Σύνδεση συνδρομητών

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ποιος αποφασίζει ποια έργα θα αποκτήσουν κύρος, αναγνώστες και μνήμη;

Η αιφνιδιαστική λογοτεχνική διαμάχη για τη χρήση της ντοπιολαλιάς από τους συγγραφείς στο έργο τους, κάνει επιτακτική την ανάγκη να συζητήσουμε, σοβαρά, πολλά πράγματα που αφορούν το βιβλίο, την αγορά του, τον κόσμο του, την πρόσβαση στους αναγνώστες, τα αναγνωστικά γούστα και τις μόδες. Για ό,τι φαίνεται και για ό,τι δεν φαίνεται [ΤΒJ]

1. Η κατάκτηση του αυτονόητου

Η λογοτεχνία θα όφειλε να είναι ο χώρος όπου κάθε βιβλίο δοκιμάζεται μόνο απέναντι στον αναγνώστη του. Ωστόσο, πολύ πριν ανοίξει η πρώτη σελίδα, έχει συχνά προηγηθεί μια άλλη αξιολόγηση: ποιος είναι ο συγγραφέας, σε ποιον χώρο ανήκει, ποιες ιδέες εκπροσωπεί, ποιες συγγένειες, διαδρομές και δημόσιες τοποθετήσεις τον συνοδεύουν. Μόνο τότε έρχεται η σειρά του ίδιου του βιβλίου.

Οι μεγάλες πολιτιστικές μεταβολές σπάνια γίνονται αντιληπτές την ώρα που συντελούνται. Διαμορφώνονται μέσα από μικρές επιλογές που επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες, ώσπου παύουν να εκλαμβάνονται ως επιλογές και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου.

Εκεί ακριβώς αρχίζει κάθε πολιτιστική ηγεμονία. Τα κριτήρια της αναγνώρισης μεταβάλλονται σχεδόν ανεπαίσθητα, ώσπου μια ολόκληρη κοινότητα αρχίζει να αντιμετωπίζει ως φυσικό εκείνο που αρχικά αποτελούσε μία μόνο εκδοχή του κόσμου. Η διαφορετική γνώμη εξακολουθεί να ακούγεται· σπανίως όμως αποκτά το ίδιο κύρος, την ίδια προβολή ή την ίδια επιρροή.

Στον ελληνικό χώρο του βιβλίου, η μεταπολιτευτική περίοδος υπήρξε το προνομιακό πεδίο αυτής της μεταβολής. Η διάκριση ανάμεσα στον «προοδευτικό» και τον «αντιδραστικό» ξεπέρασε βαθμιαία τα όρια της πολιτικής τοποθέτησης και άρχισε να επηρεάζει την απονομή του πολιτιστικού κύρους. Η ιδεολογική ταυτότητα βάρυνε πλέον τόσο στην πρόσληψη των ιδεών ενός συγγραφέα όσο και στη θέση που του επιφυλασσόταν μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο. Συχνά λειτουργούσε ως τεκμήριο ευαισθησίας και πνευματικής αξιοπιστίας, σχεδόν ως προκαταβολή αισθητικής αξίας.

Η μεταβολή αυτή έγινε ορατή και στις θεματικές προτεραιότητες της λογοτεχνίας. Ορισμένα ιστορικά και κοινωνικά βιώματα αντιμετωπίζονταν σχεδόν αυτονόητα ως προνομιακά πεδία λογοτεχνικής σοβαρότητας. Άλλα παρέμεναν συχνότερα στις παρυφές της προσοχής και δυσκολεύονταν να αποκτήσουν την ίδια πολιτιστική νομιμοποίηση. Έτσι, η επιλογή του θέματος άρχισε να λειτουργεί και ως επιλογή πολιτιστικής ταυτότητας.

 

2. Το οικοσύστημα της αναγνώρισης

Κάθε βιβλίο ακολουθεί δύο παράλληλες διαδρομές. Η πρώτη οδηγεί από τον συγγραφέα στον αναγνώστη. Η δεύτερη περνά από εκδότες, κριτικούς, πανεπιστημιακούς, επιτροπές βραβείων, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοθήκες, φεστιβάλ και κάθε θεσμό που συμμετέχει στη δημόσια ζωή του βιβλίου. Εκεί διαμορφώνεται η δημόσια παρουσία του έργου: ο τρόπος με τον οποίο διαβάζεται, συζητείται και τελικά καταλαμβάνει τη θέση του μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο.

Οι μεσολαβήσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη ζωή του βιβλίου. Όταν όμως οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες αναφορές και οι ίδιες ιδεολογικές ευαισθησίες επανεμφανίζονται στους περισσότερους από αυτούς τους χώρους, το οικοσύστημα αποκτά αξιοσημείωτη ομοιογένεια. Η αναγνώριση κυκλοφορεί μέσα στους ίδιους κύκλους, οι αισθητικές αντιλήψεις επιβεβαιώνονται αμοιβαία και οι πολιτιστικές προτεραιότητες αρχίζουν να εμφανίζονται ως αυτονόητα κριτήρια αξιολόγησης.

Σιγά σιγά δημιουργείται ένα δίκτυο αμοιβαίας νομιμοποίησης. Ο εκδότης επικαλείται την κρίση του κριτικού, ο κριτικός αντλεί κύρος από τον πανεπιστημιακό, ο πανεπιστημιακός συμμετέχει στις επιτροπές των βραβείων, οι επιτροπές απονέμουν την αναγνώριση στον συγγραφέα και ο συγγραφέας ενισχύει με τη σειρά του το πολιτιστικό περιβάλλον που τον ανέδειξε. Καμία συνεννόηση δεν είναι αναγκαία. Αρκεί η σταθερή αναπαραγωγή των ίδιων κριτηρίων.

Η κριτική βιβλίου αποκτά τότε και μια δεύτερη λειτουργία. Εξετάζει τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική δύναμη του έργου, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνει πρόσωπα, κοινές αναφορές και πολιτιστικές συγγένειες. Η αισθητική αξιολόγηση συνυπάρχει έτσι με ένα παράλληλο σύστημα αναγνώρισης, μέσα στο οποίο η ιδεολογική οικειότητα, οι προσωπικές διαδρομές και η θέση στο πολιτιστικό οικοσύστημα αποκτούν τη δική τους βαρύτητα.

Η άνιση κατανομή της προσοχής αφορά τόσο τους συγγραφείς όσο και τα ίδια τα θέματα. Η προδιάθεση αυτή σπάνια παίρνει τη μορφή ρητού αποκλεισμού· λειτουργεί πολύ συχνότερα ως πολιτιστική οικειότητα. Ορισμένες αφηγήσεις εισέρχονται στον δημόσιο διάλογο με τη σιωπηρή εύνοια ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού κλίματος. Άλλες κινούνται έξω από τις κυρίαρχες ευαισθησίες της εποχής, κουβαλούν εξαρχής το βάρος της επιφύλαξης και καλούνται να αποδείξουν τη σοβαρότητα και τη λογοτεχνική τους αξία.

Κάθε κυρίαρχο πολιτιστικό κλίμα διαμορφώνει και τον δικό του λογοτεχνικό κανόνα. Καθώς αναδεικνύονται ορισμένοι συγγραφείς, αποκτούν μαζί τους κύρος οι αφηγηματικοί κόσμοι, οι ήρωες και οι αναγνώσεις της ιστορίας που ενσαρκώνουν. Μερικές αφηγήσεις συναντούν από την πρώτη στιγμή ένα έτοιμο λεξιλόγιο αποδοχής, μια ήδη διαμορφωμένη ηθική και αισθητική γλώσσα που τις υποδέχεται ως αναμενόμενες και αναγκαίες. Άλλες, όσο απαιτητικές ή πρωτότυπες κι αν είναι, ξεκινούν τη διαδρομή τους χωρίς αυτό το πολιτιστικό απόθεμα εμπιστοσύνης.

Η διαδικασία σπανίως γίνεται αντιληπτή από όσους συμμετέχουν σε αυτήν. Κάθε επιμέρους επιλογή μοιάζει εύλογη και κάθε κρίση απολύτως δικαιολογημένη. Το φαινόμενο αποκαλύπτεται μόνο όταν παρατηρήσει κανείς το σύνολο. Τότε γίνεται ορατό ότι στην κατανομή της αναγνώρισης βαρύνουν, μαζί με τη λογοτεχνική ποιότητα των έργων, και οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τα θέματα που αξίζει να βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτιστικής ζωής.

 

3. Οι αντισυστημικοί του συστήματος

Κάθε πολιτιστική τάξη αποκτά κάποτε και τους δικούς της αντιρρησίες. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παράδοξα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι ότι, τουλάχιστον στο χώρο του βιβλίου, ανάμεσα στους επιδραστικότερους επικριτές του συστήματος βρέθηκαν συχνά άνθρωποι ήδη εγκατεστημένοι στις προνομιακότερες θέσεις του. Δεν βρίσκονταν στις παρυφές του· αποτελούσαν το κέντρο του.

Ο βραβευμένος συγγραφέας μιλούσε για αποκλεισμούς από το βήμα μιας ακόμη βράβευσης. Ο άνθρωπος που είχε ήδη αποκτήσει κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο της περιθωριοποίησης. Και το ακροατήριο, έχοντας συνηθίσει αυτή τη μικρή θεατρική σύμβαση, άκουγε τις διαμαρτυρίες χωρίς να προσέχει το σκηνικό μέσα στο οποίο εκφωνούνταν.

Το φαινόμενο υπερβαίνει την προσωπική υποκρισία και αποκαλύπτει έναν βαθύτερο μηχανισμό κάθε εδραιωμένης πολιτιστικής ηγεμονίας. Όταν μια πολιτιστική τάξη κυριαρχήσει, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως κατεστημένο. Συνεχίζει να αυτοπεριγράφεται με το λεξιλόγιο της αντίστασης, ακόμη και όταν βρίσκεται στο κέντρο των μηχανισμών της αναγνώρισης. Έτσι γεννιέται ένας ιδιότυπος αντισυστημισμός χωρίς πραγματικό αντίπαλο· ένας αντισυστημισμός που ασκείται από ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν, αξιολογούν, βραβεύουν, χρηματοδοτούν και νομιμοποιούν το ίδιο πολιτιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πρωταγωνιστούν.

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε κυρίαρχου πολιτιστικού οικοσυστήματος. Κατορθώνει να εμφανίζεται συγχρόνως ως εξουσία και ως αδιάκοπος επικριτής της. Όσο διατηρεί αυτή τη διπλή ιδιότητα, το ηθικό του κύρος παραμένει σχεδόν ανέπαφο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε διαφωνία με το κυρίαρχο πολιτιστικό αφήγημα μπορεί να παρουσιάζεται όχι ως διαφορετική ερμηνεία, αλλά ως ηθική υστέρηση απέναντι σε μια ευαισθησία που έχει ήδη αποκτήσει το κύρος του αυτονόητου.

 

4. Η οικονομία της ηθικής υπεροχής

Η ηθική νομιμοποίηση ενός πολιτιστικού περιβάλλοντος μεταφέρεται αναπόφευκτα και στα πρόσωπα που το εκπροσωπούν. Στη διαμόρφωση της αναγνώρισης ενός συγγραφέα συνυπολογίζονται περισσότερα από τα βιβλία του. Στη δημόσια ζωή της λογοτεχνίας δρουν και άλλοι, λιγότερο ορατοί παράγοντες. Ανάμεσά τους έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα η ηθική φυσιογνωμία του δημιουργού.

Η λογοτεχνική ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί το θεμελιώδες κριτήριο. Παράλληλα, ο συγγραφέας καλείται, σιωπηλά αλλά διαρκώς, να εκπέμπει το κατάλληλο ηθικό σήμα. Οι παρεμβάσεις, οι ευαισθησίες, οι πρωτοβουλίες, ακόμη και οι αποσιωπήσεις του συνθέτουν μια δεύτερη αφήγηση, η οποία συνοδεύει το έργο και επηρεάζει την πρόσληψή του πριν ακόμη ανοίξει η πρώτη σελίδα.

Η εξέλιξη αυτή ούτε στηρίζεται σε κάποιον άγραφο κανονισμό ούτε προϋποθέτει οργανωμένη απαίτηση. Η δημόσια τοποθέτηση παραμένει προσωπική επιλογή. Όταν όμως συμπίπτει με τις κυρίαρχες ευαισθησίες της πολιτιστικής κοινότητας, προσφέρει στον δημιουργό ένα πρόσθετο απόθεμα αξιοπιστίας. Οι προθέσεις του θεωρούνται ευκολότερα αγαθές και το έργο του εντάσσεται με λιγότερες αντιστάσεις σε ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο αποδοχής.

Η ηθική στάση αποκτά έτσι και μια δεύτερη λειτουργία: μετατρέπεται σε πολιτιστικό κεφάλαιο. Συνοδεύει τη λογοτεχνική αξία και επηρεάζει τους όρους μέσα στους οποίους αυτή αναγνωρίζεται. Η ποιότητα του έργου παραμένει καθοριστική, όμως η δημόσια φυσιογνωμία του δημιουργού μπορεί να διευκολύνει την υποδοχή του και να ενισχύσει το κύρος του. Η δημόσια τοποθέτηση λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερο εξώφυλλο του βιβλίου. Προηγείται της ανάγνωσης, προδιαθέτει την υποδοχή του έργου και επηρεάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ερμηνευθεί.

Οι πολιτικές και κοινωνικές ευαισθησίες αποτελούν φυσικό μέρος της παρουσίας ενός δημιουργού στον δημόσιο χώρο. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν μετατρέπονται, έστω αθέατα, σε στοιχείο πολιτιστικής αξιολόγησης. Τότε οι παρεμβάσεις λειτουργούν και ως διαπιστευτήριο. Όποιος διαθέτει το κατάλληλο ηθικό λεξιλόγιο εκλαμβάνεται ευκολότερα ως άνθρωπος καλών προθέσεων, αξιόπιστος συνομιλητής και δημιουργός που θεωρείται ότι βρίσκεται αυτονόητα στη σωστή πλευρά των πραγμάτων.

Η αποδοχή αυτή αφήνει τυπικά ανέπαφη την αισθητική κρίση, την περιβάλλει όμως με μια ευνοϊκή προδιάθεση που προηγείται συχνά της ανάγνωσης. Το έργο φέρει πλέον ένα πρόσθετο συμβολικό φορτίο, αντλημένο από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα. Όσο ισχυρότερο γίνεται αυτό το φορτίο, τόσο δυσκολότερα διακρίνεται το σημείο όπου τελειώνει η αισθητική αξιολόγηση και αρχίζει η ηθική επιβεβαίωση.

