Η μίνι τηλεοπτική σειρά Adolescence είναι, προφανώς, ένα φαινόμενο και όχι μόνο από τεχνικής απόψεως – καθένα από τα τέσσερα επεισόδια της σειράς γυρίστηκε σε μονοπλάνο, μια συνεχόμενη και άρτια λήψη που καταφέρνει να εμπλέκει συναισθηματικά τον τηλεθεατή για όλη τη διάρκεια των συνολικά 180 λεπτών της σειράς. Ή ερμηνειών – οι πρωταγωνιστές αποδίδουν με εξαιρετική ενάργεια και εκφραστικότητα τους ρόλους τους. Σπαραξικάρδιος ο Στίβεν Γκρέιαμ ως πατέρας, χαμηλών τόνων και παρηγορητική η Κριστίν Τρεμάρκο ως μητέρα· με εκπληκτική αληθοφάνεια και ορμή ο νεαρός Όουεν Κούπερ, στο ρόλο του γιου, τόση που ο ίδιος παραδέχεται πως δεν αντέχει να δει τον εαυτό του στην οθόνη.
Δεν υπάρχει καμία υποφώσκουσα αίσθηση μυστηρίου ή αμφιβολίας στην υπόθεση, εκτός ίσως από τη σκηνή έναρξης όπου ένας αστυνομικός παρακολουθεί την κατοικία του πρωταγωνιστή και δίνει εντολή σε μια ομάδα SWAT να εισβάλει. Μου φάνηκε υπερβολική, ωστόσο αν σκεφτεί κανείς το επίπεδο της εγκληματικότητας στη βρετανική κοινωνία και το γεγονός πως αφορμή για τη δημιουργία της σειράς ήταν ο φόνος ενός νεαρού κοριτσιού από δύο συνομίληκά του αγόρια με μαχαίρι, ίσως δεν είναι και τόσο. Δηκτική, ναι, και κάπως αμήχανη.
Λίγο μετά την επεισοδιακή σύλληψη, ο 13χρονος Τζέιμι Μίλερ μεταφέρεται στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής όπου μαθαίνουμε πως διέπραξε, αποδεδειγμένα, το φόνο της συμμαθήτριάς του Κέιτι. Τα κίνητρά του ωστόσο δεν είναι εμφανή. Οι διαδοχικές συναντήσεις του αστυνομικού με τους δασκάλους και τους συμμαθητές του, όπως και οι συνθήκες του σχολικού περιβάλλοντος, δίνουν με φειδώ κάποια στοιχεία τόσο του φόνου όσο και μιας δυσάρεστης πραγματικότητας. Κι ενώ η οικογένεια του Τζέιμι αντιμετωπίζει μόνη της την αντίδραση της τοπικής κοινωνίας, οι συναντήσεις μιας ψυχολόγου του Εγκληματολογικού με τον νεαρό κρατούμενο, στο τρίτο επεισόδιο της σειράς, αποκαλύπτουν όχι μόνο τον εκφοβισμό που είχε υποστεί το παιδί αλλά και μια βεντάλια απόψεων και συναισθηματικών αντιδράσεών του, που ναι μεν φανερώνουν εμμέσως το κίνητρο του φόνου, φανερώνουν όμως και την επιτακτική ανάγκη του για προσοχή, αναγνώριση και σεβασμό. Είναι, κατ’ εμέ, το πιο καθηλωτικό και συναισθηματικά φορτισμένο επεισόδιο, καθώς αντανακλά μερικές από τις δικές μου εμπειρίες διδασκαλίας.
H πιστότητα της σειράς με την πραγματικότητα είναι σχεδόν απόλυτη, εξ ου και η αναπάντεχα μεγάλη απήχηση που είχε. Άρθρα επί άρθρων, αναρτήσεις, αναλύσεις, εξομολογήσεις, μελέτες, μαρτυρίες συνέβαλλαν εκτεταμένα σε μια συζήτηση για τον εκφοβισμό και την ανδρική οργή, τον τοξικό ανδρισμό και τις σχέσεις γονέων-παιδιών. Κι όλα αυτά με αφορμή, και σε σχέση, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία έχουν εξελιχθεί από μέσο επικοινωνίας και πλέον επηρεάζουν –έως και αλλοιώνουν–, εκτός από την εργασία και την τέχνη, τις επιθυμίες, τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες μας· την αίσθηση του εαυτού, τα σώματα, τη συμπεριφορά, τις σχέσεις μας.
