Σύνδεση συνδρομητών

Η ιστορία χιλιάδων αιχμαλώτων

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2026 22:57
Aιχμάλωτοι των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Οι συνθήκες ήταν σκληρές, με αποτέλεσμα περίπου 18.000 έλληνες στρατιώτες να μην καταφέρουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Φωτογραφία από το βιβλίο των Ν. Σ. Κανελλόπουλου – Ν. Φ. Τόμπρου, Η τραγική ιστορία των Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, 1919-1924. 
Aιχμάλωτοι των Τούρκων στη Μικρά Ασία. Οι συνθήκες ήταν σκληρές, με αποτέλεσμα περίπου 18.000 έλληνες στρατιώτες να μην καταφέρουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Φωτογραφία από το βιβλίο των Ν. Σ. Κανελλόπουλου – Ν. Φ. Τόμπρου, Η τραγική ιστορία των Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, 1919-1924. 

Νίκος Σ. Κανελλόπουλος - Νίκος Φ. Τόμπρος, Η τραγική ιστορία των Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, 1919-1924, Μίνωας, Αθήνα 2024, 304 σελ.

Η ήττα των ελληνικών δυνάμεων στη Μικρά Ασία από τις δυνάμεις του Κεμάλ και η Μικρασιατική Καταστροφή, εκτός των άλλων, σήμαινε και την αιχμαλωσία μεγάλου αριθμού ελλήνων στρατιωτών. Οι συνθήκες της αιχμαλωσίας ήταν οδυνηρές και για ορισμένους η ανάμνηση αυτή παρέμενε δυσβάσταχτη, όπως για τον Ι. Βερνάρδο, ο οποίος έγραφε, το 1930, ότι «το να καθίσω να περιγράψω με λεπτομέρειες τους εξευτελισμούς και τα βασανιστήρια που υποφέραμε [] μου κοστίζει πολύ και τ’ αφήνω». Ένα βιβλίο για τους αιχμαλώτους στη Μικρά Ασία είναι, πριν απ’ όλα, μια μαρτυρία ήττας και αλλοτρίωσης. [ΤΒJ]

Μες στο παραζαλισμένο πλήθος διαβαίναν πότε πότε κάτι άνθρωποι σα φαντάσματα, ντυμένοι με κουρελιασμένες στολές χακί, λιγνοί πετσί και κόκκαλο […] με μάτια γουρλωμένα, αμίλητοι, ανέκφραστοι, αποβλακωμένοι. Ήταν οι αιχμάλωτοι. […] Το πλήθος τραβιότανε στο διάβα τους αγριεμένο. Δεν τολμούσε να αναγνωρίσει σ’ αυτά τα ανθρώπινα συντρίμμια τους νικηφόρους πολεμιστές των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών».[1]

Με αυτά τα λόγια περιέγραφε λογοτεχνικά ο Γιώργος Θεοτοκάς στην Αργώ (τ. Α΄, 1933) –την πλέον εμβληματική λογοτεχνική αποτύπωση του ελληνικού Μεσοπολέμου– τον επαναπατρισμό των ελλήνων αιχμαλώτων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η εικόνα δεν ήταν υπερβολική συγκρινόμενη με τα απομνημονεύματα των ανθρώπων αυτών. Όπως θυμόταν ένας αιχμάλωτος,

οι άνθρωποι στέκονταν και μας κοίταζαν με περιέργεια. […] Έβλεπαν ομοιώματα ανθρώπων, εξωγήινους. […] Ο σύντροφός μου φορούσε ρούχα στρατιωτικά και βέβαια πολύ παλαιά, ακατάλληλα, εγώ δε ένα αμπέχονο […] χωρίς πανταλόνι, μ’ ένα εσώβρακο κοντό. […] Μ’ αυτά τα χάλια περιφερόμασταν![2]

