Σύνδεση συνδρομητών

Η επιστροφή του Γκόρντον Μπράουν και η κρίση της Κεντροαριστεράς

Κυριακή, 10 Μαϊος 2026 23:20
SkyNews
9 Μαΐου 2026. Ο πρωθυπουργός της Αγγλίας, Κιρ Στάρμερ, συναντιέται με τον πρώην πρωθυπουργό, Γκόρντον Μπράουν, μετά τη νίκη του Νάιτζελ Φάρατζ στις τοπικές εκλογές.
SkyNews

Ο κλονιζόμενος Στάρμερ, οι τοπικές εκλογές του 2026 και η ανάκληση της «σοβαρής διαχείρισης» σε μια Ευρώπη που αμφισβητεί την κληρονομιά της σοσιαλδημοκρατίας

 Μια κυβέρνηση σε καθεστώς πολιτικής κρίσης

Ο διορισμός του Γκόρντον Μπράουν ως ειδικού απεσταλμένου της βρετανικής κυβέρνησης για τα ζητήματα παγκόσμιας χρηματοδότησης και διεθνών οικονομικών σχέσεων δεν θα είχε, από μόνος του, ιδιαίτερο ειδησεογραφικό βάρος σε μια άλλη συγκυρία. Η είδηση θα μπορούσε να περάσει ως μια ακόμη πρωτοβουλία αξιοποίησης ενός έμπειρου πρώην πρωθυπουργού, με μακρά θητεία στο υπουργείο Οικονομικών και διεθνές κύρος, για την υποβοήθηση του εκάστοτε ενοίκου της Ντάουνινγκ Στριτ στα δύσκολα πεδία της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Στη σημερινή όμως πολιτική συγκυρία, με τον Κιρ Στάρμερ να βλέπει την πρωθυπουργία του να κλυδωνίζεται ύστερα από μια βαριά ήττα στις τοπικές εκλογές και με διαρκώς αυξανόμενο αριθμό βουλευτών του κόμματός του να ζητούν ανοικτά την παραίτησή του, η κίνηση αποκτά συμβολικό χαρακτήρα: μοιάζει σαν απεγνωσμένη προσπάθεια ενός πρωθυπουργού σε αποδρομή να δανειστεί, έστω και καθυστερημένα, το κύρος μιας παλαιότερης γενιάς για να διασώσει μια φθίνουσα ηγεσία.

Οι τοπικές εκλογές του Μαΐου 2026 λειτούργησαν ως σκληρή προσγείωση για τον Στάρμερ και την ηγετική του ομάδα. Έχοντας κερδίσει θριαμβευτικά τις εθνικές εκλογές, και έχοντας επενδύσει συστηματικά στην εικόνα της «σοβαρής, υπεύθυνης διακυβέρνησης» που θα αποκαθιστούσε την αξιοπιστία των θεσμών μετά από χρόνια συντηρητικής αστάθειας, η κυβέρνηση βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με μια ευρεία εκλογική αποδοκιμασία σε τοπικό επίπεδο. Οι απώλειες ήταν μεγάλες, οι έδρες που χάθηκαν πολυάριθμες, και το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις οι ψηφοφόροι στράφηκαν προς τον πολιτικό φορέα του Νάιτζελ Φάρατζ, το Reform UK, υπογράμμισε κάτι βαθύτερο από μια απλή «κακή βραδιά»: ανέδειξε τη διαμόρφωση ενός επικίνδυνου ρήγματος ανάμεσα στην κυβέρνηση και τμήματα του εκλογικού σώματος που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ασφαλή για τους Εργατικούς.

Σε αυτό το περιβάλλον πολιτικής αβεβαιότητας και κομματικής νευρικότητας, η Ντάουνινγκ Στριτ ανακοίνωσε την ανάθεση στον Γκόρντον Μπράουν ενός νέου, ειδικού ρόλου με διεθνή εμβέλεια. Ο πρώην υπουργός των Οικονομικών και πρωθυπουργός καλείται να λειτουργήσει ως «ειδικός απεσταλμένος για την παγκόσμια χρηματοδότηση», να οικοδομήσει δίκτυα με διεθνείς θεσμούς, κυβερνήσεις και ιδιωτικά κεφάλαια, και να συμβάλει στην προετοιμασία της βρετανικής προεδρίας της G20. Η θέση είναι άμισθη και ο Μπράουν θα αναφέρεται απευθείας στον πρωθυπουργό, στοιχεία που προσδίδουν στην κίνηση ένα σαφές πολιτικό, και όχι απλώς τεχνοκρατικό, στίγμα. Η εικόνα που επιχειρεί να προβάλει ο Στάρμερ είναι εκείνη ενός πρωθυπουργού που, έχοντας συνειδητοποιήσει το μέγεθος των διεθνών προκλήσεων, εμπλουτίζει το “κυβερνητικό κέντρο” με την εμπειρία μιας δοκιμασμένης προσωπικότητας.