Η ίδια ιεράρχηση επηρεάζει τελικά και την κατανομή της δημόσιας προσοχής. Καθορίζει ποια γεγονότα θεωρούνται αυτονόητα άξια παρέμβασης και ποια μπορούν να περάσουν σχεδόν αθόρυβα. Από την ηθική εικόνα του δημιουργού οδηγούμαστε έτσι στη σημασία όσων μια πολιτιστική κοινότητα επιλέγει να υπερασπιστεί και όσων αφήνει στη σιωπή.

 

5. Η δημόσια σιωπή

Η δημόσια σιωπή εκλαμβάνεται συνήθως ως ουδέτερη. Συχνά, ωστόσο, λειτουργεί ως μορφή ιεράρχησης. Ακολουθεί τις προτεραιότητες, τις ευαισθησίες και, τελικά, την ηθική γεωγραφία μιας πολιτιστικής κοινότητας.

Οι κοινωνίες αποκαλύπτουν τον εαυτό τους μέσα από όσα επιλέγουν να υπερασπιστούν. Τον αποκαλύπτουν όμως, ίσως ακόμη περισσότερο, μέσα από όσα αφήνουν να περάσουν χωρίς να αισθανθούν την ανάγκη δημόσιας τοποθέτησης. Ορισμένα γεγονότα κινητοποιούν σχεδόν αυτονόητα ανακοινώσεις, συλλογικά κείμενα, παρεμβάσεις και εκκλήσεις. Άλλα, όσο σοβαρά κι αν είναι, μοιάζουν ανίκανα να διαταράξουν την ηθική ηρεμία του ίδιου χώρου.

Κάθε άνθρωπος και κάθε κοινότητα ιεραρχούν αναπόφευκτα τα γεγονότα. Η επιμέρους επιλογή έχει περιορισμένη σημασία. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν η ίδια ιεράρχηση επαναλαμβάνεται με τέτοια κανονικότητα, ώστε να αποκαλύπτει έναν σταθερό τρόπο θέασης του κόσμου. Η σιωπή αποκτά τότε ερμηνευτική αξία: γίνεται ένας τρόπος με τον οποίο μια πολιτιστική κοινότητα περιγράφει, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί, τις πραγματικές της προτεραιότητες.

Η σιωπή διαθέτει ένα προνόμιο που σπανίως έχει ο δημόσιος λόγος. Κάθε ανακοίνωση συνοδεύεται από επιχειρήματα, κάθε καταγγελία από μια εξήγηση, κάθε συλλογική παρέμβαση από μια επίκληση αρχών. Η σιωπή μένει έξω από αυτή την υποχρέωση. Περνά εύκολα απαρατήρητη, ακριβώς επειδή αποφεύγει τις ρητές διατυπώσεις. Κι όμως, πολλές φορές αποκαλύπτει περισσότερα από έναν μακροσκελή δημόσιο λόγο.

Καμία πολιτιστική κοινότητα δεν μπορεί να αντιδρά με την ίδια ένταση σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω της. Η επιλογή είναι αναπόφευκτη· το κρίσιμο ζήτημα αφορά τα κριτήρια που την καθορίζουν. Πότε μια υπόθεση θεωρείται αυτονόητα άξια κινητοποίησης και πότε αντιμετωπίζεται ως γεγονός που μπορεί να περάσει χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό;

Όσο αυτές οι επιλογές παραμένουν περιστασιακές, η ερμηνευτική τους σημασία είναι περιορισμένη. Όταν όμως επαναλαμβάνονται με συνέπεια επί δεκαετίες παύουν να αποτελούν απλή συγκυρία και μετατρέπονται σε πολιτιστικό χαρακτηριστικό. Οι παρεμβάσεις σχηματίζουν τότε ένα σταθερό μοτίβο. Το ίδιο και οι σιωπές.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία τους. Φωτίζουν τα γεγονότα που κρίνονται ανεπαρκή για να διαταράξουν τις βεβαιότητες μιας πολιτιστικής κοινότητας. Γι’ αυτό αποτελούν συχνά ασφαλέστερο οδηγό για την κατανόησή της από τις πιο εύγλωττες διακηρύξεις της.

 

6. Η ομοφωνία ως κοινή λογική

Με την πάροδο του χρόνου, οι επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις, ευαισθησίες και σιωπές χάνουν το χαρακτήρα της επιλογής και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου. Εκείνο που κάποτε αποτελούσε μια από τις πολλές δυνατές οπτικές γωνίες αρχίζει να εμφανίζεται ως η μόνη εύλογη στάση απέναντι στα πράγματα.

Η μεγαλύτερη νίκη κάθε πολιτιστικής ηγεμονίας είναι ότι απαλλάσσεται από την ανάγκη να απολογείται για τον εαυτό της. Όταν μια επιμέρους εκδοχή του κόσμου ταυτιστεί με τον ίδιο τον κόσμο, η ομοφωνία παύει να γίνεται αντιληπτή ως επιλογή. Οι κοινές παραδοχές σταθεροποιούνται τόσο, ώστε λησμονείται η ιστορική και ιδεολογική τους καταγωγή. Απομένουν ως φυσική τάξη των πραγμάτων.

Οι αξίες του κυρίαρχου πολιτιστικού κλίματος εμφανίζονται τότε ως αυτονόητες, οι προτιμήσεις του ως φυσικές και οι αισθητικές ή ηθικές επιλογές του ως ουδέτερα κριτήρια. Κάθε διαφορετική προσέγγιση βρίσκεται σχεδόν υποχρεωμένη να δικαιολογήσει τη θέση της.

Οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν αυτή τη διαδικασία ως υπεράσπιση της λογικής, της ευαισθησίας, της δημοκρατίας ή του ανθρωπισμού. Οι έννοιες αυτές διαθέτουν ασφαλώς καθολική αξία. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μία μόνο ερμηνεία τους αποκτά το κύρος της μοναδικής εύλογης εκδοχής και οι υπόλοιπες αντιμετωπίζονται ως ηθικά ή πνευματικά ύποπτες.

Ο βασικός ορίζοντας της συναίνεσης προϋπάρχει πλέον κάθε επιμέρους αντιπαράθεσης. Ο νέος συγγραφέας, ο νέος κριτικός ή ο νέος πανεπιστημιακός εισέρχεται σε ένα χώρο όπου οι θεμελιώδεις βεβαιότητες έχουν παγιωθεί. Τις μαθαίνει όπως μαθαίνει κανείς μια γλώσσα: μέσα από τη συνεχή χρήση της. Πολύ πριν συγκροτήσει τη δική του κρίση, έχει αποκτήσει το λεξιλόγιο με το οποίο θα την εκφράσει.

Όταν εδραιωθεί, η ομοφωνία δεν εξαλείφει τη διαφωνία· οριοθετεί το πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να εκδηλωθεί. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται, αλλά εκτυλίσσονται συνήθως μέσα στο ίδιο σύστημα παραδοχών. Η αμφισβήτηση περιορίζεται σε επιμέρους κρίσεις, ενώ οι θεμελιώδεις βεβαιότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαφωνία συναντά συχνά όχι μόνο αντίρρηση αλλά και απορία. Αντιμετωπίζεται περισσότερο ως παρέκκλιση από έναν καθιερωμένο ηθικό και πολιτιστικό ορίζοντα παρά ως διαφορετική κρίση. Οι όροι του διαλόγου έχουν καθοριστεί πολύ πριν αρχίσει ο ίδιος.

Αυτό εξηγεί γιατί πολλές δημόσιες αντιπαραθέσεις μοιάζουν να έχουν ολοκληρωθεί πριν ακόμη εκδηλωθούν. Τα επιχειρήματα διατυπώνονται, όμως οι προϋποθέσεις της αξιολόγησής τους έχουν ήδη τεθεί. Ορισμένες θέσεις εισέρχονται με το πλεονέκτημα της αδιαμφισβήτητης σοβαρότητας. Άλλες καλούνται, πριν ακόμη ακουστούν, να δικαιολογήσουν το ίδιο το δικαίωμά τους να συμμετάσχουν.

Ίσως αυτή να είναι η λεπτότερη μορφή πολιτιστικής επιρροής. Αντί να υπαγορεύει τι πρέπει να σκεφτούν οι άνθρωποι, ορίζει το σημείο από το οποίο αρχίζουν να σκέφτονται. Όταν ακόμη και η αφετηρία θεωρηθεί φυσική, η ισχύς παύει να γίνεται αντιληπτή ως ισχύς. Βιώνεται απλώς ως κοινή λογική.

 

7. Η ηθική ως αισθητικό κριτήριο

Η κοινή αυτή λογική εισχωρεί τελικά και στην αισθητική κρίση. Όσα έχουν αποκτήσει το κύρος του ηθικά αυτονόητου επηρεάζουν σταδιακά και την αξιολόγηση του ίδιου του έργου. Η αισθητική κρίση θεωρείται η πλέον αυτόνομη μορφή κρίσης, προσηλωμένη στη γλώσσα, στη δομή, στο ύφος, στην πρωτοτυπία και στην αφηγηματική δύναμη. Η ιστορία της λογοτεχνίας δείχνει, ωστόσο, ότι διαμορφώνεται πάντοτε μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον. Κάθε κοινωνία διαμορφώνει, μαζί με τα λογοτεχνικά της πρότυπα, και μια αντίληψη για το έργο που θεωρεί πνευματικά γενναίο, κοινωνικά αναγκαίο ή ηθικά σημαντικό.

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην αλληλεπίδραση ηθικής και αισθητικής. Η ηθική αποδοχή ενός έργου δημιουργεί ευνοϊκή προδιάθεση απέναντι στην αισθητική του αξία, ενώ η λογοτεχνική επιτυχία προσδίδει με τη σειρά της κύρος στις ιδέες και στις ευαισθησίες που το συνοδεύουν. Οι δύο μορφές αναγνώρισης αρχίζουν έτσι να ενισχύουν η μία την άλλη.

Ορισμένα βιβλία καλούνται συγχρόνως να αναγνωριστούν ως επιτυχημένα λογοτεχνικά έργα και να ανταποκριθούν στις κυρίαρχες πολιτιστικές ευαισθησίες της εποχής τους. Η ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση της αναγνώρισης, συνοδεύεται όμως από έναν ηθικό ορίζοντα που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το έργο διαβάζεται, συζητείται και τελικά αξιολογείται.

Αυτό εξηγεί γιατί δύο βιβλία αντίστοιχης λογοτεχνικής δύναμης μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετική δημόσια διαδρομή. Η υποδοχή τους εξαρτάται από τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική τους αρτιότητα. Βαρύνει όμως και η ευκολία με την οποία εντάσσονται στο κυρίαρχο πολιτιστικό λεξιλόγιο. Η αισθητική κρίση διαμορφώνεται πάντοτε μέσα στην Ιστορία.

Κάθε συγγραφέας αντιλαμβάνεται, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε διαισθητικά, ποιες αφηγήσεις συναντούν ευκολότερα την αποδοχή, ποια θέματα αναγνωρίζονται ως σημαντικά και ποιοι τρόποι γραφής θεωρούνται ώριμοι, υπεύθυνοι ή σύγχρονοι. Συνήθως δεν πρόκειται για υπολογισμό, αλλά για μια αργή εσωτερίκευση του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Οι προσδοκίες του ενσωματώνονται στον τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός βλέπει τον κόσμο και, τελικά, στον τρόπο με τον οποίο γράφει.

Η αισθητική αξιολόγηση αρχίζει έτσι να λειτουργεί και ως μέτρο πολιτιστικής οικειότητας. Ορισμένα έργα αναγνωρίζονται ευκολότερα επειδή συνομιλούν με ένα εδραιωμένο σύστημα αξιών και ευαισθησιών. Άλλα, ακόμη και όταν διαθέτουν ανάλογη λογοτεχνική δύναμη, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αποκτήσουν την ίδια αναγνώριση, επειδή κινούνται έξω από τον κυρίαρχο ορίζοντα προσδοκιών.

Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το ποια βιβλία θεωρούνται καλά στο τι σημαίνει, σε κάθε ιστορική περίοδο, ένα καλό βιβλίο. Αφηγηματικοί κόσμοι, τύποι ηρώων, αναγνώσεις της Ιστορίας και μορφές κοινωνικής ευαισθησίας συνδέονται σταδιακά με την ίδια την έννοια της λογοτεχνικής ποιότητας. Κάθε γενιά κληροδοτεί έτσι στην επόμενη τα βιβλία που ανέδειξε και τα κριτήρια με τα οποία τα αξιολόγησε.

Η αισθητική κρίση παραμένει αισθητική κρίση. Συγχρόνως, όμως, λειτουργεί ως επιβεβαίωση ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού ορίζοντα. Γι’ αυτό οι λογοτεχνικοί κανόνες μεταβάλλονται με την εμφάνιση σπουδαίων συγγραφέων και με τις αλλαγές στην εικόνα που μια κοινωνία σχηματίζει για τον εαυτό της. Τότε αλλάζουν αθόρυβα τα βιβλία που γράφονται και εκείνα που θεωρούνται αυτονόητα σημαντικά. Μαζί τους μετακινείται και η ίδια η λογοτεχνική μνήμη.

 

8. Η κριτική που δεν γράφτηκε ποτέ

Η ιστορία της λογοτεχνίας διατηρεί πάντοτε ένα αόρατο κεφάλαιο: εκείνο που δεν θα γραφτεί ποτέ.

Θα μείνει για πάντα άγνωστο ποια έργα θα είχαν ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή αν είχαν συναντήσει την κατάλληλη στιγμή την προσοχή που τους αναλογούσε. Κάθε λογοτεχνικός κανόνας διαμορφώνεται τόσο από τα βιβλία που αναγνωρίστηκαν όσο και από εκείνα τα οποία το ενδιαφέρον των συγχρόνων τους τα προσπέρασε.

Κάθε εποχή φωτίζει διαφορετικά τη βιβλιοθήκη που παραλαμβάνει. Ορισμένα βιβλία έρχονται στο προσκήνιο, άλλα υποχωρούν σχεδόν ανεπαίσθητα στη σκιά. Τα ίδια παραμένουν στη θέση τους· αλλάζουν τα ερωτήματα, οι εμπειρίες και οι ευαισθησίες με τις οποίες τα πλησιάζει κάθε γενιά. Έτσι μετακινούνται αθόρυβα το κέντρο και οι παρυφές της λογοτεχνικής μνήμης. Ο χρόνος θυμάται μόνο ένα μέρος από όσα του παραδόθηκαν. Ανάμεσα σε όσα χάθηκαν βρίσκονται και οι κρίσεις που δεν διατυπώθηκαν ποτέ.