Πώς οι Έλληνες στρατιώτες μετατράπηκαν σε ανθρώπινα ράκη; Την απάντηση έδινε ένας άρτι απελευθερωθείς αιχμάλωτος στα 1924: «Όσο κι αν περιγράψω τα γεγονότα είναι αδύνατο να περιγράψω ποτέ όπως πρέπει το βαθμό της Τουρκικής σκληρότητος».[3]  Για ορισμένους η ανάμνηση αυτή παρέμενε δυσβάσταχτη, όπως για τον Ι. Βερνάρδο, ο οποίος έγραφε, το 1930, ότι «το να καθίσω να περιγράψω με λεπτομέρειες τους εξευτελισμούς και τα βασανιστήρια που υποφέραμε […] μου κοστίζει πολύ και τ’ αφήνω».[4]

 

Η εμπειρία της αιχμαλωσίας

Η εμπειρία της αιχμαλωσίας αποτελεί ένα μέρος κάθε πολεμικής σύρραξης, μιας και σε κάθε πόλεμο υπάρχουν (έστω και σε μικρό βαθμό) αιχμάλωτοι. Το ζήτημα αυτό έχει ποικίλες όψεις· από τις συνθήκες κράτησης και τις διαδικασίες ανταλλαγής έως το στίγμα που ακολουθεί αυτούς τους στρατιωτικούς, ιδίως τους βαθμοφόρους, στη μετέπειτα ζωή τους. Μέσα στη δίνη των δύο παγκόσμιων πολέμων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και της μαζικής στρατιωτικής κινητοποίησης, ο αριθμός των αιχμαλώτων σε όλα τα εμπόλεμα κράτη αυξήθηκε ραγδαία. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η περίπτωση των ελλήνων αιχμαλώτων της Μικρασιατικής Εκστρατείας, θέμα με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο Η τραγική ιστορία των Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία 1919-1924 (Μίνωας, 2024) του Νίκου Σ. Κανελλόπουλου και του Νίκου Φ. Τόμπρου, αμφότερων καθηγητών στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Για το εν λόγω ζήτημα υπάρχουν ορισμένες συμβολές,[5] ωστόσο πρόκειται για την πρώτη σχετική μονογραφία που εξετάζει το θέμα από όλες του τις πτυχές. Βεβαίως παραμένει εν πολλοίς άγνωστη η άλλη μεριά του νομίσματος· η ιστορία των τούρκων αιχμαλώτων στην Ελλάδα την ίδια περίοδο.

Το βιβλίο του Νίκου Κανελλόπουλου και του Νίκου Τόμπρου χαρακτηρίζεται από ευρεία έρευνα σε πληθώρα αρχειακών πηγών, στις οποίες ξεχωρίζουν οι καταθέσεις που είχαν δώσει στην Ανακριτική Επιτροπή Επιχειρήσεων Μικράς Ασίας οι επαναπατρισθέντες αιχμάλωτοι, οι οποίες φυλάσσονται στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, τα απομνημονεύματα αιχμαλώτων πολέμου, μαρτυρίες τους είτε από ιδιωτικά αρχεία είτε από άλλους φορείς όπως το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών και το Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών καθώς και το Αρχείο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού.

Το βιβλίο ξεκινάει με την παρουσίαση της προβληματικής των αιχμαλώτων πολέμου γενικότερα βάσει του διεθνούς δικαίου, καθώς και την εμπειρία της αιχμαλωσίας τα χρόνια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ακολούθως, οι συγγραφείς ασχολούνται με τον «γόρδιο δεσμό» των αριθμών. Έως σήμερα παρέμενε ασαφής ο αριθμός των ελλήνων μαχητών που αιχμαλωτίστηκαν από τις κεμαλικές δυνάμεις το 1922, όπως και αυτών που γύρισαν. Με μία εις βάθος έρευνα, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτός ανήλθε σε περίπου 34 χιλιάδες, εκ των οποίων μόλις οι 16 χιλιάδες επέστρεψαν στην Ελλάδα. Το μεγάλο ποσοστό της θνησιμότητάς τους, το οποίο υπερβαίνει σαφώς τον αντίστοιχο μέσο όρο σε άλλους πολέμους, προϊδεάζει και τον μη σχετικό με το θέμα αναγνώστη για τη φρικτή εμπειρία που βίωσαν αυτοί οι άνθρωποι και για μία διαδικασία η οποία εκ των πραγμάτων αποτελεί «ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα πολέμου που έχουν διαπραχθεί σε βάρος αιχμαλώτων τον 20ό αιώνα», όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς.