Στη δίνη της εφηβείας
Κι ενώ εμείς οι ενήλικοι είμαστε στο στάδιο της επεξεργασίας όλου αυτού που συμβαίνει, η εφηβεία, από την άλλη, παραμένει η ίδια: μια περίοδος αρκετά πιεστική κι εξαιρετικά ευμετάβλητη – η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση περιλαμβάνει αλλαγές στο σώμα των παιδιών και στον εγκέφαλο (θυμάστε το «δεν έχει πήξει το μυαλό ακόμα» που έλεγαν οι παλιοί;), όπως και στον ψυχισμό τους και στο κοινωνικό περιβάλλον τους – η Κέιτι είχε εγκλωβίστεί στον εικονικό κόσμο των κοινωνικών δικτύων και η Τζέιντ, η κολλητή της, δεν είναι καθόλου ευπρόσδεκτη στο σπίτι του θύματος (υπονοούνται αρκετές αιτίες: το χρώμα του δέρματός της, η μονογονεϊκή οικογένειά της, ίσως και η κοριτσίστικη μα καθ’ όλα φυσιολογική εφηβική συμπεριφορά της ).
Εξαιρετικά εύθραυστη περίοδος, επίσης, καθώς οι έφηβοι πρέπει να κάνουν επιλογές που θα επηρεάσουν το μέλλον τους ενώ, παράλληλα, οφείλουν να αναπτύξουν τη δική τους προσωπική ηθική πυξίδα, τη στιγμή που η κοινωνία αλλάζει ταχύτατα, τα όρια είναι ρευστά ενώ δεν υπάρχει κάποιο δίκτυο ασφαλείας για τους εφήβους – η Κέιτι δεν μπορεί να αντιληφθεί την έκταση της εφηβικής αλαζονείας της, ούτε την επιρροή που ασκούν επάνω της οι followers, ούτε και τις επιπτώσεις του εκφοβισμού που ασκεί η ίδια με τις αναρτήσεις της. Παρεμπιπτόντως, κάτι που δεν έχει αναφερθεί είναι πως κι εκείνη είχε υποστεί εκφοβισμό και επιπλέον σεξουαλική εκμετάλλευση, όταν μια γυμνόστηθη φωτογραφία της έκανε τον γύρο του σχολείου. Ο Τζέιμι, από την άλλη, μη μπορώντας να δεχτεί την απόρριψή της όταν της ζητά να βγουν ραντεβού, θα γίνει έρμαιο των συναισθημάτων του που θα τον οδηγήσουν στη φυλακή, ενώ οι γονείς του, ένα ζευγάρι ομόθυμο κι εργατικό, με στέρεα ηθική βάση, που είχε την εντύπωση πως η οθόνη του υπολογιστή είναι μια αθώα εξωσχολική απασχόληση του παιδιού, αναρωτιούνται τι έκαναν λάθος στην ανατροφή του.
Το δράμα του Τζέιμι, ωστόσο, δεν προκλήθηκε από την απλή χρήση του διαδικτύου, αν και αυτή ακόμα, όταν γίνεται ανεξέλεγκτα, οδηγεί σε έλλειψη συγκέντρωσης κι ένα μυαλό pop-corn το οποίο, όταν σκέφτεται, το κάνει επιφανειακά. Για να μην αναφέρω την έλλειψη επαφής με την απτή πραγματικότητα και την αντικοινωνικότητα έως και κατάθλιψη που μπορεί να επιφέρει – ενδείξεις που, συν τοις άλλοις, επισφραγίζουν τον διαβρωτικό ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις κοινωνικές και στις γνωστικές δεξιότητες, ιδιαίτερα στην ορθή και με ειρμό σύνθετη σκέψη (πόσο μάλλον την κριτική), τον οραματισμό και οτιδήποτε ξεπερνά το άμεσο ανταγωνιστικό παρόν.
Ο Τζέιμι είναι το παράδειγμα της εφιαλτικής επιρροής της «ανδρόσφαιρας/manosphere», ενός διαδικτυακού κόσμου όπου κυριαρχούν διαστρεβλωμένες έννοιες όπως π.χ. ο κανόνας 80-20 – η Αρχή του Παρέτο, που προέρχεται από την επιστήμη της Στατιστικής και αφορά τη σχέση αποτελέσματος και παραγόντων αυτού, έχει εδώ προσαρμοστεί εντελώς αυθαίρετα να υποστηρίζει ότι το 80% των γυναικών έλκεται από το 20% των ανδρών. Η ανδρόσφαιρα βρίσκεται στη σκιώδη πλευρά του διαδικτύου, το dark web, και κατοικείται από μισαλλόδοξους ανθρωπότυπους –άλφα, incels, MRAs (ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ανδρών) και PUAs (pickup artists)–, οι εύθραυστοι εγωισμοί των οποίων μετατρέπονται σε δικαιωματική οργή που εκδηλώνεται με σκωπτικά emojis στο Instagram ή στο Facebook, έως και deepfakes. Άγνωστος, κυριολεκτικά, τόπος για όποιον είναι πάνω από 40 ετών και, όπως επισημαίνει ο Άνταμ, ο γιος του αστυνομικού, «οι γονείς τα έχουν εντελώς χαμένα, δεν καταλαβαίνουν». Γνωστός, ωστόσο, και ανοιχτός σε όσους έφηβους ψάχνουν αποδοχή, μια αίσθηση του ανήκειν και βοήθεια για αυτά που τους απασχολούν.