Όμως η πολιτική δεν είναι ποτέ μόνο ζήτημα εικόνας. Ο Μπράουν φέρει πάνω του, σαν βαριά σκιά αλλά και σαν παράσημο, ολόκληρη την κληρονομιά της εποχής της Νέας Εργατικής διακυβέρνησης (New Labour). Ήταν ο άνθρωπος που, ως υπουργός των Οικονομικών από το 1997, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη μετάβαση των Εργατικών σε ένα υπόδειγμα διαχείρισης συναινετικό με τα κυρίαρχα ρεύματα της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης, με έμφαση στην αυτονομία της Κεντρικής Τράπεζας, στην προσέλκυση κεφαλαίων και στην ήπια αναδιανομή μέσω των φορολογικών και κοινωνικών πολιτικών. Ως πρωθυπουργός, βρέθηκε στο επίκεντρο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008‑09 και κατέκτησε μια εικόνα διεθνούς «πυροσβέστη», που στήριξε τις τράπεζες και συνέβαλε στην αποφυγή μιας ακόμη βαθύτερης κατάρρευσης. Για ένα μέρος της βρετανικής κοινής γνώμης –και ασφαλώς για την πλειοψηφία των διεθνών ελίτ– αυτή ακριβώς η εμπειρία αποτελεί εγγύηση ικανότητας και σταθερότητας.

Για ένα άλλο, διόλου ευκαταφρόνητο, τμήμα της κοινωνίας, ωστόσο, ο Μπράουν εξακολουθεί να συμβολίζει την εποχή της χρηματοπιστωτικής υπεραισιοδοξίας, της απορρύθμισης των αγορών και της συναίνεσης γύρω από μια οικονομική πολιτική που, ενώ υποσχόταν ευημερία για όλους, άφησε πίσω της βαθιές κοινωνικές ανισότητες και πολλαπλασιασμένες ζώνες μόνιμης επισφάλειας. Στα μάτια αυτών των πολιτών, η επιστροφή του δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε καθησυχαστική: μπορεί να εκληφθεί ως επιστροφή σε ένα δοκιμασμένο –και, γι’ αυτούς, αποτυχημένο– μοντέλο, που προετοίμασε το έδαφος για την πολιτική δυσαρέσκεια της τελευταίας δεκαετίας, από το Brexit μέχρι την άνοδο της δεξιόστροφης λαϊκιστικής ρητορικής.

 

Ο ρόλος του Μπράουν: εμπειρία ή ανακύκλωση;

Η κίνηση Μπράουν προβάλλεται από την κυβέρνηση ως επένδυση στην εμπειρία σε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων. Ο Στάρμερ επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που, έχοντας αφήσει πίσω του την εποχή του Brexit και των συντηρητικών πειραματισμών, μπορεί να επαναφέρει τη Βρετανία σε ρόλο υπεύθυνου εταίρου στα διεθνή φόρα. Η επιλογή ενός πρώην πρωθυπουργού, ο οποίος έχει δοκιμαστεί σε συνθήκες οξείας χρηματοπιστωτικής αναταραχής, ταιριάζει απολύτως με την εικόνα που προσπαθεί να καλλιεργήσει ο Στάρμερ: προβάλλει την εικόνα μιας κυβέρνησης που προτάσσει τη «σοβαρότητα» και τη διαχειριστική ικανότητα.

Ωστόσο, ο συμβολισμός δεν λειτουργεί σε κενό αέρος. Η επιστροφή του Μπράουν εντάσσεται σε ένα ήδη φορτισμένο πολιτικό πλαίσιο, όπου κυριαρχούν η απογοήτευση από τον ρυθμό των αλλαγών, η αίσθηση ότι οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν δομικές και η εντύπωση ότι η πολιτική τάξη αδυνατεί να σκεφτεί πέρα από τις νόρμες της χρηματοπιστωτικής πειθαρχίας. Έτσι, η ανάκληση ενός πρώην ηγέτη μπορεί εύκολα να φανεί ως ανακύκλωση των ίδιων προσώπων και συνταγών που, στα μάτια πολλών, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του σημερινού αδιεξόδου.