Το κεφάλαιο «Η ελληνική εμπειρία της αιχμαλωσίας» αποτελεί μια εις βάθος περιγραφή «από τα κάτω» του οδυνηρού αυτού βιώματος. Οι συγγραφείς χωρίζουν την περίοδο της αιχμαλωσίας στην περίοδο του «ερυθρού θανάτου» και του «λευκού θανάτου». Η πρώτη περίοδος αφορά τις πρώτες εβδομάδες μετά την αιχμαλωσία, πριν καταγραφούν οι αιχμάλωτοι, όταν και μεγάλο μέρος τους απογυμνώθηκε, λαφυραγωγήθηκε, διαπομπεύτηκε, λιντσαρίστηκε, εξευτελίστηκε και εξοντώθηκε από κεμαλικούς στρατιώτες, Τσέτες και μέρος του άμαχου τουρκικού πληθυσμού.  Η δεύτερη αφορά τις άθλιες βιοτικές συνθήκες στα στρατόπεδα αιχμαλώτων, οι οποίες οδήγησαν ένα σημαντικό μέρος των αιχμαλώτων στο θάνατο. Η κάκιστη διατροφή, οι δύσκολες καιρικές συνθήκες με ελάχιστο ιματισμό, οι ασθένειες (εξανθηματικός τύφος, δυσεντερία, κρυοπαγήματα κ.ά.) καθώς και τα βασανιστήρια και οι ξυλοδαρμοί αποτέλεσαν τον κανόνα για τη ζωή στα στρατόπεδα και έναν θανατηφόρο συνδυασμό για πολλούς.

Ακολούθως παρουσιάζεται η ζωή στα στρατόπεδα αιχμαλώτων και οι σχέσεις μεταξύ των αιχμαλωτισθέντων. Εδώ αναδεικνύεται το ευρύ φάσμα των συμπεριφορών που αναπτύχθηκαν. Από την αλληλοβοήθεια ανάμεσα σε πολλούς έως τη συνεργασία ορισμένων με τους τούρκους δεσμώτες, και τις συνέπειες της ύπαρξης του Εθνικού Διχασμού ακόμα και εκεί. Για παράδειγμα, πέραν των «κομματικών επεισοδίων» που εμφανίστηκαν σε στρατόπεδα, ιδίως στο Κιρ Σεχίρ (το σημαντικότερο στρατόπεδο αιχμαλώτων αξιωματικών), υπήρχαν περιπτώσεις βασιλικών αξιωματικών που έστελναν επιστολές στις τουρκικές αρχές ζητώντας να ανταλλαχθούν κατά προτεραιότητα ώστε να πολεμήσουν την «Επανάσταση 1922» ή υπεδείκνυαν βενιζελικούς αξιωματικούς με σκοπό οι τελευταίοι να μην ανταλλαχθούν (σ. 114-115).

 

Η επιστροφή στην Ελλάδα

Στα επόμενα δύο μέρη το βιβλίο ασχολείται με το «γραφειοκρατικό» σκέλος του ζητήματος, αυτό της δραστηριοποίησης του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού τόσο για τον έλεγχο της κατάστασης των αιχμαλώτων στα στρατόπεδα συγκέντρωσής τους όσο και για τη διαδικασία του επαναπατρισμού τους. Σε διεθνές επίπεδο βέβαια, το ζήτημα της ανταλλαγής αιχμαλώτων αποτέλεσε σημαντικό μέρος της Διάσκεψης Ειρήνης της Λωζάννης και η συμφωνία για την ανταλλαγή τους υπογράφτηκε μαζί με την αντίστοιχη συμφωνία για την Ανταλλαγή Πληθυσμών τον Ιανουάριο του 1923.

Όσον αφορά τη δράση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού παρουσιάζονται οι τρεις αποστολές του για την εξακρίβωση των συνθηκών καθώς και το παρασκήνιο για τη συγκρότηση των επιτροπών του.