Πολλά βιβλία επέζησαν μιας εχθρικής υποδοχής. Άλλα γνώρισαν τον ενθουσιασμό της εποχής τους και αργότερα ξεχάστηκαν. Για ορισμένα, όμως, η σιωπή υπήρξε η μοναδική κριτική.

Κάθε αναγνώστης κληρονομεί μια ήδη ταξινομημένη βιβλιοθήκη. Μαζί με τα βιβλία που του έχουν υποδειχθεί ως σημαντικά, παραλαμβάνει και μια πρώτη εικόνα της λογοτεχνίας, πολύ πριν διαμορφώσει τη δική του κρίση.

Η εικόνα αυτή μοιάζει τόσο αυτονόητη ώστε σπάνια γίνεται αντικείμενο σκέψης. Μαζί με τη λογοτεχνία, κάθε γενιά κληρονομεί και την ιεράρχηση που τη συνοδεύει. Οι μεγάλες λογοτεχνικές ανακαλύψεις αρχίζουν συχνά τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να κοιτάξει πέρα από αυτή την κληρονομημένη τάξη των πραγμάτων.

Ο λογοτεχνικός κανόνας αποτελεί ταυτόχρονα πράξη μνήμης και πράξη λήθης. Κάθε βιβλιοθήκη συγκροτείται από τα βιβλία που διασώθηκαν στα ράφια της και από εκείνα που έχασαν την ευκαιρία να δοκιμαστούν πραγματικά μέσα στο χρόνο. Αναζητούμε μόνο όσα έχουμε μάθει ότι υπάρχουν. Η λήθη καθιστά αόρατη την ίδια την απώλεια.

Ίσως γι’ αυτό κάθε μεγάλη ανάγνωση αρχίζει από μια μικρή πράξη δυσπιστίας απέναντι στον διαμορφωμένο κανόνα: από την περιέργεια να αναζητήσει όσα έμειναν έξω από το φως, να ξανανοίξει βιβλία που η εποχή τους προσπέρασε και να δοκιμάσει ξανά τη δύναμή τους. Η ιστορία της λογοτεχνίας γράφεται από όσα θυμόμαστε. Κάποτε όμως αλλάζει πορεία, επειδή κάποιος αποφασίζει να ανασύρει από τη λήθη όσα οι προηγούμενοι είχαν αφήσει να χαθούν.

20 Αυγούστου 2026

Η πολιτική μικρότητα φτάνει στην πιο αποκρουστική της μορφή όταν ένας άνθρωπος, ένα κόμμα ή μια εφημερίδα αντιλαμβάνεται πως ακόμη και ο θάνατος μπορεί να του φανεί χρήσιμος: να καλύψει μια ευθύνη, να στηρίξει έναν αδύναμο ισχυρισμό, να κερδίσει χρόνο ή να περιβάλει μια σκοπιμότητα με το κύρος του πένθους.

 

Η εφημερίδα Εστία δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ για υποτιθέμενο δείπνο του Γιώργου Γεραπετρίτη, της Άννας Διαμαντοπούλου και του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Οι τρεις το διέψευσαν κατηγορηματικά. Η εφημερίδα όφειλε εκείνη τη στιγμή να κάνει αυτό που επιβάλλει η στοιχειώδης δημοσιογραφική δεοντολογία: να παρουσιάσει τις αποδείξεις της ή να ανακαλέσει.

Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να ανακοινώσει ότι, «μετέχοντας στο εθνικό πένθος» για τους δύο πιλότους που σκοτώθηκαν κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους, δεν θα απαντούσε την ίδια ημέρα. Θα απαντούσε αργότερα, την επόμενη Κυριακή, «με σοβαρότητα, νηφαλιότητα και τεκμηρίωση».

Η διατύπωση θα μπορούσε να προκαλεί απλώς θυμηδία, αν δεν ήταν τόσο ηθικά αποκρουστική.

Τι ακριβώς εμπόδιζε το πένθος; Την παρουσίαση ενός στοιχείου; Τη δημοσίευση μιας αυθεντικής φωτογραφίας; Την κατονομασία μιας πηγής; Την παραδοχή ενός λάθους; Χρειαζόταν άραγε μια εβδομάδα εθνικής περισυλλογής για να αποδειχθεί ότι τρεις άνθρωποι κάθισαν στο ίδιο τραπέζι;

Η εφημερίδα δεν σιώπησε. Συνέχισε να υπαινίσσεται, να προαναγγέλλει, να μιλά για πολιτικές διεργασίες, μετεκλογικές εξελίξεις και θέσεις εξουσίας. Η μόνη απάντηση που ανέβαλε ήταν εκείνη που απαιτούσε αποδείξεις. Και ανάμεσα στον εαυτό της και στην απαίτηση της αλήθειας τοποθέτησε δύο νεκρούς. Παράξενος τρόπος να δείξεις σεβασμό.

Οι δύο πιλότοι έχασαν τη ζωή τους εκτελώντας το καθήκον τους. Δεν σκοτώθηκαν για να εξασφαλίσουν σε μια εφημερίδα χρόνο διαχείρισης μιας διάψευσης. Δεν μπορούν να επιστρατεύονται εκ των υστέρων ως ηθικοί φρουροί ενός πρωτοσέλιδου. Η μνήμη τους δεν αποτελεί αναστολή της δημοσιογραφικής λογοδοσίας. Ο θάνατός τους δεν προσφέρει άσυλο σε κανέναν ισχυρισμό.

Και όμως, αυτή ακριβώς η χρήση του θανάτου έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος στην ελληνική πολιτική ζωή. Κάθε τραγωδία μετατρέπεται με τρομακτική ταχύτητα σε πολιτικό κεφάλαιο. Οι νεκροί αποκτούν εκπροσώπους που δεν επέλεξαν, απόψεις που δεν διατύπωσαν, κομματικές ταυτότητες που δεν είχαν. Η σιωπή τους γεμίζει με τις φωνές των ζωντανών. Άλλοι μιλούν στο όνομά τους, άλλοι αποδίδουν στους νεκρούς τη δική τους οργή, άλλοι κρύβονται πίσω τους για να αποφύγουν μια δύσκολη ερώτηση.

Στα Τέμπη η διαδικασία αυτή πήρε τις πιο ακραίες διαστάσεις της. Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε μια τραγωδία που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, τιμωρία των υπευθύνων και απόλυτη θεσμική διαφάνεια. Η απαίτηση αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.

Αδιαπραγμάτευτη είναι και μια δεύτερη αρχή: κανένας θάνατος δεν μετατρέπει μια εικασία σε γεγονός. Κανένας πόνος δεν υποκαθιστά την απόδειξη. Καμία τραγωδία δεν δίνει σε κόμματα, δημοσιογράφους ή αυτόκλητους εισαγγελείς το δικαίωμα να παρουσιάζουν τη μισή αλήθεια ως ολόκληρη, να βαφτίζουν κάθε αμφιβολία συγκάλυψη και κάθε απαίτηση τεκμηρίωσης προσβολή προς τους νεκρούς.

Η δικαιοσύνη για τους νεκρούς απαιτεί αλήθεια. Η πολιτική εκμετάλλευση απαιτεί χρήσιμη  μυθοπλασία. Εκεί βρίσκεται η διαφορά.

Όταν η συγκίνηση γίνεται μέσο για να παρακαμφθεί η απόδειξη, ο νεκρός παύει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος και μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο, γίνεται εικόνα σε πανό, φράση σε ομιλία, επιχείρημα σε τηλεοπτικό παράθυρο, ασπίδα απέναντι σε μια διάψευση. Αυτή είναι η πραγματική σκύλευση: να χρησιμοποιείς τη σιωπή ενός νεκρού για να δυναμώσεις τη δική σου φωνή.

Οι αρχαίοι ονόμαζαν ύβριν την υπέρβαση του ορίου που διατηρεί τον άνθρωπο μέσα στην ηθική τάξη. Η καπηλεία του θανάτου αποτελεί την πληρέστερη εκδοχή της. Ο ζωντανός ιδιοποιείται τον νεκρό, του αποδίδει σκοπούς, τον στρατεύει σε αντιπαραθέσεις που εκείνος δεν επέλεξε και απαιτεί από τους άλλους να σωπάσουν μπροστά στη μνήμη του.  

Η ανακοίνωση της «Εστίας» είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή παρουσιάζει αυτή τη χρήση σχεδόν απροκάλυπτα. Πρώτα το δημοσίευμα. Έπειτα οι διαψεύσεις. Κατόπιν η επίκληση του εθνικού πένθους. Και στο τέλος η υπόσχεση ότι οι αποδείξεις θα εμφανιστούν αργότερα.

Οι αποδείξεις, όμως, δεν πενθούν. Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν.

Όταν δημοσιεύεις έναν τόσο συγκεκριμένο ισχυρισμό, τις διαθέτεις πριν από τη δημοσίευση. Δεν τις συγκεντρώνεις μία εβδομάδα μετά, επειδή οι άνθρωποι που ενέπλεξες σε διέψευσαν. Και ασφαλώς δεν χρησιμοποιείς δύο φέρετρα για να μεταθέσεις την ώρα κατά την οποία θα κριθεί η αξιοπιστία σου.

Η εφημερίδα οφείλει να παρουσιάσει όσα υποστηρίζει ότι διαθέτει. Αν τα στοιχεία της αποδεικνύουν το δημοσίευμα, θα κριθούν. Αν δεν το αποδεικνύουν, οφείλει να ανακαλέσει. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

Το πένθος δεν είναι δημοσιογραφικό καταφύγιο, ούτε οι νεκροί συνήγοροι των ζωντανών. Πολύ δε περισσότερο τα φέρετρα δεν είναι παραβάν πίσω από τα οποία κρύβονται όσοι χρωστούν απαντήσεις.

 

03 Αυγούστου 2026

Τελευταίο επεισόδιο στο μειοψηφικό αντιισραηλινό κρεσέντο της ελληνικής Αριστεράς υπήρξε η δήλωση της Θεώνης Κουφονικολάκου, εκπροσώπου του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.

Ερωτηθείσα ποια στάση θα τηρούσε μια κυβέρνηση της ΕΛΑΣ απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, απάντησε χωρίς περιστροφές:

Υπάρχει ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Εφαρμόζουμε το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Είναι πάρα πολύ σαφή τα πράγματα για εμάς. Εμείς, από το πρώτο δευτερόλεπτο, έχουμε μιλήσει για γενοκτονία της κυβέρνησης του Ισραήλ στη Γάζα.

Ακολούθησαν η απαίτηση για αναστολή της οικονομικής και εμπορικής σύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Ισραήλ, η άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους και ο χαρακτηρισμός των σχέσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τον ισραηλινό πρωθυπουργό «ντροπιαστικών». Ένα πλήρες πακέτο εξωτερικής πολιτικής παραδόθηκε μέσα σε λίγες τηλεοπτικές φράσεις: σύλληψη, καταγγελία, αναγνώριση, ρήξη. Όλα τα μεγάλα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου διευθετήθηκαν με την ταχύτητα και τη βεβαιότητα μιας κομματικής ανακοίνωσης.

Το ένταλμα υπάρχει και η Ελλάδα, ως συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό της Ρώμης, έχει υποχρέωση συνεργασίας με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν μετατρέπει το ένταλμα σε καταδικαστική απόφαση ούτε αποδεικνύει γενοκτονία. Η Κουφονικολάκου συγχωνεύει έτσι τρία διαφορετικά πράγματα: την κατηγορία, το ένταλμα και την ενοχή, για να εμφανίσει ως δικαστικά τετελεσμένο ένα πολιτικό συμπέρασμα που το κόμμα της έχει ήδη προεξοφλήσει.

Με την ίδια ευκολία κατατίθεται η απαίτηση για αναστολή των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων, χωρίς ούτε μία λέξη για τον επιδιωκόμενο σκοπό, το κόστος ή το στρατηγικό κενό που θα δημιουργούσε. Η άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους, ύψιστη προτεραιότητα των «συντρόφων και αλληλέγγυων», δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα που υποτίθεται ότι διευθετεί. Τα οριστικά σύνορα παραμένουν μη συμφωνημένα, η πολιτική εκπροσώπηση είναι διχασμένη ανάμεσα στην Παλαιστινιακή Αρχή και τη Χαμάς και οι εγγυήσεις ασφαλείας για Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους εξακολουθούν να αποτελούν ανοιχτό ζήτημα. Αν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να μετατρέψει το σύνθημα σε εξωτερική πολιτική οφείλει να απαντήσει ποια σύνορα αναγνωρίζει, ποιος θα κυβερνά, ποια θα είναι η θέση της Χαμάς και με ποιον τρόπο η μονομερής αναγνώριση θα οδηγήσει σε βιώσιμη ειρήνη.

Χωρίς απαντήσεις, παραμένει μια ταιριαστή συνέχεια για τον πολιτικό που κάποτε αναρωτήθηκε δημοσίως: «Μας κατηγορούν ότι ανοίξαμε τα σύνορα. Ποια σύνορα; Έχει η θάλασσα σύνορα και δεν το ξέραμε;»

Η θέση της ευρύτερης Αριστεράς απέναντι στο Ισραήλ είναι γνωστή και διατυπώνεται πλέον χωρίς επιφυλάξεις. Ακούγεται στη Βουλή, επαναλαμβάνεται στις πορείες, εκφράζεται με ψηφίσματα, καταλήψεις και οργανωμένους ακτιβισμούς. Είναι γνωστές οι  περιπτώσεις όπου οργανωμένες κομματικές οργανώσεις στρέφονται εναντίον Ισραηλινών πολιτών που επισκέπτονται την Ελλάδα, σαν κάθε τουρίστας που κρατά ισραηλινό διαβατήριο να φέρει προσωπική ευθύνη για τις αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας του. Αυτές οι δήθεν διαμαρτυρίες αναβιώνουν ανατριχιαστικές  ναζιστικές μεθόδους.  

Εδώ η πολιτική διαμαρτυρία παύει να αφορά τον Νετανιάχου. Η ενοχή μεταφέρεται από την κυβέρνηση στο λαό, από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην εθνική ταυτότητα και στη συλλογική καταδίκη. Και η συλλογική ενοχοποίηση των Εβραίων ή των Ισραηλινών δεν εξαγνίζεται επειδή εκφέρεται στο όνομα ενός «δίκαιου αγώνα» του παλαιστινιακού λαού, τον οποίο «δίκαιο αγώνα», στο μεταξύ, διεξάγουν οι σφαγείς της Χαμάς και τα ενεργούμενα του θεοκρατικού Ιράν και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που χρηματοδοτείται από το Κατάρ και την Τουρκία. 