Η ίδια η περιγραφή του ρόλου του Μπράουν –η ανάπτυξη διεθνών χρηματοδοτικών συνεργασιών, η προσέλκυση κεφαλαίων, η προετοιμασία της βρετανικής προεδρίας στη G20– δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένη παραμένει η πεποίθηση ότι η πολιτική απάντηση στις κρίσεις θα δοθεί πρωτίστως μέσα από την ενίσχυση της διεθνούς χρηματοοικονομικής θέσης της χώρας. Δεν είναι ότι αυτά τα ζητήματα είναι αμελητέα· αντιθέτως, αποτελούν κεντρικό πεδίο άσκησης πολιτικής ισχύος στον 21ο αιώνα. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η κυβέρνηση μοιάζει πεπεισμένη ότι, αν «τακτοποιηθεί» η διεθνής εικόνα –αν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και των εταίρων–, θα αποκατασταθεί αυτομάτως και η σχέση της με την κοινωνία.

 

Η εσωκομματική αμφισβήτηση και το «χάσμα προσδοκιών»

Την ώρα που ο Στάρμερ επενδύει στο κύρος του Μπράουν και άλλων «παλαιών φρουρών» ως μέρος ενός σχεδίου «επαναρρύθμισης» της ηγεσίας, η κοινοβουλευτική του ομάδα εμφανίζεται ολοένα και πιο διχασμένη. Δεκάδες Εργατικοί βουλευτές –με τις λίστες να ανανεώνονται σχεδόν καθημερινά– ζητούν δημόσια την παραίτηση του πρωθυπουργού ή, στην πιο ήπια εκδοχή, έναν καθαρό οδικό χάρτη αποχώρησης από την ηγεσία πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές. Ο τόνος πολλών παρεμβάσεων είναι χαρακτηριστικός: η ήττα στις τοπικές εκλογές δεν παρουσιάζεται ως συγκυριακό ατύχημα, αλλά ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση έχει χάσει επαφή με τις κοινωνικές προσδοκίες.

Το «χάσμα προσδοκιών» ανάμεσα στις υποσχέσεις της προεκλογικής περιόδου και στην ουσιαστική κυβερνητική πρακτική διευρύνεται. Οι πολίτες που ανέμεναν μια χειροπιαστή βελτίωση στο κόστος ζωής, στη στέγαση, στην κατάσταση του NHS, στις συνθήκες εργασίας, βλέπουν ότι οι αλλαγές είναι αργές, αποσπασματικές και, συχνά, προσεκτικά οριοθετημένες ώστε να μην προκαλέσουν ανησυχία στις αγορές. Αυτό αφήνει χώρο σε δυνάμεις όπως το Reform UK να κεφαλαιοποιούν τη δυσαρέσκεια με μια απλουστευτική, δεξιόστροφη ρητορική, η οποία παρουσιάζει τις ελίτ –πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές– ως ένα ενιαίο μπλοκ εχθρικό προς τον «λαό».

Παράλληλα, η εσωκομματική κριτική δεν περιορίζεται στις εκλογικές επιδόσεις. Πολλά στελέχη θέτουν ζήτημα εσωκομματικής δημοκρατίας, διαδικασιών επιλογής υποψηφίων, σχέσης της ηγεσίας με τις τοπικές οργανώσεις και τα συνδικάτα. Η ηγεσία Στάρμερ κατηγορείται ότι έχει υιοθετήσει ένα υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται σε στενούς κύκλους γύρω από την πρωθυπουργία, ενώ οι συλλογικές δομές του κόμματος περιορίζονται σε ρόλο επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάθεση ρόλων σε παλαίμαχους ηγέτες και κοινοβουλευτικές φυσιογνωμίες φαντάζει σε πολλούς ως ακόμη μία επιβεβαίωση της «προεδρικοποίησης» της εξουσίας στο εσωτερικό των Εργατικών.