Το σπίτι είναι μία νοητική κατασκευή και φίλτρο όσο και προστασία για το εύθραυστο σώμα μας, λέει ο φινλανδός αρχιτέκτονας και συγγραφέας Juhani Pallasmaa και υποθέτω πως ισχύει για το κάθε κτίσμα, την κάθε εστία – οικογενειακή ή εκπαιδευτική. Γι’ αυτό δεν αρκεί μόνο η πολιτεία να θεσπίσει τους όρους δόμησης αυτών των εστιών. Ακόμη κι εάν οριστούν μέχρι και οι εσωτερικοί κανονισμοί τους, δεν σημαίνει ότι θα λειτουργήσουν υπέρ των εφήβων – στη σειρά, μετά το βίαιο ξέσπασμά της στο προαύλιο, η Τζέιντ εμπιστεύεται τις σκέψεις της («ήταν η μόνη που πίστευε πως είμαι ΟΚ», λέει για το θύμα ) στην καθηγήτριά της. Μόλις όμως εκείνη της προτείνει να δει τον ψυχολόγο του σχολείου, το κορίτσι αρπάζει την τσάντα της και βγαίνει με φόρα από την αίθουσα λέγοντας «Όχι κι άλλον τρελογιατρό...».
Κάθε κανονισμός, όσο ευεργετικός και αν είναι, δεν παύει να είναι ένα τεχνο-νομικό όριο το οποίο θα καταστεί διαπερατό, και θα παραμείνει έτσι, εάν οι γονείς δεν αντιληφθούν τη βαρύτητα και την έκταση του ρόλου τους, κάτι που απαιτεί πολύ χρόνο και αυτογνωσία, ενώ προϋποθέτει μια σταθερή και ανοιχτή διαλογική σχέση με τα παιδιά τους, ρεαλιστική διάδραση με το σχολείο και, επιπλέον, τη διαρκή ενημέρωσή τους για την τρέχουσα επικαιρότητα. Δεν είναι εύκολο, είναι όμως ο μοναδικός υπεύθυνος τρόπος για να προετοιμάσουν τους εφήβους για τη ζωή, μια και, όπως λέει ο αυστριακός ψυχολόγος Rudolf Dreikurs, δεν μπορούμε να τους προστατεύσουν απ’ αυτή.
Σε αυτό, μπορούν να συμβάλλουν οι εκπαιδευτικοί: λόγω θέσης και γνώσεων, να ενημερώνουν και να κατευθύνουν τους πρώτους ως προς την κατάσταση που επικρατεί με τα social media και τις επιπτώσεις τους στην ενδοσχολική ζωή, ενδεχομένως και σε κάθε παιδί ξεχωριστά. Στη σειρά, εμφανίζονται ως δύο ξεχωριστοί κόσμοι (οι γονείς αδαείς ή υπερβολικοί, και ανίσχυροι· οι καθηγητές στα όρια της εξουθένωσης) χωρίς εποικοδομητική επικοινωνία μεταξύ τους, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει αμφίδρομη ενημέρωση και από κοινού να έχουν κινηθεί προληπτικά και στοχευμένα ώστε να θέσουν, αφενός τις κατάλληλες οδηγίες για τη χρήση του διαδικτύου, αφετέρου, το σημαντικότερο, να απαντήσουν στις έμφυτες ανάγκες, απορίες και ανασφάλειες των παιδιών.