Η ελληνική Αριστερά διατηρεί μια παλαιά και βαθιά ριζωμένη πεποίθηση: ότι οι δικές της μειοψηφικές θέσεις αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, την αυθεντική βούληση του λαού. Οι εκλογικοί συσχετισμοί, οι κοινωνικές πλειοψηφίες και οι στρατηγικές επιλογές της χώρας αντιμετωπίζονται ως προσωρινά εμπόδια μπροστά σε μια ανώτερη ιδεολογική νομιμότητα. Μπορεί να εκπροσωπεί ένα περιορισμένο τμήμα της κοινωνίας, εξακολουθεί όμως να μιλά σαν να διαθέτει το ηθικό πληρεξούσιο ολόκληρου του έθνους.

Αυτή είναι μια παλαιότερη και πονεμένη ιστορία. Η δήλωση της Κουφονικολάκου θέτει ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα. Αφορά την εξωτερική πολιτική μιας χώρας η οποία βρίσκεται σε εξαιρετικά ασταθή περιοχή, αντιμετωπίζει καθημερινά αναθεωρητικές απειλές και έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κεφάλαιο σε συγκεκριμένες διεθνείς συμμαχίες.

Η Ελλάδα δεν συζητά τη σχέση της με το Ισραήλ σε ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο. Τη συζητά στην Ανατολική Μεσόγειο, απέναντι σε μια Τουρκία που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, διατηρεί το casus belli, προβάλλει τη «Γαλάζια Πατρίδα», εργαλειοποιεί τη μουσουλμανική αλληλεγγύη και επιχειρεί να αναδειχθεί σε ηγεμονική δύναμη του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν αποτελεί συναισθηματική επιλογή ούτε προσωπική προσκόλληση στον εκάστοτε ισραηλινό πρωθυπουργό. Αποτελεί στρατηγική σύγκλιση κρατών που έχουν κοινά συμφέροντα στην άμυνα, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στις θαλάσσιες ζώνες και στη συγκράτηση του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μια θεωρητική ή μακρινή απειλή. Η Τουρκία αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία, διατηρεί το casus belli, διεκδικεί ελληνικά νησιά, αρνείται την επήρεια νησιών στις θαλάσσιες ζώνες και επιχειρεί να μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε χώρο αποκλειστικής τουρκικής επιρροής. Απέναντι σε αυτή την απροκάλυπτη αναθεωρητική στρατηγική, η ελληνική Αριστερά δεν περιορίζεται σε μια γενική δυσπιστία προς την εθνική πολιτική. Καταγγέλλει τους εξοπλισμούς που ενισχύουν την αποτροπή, υπονομεύει τις συμμαχίες που περιορίζουν την τουρκική ισχύ και υιοθετεί, σχεδόν αυτούσιες, τις αιτιάσεις της Άγκυρας για την Κύπρο, το Αιγαίο, το Ισραήλ και την Ανατολική Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένο και δεν επιδέχεται εξωραϊσμούς: το ελληνικό εθνικό συμφέρον θυσιάζεται για ακόμη μία φορά στο βωμό μιας ιδεολογίας, ενώ οι πολιτικές επιλογές που παρουσιάζονται ως φιλειρηνικές και διεθνιστικές καταλήγουν να λειτουργούν ως εσωτερικός πολλαπλασιαστής της τουρκικής στρατηγικής.

Όταν η Ελλάδα ενισχύει την άμυνά της, η Αριστερά διαμαρτύρεται. Όταν συγκροτεί συμμαχίες που αναχαιτίζουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό, ζητά τη διάλυσή τους. Όταν η Άγκυρα απειλεί, αναζητά συνήθως την ευθύνη στην Αθήνα. Έτσι η ιδεολογική της καθαρότητα εξασφαλίζεται με το πραγματικό κόστος να μεταφέρεται στην εθνική κυριαρχία της χώρας.

Η Κουφονικολάκου δεν μίλησε για κανένα απ’ αυτά. Δεν εξήγησε τι θα σήμαινε για την ελληνική ασφάλεια μια βαθιά ρήξη με το Ισραήλ. Δεν ανέφερε ποιος θα αντικαθιστούσε την αμυντική, πληροφοριακή και τεχνολογική συνεργασία των δύο κρατών. Δεν είπε με ποιον τρόπο θα προστατεύονταν τα ελληνικά συμφέροντα μετά την αποδόμηση μιας από τις σημαντικότερες περιφερειακές συμμαχίες της χώρας.

Της αρκούσε η βεβαιότητα ότι βρισκόταν στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας». Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται για να επιβεβαιώνει την ηθική αυτοεικόνα ενός κόμματος. Ασκείται για να εξασφαλίζει την επιβίωση, την κυριαρχία και την ασφάλεια ενός κράτους.

Στο μεταξύ ο Αλέξης Τσίπρας, του οποίου η Θεώνη Κουφονικολάκου είναι σήμερα εκπρόσωπος, υπήρξε ένας από τους πρωθυπουργούς που εμβάθυναν αποφασιστικά τη σχέση Ελλάδας και Ισραήλ. Τον Δεκέμβριο του 2016, έχοντας δίπλα του τον ίδιο τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, δήλωνε πεπεισμένος ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ είχε «μεγίστη στρατηγική αξία» για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ευημερία της Ανατολικής Μεσογείου.

Η συνεργασία που σήμερα περιγράφεται ως «ντροπιαστική» δεν γεννήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οικοδομήθηκε με τη συμμετοχή και την υπογραφή του Αλέξη Τσίπρα. Η σημερινή ΕΛΑΣ οφείλει επομένως να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ήταν λανθασμένη και επαίσχυντη η στρατηγική που ακολούθησε ο αρχηγός της ως πρωθυπουργός, ήταν μια ακόμα από τις περίφημες αυταπάτες που τόσο μας στοίχησαν ή είναι σήμερα βολική η αποκήρυξή της επειδή το εκλογικό του ακροατήριο απαιτεί υψηλότερες δόσεις αντιισραηλινής ρητορικής;

Και τα δύο μαζί δεν γίνεται να ισχύουν.  

30 Ιουλίου 2026

Ας συμφωνήσουμε αρχικά σε κάτι στοιχειώδες. Μια σοβαρή κρίση σπανίως χωρά στο άσπρο και το μαύρο, στο καλό και το κακό. Η ερμηνεία που σέβεται το αντικείμενό της αποδέχεται την πολυπλοκότητά του, ακόμη και όταν καταλήγει σε αυστηρό συμπέρασμα. Διαφορετικά, η κριτική παύει να είναι κρίση και καταντά αποψάρα.

 

Δεν είδα την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν. Είδα, όμως, εκείνο που προηγήθηκε και ακολούθησε την προβολή της: τον μαύρο χαμό. Δεν υπήρξε λογαριασμός στο Facebook, στο X, στο Instagram ή σε οποιαδήποτε άλλη γωνιά των κοινωνικών δικτύων που να αντιστάθηκε στον πειρασμό της δημόσιας αυτοέκθεσης: να μιλήσει με απόλυτη βεβαιότητα για όσα αγνοεί.

Γι’ αυτό ακριβώς το άρθρο αφορά τη «βουή και την αντάρα», όχι την ταινία. Για να κρίνει κανείς ένα κινηματογραφικό έργο, οφείλει ασφαλώς να το παρακολουθήσει. Για να παρατηρήσει όμως τον μηχανισμό που το μεταβάλλει σε παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός, αρκεί να κοιτάξει όσα συμβαίνουν γύρω του.

Πίσω από τις υψηλές λέξεις περί Ομήρου, πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπερίληψης και ιστορικής πιστότητας υπάρχει πρώτα μια πολύ πεζή πραγματικότητα. Μια παραγωγή της τάξης των 250 εκατομμυρίων δολαρίων πρέπει να επιστρέψει τα χρήματά της. Γύρω από μια τέτοια παραγωγή στήνεται πολύ πριν από την πρεμιέρα ένας τεράστιος μηχανισμός δημοσιότητας, που τρέφεται εξίσου από τη συζήτηση και τη διαμάχη. Το Χόλιγουντ γνωρίζει εδώ και καιρό ότι η διαμάχη είναι το φθηνότερο ειδικό εφέ μιας πανάκριβης ταινίας. Η μαύρη Ελένη, ο καταθλιπτικός Οδυσσέας, το μετατραυματικό στρες, οι δηλώσεις των ηθοποιών και η οργή των κοινωνικών δικτύων αποτελούν διαφορετικές πηγές του ίδιου πολύτιμου καυσίμου: της προσοχής.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο Νόλαν είναι ένας κυνικός έμπορος που έτυχε να πέσει πάνω στον Όμηρο. Ούτε άσχετος είναι ούτε ανόητος. Μελέτησε το κείμενο, διάβασε διαφορετικές μεταφράσεις και έπειτα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τις αγνόησε, ώστε  να φτιάξει μια ταινία με τη δική του κινηματογραφική γλώσσα. Ο Ντάνιελ Μέντελσον, κορυφαίος κλασικός φιλόλογος και βαθύς γνώστης της ομηρικής Οδύσσειας, αναγνωρίζει ότι η κυκλική σύνθεση, οι αναδρομές, οι ιστορίες μέσα στις ιστορίες και η συνεχής επιστροφή στο σημείο εκκίνησης συνδέουν ουσιαστικά τη μέθοδο του Νόλαν με την ομηρική αφήγηση.

Η σοβαρότητα της προετοιμασίας του δεν αγιοποιεί το αποτέλεσμα, ωστόσο, το καθιστά άξιο σοβαρής διαφωνίας.

Η Οδύσσεια προκάλεσε επί αιώνες συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, ζωγράφους και μουσικούς. Ο Βιργίλιος, ο Δάντης, ο Τζόυς και ο Καζαντζάκης συνάντησαν διαφορετικό Οδυσσέα, επειδή κάθε εποχή αναζητούσε στο ίδιο πρόσωπο τη δική της ανησυχία. Αυτή η αδιάκοπη επανεμφάνισή του αποδεικνύει ότι το έργο λειτουργεί ακόμη, ότι εξακολουθεί να γεννά μορφές και νοήματα. Δεν μας υποχρεώνει να αποδεχθούμε κάθε νέα εκδοχή του. Η επίδραση ενός κλασικού έργου και η αξία μιας συγκεκριμένης διασκευής του είναι δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Ο Όμηρος μας κληροδότησε την Οδύσσεια, όχι και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να την ερμηνεύουμε.

Εξακολουθώ, για παράδειγμα, να διαβάζω την Οδύσσεια στη μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά και θεωρώ την απόπειρα των Καζαντζάκη–Κακριδή επιεικώς άστοχη. Κάποιος άλλος μπορεί να πιστεύει ακριβώς το αντίθετο. Αυτή είναι μια θεμιτή αισθητική και φιλολογική διαφωνία. Τι απομένει; Να κηρύξουμε νέο Τρωικό Πόλεμο ανάμεσα σε ανθρώπους που, σε μεγάλο ποσοστό, γνωρίζουν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια κυρίως από τα εξώφυλλά τους;

Η σημαντικότερη ένσταση απέναντι στην ταινία, τουλάχιστον όπως την περιγράφει ο Μέντελσον, αφορά τον ίδιο τον Οδυσσέα. Ο Νόλαν τον μετατρέπει σε έναν ήρωα ενοχής, ψυχικά διαλυμένο από τον Τρωικό Πόλεμο, σχεδόν σε μια αρχαία εκδοχή του Μπάτμαν. Του αποδίδει κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες, ώστε να γίνει αναγνωρίσιμος από το θεατή του 21ου αιώνα. Η επιλογή διαθέτει δραματουργική λογική. Είναι όμως πολύ περισσότερο Νόλαν από όσο είναι Όμηρος.

Ο ομηρικός άνθρωπος γνωρίζει το φόβο, το πένθος, την απώλεια και τη συντριβή. Ο Οδυσσέας κλαίει στην ακτή της Καλυψώς, δακρύζει ακούγοντας τον Δημόδοκο να τραγουδά τα γεγονότα της Τροίας, νοσταλγεί την πατρίδα και υποφέρει για τους συντρόφους που χάθηκαν. Η ψυχική οδύνη υπάρχει. Εκείνο που απουσιάζει είναι η σύγχρονη ηθική ανάγνωσή της. Ο ήρωας βασανίζεται από την απώλεια, τον νόστο που αναβάλλεται, τη μνήμη και την οργή των θεών αλλά δεν μετανοεί επειδή έλαβε μέρος σε έναν πόλεμο ο οποίος παραβιάζει τις σημερινές αντιλήψεις περί βίας. Η πολεμική πράξη τού προσφέρει τιμή και κλέος, ενώ το τέχνασμα αποτελεί απόδειξη της αρετής του, όχι πηγή ενοχής που απαιτεί ψυχοθεραπευτική εξιλέωση.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Στον ομηρικό κόσμο το άτομο ορίζεται μέσα από το βλέμμα των θεών, των συμπολεμιστών, της οικογένειας και της κοινότητας. Η τιμή, η αιδώς, η φήμη, η εκδίκηση, η φιλοξενία και η πίστη στον οίκο συνθέτουν έναν κόσμο πολύ μακρινό από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον άνθρωπο και τις πράξεις του. Ακόμη και η μνηστηροφονία παρουσιάζεται ως βίαιη αποκατάσταση της τάξης που παραβιάστηκε, όχι ως έγκλημα από το οποίο ο Οδυσσέας θα χρειαστεί να... θεραπευθεί.

Οι πιο παραπλανητικές γέφυρες με την αρχαιότητα είναι συχνά οι λέξεις που επέζησαν. Ακούμε «αρετή», «ανδρεία», «πόλη», «σώμα», «έρωτας» και νομίζουμε ότι αναγνωρίζουμε τις ίδιες έννοιες. Η ομηρική αρετή συνδέεται με την ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνεται στο ρόλο του, όχι με τη νεότερη έννοια της ηθικής καλοσύνης. Η ανδρεία προϋποθέτει μια εξοικείωση με τη βία που σήμερα μας ξενίζει. Η πόλη απέχει από το σύγχρονο κράτος, ο έρωτας από τη ρομαντική αυτοπραγμάτωση και η ομόφυλη επιθυμία από τη νεότερη ιδέα μιας σταθερής σεξουαλικής ταυτότητας. Οι ίδιες λέξεις κρύβουν διαφορετικούς κόσμους. Ο Όμηρος γνωρίζει το κόστος της βίας, ιδίως στην Ιλιάδα, αλλά το αντιλαμβάνεται με άλλες κατηγορίες. Η διάγνωση του μετατραυματικού στρες δεν αποτελεί απλή μεταφορά ενός παλαιού αισθήματος σε μια σημερινή λέξη. Μεταφέρει μαζί της ολόκληρη ανθρωπολογία.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το αναπόφευκτο δράμα κάθε σύγχρονης διασκευής. Ο σκηνοθέτης χρειάζεται να κάνει τον αρχαίο κόσμο οικείο σε ένα κοινό που σκέφτεται με εντελώς διαφορετικούς όρους. Αν τον αφήσει ριζικά ξένο, κινδυνεύει να χάσει το θεατή. Αν τον μεταφράσει πλήρως στη γλώσσα του παρόντος, χάνει τον αρχαίο κόσμο. Η διασκευή κινείται αναγκαστικά ανάμεσα σε αυτές τις δύο απώλειες. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αναχρονισμός, αλλά αν ο δημιουργός γνωρίζει ότι «αναχρονίζει» και αν η μετάπλαση που επιχειρεί παράγει τέχνη ή απλώς εναρμονίζεται με τις βεβαιότητες της εποχής του.