 

Τα όρια της τεχνοκρατικής απάντησης

Η στρατηγική Στάρμερ, ήδη από τη φάση της αντιπολίτευσης, στηρίχθηκε στην υπόσχεση μιας «σοβαρής διαχείρισης» που θα αποκαθιστούσε την αξιοπιστία του κράτους και θα επανάφερε τη Βρετανία στον διεθνή της ρόλο μετά την περίοδο των συντηρητικών κυβερνήσεων. Η έμφαση στην οικονομική σταθερότητα, στη δημοσιονομική πειθαρχία, στη θεσμική μετριοπάθεια και στην αποφυγή μεγάλων συγκρούσεων με τα κέντρα οικονομικής ισχύος παρουσιάστηκε ως προϋπόθεση για κάθε προοδευτικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης. Όμως, όσο περνούσαν οι μήνες, οι συγκεκριμένες πολιτικές που υιοθετούνταν δεν φάνηκε να διαφέρουν ριζικά από μια προσεκτικά διαχειριστική κεντροαριστερή ορθοδοξία: λίγη ανακούφιση, λίγες στοχευμένες μεταρρυθμίσεις, χωρίς ριζική αναδιανομή ισχύος ή πλούτου.

Εδώ αναδεικνύεται το ευρύτερο πρόβλημα της σοσιαλδημοκρατίας στη Δυτική Ευρώπη: η τάση να αντιλαμβάνεται την κρίση αντιπροσώπευσης ως πρόβλημα «επικοινωνίας» ή «διαχείρισης», αντί ως ένδειξη ασυμβατότητας ανάμεσα στις δοκιμασμένες συνταγές οικονομικής διακυβέρνησης και τις σημερινές εμπειρίες επισφάλειας και αποστράτευσης των πολιτών. Η προσφυγή στον Μπράουν είναι, με αυτή την έννοια, μια πολιτική κίνηση που επιλέγει τη μνήμη του 2008‑09 –της εποχής όπου οι κυβερνήσεις διασφάλισαν τη σταθερότητα του συστήματος– έναντι μιας ριζικότερης επανεξέτασης της ίδιας της οικονομικής αρχιτεκτονικής.

Αν το πρόβλημα είναι ότι μεγάλα στρώματα της κοινωνίας αισθάνονται αποκλεισμένα από τα οφέλη της ανάπτυξης, ότι η εργασία δεν προσφέρει ασφάλεια, ότι το κοινωνικό κράτος υποχωρεί και ότι η πολιτική απόφαση φαίνεται υποτελής σε οικονομικούς καταναγκασμούς, τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο «περισσότερη τεχνογνωσία» ή «καλύτερη διεθνής διαπραγμάτευση». Χωρίς μια ουσιαστική συζήτηση για τη μεταβολή των συσχετισμών ισχύος –φορολογικών, εργασιακών, θεσμικών– η επίκληση της εμπειρίας πρώην ηγετών κινδυνεύει να ακουστεί ως υπεκφυγή.

 

Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία: επαναλαμβανόμενα μοτίβα μιας κρίσης

Η γαλλική και η γερμανική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών προσφέρουν δύο εμβληματικά παραδείγματα του ίδιου αδιεξόδου που σήμερα μοιάζει να συναντά και η πρωθυπουργία Στάρμερ. Στη Γαλλία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Φρανσουά Ολάντ ανήλθε στην εξουσία το 2012 με ρητορική ρήξης με την «Ευρώπη της λιτότητας» και με εξαγγελίες φορολόγησης του πλούτου και ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους. Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η προεδρία του εγκλωβίστηκε στη λογική των «μεταρρυθμίσεων» και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, υπό την πίεση των αγορών και των ευρωπαϊκών θεσμών. Το αποτέλεσμα ήταν μια βαθιά πολιτική φθορά που, μέσα σε λίγα χρόνια, σχεδόν εξαφάνισε το κόμμα από τον κεντρικό εκλογικό χάρτη, αφήνοντας χώρο σε έναν νέο προσωποπαγές προεδρικό σχήμα, από τη μία πλευρά και στην άκρα δεξιά από την άλλη.

Στη Γερμανία, το SPD βίωσε μια πιο μακρόσυρτη, αλλά εξίσου ενδεικτική, πορεία. Οι «μεταρρυθμίσεις» της ατζέντας 2010 υπό τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, με αιχμή την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και την αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, επέτρεψαν στο κόμμα να εμφανιστεί ως «υπεύθυνη» δύναμη διακυβέρνησης και ενίσχυσαν τη διεθνή ισχύ της γερμανικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, όμως, απομάκρυναν μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, που βίωσαν τις αλλαγές ως υπονόμευση κεκτημένων. Χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία εκλογικών διακυμάνσεων και συμμετοχής σε κυβερνήσεις «μεγάλου συνασπισμού» ώστε το SPD να επανέλθει στην καγκελαρία υπό τον Όλαφ Σολτς – και αυτό, πάλι, με μια ρητορική «σοβαρής, μετριοπαθούς διαχείρισης», όχι με ένα σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα ανανέωσης. Η κυβερνητική θητεία του Σολτς, και η μετέπειτα επιστροφή της δεξιάς στην καγκελαρία, δείχνουν εκ των υστέρων τα όρια αυτού του υποδείγματος.