Η τέχνη της επικοινωνίας
Ο συνδημιουργός της σειράς Στίβεν Γκρέιαμ λέει πως η σειρά, η οποία ανέδειξε επίσης την πηγαία επιθυμία να κατανοήσουμε καλύτερα τον ψυχισμό και τη διάψευση που αισθάνονται τα νεαρά αγόρια, «επιτρέπει στους γονείς, τις θείες, τους θείους, ακόμη και τους απλούς φίλους, να συμμετάσχουν στη συζήτηση». Πράγματι. Εκείνο, ωστόσο, που δεν άκουσα να συζητείται είναι το αντίβαρο του περιορισμού ή της απαγόρευσης της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το ότι από μέσο επικοινωνίας έχουν μετατραπεί σε μέσο διασκέδασης με το οποίο ασχολούνται με τις ώρες οι έφηβοι καταδεικνύει μια σημαντική έλλειψη, ένα μεγάλο κενό που επιβεβαιώνει η ερευνήτρια Danah Boyd: οι περισσότεροι έφηβοι δεν είναι εθισμένοι στα κοινωνικά δίκτυα· αν μη τι άλλο, είναι εθισμένοι μεταξύ τους, ο ένας με τον άλλον.
Το διαδίκτυο καθρεφτίζει το καλό, το κακό και το άσχημο και τα μεγεθύνει. Όπως και την έλλειψη κάποιου πολιτιστικού κεφαλαίου ή συλλογικής ταυτότητας, κάτι που ισχύει για την αγγλική πόλη όπου εκτυλίσσεται η σειρά – από την αφήγηση του πατέρα μαθαίνουμε πως υπάρχουν αρκετές αθλητικές δραστηριότητες ενώ μόνο ένας τοπικός κινηματογράφος με, υποθέτω, mainstream ταινίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ενημέρωση μέσω της σοβαρής δημοσιογραφίας (έντυπης, κατά προτίμηση) και η λογοτεχνία είναι τα βασικά υλικά δόμησης μιας στέρεης ταυτότητας. Ιδίως βιβλία όπως το Αγόρι Κορίτσι, της Hélène Druvert (μετάφραση: Κατερίνα Δασκαλάκη – Καπόν, 2024) που μιλά για το πώς όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως φύλου, έχουν τα ίδια δικαιώματα, όνειρα, επιθυμίες αλλά και ανάγκες για παιχνίδι, φροντίδα και διάλογο· όχι τα αγόρια μόνο ποδόσφαιρο και υποχρεωτική εξωστρέφεια ενώ τα κορίτσια μόνο ζωγραφική και οικιακά. Μυθιστορήματα, παιδικά, εφηβικά ή κλασικά έργα της παγκόσμιας πεζογραφίας, συμβάλλουν να αναπτυχθούν ο νους, η αυτονομία της σκέψης και το θάρρος της έκφρασης. Να εμβαθύνει η αντίληψη του κόσμου, όπως λέει ο Ευάγγελος Παπανούτσος, και του εαυτού κι έτσι να φορμαριστεί η βάση ενός υγιούς ατόμου που θα δρα ενημερωμένα, στοχαστικά και υπεύθυνα online και offline.
Σε έναν κόσμο αφθονίας και υψηλής τεχνογνωσίας που συνεχώς εξελίσσεται, η διαδραστική τεχνολογία της επικοινωνίας φαίνεται πως έχει χάσει την ικανότητα να συνδέει τους ανθρώπους με αληθινές αφηγήσεις πολιτισμού, ζωής και μάθησης. Γι’ αυτό, σε μια ηλικία όπως η εφηβεία που τα πάντα είναι πρόκληση, η λογοτεχνία είναι ασφαλές μέσο διαφυγής από τη φυλακή του υποχρεωτικού επαρχιωτισμού, της στεγνής εκπαίδευσης, των ατελών πεπρωμένων και της κακοτυχίας, όπως λέει η Σούζαν Σόνταγκ. Και των κινδύνων της διαδικτυακής περιαγωγής, επίσης. Η λογοτεχνία (η φιλαναγνωσία όπως και οι τέχνες γενικότερα), παρ' όλη την εσωστρέφεια που απαιτεί, είναι διαβατήριο για μια ευρύτερη ζωή, είναι ελευθερία. Και το πιο ουσιώδες για τους εφήβους: αποκαθιστά την εμπιστοσύνη στο εαυτό τους και το παρόν, τους ανθρώπους και τη δημιουργικότητα.
Εξαιρετικό και αναλυτικό το άρθρο σας! Θεωρώ ότι λείπει η αναφορά στο οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού και τη σχέση των γονέων μεταξύ τους, όπως φανερώνεται στο τελευταίο επεισόδιο... Τα ξεσπάσματα θυμού του πατέρα, οι προσπάθειες της μητέρας να τον κατευνάσει... Όλα αυτά δεν αναπαράγουν φυλετικά στερεότυπα? Πόσο και πώς επηρεάζουν την εικόνα των εφήβων για τις σχέσεις των δύο φύλων? Πάντως η σειρά είναι ένα πολύτιμο μάθημα για γονείς και εκπαιδευτικούς!
20 Αυγ 2025, 02:08