Άλλωστε, ο Όμηρος είχε αρχίσει να γίνεται προβληματικός ήδη μέσα στην ίδια την αρχαιότητα. Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Πλάτων τον αντιμετώπιζε συγχρόνως ως τον μεγάλο παιδαγωγό των Ελλήνων και ως έναν ποιητή επικίνδυνο για την ιδανική πολιτεία. Οι θεοί που εξαπατούν, οι ήρωες που θρηνούν, η μίμηση των παθών και η ηθική του επικού κόσμου κρίνονταν ακατάλληλα για τους πολίτες που ήθελε να διαμορφώσει. Η απόσταση ανάμεσα στον ομηρικό ήρωα και την πλατωνική πόλη είχε ήδη ανοίξει. Εάν λίγους αιώνες αργότερα οι ίδιοι οι αρχαίοι αισθάνονταν την ανάγκη να διορθώσουν  ή να αποπέμψουν τον Όμηρο, θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι ο κινηματογράφος του 21ου αιώνα μπορεί να τον μεταφέρει ανέπαφο.

Γι’ αυτό κάθε σκηνοθετική παρέμβαση δολοφονεί και ταυτοχρόνως ανασταίνει το αρχαίο έργο. Το αποσπά από το δικό του σύστημα νοημάτων, αλλά του προσφέρει νέο κοινό. Ο δημιουργός βάζει με κάποια αυταρέσκεια το όνομά του δίπλα στο όνομα του Ομήρου, του Αισχύλου ή του Σοφοκλή, γνωρίζοντας ότι το παλαιό κύρος θα φωτίσει και τη δική του υπογραφή. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι σπουδαίο, μέτριο ή καταστροφικό. Πιστή αναπαραγωγή, πάντως, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μια καινούργια ανάγνωση που οφείλει να κριθεί για όσα επέλεξε, όσα κατανόησε και όσα θυσίασε.

Κάπου εδώ εμφανίζεται η μαύρη Ελένη (και μαζί η μαύρη Κλυταιμνήστρα) και η συζήτηση εγκαταλείπει σχεδόν ολοκληρωτικά την Οδύσσεια. Το χρώμα του δέρματος της Λουπίτα Νιόνγκο αποτελεί δευτερεύον ζήτημα για το ίδιο το έπος. Η Ελένη έχει μικρή παρουσία στην Οδύσσεια, είναι μυθικό και όχι ιστορικό πρόσωπο, ενώ το θέατρο και ο κινηματογράφος έχουν προ πολλού εξοικειωθεί με διανομές που αγνοούν το φύλο ή την καταγωγή των χαρακτήρων. Κανένα αρχαίο κείμενο δεν ακυρώνεται επειδή ένας ρόλος ανατίθεται σε ηθοποιό διαφορετικής όψης από εκείνη που έχει παγιώσει η νεότερη εικονογραφική παράδοση.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφέλεια να προσποιηθούμε ότι η επιλογή έγινε μέσα σε αισθητικό κενό. Ο ίδιος ο Μέντελσον θεωρεί προφανές ότι ο Νόλαν επέλεξε συνειδητά να προκαλέσει. Η πρόκληση γεννά δημοσιότητα, η δημοσιότητα εισιτήρια και η διανομή αποκτά έναν πρόσθετο συμβολισμό, ανεξάρτητο από την ερμηνεία της ηθοποιού. Η επιλογή μπορεί να είναι καλλιτεχνικά νόμιμη και συγχρόνως διαφημιστικά υπολογισμένη. Οι δύο διαπιστώσεις συνυπάρχουν χωρίς δυσκολία.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια ελεύθερη σκηνοθετική απόφαση παρουσιάζεται ως ηθική διόρθωση του παρελθόντος και θωρακίζεται απέναντι σε κάθε κριτική. Η δήλωση της Νιόνγκο ότι θα ζητούσε περίπου το λόγο από τον Όμηρο επειδή αφιέρωσε λίγο χώρο στις γυναίκες ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος όπου η Αθηνά θέτει την πλοκή σε κίνηση, η Πηνελόπη αντιπαραθέτει τη δική της μήτιν στην πανουργία του Οδυσσέα, ενώ η Καλυψώ, η Κίρκη, η Ναυσικά, η Αντίκλεια, η Ευρύκλεια, η Ελένη και οι Σειρήνες καθορίζουν σχεδόν κάθε σταθμό του νόστου. Όλα αυτά φυσικά εκτυλίσσονται μέσα σε έναν πατριαρχικό κόσμο. Η θέση των γυναικών στον ομηρικό οίκο απέχει ριζικά από τη σύγχρονη ισότητα. Η γυναικεία παρουσία, ωστόσο, είναι τόσο δραστική ώστε η ανάγνωση του έπους ως ιστορίας που παραμερίζει απλώς τις γυναίκες αποκαλύπτει περισσότερο άγνοια παρά ευαισθησία.

Η απαίτηση να απολογηθεί ο Όμηρος επειδή δεν συμμορφώθηκε προς τις προδιαγραφές εκπροσώπησης του 2026 είναι εξίσου παράλογη με την επίπληξή του επειδή αγνοούσε την καθολική ψήφο, την ψυχανάλυση ή το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Η ιστορική κατανόηση αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που αναστέλλουμε προσωρινά το σημερινό ηθικό βαθμολόγιο και προσπαθούμε να αντιληφθούμε τις κατηγορίες μιας άλλης κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραιτούμαστε από τη δική μας κρίση. Σημαίνει ότι πρώτα κατανοούμε και ύστερα κρίνουμε. Διαφορετικά συνομιλούμε μόνο με τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας τον αρχαίο συγγραφέα ως βουβό κομπάρσο στις σημερινές μας διαμάχες.

Ο όρος «γουόκ κουλτούρα» έχει πια χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ ώστε συχνά συσκοτίζει αντί να εξηγεί. Το φαινόμενο που επιχειρεί να περιγράψει, ωστόσο, είναι υπαρκτό: μια πολιτισμική «ορθοδοξία» που μετρά στα έργα παρουσίες και απουσίες, σαν η αξία τους να εξαρτάται από το πόσο σωστά μοιράζουν τους ρόλους, αντιμετωπίζει τη μνήμη ως υλικό προς ανακατανομή και μετρά την ηθική τους αξία με βάση τη συμμόρφωση προς τις ευαισθησίες του παρόντος. Η ανάμειξη εποχών, φύλων και πολιτισμών μπορεί να γεννήσει μεγάλη τέχνη· το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία της τέχνης. Μεταβάλλεται σε αντιπολιτισμικό χυλό όταν καταργεί τις διαφορές που υποτίθεται ότι θέλει να αναδείξει.

Θα ήταν υπερβολικό να βαφτίσουμε ολοκληρωτισμό κάθε ανορθόδοξη διανομή ρόλων. Υπάρχει όμως μια ολοκληρωτική φιλοδοξία στον μηχανισμό που απονέμει εκ των προτέρων την ηθική αρετή σε μία ερμηνεία και μεταβάλλει την αντίρρηση σε τεκμήριο ρατσισμού, μισογυνισμού ή πολιτισμικής καθυστέρησης. Εκεί η συζήτηση παύει. Η αισθητική κρίση αντικαθίσταται από πιστοποιητικά προθέσεων και το έργο αποκτά ένα συμβολικό κεφάλαιο που βρίσκεται έξω από τις εικόνες ή τις σελίδες του. Όπως στη λογοτεχνική ζωή ένα βιβλίο μπορεί να προστατεύεται από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα του, έτσι και στον κινηματογράφο μια διανομή μπορεί να αποκτά ηθική ασυλία πριν ακόμη αξιολογηθεί καλλιτεχνικά.

Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η αντίδραση της άλλης πλευράς. Από τη μια, κάποιοι δικάζουν τον Όμηρο με τον κώδικα συμπερίληψης του 2026. Από την άλλη, ορισμένοι υπερασπίζονται την Ελένη σαν να πρόκειται για ληξιαρχικώς καταγεγραμμένη Ελληνίδα, της οποίας παραποιήθηκε το διαβατήριο. Οι πρώτοι μετατρέπουν το έπος σε εγχειρίδιο ορθής εκπροσώπησης και οι δεύτεροι σε εθνικό κειμήλιο που τους ανήκει λόγω καταγωγής. Και οι δύο πλευρές προβάλλουν πάνω του κατηγορίες ξένες προς τον κόσμο του. Η σύγχρονη διάκριση «λευκού» και «μαύρου», φορτισμένη από τη δουλεία, την αποικιοκρατία και τον φυλετικό διαχωρισμό, δεν αντιστοιχεί στον τρόπο με τον οποίο ο αρχαίος ελληνικός κόσμος αντιλαμβανόταν τις ανθρώπινες διαφορές. Η διαμάχη για το χρώμα της Ελένης μιλά πολύ περισσότερο για εμάς παρά για τον Όμηρο.

Αυτό είναι ίσως το ουσιώδες σημείο των εγχώριων διαμαρτυριών. Αν συγκεντρώναμε εκατό από τους πιο οργισμένους υπερασπιστές ή κατηγόρους της ταινίας, πόσοι θα είχαν ανοίξει την «Οδύσσεια» ή την «Ιλιάδα» πέρα από το εξώφυλλο; Η σχολική οικειότητα με τα ονόματα δημιουργεί συχνά την ψευδαίσθηση της γνώσης. Θεωρούμε ότι γνωρίζουμε τον Όμηρο επειδή θυμόμαστε τον Κύκλωπα, τις Σειρήνες και την Πηνελόπη που υφαίνει. Η γνώση του έργου, όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η περίληψη του μύθου: στη γλώσσα, στη δομή, στις επαναλήψεις, στις αντιφάσεις, στη θεολογία, στην ηθική του οίκου και στη σκοτεινή σχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και τη βία.

Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα έκανε τη γνώμη καθολικό δικαίωμα και τη γνώση προαιρετική προϋπόθεση. Έτσι το πιο εύκολο, άμεσο και ορατό στοιχείο, το χρώμα μιας ηθοποιού,  καταπίνει το έργο. Ελάχιστοι συζητούν για την απώλεια της ομηρικής μήτιος, για την αφαίρεση των Φαιάκων, για την εξαφάνιση του χιούμορ και του θαυμαστού, για τη μεταβολή του νόστου σε θεραπεία ενός τραυματισμένου αμερικανού ήρωα. Αυτές είναι αντιρρήσεις που απαιτούν ανάγνωση. Το χρώμα απαιτεί μόνο όραση και έναν λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα.

Ο Νόλαν, όπως κάθε σύγχρονος σκηνοθέτης που καταφεύγει στους κλασικούς, πιθανότατα δολοφονεί τον Όμηρο και ταυτοχρόνως τον ανασταίνει. Μπορεί να απομακρύνει τον Οδυσσέα από τον κόσμο του και συγχρόνως να φέρει εκατομμύρια ανθρώπους κοντά στο όνομά του. Ο Μέντελσον παρατηρεί ότι πολλοί Αμερικανοί αγοράζουν ήδη μεταφράσεις της Οδύσσειας, κάτι που μάλλον δεν συμβαίνει στη χώρα μας, για να προετοιμαστούν πριν δουν την ταινία. Αυτό από μόνο του είναι κέρδος. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Καμία κινηματογραφική εκδοχή, πάντως, δεν μπορεί να βλάψει την Οδύσσεια. Το έπος επέζησε από τον Πλάτωνα, τους αλληγοριστές, τους χριστιανούς ερμηνευτές, τους μεταφραστές, τα εθνικά σχολικά εγχειρίδια, τον Τζόυς, τον Καζαντζάκη και από αμέτρητους σκηνοθέτες που το έντυσαν με τα ρούχα της εποχής τους. Θα επιζήσει και από τον Νόλαν, από τη Λουπίτα Νιόνγκο, από τους ενθουσιώδεις υμνητές και από τους οργισμένους τιμητές του διαδικτύου.

Η Οδύσσεια δεν κινδυνεύει από τον Νόλαν. Κινδυνεύουμε εμείς να μείνουμε για άλλη μια φορά έξω από τις σελίδες της, απολύτως βέβαιοι ότι την υπερασπιστήκαμε.

 

21 Ιουλίου 2026

Στην Ελλάδα δεν λείπουν οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι ή οι πανεπιστημιακοί. Περισσεύουν οι παιδονόμοι της γνώμης. Άνθρωποι που πιστεύουν πως η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι οι λανθασμένες ιδέες αλλά οι ιδέες που διατυπώνονται χωρίς τη δική τους έγκριση.

Υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν κάθε πρωί με μια αποστολή. Να ελέγξουν ποιος σκέφτηκε λάθος. Είναι οι αυθόρμητοι χωροφύλακες της ορθής γνώμης, πάντα έτοιμοι να κόψουν το επόμενο ιδεολογικό πρόστιμο. Παρακολουθούν τη δημόσια ζωή όπως ο παλιός τροχονόμος παρακολουθούσε τη διασταύρωση. Σφυρίζουν μόλις κάποιος περάσει με κόκκινο. Μόνο που το κόκκινο δεν είναι πια ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Είναι ο δικός τους πολιτικός κώδικας.

Κάποτε υπήρχαν λογοκριτές. Σήμερα υπάρχουν επιμελητές συνειδήσεων. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε θεατρικές σκηνές, τηλεοπτικά πάνελ, εφημερίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μια αξιοθαύμαστη αίσθηση αποστολής. Έχουν αναλάβει να προστατεύσουν την κοινωνία από την πιο επικίνδυνη απειλή της εποχής: τις ανεξέλεγκτες γνώμες.

Η δουλειά τους, το δίχως άλλο, είναι κουραστική. Κάθε τόσο εμφανίζεται κάποιος που ξεχνά πως οι απόψεις, πριν βγουν δημόσια, οφείλουν να περάσουν από προληπτικό ιδεολογικό έλεγχο. Αυτή τη φορά ξέχασε ο Θοδωρής Αθερίδης.