Η βρετανική περίπτωση παρουσιάζει, λοιπόν, μια ανησυχητική ομοιότητα με αυτές τις τροχιές: κόμματα που νικούν σε περιβάλλον κρίσης των παραδοσιακών συντηρητικών δυνάμεων, προκειμένου όμως να κερδίσουν και να διατηρήσουν την «εμπιστοσύνη των αγορών», καταλήγουν να περιορίζουν δραματικά το εύρος των πολιτικών επιλογών τους. Όταν η καθημερινότητα των πολιτών δεν βελτιώνεται με τον ρυθμό και τον τρόπο που προσδοκούσαν, η απογοήτευση εκφράζεται είτε με αποχή είτε με στροφή προς δυνάμεις που υπόσχονται «ρήξη» από τα δεξιά. Η αντισυστημική αριστερά, από την άλλη, παραμένει είτε περιθωριακή είτε, στις περιπτώσεις όπου δοκίμασε να κυβερνήσει, βρέθηκε αντιμέτωπη με τους ίδιους χρηματοπιστωτικούς και θεσμικούς καταναγκασμούς που περιορίζουν την κεντροαριστερά, με αποτέλεσμα να διαψεύσει γρήγορα τις προσδοκίες που η ίδια είχε καλλιεργήσει . Η επιστράτευση πρώην ηγετών, που προσωποποιούν την εποχή της συναίνεσης με τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, είναι ένα μοτίβο που επανέρχεται – και η περίπτωση Μπράουν είναι η πιο πρόσφατη έκφανσή του.

Αν δοκιμάσουμε να τοποθετήσουμε αυτές τις εξελίξεις σε ένα ελαφρώς πιο θεωρητικό πλαίσιο, θα λέγαμε ότι η κεντροαριστερά της μετα‑Ψυχροπολεμικής περιόδου βρέθηκε παγιδευμένη σε αυτό που ο Charles Wright Mills, Αμερικανός κοινωνιολόγος, από τις κλασικές μορφές της κριτικής κοινωνιολογίας στον 20ό αιώνα, θα αποκαλούσε «τραγωδία των ελίτ»: μια πολιτική τάξη που δεν μπορεί πλέον να φανταστεί τον εαυτό της έξω από τις δομές και τις προσδοκίες του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, αλλά εξακολουθεί να μιλά στο όνομα των λαϊκών τάξεων. Η επιστράτευση του Μπράουν από τον Στάρμερ είναι χαρακτηριστική αυτής της παγίδευσης. Δεν είναι απλώς μια επιλογή προσώπου· είναι η επανάληψη ενός υποδείγματος όπου η «λύση» στην κρίση της αντιπροσώπευσης αναζητείται στην ενίσχυση της διαχειριστικής ικανότητας, όχι στην αναδιανομή της εξουσίας και του πλούτου.

 

Η βρετανική περίπτωση στο κάδρο της ελληνικής εμπειρίας

Για τον Έλληνα ψηφοφόρο, όλα αυτά δεν ηχούν ξένα. Η συζήτηση για τον Στάρμερ και τον Μπράουν, για την κληρονομιά της Νέας Εργατικής διακυβέρνησης και για την επίκληση της «σοβαρής διαχείρισης» σε περιόδους κρίσης, αναπόφευκτα θυμίζει τόσο την πορεία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, από την ύστερη περίοδο του ΠΑΣΟΚ μέχρι τη μνημονιακή του μετάλλαξη, όσο και την εμπειρία της ριζοσπαστικής αριστεράς όταν κλήθηκε να κυβερνήσει. Στην ελληνική περίπτωση, η επίκληση της «υπεύθυνης ευρωπαϊκής διαχείρισης» λειτούργησε στην πράξη ως αποδοχή στενών πλαισίων πολιτικής, που περιόρισαν δραστικά την ικανότητα άσκησης ανεξάρτητης κοινωνικής πολιτικής. Η ταχύτητα με την οποία η ελπίδα μετατράπηκε σε απογοήτευση, η αίσθηση ότι «όλοι κυβερνούν με τον ίδιο τρόπο», είναι στοιχεία που βοηθούν να διαβάσουμε με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση και τη βρετανική περίπτωση.

