα» (σ. 67) που αποπνέει το κεφάλι του αγάλματος που στήνεται στη μνήμη του, αντίθεση που ίσως συνοψίζεται στην τελευταία φράση του διηγήματος («Αλήθεια, είναι ν’ απορεί κανείς», σ. 67).

Αντίθεση ανάμεσα στο μίζερο παρόν και στο λαμπερό παρελθόν μιας περιοχής εντοπίζεται και στο διήγημα «Το βάρος της ημέρας». Ο αφηγητής και ο εργάτης του σέρνουν τα ποδήλατά τους σε μια μεγάλη ακτογραμμή, με προορισμό μια παραλιακή ταβέρνα, και ο αφηγητής αντιπαραβάλλει τη σημερινή εικόνα του τοπίου, με τα πολλά ρημαγμένα αυθαίρετα, που εκμεταλλεύεται η αδίστακτη τοπική μαφία, με την παρελθοντική εικόνα του, με τις γυναίκες που, μετά την κυριακάτικη λειτουργία, επέστρεφαν στα σπίτια τους, για να συνεχίσουν το μαγείρεμα του κοκκινιστού που είχαν αφήσει στη μέση. Κυρίαρχη εδώ η λειτουργία της μνήμης, που δηλώνεται ξεκάθαρα από τον αφηγητή: η ποδηλατάδα στοχεύει στην ενεργοποίησή της («Η ιδέα να πάμε με τα πόδια κι όχι με το αυτοκίνητο ήταν δική μου –για να ξαναθυμηθώ κάπως τα παλιά», σ. 69).

Στο διήγημα «Παλλόμενος αστέρας» το άρθρο μιας παλιάς εφημερίδας για τα υψηλότερης ενέργειας φωτόνια που έχουν καταγραφεί ποτέ και για έναν πανίσχυρο και πυκνότατο παλλόμενο αστέρα που καίει στην καρδιά του Καρκίνου αποτελεί πρελούδιο για το όμορφο, φωτεινό (κυριολεκτικά και μεταφορικά) επεισόδιο του περίπατου του αφηγητή και της μικρής εγγονής του φίλου του σε μια χιονισμένη Αθήνα και της τυχαίας συνάντησής τους με ένα νεαρό αλλοδαπό ζευγάρι, η γυναίκα του οποίου δίνει τα αδιάβροχα γάντια της στη μικρή.

Το διήγημα «Στην αρχαία Φειά» αποτίει φόρο τιμής στον Νίκο Γιαλούρη, τον σπουδαίο έλληνα αρχαιολόγο, που θεμελίωσε την ενάλια αρχαιολογική έρευνα στην Ελλάδα και καταδύθηκε, το φθινόπωρο του 1957, στα βυθισμένα ερείπια της Φειάς, κοντά στο Κατάκολο. Περιγράφεται μια ημέρα του καλοκαιριού του 1959, δύο χρόνια μετά τις πρώτες υποβρύχιες και παράκτιες έρευνες του Γιαλούρη, που «η κατάδυση αναγκαστικά έπρεπε να καθυστερήσει» (σ. 83) λόγω του εντοπισμού του πτώματος μιας νεαρής γυναίκας που βρέθηκε να παραδέρνει στα βράχια της ακτής. Η λεπτομερής περιγραφή της τοπιογραφίας του μικρού κόλπου του Αγίου Ανδρέα, της χερσονήσου Ιχθύς και του μικρού νησιού Τηγάνι (Φειά στους αρχαίους χρόνους) διαπλέκεται περίτεχνα με την περιγραφή της πορείας των καταδύσεων και των ευρημάτων των αρχαιολογικών ερευνών του Γιαλούρη. Και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής φανερώνεται μόλις στην τελευταία παράγραφο, για να υπογραμμίσει την ανείπωτη ομορφιά του τοπίου που τη νύχτα γίνεται ακόμη ωραιότερο.