Είπε, παρακολουθήστε θράσος τώρα,  ότι εμπιστεύεται μια αστυνομική έρευνα. Εξέφρασε θετική γνώμη για τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Δεν κάλεσε σε πραξικόπημα, δεν πρότεινε κατάργηση του Συντάγματος, δεν ζήτησε να κλείσουν εφημερίδες. Είπε κάτι πολύ πιο σοβαρό για τα ελληνικά δεδομένα. Είπε μια άποψη που δεν προβλεπόταν από το εγχειρίδιο της πολιτιστικής ορθοδοξίας.

Και τότε άρχισε η γνωστή τελετή.

Άλλος απογοητεύτηκε. Άλλος εξοργίστηκε. Άλλος ανακάλυψε ότι ο ηθοποιός διαθέτει ύποπτα πολιτικά χαρακτηριστικά. Άλλος ανέλαβε να εξηγήσει στο κοινό γιατί η συγκεκριμένη γνώμη είναι σχεδόν ανεπίτρεπτη. Όλοι μαζί σχημάτισαν εκείνη την οικεία χορωδία που εμφανίζεται κάθε φορά που κάποιος διανοείται να παρεκκλίνει από τη σωστή γραμμή.

Το αξιοθαύμαστο είναι ότι οι περισσότεροι αυτοπαρουσιάζονται ως ακούραστοι υπερασπιστές της ελευθερίας του λόγου.

Την αγαπούν βαθιά. Αρκεί να μην κάνει του κεφαλιού της.

Η ελληνική πολιτιστική ζωή έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφή λογοκρισίας. Δεν απαγορεύει. Δεν φυλακίζει. Δεν καίει βιβλία. Κάνει κάτι ευφυέστερο. Κατασκευάζει κοινωνικό κόστος. Σου υπενθυμίζει ότι μπορείς ασφαλώς να πεις ό,τι θέλεις, αρκεί να είσαι έτοιμος να περάσεις από δημόσια ανάκριση επειδή το είπες.

Έτσι λειτουργεί κάθε ιδεολογική ηγεμονία. Δεν χρειάζεται αστυνομία. Της αρκεί μια ομάδα πρόθυμων εθελοντών. Εκείνοι αναλαμβάνουν τις περιπολίες. Ελέγχουν δηλώσεις, μετρούν λέξεις, εξετάζουν προθέσεις, αποδίδουν πολιτικά φρονήματα με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που δεν διαψεύστηκαν ποτέ από την πραγματικότητα.

Και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχθούν ότι αυτό ακριβώς είναι μια μορφή εξουσίας. Θα σου πουν ότι απλώς «ασκούν κριτική». Βεβαίως. Με τον ίδιο τρόπο που ένας εισαγγελέας διαβάζει το κατηγορητήριο.

Το πιο κωμικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η επιλεκτική τους ευαισθησία. Όταν ένας ηθοποιός καταγγέλλει την κυβέρνηση, γίνεται συνείδηση της κοινωνίας. Όταν υπογράφει διακηρύξεις, γίνεται ενεργός πολίτης. Όταν συμμετέχει σε πολιτικές καμπάνιες, υπηρετεί τη δημοκρατία. Αν όμως εκφράσει μια γνώμη που δεν ταιριάζει στο ιδεολογικό τους αισθητήριο, μετατρέπεται ξαφνικά σε επικίνδυνο διασκεδαστή που καλό θα ήταν να περιοριστεί στον ρόλο του.

Η τέχνη, λένε, πρέπει να έχει φωνή. Υπό την προϋπόθεση ότι η φωνή θα μιλά με τη σωστή προφορά.

Βεβαίως και κανείς  δεν υποχρεούται να συμφωνήσει με τον Αθερίδη. Αυτό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Το ενδιαφέρον αρχίζει από τη στιγμή που κάποιοι αισθάνονται πως διαθέτουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιες πολιτικές απόψεις επιτρέπεται να διατυπώνει ένας ηθοποιός χωρίς να κληθεί σε δημόσια απολογία.

Η νοοτροπία αυτή έχει κουράσει. Επί σχεδόν μισό αιώνα το ίδιο ακροατήριο μοιράζει πιστοποιητικά προοδευτικότητας, απονέμει μετάλλια ηθικής καθαρότητας και ανακαλεί την εκτίμησή του μόλις κάποιος πάψει να επαναλαμβάνει τα προβλεπόμενα.

Έστω και αργά, ολοένα και περισσότεροι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στους αυτόκλητους παιδαγωγούς της κοινωνίας. Κουράστηκαν από όσους μιλούν σαν να τους έχει ανατεθεί η επιτήρηση της δημόσιας σκέψης. Κουράστηκαν από τους επαγγελματίες της ιδεολογικής καθοδήγησης. Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιθεωρητές συνειδήσεων. Έχει ανάγκη από πολίτες που αντέχουν να ζουν με την ελευθερία του άλλου, ακόμη κι όταν η γνώμη του τους ενοχλεί.

16 Ιουλίου 2026

Η Ελλάδα παρακολουθεί ακόμη μια φορά ένα γνώριμο έργο. Μια ομάδα ανθρώπων οργανώνει επιθέσεις, εκφοβίζει πολίτες, κυνηγά ανθρώπους στους δρόμους επειδή είναι εβραίοι και, λίγες ημέρες αργότερα, μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί τη ζωή μιας αθώας γυναίκας. Θα περίμενε κανείς ότι μια δημοκρατία με την εμπειρία της ελληνικής θα αντιδρούσε απέναντι στην πολιτική βία χωρίς δισταγμούς και χωρίς αστερίσκους. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες λέξεις για τις ίδιες πράξεις. Σαν να εξακολουθεί η ελληνική κοινωνία να κρίνει πρώτα τον δράστη και ύστερα την πράξη.

Αυτό δεν είναι σύμπτωση ούτε προϊόν της συγκυρίας. Είναι η κατάληξη μιας διαδρομής που ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν.

Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.

Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. Από ένα σημείο και μετά ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι υποχρεώνονταν να απολογούνται με τους δικούς της όρους, να χρησιμοποιούν το δικό της λεξιλόγιο και να αποδέχονται τις δικές της ιστορικές ιεραρχήσεις. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογικής ηγεμονίας: η στιγμή κατά την οποία ακόμη και οι αντίπαλοί σου αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το δικό σου αξιακό σύστημα.

Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης.

Η πράξη παρέμενε ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η ηθική της αξιολόγηση, η δημόσια ερμηνεία της. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.

Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Η πράξη δεν άλλαζε. Άλλαζε η διαδρομή που οδηγούσε στην ηθική της αξιολόγηση.

Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς αυτή τη διαφορά. Αρκεί να παρακολουθήσει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν  ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.

Δεν πρόκειται για μια θεωρητική παρατήρηση. Η ίδια η μεταπολιτευτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία.

Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης.

Δύο δολοφονίες σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της νεότερης Ελλάδας. Η πρώτη ήταν η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν το 1992 από ρουκέτα της 17 Νοέμβρη. Ένας εικοσάχρονος που περνούσε τυχαία από το σημείο έχασε τη ζωή του χωρίς να έχει καμία σχέση με το στόχο της επίθεσης. Δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ούτε διαρκής υπενθύμιση της φρίκης της τρομοκρατίας. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως μια τραγική εξαίρεση, ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου που κάποιοι εξακολουθούσαν να περιγράφουν με πολιτικούς όρους. Ακόμη και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη σημαδεύτηκε από εικόνες συμπάθειας προς τους κατηγορουμένους, από διακηρύξεις περί πολιτικών κρατουμένων, από μια διάχυτη απροθυμία να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αυτό που ήταν: δολοφόνοι.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό συγκλόνισε δικαιολογημένα ολόκληρη τη χώρα. Ο δράστης συνελήφθη αμέσως, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην περίπτωση αυτή όμως το γεγονός συμβολοποιήθηκε. Ο  δεκαπεντάχρονος Γρηγορόπουλος, ένα αθώο θύμα μιας εγκληματικής πράξης κρατικής αυθαιρεσίας, μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές πολιτικό σύμβολο, σε σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και σε εμβληματική μορφή μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης.

Ας μην υπάρξει καμία παρανόηση. Δεν συγκρίνονται οι δύο άνθρωποι, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους. Συγκρίνεται αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε να θυμάται τις δύο υποθέσεις, να τις εντάξει στη συλλογική της μνήμη και να τις μετατρέψει —ή να μην τις μετατρέψει— σε πολιτικά σύμβολα. Αυτό ακριβώς είναι το αποτύπωμα της πολιτισμικής ηγεμονίας. Δεν επιβάλλει απλώς μια γνώμη. Επιλέγει ποια γεγονότα θα αποκτήσουν διαρκή ηθική ακτινοβολία και ποια θα ξεθωριάσουν μέσα στο χρόνο. Δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα· κατασκευάζει τη μνήμη της. Και όποιος διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας, διαμορφώνει τελικά και τα πολιτικά της αντανακλαστικά.

Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκαν οργανωμένες ομάδες που περιπολούσαν στους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους εξαιτίας της εθνικής και της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αναζητούσαν εβραίους. Μόνο αυτή η φράση θα έπρεπε να αρκεί για να σημάνει συναγερμό σε κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η εικόνα αυτή θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ένα ενιαίο, ακαριαίο και καθολικό δημοκρατικό αντανακλαστικό. Αντί γι’ αυτό, ακόμα μια φορά εμφανίστηκαν οι γνώριμες επιφυλάξεις, οι εξηγήσεις, οι συμψηφισμοί, η ανάγκη να προηγηθεί η πολιτική ανάλυση πριν από την ηθική καταδίκη.

Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ο αντισημιτισμός δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τον εκφράζει. Δεν γίνεται προοδευτικός επειδή κρατά παλαιστινιακή σημαία ούτε αποκτά ηθικό άλλοθι επειδή χρησιμοποιεί αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία. Το μίσος απέναντι σε έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής ή της θρησκείας του παραμένει μίσος, όποια ιδεολογία κι αν επικαλείται. Και τα τάγματα εφόδου παραμένουν τάγματα εφόδου, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα συνθήματα ή τα σύμβολά τους.

Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει κάτι που οι ιδεολογίες συχνά αρνούνται να δεχθούν. Εκείνος που συνηθίζει να χωρίζει τους ανθρώπους σε ηθικά άξιους και ηθικά ανάξιους, αργά ή γρήγορα, θα θεωρήσει ότι ορισμένοι δεν δικαιούνται ούτε την ασφάλεια ούτε την αξιοπρέπειά τους. Η απόσταση ανάμεσα στον λεκτικό εκφοβισμό και στη φυσική βία είναι πολύ μικρότερη από όσο συνήθως πιστεύουμε.

Ίσως γι’ αυτό η πολιτική βία ξαναχτύπησε λίγες ημέρες αργότερα χωρίς να προκαλέσει την έκπληξη που θα άρμοζε σε μια ώριμη δημοκρατία. Οι εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη άφησαν πίσω τους κάτι πολύ βαρύτερο από υλικές καταστροφές. Οδήγησαν στο θάνατο μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς καμία συμμετοχή στην πολιτική σύγκρουση που εξελισσόταν γύρω της. Η παρουσία της στο σπίτι αρκούσε για να μετατραπεί, χωρίς να το γνωρίζει, σε θύμα της τυφλής πολιτικής βίας. Σχεδόν ως αναμενόμενο επεισόδιο μιας διαρκούς επαναστατικής εφηβείας. Η βία, όμως, αδιαφορεί για τις ιδεολογίες που επικαλούνται όσοι την ασκούν. Η φωτιά καίει το στόχο και τον περαστικό. Η έκρηξη σκοτώνει τον πολιτικό αντίπαλο και τον άσχετο με την πολιτική. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε ιδεολογικό άλλοθι καταρρέει. Απομένει μόνο η ευθύνη για την εγκληματική πράξη.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.

 

 

02 Ιουλίου 2026

Μέσα στον ορυμαγδό της επικαιρότητας, εκεί όπου οι ειδήσεις πέφτουν κατά ριπάς και η μία προλαβαίνει να ακυρώσει την προηγούμενη πριν καν τη διαβάσουμε, υπάρχουν μερικές φράσεις που χάνονται για λίγο μέσα στην ακατάπαυστη ροή των πληροφοριών, σαν ένα μικρό χαρτί που παρασύρεται από τον αέρα σε μια πολύβουη λεωφόρο. Μία από αυτές μου τράβηξε πρόσφατα την προσοχή καθώς ανασκάλευα, όπως συνηθίζω, το αχανές καλάθι του διαδικτύου με την περιέργεια εκείνου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα κείμενα αξίζει να διαβάζονται και όχι απλώς να καταναλώνονται. Με τη συνήθεια, ίσως παλιομοδίτικη πια, να σταματώ σε ορισμένες διατυπώσεις και να αναρωτιέμαι γιατί ειπώθηκαν, από ποιον ειπώθηκαν και κυρίως γιατί ειπώθηκαν τώρα.

 

Ο ισραηλινός υπουργός Διασποράς και Καταπολέμησης του Αντισημιτισμού, Αμιχάι Τσίκλι, δήλωσε ότι η Τουρκία και η νέα Συρία αποτελούν πλέον μεγαλύτερη πρόκληση για το Ισραήλ από το Ιράν και ότι «η εποχή της σιιτικής αυτοκρατορίας του Ιράν έχει τελειώσει». Πρόσθεσε μάλιστα πως ο νέος άξονας της περιοχής είναι η Τουρκία, η Συρία και το Κατάρ.

Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω όμως κάτι άλλο, έναν παλιό και αρκετά αξιόπιστο κανόνα της πολιτικής ανάγνωσης: ότι συχνά πίσω από τη φράση βρίσκεται ένας ολόκληρος τρόπος σκέψης που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται σε υπουργεία, επιτελεία, υπηρεσίες πληροφοριών και δεξαμενές σκέψης. Τα κράτη, όπως και οι άνθρωποι, σπάνια αλλάζουν πορεία από τη μια μέρα στην άλλη. Πρώτα αλλάζουν το λεξιλόγιό τους, ύστερα τις προτεραιότητές τους και μόνο στο τέλος τις πράξεις τους.

Και κάπου εκεί η συγκεκριμένη δήλωση παύει να αφορά τον Τσίκλι και αρχίζει να αφορά όλη τη Μέση Ανατολή. Γιατί ίσως περιγράφει μια αλλαγή που βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια, αλλά ήδη γίνεται ορατή σε όσους έχουν την υπομονή να κοιτάζουν πίσω από τα πρωτοσέλιδα. Από τότε που άρχισα να διαβάζω περισσότερο Ιστορία παρά επικαιρότητα, απέκτησα μια μικρή καχυποψία απέναντι στις ειδήσεις. Όχι επειδή είναι κυρίως ψευδείς αλλά επειδή είναι βιαστικές.