Ο επαναπατρισμός των αιχμαλώτων ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1923 και συνεχίστηκε για περίπου ένα έτος, με τον μεγαλύτερο όγκο των αιχμαλώτων να επιστρέφουν στην Ελλάδα έως το φθινόπωρο του 1923. Στο βιβλίο παρακολουθούμε και την εμπειρία της ανταλλαγής των αιχμαλώτων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σμύρνη και από εκεί με πλοία, πρώτα στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου έξω από τον Πειραιά και ύστερα από μερικές μέρες στον Πειραιά και στις κατά τόπους στρατιωτικές μονάδες όπου ανήκαν οι αιχμάλωτοι, πριν εντέλει πάρουν φύλλο πορείας για τις εστίες τους. Η οικτρή εικόνα αυτών σόκαρε την ελληνική κοινωνία της περιόδου, όπως φανερώνεται από τα πολυάριθμα σχετικά δημοσιεύματα των ημερών του επαναπατρισμού.

Το βιβλίο έρχεται να «γεμίσει» ένα σημαντικό ιστοριογραφικό κενό εμπλουτίζοντας τη βιβλιογραφία για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η οποία τα τελευταία χρόνια –στο πλαίσιο των εκατό χρόνων από την Καταστροφή αλλά και το επόμενο διάστημα– έχει εμπλουτιστεί και ποιοτικά και ποσοτικά. Πλέον, έναν αιώνα μετά τα τραγικά γεγονότα του 1922,  με το βιβλίο του Νίκου Κανελλόπουλου και του Νίκου Τόμπρου που συμπληρώνει προηγούμενες σχετικές συμβολές, έχουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα για τη δραματική αυτή εμπειρία – των υπολειμμάτων του ηττημένου εθνικού στρατού αλλά, κυρίως, των καταπτοημένων ανδρών που έζησαν την εθνική ήττα, ταυτόχρονα, και ως προσωπική ήττα.

 

 [1] Γιώργος Θεοτοκάς, Αργώ (Α΄ & Β΄ τόμος), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2016, σ. 207-208.

[2] Πέτρος Δ. Αργυρόπουλος, Έζησα… 11 μήνες αιχμάλωτος στους Τούρκους, επιμ. Αλεξάνδρα Πολιτοστάθη, Αθήνα 1999, σ. 50-54.

[3] Β. Σ. Ασημάκης, Απ’ τον τάφο (ημερολόγιον ενδεκαμήνου αιχμαλωσίας), Αθήναι 1924, σ. 5˙ Αργυρόπουλος, Έζησα…, σ. 27.

[4] Ι. Α. Βερνάρδος, Ο ουλαμός του Αφιόν Καραχισάρ, επιμ. Γεώργιος Ι. Στασινόπουλος, Eurobooks, Αθήνα 2020, σ. 87, 89.

[5] Ουρ. Φωτοπούλου, «Έλληνες στρατιωτικοί αιχμάλωτοι πολέμου, 1912-1930. Νομικό καθεστώς, διαπραγματεύσεις και προεκτάσεις του προβλήματος», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2002· Ι. Γκλαβίνας, «Μέχρι σήμερον δεν επανέκαμψεν εκ Μ. Ασίας αγνοουμένης της τύχης του: Οι αγνοούμενοι Έλληνες στρατιώτες και πολίτες της Μικρασιατικής Καταστροφής μέσα από τις αιτήσεις των συγγενών τους στο Πολιτικό Γραφείο του Πρωθυπουργού (1922-1924)», Μικρασιατικά Χρονικά 24 (2011), σ. 195-228· Ι. Γκλαβίνας, «Οι Έλληνες στρατιώτες αιχμάλωτοι και αγνοούμενοι της Μικρασιατικής Εκστρατείας: Αιχμαλωσία, αναζήτηση, απελευθέρωση (1922-1924)», στο Δημήτρης Καμούζης, Αλέξανδρος Μακρής και Χαράλαμπος Μηνασίδης (επιμ.), Έλληνες στρατιώτες και Μικρασιατική Εκστρατεία. Πτυχές μιας οδυνηρής εμπειρίας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2022, σ. 213-243.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.