Η συλλογή ολοκληρώνεται με μια ιστορία μπονζάι, ένα νανο-διήγημα που επιγράφεται «Η φύση των πραγμάτων» και αποτελεί τη σπαρακτική εξομολόγηση ενός οδηγού τρίκυκλου φορτωμένου με παιδιά που βλέπει το γιο του να γλιστρά στον γκρεμό, χωρίς να μπορεί να τον σώσει.

 

Διαυγής καθημερινότητα

Διαυγής αποτύπωση της πραγματικότητας, αλλά μιας πραγματικότητας που ενίοτε δίνει την εντύπωση ότι είναι πλασματική, εξονυχιστική λεπτομέρεια στις περιγραφές τοπίων και αντικειμένων, οξυδέρκεια στην παρατήρηση, ακριβολογία, προσεκτική σκιαγράφηση των χαρακτήρων (ακόμη και όταν δεν υπερβαίνουν το status της φιγούρας), φανερές και κρυπτικές διακειμενικές αναφορές, εντυπωσιακές ανατροπές, διαρκείς μετατοπίσεις του κέντρου βάρους της αφήγησης, ετερόκλητα (αλλά σοφά τοποθετημένα στα κατάλληλα σημεία) στοιχεία από τα πεδία της αρχαιολογίας, του κινηματογράφου και της λαογραφίας, υποδόρειο χιούμορ, αποτύπωση της ομορφιάς της ελληνικής φύσης (συχνά της φύσης της Ηλείας) αλλά και του αθηναϊκού τοπίου με τα ιδιαίτερα ηχοχρώματα και τα αρώματά του, διάλογος με την ατομική και τη συλλογική μνήμη, παιχνίδι ρόλων και ταυτοτήτων, ένα μόνιμο παιχνίδι με τις αναγνωστικές προσδοκίες, ένα κλείσιμο ματιού στο αναγνωστικό κοινό και, το κυριότερο, ίσως, ένας πανταχού παρών πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ευρηματικός, διακριτικός και απρόβλεπτος, ευαίσθητος δέκτης ερεθισμάτων, που περιπλανιέται, θυμάται, αναπολεί, συγκινείται και καταγράφει. Αυτά είναι τα βασικά γνωρίσματα της πεζογραφίας του Γιάννη Ξούρια, που ακροβατεί ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση, ανάμεσα στην ευφροσύνη και τη θλίψη, ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, συλλαμβάνοντας μικρές, φαινομενικά αδιάφορες, στιγμές της καθημερινότητας που εδώ αποκτούν μια ιδιαίτερα φορτισμένη διάσταση, γεμάτη τρυφερότητα, ουμανιστικό πνεύμα και γλυκιά μελαγχολία.

Τα διηγήματα του Ξούρια μοιάζουν με τις καλές ταινίες μικρού μήκους (σαν τον Θηραϊκό όρθρο των Κώστα Σφήκα και Σταύρου Τορνέ, που αναφέρεται στο διήγημα «Η τίγρη») ή τα όμορφα τραγούδια: σε βάζουν γρήγορα σε μιαν ατμόσφαιρα, σε εισάγουν σε έναν χωρόχρονο, σου συστήνουν κάποια πρόσωπα, σε κάνουν να τα αγαπήσεις αμέσως και όταν ολοκληρώνονται, σε στενοχωρεί το γεγονός ότι έχουν ολοκληρωθεί και σου δημιουργούν την επιθυμία να επανέλθεις σε αυτά.        

 

 

Θανάσης Αγάθος

Αναπληρωτής καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Βιβλία του: Από το "Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά" στο "Zorba the Greek" (2007), Η εποχή του μυθιστορήματος (2014), Η κινηματογραφική όψη του Γρηγορίου Ξενοπούλου (2016), Ο Νίκος Καζαντζάκης στον κινηματογράφο (2017), Ο Άγγελος Τερζάκης και ο κινηματογράφος (2020).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.