Η επικαιρότητα μοιάζει με μυθιστόρημα που γράφεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το τέλος του. Οι περισσότεροι αναγνώστες παρασύρονται από τις εκρήξεις, τις ανατροπές, τους θανάτους των ηρώων και τις μεγάλες σκηνές.

Η Ιστορία σπάνια αλλάζει κατεύθυνση με τυμπανοκρουσίες. Τις περισσότερες φορές προειδοποιεί διακριτικά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να μην έχει ακόμη αποφασίσει ούτε η ίδια προς τα πού πηγαίνει. Αφήνει εδώ κι εκεί μικρές σημειώσεις στο περιθώριο, σαν εκείνα τα μολυβένια υπογραμμίσματα που βρίσκει κανείς στα μεταχειρισμένα βιβλία και αναρωτιέται ποιος αναγνώστης τα άφησε πίσω του και γιατί.

Σε αυτό το πνεύμα διάβασα και τη δήλωση του Τσίκλι. Δεν μου έκανε εντύπωση η κριτική προς το Ιράν. Αυτή την ακούμε χρόνια. Δεν μου έκανε εντύπωση ούτε η αναφορά στην Τουρκία. Οι εντάσεις ανάμεσα στην Άγκυρα και το Τελ Αβίβ είναι γνωστές.

Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν η αίσθηση ότι ένας άνθρωπος του ισραηλινού κράτους, κάτι που πάντα λαμβάνω υπόψη μου πολύ σοβαρά, επιχειρούσε να μετακινήσει τον προβολέα. Σαν να έλεγε στους συνομιλητές του: «κοιτάζαμε επί είκοσι χρόνια προς μία κατεύθυνση· ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε προς μια άλλη». Και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως η συγκεκριμένη δήλωση δεν αφορά καθόλου το Ιράν. Ίσως αφορά το τέλος μιας εποχής.

Για δύο δεκαετίες σχεδόν κάθε συζήτηση για τη Μέση Ανατολή κατέληγε στην Τεχεράνη. Το Ιράν εμφανιζόταν ως ο μεγάλος αναθεωρητής της περιοχής, η δύναμη που οικοδομούσε δίκτυα, εξόπλιζε συμμάχους, χρηματοδοτούσε οργανώσεις και διεύρυνε διαρκώς την επιρροή της. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν για τα μέσα συμφωνούσαν για το βασικό γεγονός: η ιστορία της περιοχής γραφόταν σε μεγάλο βαθμό γύρω από το ιρανικό ζήτημα.

Ξαφνικά εμφανίζεται ένας ισραηλινός υπουργός και λέει, περίπου, ότι το βιβλίο αυτό τελειώνει. Όχι ότι το Ιράν εξαφανίζεται. Τα κράτη δεν εξαφανίζονται τόσο εύκολα. Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ακόμη δυσκολότερα.

Εκείνο που υπονοεί είναι κάτι πιο ενδιαφέρον. Ότι η κεντρική σύγκρουση του επόμενου κεφαλαίου ίσως δεν έχει ακόμη γραφτεί πλήρως, αλλά τα πρώτα της πρόσωπα έχουν ήδη εμφανιστεί στη σκηνή. Και ανάμεσά τους βρίσκεται η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που κράτησα τη φράση. Την κράτησα επειδή μου θύμισε κάτι που συναντά κανείς συχνά στην Ιστορία. Τη στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι συνεχίζουν να συζητούν για τον κόσμο που φεύγει, ενώ οι πιο προσεκτικοί έχουν αρχίσει ήδη να παρατηρούν τον κόσμο που έρχεται.

Και καμιά φορά ο κόσμος που έρχεται εμφανίζεται πρώτα ως μια φράση που περνά  σχεδόν απαρατήρητη ανάμεσα σε εκατό άλλες ειδήσεις που την επόμενη μέρα κανείς δεν θα θυμάται. Εκτός ίσως από εκείνους που εξακολουθούν να διαβάζουν την επικαιρότητα όπως διαβάζουν ένα καλό μυθιστόρημα: αργά, υπομονετικά και με το μολύβι στο χέρι. Ίσως βέβαια όλα αυτά να αποδειχθούν λανθασμένα. Η Μέση Ανατολή είναι ο τόπος όπου οι βεβαιότητες έχουν μικρό προσδόκιμο ζωής. Σχεδόν κάθε δεκαετία γεννά τον δικό της «αναπόφευκτο νικητή» και σχεδόν κάθε δεκαετία φροντίζει να τον διαψεύσει. Όμως οι δηλώσεις σαν αυτή δεν έχουν αξία επειδή προβλέπουν το μέλλον. Έχουν αξία επειδή αποκαλύπτουν πώς το φαντάζονται όσοι προσπαθούν να το διαμορφώσουν.

Για πολλά χρόνια η περιοχή έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από ένα μόνο ερώτημα: τι θα γίνει με το Ιράν; Σήμερα, για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, εμφανίζονται άνθρωποι μέσα στο ίδιο το ισραηλινό κατεστημένο που μοιάζουν να αναζητούν αλλού τον επόμενο μεγάλο αντίπαλο. Ίσως έχουν δίκιο. Ίσως όχι. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η συζήτηση μετακινείται. Και όταν μετακινείται η συζήτηση, συνήθως έχει προηγηθεί η μετακίνηση της πραγματικότητας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις ιστορικές αλλαγές όταν έχουν πλέον ολοκληρωθεί. Όταν έχουν αποκτήσει όνομα, χρονολογία και κεφάλαιο στα βιβλία. Τότε όλα φαίνονται λογικά και αναμενόμενα. Η Σοβιετική Ένωση έμοιαζε καταδικασμένη αφού κατέρρευσε. Η αμερικανική μονοκρατορία έμοιαζε αυτονόητη αφού εγκαθιδρύθηκε. Η άνοδος της Κίνας φαίνεται σήμερα σχεδόν αναπόφευκτη, λες και δεν υπήρξαν δεκαετίες κατά τις οποίες ελάχιστοι την είχαν προβλέψει.

Η Ιστορία όμως δεν βιώνεται έτσι. Βιώνεται μέσα στην αβεβαιότητα. Μέσα σε μικρές ενδείξεις, μισοτελειωμένες εξελίξεις, υπαινιγμούς και φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι να αποκτήσουν εκ των υστέρων νόημα.

Γι’ αυτό στάθηκα σε αυτή τη δήλωση.

Όχι επειδή πιστεύω ότι ένας υπουργός του Ισραήλ γνωρίζει το μέλλον της Μέσης Ανατολής. Αλλά επειδή, διαβάζοντάς την, είχα για μια στιγμή εκείνη τη γνώριμη αίσθηση που έχει κανείς όταν διαβάζει ένα καλό μυθιστόρημα και πέφτει πάνω σε μια φράση που μοιάζει δευτερεύουσα. Μια φράση που ο αναγνώστης υπογραμμίζει σχεδόν ενστικτωδώς, χωρίς να ξέρει ακόμη γιατί. Και ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση. Γιατί υποψιάζεται ότι κάπου παρακάτω θα καταλάβει πως εκεί, σε εκείνη ακριβώς τη γραμμή, ο συγγραφέας είχε αφήσει το πρώτο σημάδι ότι η ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση.

 

25 Ιουνίου 2026

 

Η χθεσινή βεβαιότητα έχει μια παράξενη συνήθεια. Τη διατυπώνουμε με αυτοπεποίθηση, τη μοιραζόμαστε με ενθουσιασμό, την υπερασπιζόμαστε σαν ηθική υποχρέωση. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε ότι υπήρξε. Δεν πρόκειται για αμνησία. Πρόκειται για έναν διακριτικό συμβιβασμό ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φιλοδοξία που έχουμε να διατηρούμε μια αξιοπρεπή εικόνα του εαυτού μας.

 

Δεν ξεχνάμε όσα είπαμε. Απλώς ξεχνάμε ότι τα είπαμε εμείς.

Η κοινωνία δεν πάσχει από έλλειψη πληροφοριών. Πάσχει από υπερπαραγωγή λήθης. Κάθε εβδομάδα ξεσπά ένα νέο σκάνδαλο. Κάθε εβδομάδα ανακαλύπτεται μια νέα εθνική καταστροφή. Κάθε εβδομάδα εμφανίζονται νέοι σωτήρες, νέοι προφήτες, νέοι αδιάφθοροι, νέοι τιμητές των πάντων. Οι τηλεοράσεις ουρλιάζουν, τα κοινωνικά δίκτυα αφρίζουν, οι πολιτικοί καταγγέλλουν, οι δημοσιογράφοι προφητεύουν το τέλος του κόσμου και οι πολίτες ορκίζονται ότι αυτή τη φορά δεν θα αφήσουν τίποτα να πέσει κάτω.

Ύστερα εμφανίζεται το επόμενο θέμα και το προηγούμενο αποσύρεται από τη σκηνή σαν ηθοποιός που ξέρει πως το κοινό περιμένει ήδη τον επόμενο πρωταγωνιστή.

Πριν από λίγες ημέρες η χώρα συζητούσε αποκλειστικά για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όποιος άνοιγε τηλεόραση νόμιζε ότι παρακολουθεί την αποκάλυψη του μεγαλύτερου σκανδάλου από την εποχή του Κολοκοτρώνη. Πολιτικοί, σχολιαστές και επαγγελματίες αγανακτισμένοι συναγωνίζονταν σε ηθική αγανάκτηση. Το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της παράστασης ήταν η συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ. Ίσως ο πιο έμπειρος παρατηρητής της ελληνικής επιδοματικής ψυχολογίας. Ένα κόμμα που συνάντησε τις επιδοτήσεις νωρίς στη ζωή του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται γι’ αυτές, με εμπειρία επί του αντικειμένου σχεδόν ιστορική, ξαφνικά εμφανίστηκε ως αδέκαστος ανακριτής του συστήματος.

Η ελληνική πολιτική διαθέτει μια μοναδική ικανότητα. Μπορεί να μετατρέψει τον εμπρηστή σε πυροσβέστη και τον πυροσβέστη σε ύποπτο εμπρησμού μέσα σε ένα δελτίο ειδήσεων.

Αλλά ούτε αυτό είναι το σημαντικότερο.

Το σημαντικότερο είναι ότι σε λίγες εβδομάδες κανείς δεν θα θυμάται τίποτα από όλα αυτά.

Όπως δεν θυμάται σχεδόν κανείς τη Νοβάρτις.

Θυμάται κανείς το μέγεθος εκείνης της υπόθεσης; Θυμάται τους τίτλους, τις βεβαιότητες, τις πολιτικές καταδίκες πριν ακόμη υπάρξουν δικαστικές αποφάσεις; Θυμάται το κλίμα μιας εποχής κατά την οποία παρουσιάστηκε ως δεδομένο ότι το μισό πολιτικό σύστημα αποτελούσε εγκληματική συμμορία;

Και όταν το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει, ποιος απολογήθηκε;

Ποιος ζήτησε συγγνώμη;

Ποιος παραδέχθηκε ότι παρασύρθηκε;

Η λήθη μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, έκλεισε τα φώτα και όλοι προσποιήθηκαν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μυστικό της ελληνικής πολιτικής. Δεν χρειάζεται να έχεις δίκιο. Αρκεί να επιβιώσεις μέχρι να ξεχαστεί το προηγούμενο λάθος.

Γι’ αυτό και οι πολιτικές καριέρες στην Ελλάδα δεν πεθαίνουν ποτέ.

Απλώς μπαίνουν σε αναμονή.

Πολιτικοί που χρεώθηκαν ιστορικές αποτυχίες επανέρχονται ως εθνικά κεφάλαια. Πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως καταστροφές επαναλανσάρονται ως λύσεις. Άνθρωποι που υποσχέθηκαν τα πάντα και απέτυχαν σχεδόν στα πάντα επιστρέφουν ως έμπειροι καθοδηγητές της χώρας.

Σαν ταξιδιώτες που κατεβαίνουν για λίγο από το τρένο και ανεβαίνουν ξανά στον επόμενο σταθμό φορώντας διαφορετικό παλτό.

Η πολιτική μνήμη του Έλληνα μοιάζει με κινητό τηλέφωνο γεμάτο φωτογραφίες που δεν ανοίγει ποτέ.

Όλα υπάρχουν κάπου μέσα. Οι δηλώσεις, οι υποσχέσεις, οι καταγγελίες, οι διαψεύσεις, οι θεαματικές κυβιστήσεις, οι προφητείες που διαψεύστηκαν πριν στεγνώσει το μελάνι τους.

Αλλά σχεδόν κανείς δεν επιστρέφει να τις κοιτάξει.

Και βέβαια υπάρχει το μεγάλο εθνικό μας σπορ: η αγανάκτηση.

Η Ελλάδα δεν παράγει πλέον αρκετά βιομηχανικά προϊόντα. Παράγει όμως άφθονη αγανάκτηση.

Αγανακτήσαμε με τα μνημόνια και αργότερα με όσους τα πολεμούσαν. Αγανακτήσαμε με τους πλούσιους, με τους φτωχούς, με τους πολιτικούς, με τους δημοσιογράφους, με τους δικαστές και κάποτε ακόμη και με όσους δεν έδειχναν αρκετά αγανακτισμένοι. Η αγανάκτηση εξελίχθηκε σε μορφή εθνικής ψυχαγωγίας. Τη βιώνουμε με πάθος, τη διαφημίζουμε στα κοινωνικά δίκτυα, την καταναλώνουμε τηλεοπτικά και ύστερα την αντικαθιστούμε με την επόμενη. Η παλιά οργή εγκαταλείπεται όπως τα καλοκαιρινά σπίτια τον Σεπτέμβριο. Παραμένουν τα έπιπλα στη θέση τους, λίγη σκόνη στα παράθυρα και η αίσθηση ότι κάποτε υπήρξε ζωή εκεί μέσα.

Έτσι συμβαίνει και με τις μεγάλες δημόσιες εξάρσεις. Για λίγο μοιάζουν ικανές να αλλάξουν τον κόσμο. Έπειτα παραδίδονται στη σιωπή, μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο γεγονός που θα διεκδικήσει το δικαίωμα στην απόλυτη προσοχή μας. Η τραγωδία γίνεται σύνθημα. Το σύνθημα γίνεται τηλεθέαση. Η τηλεθέαση γίνεται πολιτική. Και η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα. Το έχουμε δει πολλές φορές. Και πιθανότατα θα το ξαναδούμε. Δεν είναι λοιπόν η διαφθορά το μεγαλύτερο πρόβλημά μας. Ούτε η ανικανότητα. Ούτε καν η υποκρισία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η χθεσινή βεβαιότητα θάβεται πριν καν διαψευστεί.