Υπό αυτή την έννοια, η επιστροφή του Γκόρντον Μπράουν δεν είναι ένα μακρινό, αποκλειστικά βρετανικό επεισόδιο. Είναι ένας ακόμη κρίκος σε μια ευρωπαϊκή αλυσίδα όπου η κεντροαριστερά, αντί να αναμετρηθεί με τις δομικές αιτίες της κρίσης –την αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, τη χρηματοπιστωτική ισχύ, την κλιματική και επισιτιστική ανασφάλεια– επιστρέφει σε πρόσωπα και συνταγές που γεννήθηκαν σε μια πολύ διαφορετική ιστορική στιγμή. Ο Έλληνας πολίτης, έχοντας ζήσει την πυκνότητα των δικών του κρίσεων, μπορεί ίσως να διακρίνει εντονότερα τις αντιφάσεις αυτής της επιλογής: να κατανοήσει, πίσω από την τεχνοκρατική ρητορική, την αγωνία μιας πολιτικής τάξης που επιχειρεί να διασώσει την ηγεμονία της χωρίς να αμφισβητήσει τα θεμέλια του υποδείγματος που την έφερε ως εδώ.

Σε τελική ανάλυση, η βρετανική πολιτική σκηνή εισέρχεται σε μια περίοδο επιτάχυνσης. Το Εργατικό κόμμα υπό τον Κιρ Στάρμερ παρουσιάζει μια ανησυχητική ομοιότητα με τις πορείες κομμάτων που νικούν σε περιβάλλοντα κρίσης τις παραδοσιακές συντηρητικές δυνάμεις, προκειμένου όμως να κερδίσουν και να διατηρήσουν την “εμπιστοσύνη των αγορών”, καταλήγουν να περιορίζουν δραματικά το εύρος των πολιτικών επιλογών τους. Όταν η καθημερινότητα των πολιτών δεν βελτιώνεται με τον ρυθμό και τον τρόπο που προσδοκούσαν, η απογοήτευση εκφράζεται είτε με αποχή είτε με στροφή προς δυνάμεις που υπόσχονται “ρήξη” από τα δεξιά, μέσα από έναν εθνο‑συντηρητικό, αντι‑μεταναστευτικό και λαϊκίστικό λόγο, όπως βλέπουμε σήμερα με κόμματα τύπου Reform UK. Την ίδια στιγμή, η αντισυστημική αριστερά, όπου διατηρεί εκλογικά ερείσματα, ταλαντεύεται ανάμεσα στην περιθωριοποίηση και την ταχεία ενσωμάτωση όταν πλησιάζει ή ασκεί την εξουσία, συναντώντας τους ίδιους δομικούς περιορισμούς που έχουν ήδη διαβρώσει την αξιοπιστία της κεντροαριστεράς. Η αμφισβήτηση του Στάρμερ, η επανεμφάνιση του Μπράουν, η πίεση από την άκρα δεξιά του πολιτικού φάσματος, η διαρκής κοινωνική δυσφορία, όλα αυτά συγκλίνουν στην ανάδειξη μιας κρίσιμης καμπής. Η κεντροαριστερά, στη Βρετανία και ευρύτερα στην Ευρώπη, καλείται να απαντήσει σε ένα ερώτημα που, όσο κι αν αλλάζουν οι συγκυρίες, παραμένει επίμονο: μπορεί να προτείνει μια διαφορετική μορφή κοινωνικού συμβολαίου ή θα αρκεστεί, και πάλι, στο να διαχειριστεί, με πιο ανθρώπινο πρόσωπο, τα όρια ενός συστήματος που οι ίδιοι οι πολίτες βιώνουν ως βαθιά άνισο; Η επιστροφή του Γκόρντον Μπράουν στην Ντάουνινγκ Στριτ, έστω με τον ρόλο του ειδικού απεσταλμένου, είναι ένας από τους καθρέφτες μέσα από τους οποίους αντικατοπτρίζεται αυτή η εκκρεμότητα.    

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Colin Hay, The Political Economy of New Labour: Labouring under False Pretences? Manchester University Press, 1999

Gordon Brown, Beyond the Crash: Overcoming the First Crisis of Globalization, Simon & Schuster, 2010

Donald Sassoon, One Hundred Years of Socialism: The West European Left in the Twentieth Century, New Press (επανεκδ. I.B. Tauris), 1997/2014

Wolfgang Streeck, Buying Time: The Delayed Crisis of Democratic Capitalism, Verso, 2014

Colin Crouch, Post-Democracy, Polity, 2004.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.