Οι πολιτικοί δεν φοβούνται ιδιαίτερα την κρίση των πολιτών. Φοβούνται μόνο τον επόμενο κύκλο ειδήσεων. Γνωρίζουν ότι η χθεσινή βεβαιότητα θα αντικατασταθεί από τη σημερινή και η σημερινή από την αυριανή. Γνωρίζουν ότι η δημόσια συζήτηση κινείται με την ταχύτητα της επικαιρότητας και όχι με την υπομονή της μνήμης.

Και έτσι συνεχίζουν. Οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι. Οι παλιοί και οι νέοι. Οι καταγγέλλοντες και οι καταγγελλόμενοι. Οι αυτόκλητοι σωτήρες και οι μόνιμοι τιμητές.

Όλοι παίζουν στο ίδιο έργο.

Ένα έργο που αλλάζει σκηνικά κάθε εβδομάδα για να κρύψει ότι το σενάριο παραμένει σχεδόν το ίδιο. Και εμείς από κάτω παρακολουθούμε, ενθουσιαζόμαστε, εξοργιζόμαστε, χειροκροτούμε, αποδοκιμάζουμε και προχωράμε στο επόμενο επεισόδιο.

Γιατί η άτιμη η επικαιρότητα έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στην αλήθεια. Έρχεται κάθε πρωί φρέσκια. Αντίθετα η μνήμη απαιτεί κόπο. Και ο κόπος δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής στην ελληνική πολιτική αγορά.

 

18 Ιουνίου 2026

Την ώρα που η ελληνική δημόσια συζήτηση αναλώνεται για πολλοστή φορά σε έναν κύκλο μικροπολιτικής έντασης, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού εξελίσσονται γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη θέση της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες.

 

Όσα εξελίσσονται αυτές τις ημέρες δεν ανήκουν στην κατηγορία των ειδήσεων που προκαλούν θόρυβο για λίγες ώρες και ύστερα χάνονται. Αφορούν τη θέση που φιλοδοξεί να καταλάβει η Ελλάδα σε μια περιοχή όπου ενέργεια, διπλωματία, ασφάλεια και οικονομία συνδέονται πλέον με τρόπο σχεδόν αδιαχώριστο. Αναφέρομαι στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου ενεργειακού και γεωπολιτικού πλέγματος στην Ανατολική Μεσόγειο, με τη συμμετοχή των ΗΠΑ, της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ.

Η υπογραφή της διακήρυξης για τη δημιουργία του East Med Energy Center στο Χιούστον, η παρουσία του αμερικανού υπουργού Ενέργειας, οι συζητήσεις με τη Chevron και την ExxonMobil, οι νέες έρευνες και οι ενεργειακοί διάδρομοι που προωθούνται στην Ανατολική Μεσόγειο εντάσσονται σε έναν ενιαίο σχεδιασμό. Η ενέργεια έχει μετατραπεί σε πεδίο όπου συναντώνται η οικονομία, η ασφάλεια, η διπλωματία και η γεωπολιτική ισχύς.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στο περιθώριο της διαδικασίας. Συμμετέχει σ’ αυτή. Και ενώ η χώρα αποκτά μεγαλύτερη σημασία στους σχεδιασμούς της Δύσης για την Ανατολική Μεσόγειο, ένα τμήμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος μοιάζει να αντιμετωπίζει αυτές τις εξελίξεις με αμηχανία, καχυποψία ή και ανοιχτή εχθρότητα. Δεν μιλάμε για κριτική σε κυβερνητικές επιλογές. Αυτή είναι θεμιτή και αναγκαία. Μιλάμε για κάτι βαθύτερο. Για μια πολιτική κουλτούρα που συχνά αδυνατεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην αντιπολίτευση και στην υπονόμευση στρατηγικών επιλογών της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία ακολουθεί με αξιοσημείωτη συνέπεια μια στρατηγική που έχει αποκτήσει σχεδόν δογματικό χαρακτήρα. Η λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα» έπαψε προ πολλού να αποτελεί μια ακόμα  θεωρία κάποιων γραφικών απόστρατων αξιωματικών ή ρητορική υπερβολή που επιστρατεύεται για εσωτερική κατανάλωση. Έχει ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και ευρύτερα στην περιοχή.

Η τουρκική ηγεσία επαναλαμβάνει σχεδόν καθημερινά, με διαφορετικές διατυπώσεις αλλά με την ίδια ουσία, ότι επιδιώκει την αναθεώρηση του σημερινού καθεστώτος θαλάσσιων δικαιωμάτων. Αμφισβητεί την επήρεια των ελληνικών νησιών, αμφισβητεί το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να αξιοποιεί τους φυσικούς της πόρους, αμφισβητεί στην πράξη βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Δεν πρόκειται για αποσπασματικές δηλώσεις ούτε για λεκτικές εξάρσεις της στιγμής. Πρόκειται για μια σταθερή αναθεωρητική στρατηγική, η οποία παραμένει αναλλοίωτη ανεξαρτήτως συγκυρίας, κυβερνήσεων ή τακτικών ελιγμών.

Υπ’ αυτό το πρίσμα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι ενεργειακές συνεργασίες της Ελλάδας με την Κύπρο, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν αφορούν μόνο επενδύσεις, αγωγούς ή έρευνες υδρογονανθράκων. Αφορούν την εμπέδωση μιας πραγματικότητας στην οποία η Ελλάδα ασκεί τα δικαιώματά της, συμμετέχει σε περιφερειακές συμμαχίες και καθίσταται μέρος ενός ευρύτερου συστήματος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Και ακριβώς γι’ αυτό προκαλούν την ενόχληση της Άγκυρας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε ελληνική πρωτοβουλία που ενισχύει τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Κύπρο λειτουργεί αντικειμενικά ως εμπόδιο στους τουρκικούς σχεδιασμούς. Και δεν είναι αδιάφορο το ότι ο τουρκικός Τύπος και πολλοί κύκλοι της Άγκυρας παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις φωνές της ελληνικής αντιπολίτευσης που επιτίθενται στις ίδιες ακριβώς πρωτοβουλίες.

Γι’ αυτό προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι ορισμένες από τις πρωτοβουλίες που η Τουρκία αντιμετωπίζει ως εμπόδιο στους σχεδιασμούς της συναντούν συχνά μεγαλύτερη καχυποψία μέσα στην ελληνική πολιτική ζωή παρά στο εξωτερικό. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως άσκηση αντιπολίτευσης. Αγγίζει μια βαθύτερη δυσκολία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να διακρίνει πού τελειώνει η κομματική αντιπαράθεση και πού αρχίζει το εθνικό συμφέρον.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν προστεθεί μια δεύτερη παρατήρηση. Σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια εξαιρετικά επιεικές και ανεκτικό απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν. Ένα άλλο μέρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ μέσα από το πρίσμα μιας παρωχημένης αντιιμπεριαλιστικής μυθολογίας, λες και πρόκειται για δημοκρατικά κινήματα και όχι για ένοπλες τρομοκρατικές οργανώσεις που λειτουργούν ως εργαλεία περιφερειακής ισχύος του Ιράν.

Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες δυνάμεις εμφανίζονται συχνά ως υπερασπιστές της ειρήνης και της σταθερότητας. Η πραγματικότητα όμως δεν κρίνεται από προθέσεις ούτε από συνθήματα. Κρίνεται από τα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια κατάφερε να ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες που συγκροτούν τον βασικό άξονα ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου. Κατάφερε να αναβαθμίσει τον ρόλο της στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής. Κατάφερε να προσελκύσει το ενδιαφέρον κολοσσών που δεν επενδύουν δισεκατομμύρια επειδή συγκινήθηκαν από κάποιο επικοινωνιακό αφήγημα.

Οι εταιρείες αυτού του μεγέθους επενδύουν όταν διακρίνουν προοπτική. Τα κράτη αυτού του μεγέθους συνεργάζονται όταν αναγνωρίζουν αξία. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ελληνική κοινωνία μοιάζει συχνά να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις αυτές με δυσπιστία. Υπάρχει μια παλιά ελληνική συνήθεια που επιβίωσε της κρίσης και ίσως ενισχύθηκε απ’ αυτή. Η πεποίθηση ότι καμία επιτυχία δεν είναι πραγματική αν δεν μεταφράζεται άμεσα σε προσωπικό όφελος.

Ένα νέο ενεργειακό κέντρο δεν μειώνει αύριο το λογαριασμό του ρεύματος. Μια γεωπολιτική αναβάθμιση δεν αυξάνει αυτόματα το μισθό. Μια στρατηγική συμμαχία δεν λύνει σε μια νύχτα τα προβλήματα της καθημερινότητας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουν αξία.

Οι σοβαρές εθνικές επιτυχίες σχεδόν ποτέ δεν γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που συμβαίνουν. Η αξία τους φαίνεται αργότερα, όταν μια χώρα διαθέτει περισσότερα ερείσματα, περισσότερους συμμάχους και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από εκείνη που είχε στο παρελθόν.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας να μην είναι η έλλειψη ευκαιριών. Ίσως να είναι η δυσκολία της να αναγνωρίσει μια ευκαιρία όταν βρίσκεται μπροστά στα μάτια της. Διότι ένας λαός που έχει μάθει να συγκινείται μόνο από τις καταστροφές κινδυνεύει να χάσει την ικανότητα να κατανοεί τις επιτυχίες του. Και όταν μια κοινωνία παύει να αναγνωρίζει όσα κερδίζει, αργά ή γρήγορα αρχίζει να θεωρεί φυσικό ότι μπορεί και να τα χάσει.

 

15 Ιουνίου 2026

Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται σήμερα ξανά στον δημόσιο διάλογο ως τιμητής των εξελίξεων. Αξίζει όμως να θυμηθούμε τι ακριβώς συνέβη το καλοκαίρι του 2015.

 

Όπως είδαμε και στην εξαιρετικά αποκαλυπτική σειρά ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού, Στο χιλιοστό, για τις δραματικές εκείνες ημέρες, πολλοί από τους ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους που βρέθηκαν στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων περιγράφουν την έκπληξη, ακόμη και την αμηχανία τους, απέναντι στην εικόνα που παρουσίαζε η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστερά». Σε μια αίθουσα γεμάτη πρωθυπουργούς, υπουργούς Οικονομικών, κεντρικούς τραπεζίτες και τεχνοκράτες που έφθαναν με φακέλους, αναλύσεις, προβολές και εναλλακτικά σχέδια, η ελληνική πλευρά έμοιαζε συχνά να λειτουργεί περισσότερο με πολιτικούς αυτοσχεδιασμούς και συνθήματα παρά με επεξεργασμένο σχέδιο διαπραγμάτευσης.

Η περίφημη «περήφανη διαπραγμάτευση» κατέληξε σε κλειστές τράπεζες, σε ένα δημοψήφισμα που μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες στο αντίθετό του και σε μια χώρα που βρέθηκε στο χείλος της εξόδου από το ευρώ. Χάθηκαν χρόνια ανάπτυξης, επενδύσεις και αξιοπιστία. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στο πιο επικίνδυνο σημείο της μεταπολιτευτικής της ιστορίας.

Αυτό που συχνά λησμονούμε είναι ότι η χώρα δεν διασώθηκε επειδή το σχέδιο πέτυχε. Διασώθηκε επειδή, την ύστατη στιγμή, βρέθηκαν άνθρωποι που έδωσαν κυριολεκτικά την ψυχή τους για να αποτραπεί η καταστροφή. Εκείνες τις ημέρες υπήρξαν ισχυρές φωνές στην Ευρώπη που θεωρούσαν ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση. Η πίεση υπέρ ενός Grexit ήταν πραγματική και ισχυρή.

Κι όμως, απέναντι σε αυτή τη λογική, εμφανίστηκε ένα διαφορετικό ρεύμα. Πολιτικοί, αξιωματούχοι και παράγοντες των ευρωπαϊκών θεσμών επέλεξαν να δουν την Ελλάδα όχι ως προβληματικό λογαριασμό προς εκκαθάριση αλλά ως μέρος μιας κοινής ευρωπαϊκής ιστορίας. Υπήρξαν άνθρωποι που πάλεψαν για να μείνει η χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ακόμη και όταν η ίδια η ελληνική κυβέρνηση φαινόταν να εξαντλεί κάθε περιθώριο ανοχής των εταίρων της.

Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικό σε αυτή την πλευρά της ιστορίας. Θυμίζει, σε διαφορετικές φυσικά συνθήκες, εκείνη τη ρομαντική διάσταση του φιλελληνισμού των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων, όταν άνθρωποι εκτός Ελλάδας πίστεψαν στην επιβίωση της χώρας περισσότερο απ’ όσο πίστευαν ορισμένοι από τους ίδιους τους ηγέτες της.

Το δημοψήφισμα του Ιουλίου δεν υπήρξε η κορύφωση μιας πολιτικής αυταπάτης/απάτης που οδήγησε τη χώρα λίγα βήματα πριν από μια ιστορική καταστροφή. Η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, η αδυναμία εισαγωγών και η βίαιη φτωχοποίηση δεν ήταν θεωρητικές ασκήσεις επί χάρτου. Ήταν πραγματικές πιθανότητες που συζητούνταν καθημερινά στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων.

Το δράμα δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα σώθηκε κυριολεκτικά στο χιλιοστό. Είναι ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο κοντά βρέθηκε στον γκρεμό. Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε εκείνη την περίοδο ως μια παρεξηγημένη προσπάθεια που δήθεν συγκρούστηκε με το κατεστημένο της Ευρώπης, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η πιο επικίνδυνη πολιτική περιπέτεια της μεταπολίτευσης.

Οι λαοί έχουν δικαίωμα στο λάθος. Οι δημοκρατίες επιβιώνουν και μέσα από τις λανθασμένες επιλογές τους. Έχουν όμως και υποχρέωση στη μνήμη. Διότι όταν ξεχνάς πόσο κοντά βρέθηκες στην καταστροφή, αρχίζεις σταδιακά να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος που σε οδήγησε εκεί μπορεί να παρουσιαστεί ως ο κατάλληλος για να σε οδηγήσει στο μέλλον.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Ότι ο άνθρωπος που έφερε τη χώρα σε απόσταση αναπνοής από μια εθνική τραγωδία ανυπολόγιστων διαστάσεων επιχειρεί να επανεμφανιστεί ως φωνή δικαίωσης και πολιτικής σοφίας. Η δημοκρατία ασφαλώς του αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα. Η ιστορική μνήμη, όμως, επιβάλλει να θυμόμαστε ολόκληρη τη διαδρομή και όχι μόνο το γεγονός ότι, την τελευταία στιγμή, η χώρα σώθηκε... από τους γερμανοτσολιάδες.

10 Ιουνίου 2026
Σελίδα 1 από 12