Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης
Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020), Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024).
Ένα σχόλιο με αφορμή τη συζήτηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ηλία Κανέλλη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Books’ Journal
Μια ξεχωριστή συνέντευξη, με κοινό, έδωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και όσοι είχαμε την τύχη να την παρακολουθήσουμε στην αίθουσα του Ωδείου Αθηνών, φύγαμε πολλαπλώς κερδισμένοι. Όχι απλώς επειδή ακούσαμε έναν άρτιο ομιλητή, αλλά επειδή βρεθήκαμε απέναντι σε έναν πολιτικό με σπάνια δομημένη σκέψη. Μια σκέψη που δεν εγκλωβίζεται στο ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά διασταυρώνεται δημιουργικά με την καθημερινότητα, τόσο στα απλά όσο και στα πιο σύνθετα ζητήματά της. Εκεί όπου θεωρία και πράξη συνυπάρχουν για να αλληλοφωτίζονται.
Η συνομιλία του πρωθυπουργού με τον δημοσιογράφο Ηλία Κανέλλη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Books’ Journal, λειτούργησε ως μια σπάνια στιγμή πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Απουσίαζε ο γνώριμος όσο και αδέξιος, απαρχαιωμένος και τελικά επικίνδυνος πολιτικός λόγος της συνθηματολογίας και του φλύαρου ρητορικού ναρκισσισμού. Εκείνος ο λόγος που προσποιείται ότι φωτίζει την πραγματικότητα ενώ τη θολώνει, που αντί να οργανώνει τη σκέψη την αποκοιμίζει, που λειτουργεί αποσταθεροποιητικά και διαβρωτικά στο πολιτισμικό επίπεδο ένας λόγος ρηχός, αυτάρεσκος, αισθητικά φτωχός, που ευτελίζει την πολιτική μετατρέποντάς τη σε άσκηση συναισθηματικής χειραγώγησης και όχι σε πράξη ευθύνης.
Ακριβώς απέναντι σε αυτή τη συνθήκη στάθηκε η συγκεκριμένη δημόσια συζήτηση: ως άρνηση της ευκολίας, ως αποκατάσταση της σκέψης, ως υπενθύμιση ότι η πολιτική, όταν αποκόπτεται από τη σοβαρότητα και το μέτρο, παύει να είναι λύση και γίνεται μέρος του προβλήματος. Απολαύσαμε έναν σημαντικό ομιλητή που για αγαθή μας τύχη διανύει την δεύτερη πρωθυπουργική του θητεία χρησιμοποιώντας τη γνώση ως μηχανισμό κρίσης και πράξης. Η αναφορά στους επτά θεωρητικούς –από τον Άνταμ Σμιθ και τον Αλέξις ντε Τοκβίλ έως τον Καρλ Μαρξ, τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, τον Μαξ Βέμπερ, τον Εμίλ Ντυρκέμ και τον Ζίγκμουντ Φρόυντ– έγινε με την αισθητική λεπτότητα που διαθέτουν ενστικτωδώς όσοι μετέχουν της παιδείας εκείνης που δεν στρέφει το βλέμμα της στις εντυπώσεις αλλά στην καλλιέργεια, όπου η σκέψη έχει μάθει να συνυπάρχει με τη διαφωνία, να τη μεταβολίζει και να αποφασίζει μέσα απ’ αυτήν. Αυτό που αναδείχθηκε με καθαρότητα ήταν η σημασία της συγκρότησης ως θεμελιώδης προϋπόθεση άσκησης της εξουσίας.
Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η ικανότητά του της σύνθεσης, όπου το απλοϊκό προσεγγίζεται πολυσύνθετα και το πολυσύνθετο εκφράζεται απλά, χωρίς εξωραϊσμούς, χωρίς ρητορικά τεχνάσματα, χωρίς την εύκολη καταφυγή σε αντιθετικά σχήματα. Πρόκειται για μια πολιτική γλώσσα άλλων προδιαγραφών που δυστυχώς απουσιάζει εκκωφαντικά από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Πρόκειται για έναν πολιτικό λόγο που δεν υψώνει τη φωνή για να καλύψει κενά, αλλά χαμηλώνει τον τόνο για να αφήσει χώρο στη σκέψη. Έναν λόγο δομημένο, επεξεργασμένο, συνθετικό, που αποφεύγει την επιφάνεια χωρίς να γίνεται δυσπρόσιτος.
Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος συχνά εξαντλείται στην ένταση, η συγκεκριμένη συζήτηση υπενθύμισε ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να μιλά με όρους νοημοσύνης και μέτρου. Ότι όταν η υψηλού επιπέδου παιδεία συνδέεται οργανικά με την πράξη μπορεί να γεννήσει έναν σπάνιο πολιτικό, ικανό να κατανοεί τον σύνθετο κόσμο χωρίς να τον απλοποιεί χονδροειδώς και να απευθύνεται στην κοινωνία χωρίς να την υποτιμά.
Ήταν, τελικά, μια βραδιά όπου η πολιτική φάνηκε να επιστρέφει στον φυσικό της χώρο, εκεί δηλαδή όπου ο στοχασμός προηγείται της δήλωσης και η ευθύνη της ευκολίας. Αν κάτι ξεχώρισε σε αυτή τη βραδιά, ήταν ο συνδυασμός πολλών πλεονεκτημάτων σε ένα πρόσωπο σύγχρονου πρωθυπουργού με παιδεία χωρίς έπαρση, ρεαλισμό χωρίς κυνισμό, ευρωπαϊκή ταυτότητα χωρίς επαρχιωτισμό, ισχύ χωρίς ρητορεία. Σε έναν πολύπλοκο κόσμο, η πολιτική επάρκεια όταν εμφανίζεται δημόσια, αξίζει να αναγνωρίζεται.
«Δεν φοβάμαι! Δεν φοβάμαι! Είμαι νεκρή εδώ και 47 χρόνια!» Η φράση μιας ηλικιωμένης Ιρανής, χωρίς υπερβολή, είναι ιστορική μαρτυρία. Είναι κατηγορητήριο. Είναι μισός αιώνας στυγνής θεοκρατίας συμπυκνωμένος σε μία φράση. Είναι η απελπισμένη φωνή μιας ζωής υπό επιτήρηση, ενός σώματος υπό έλεγχο, μιας ύπαρξης υπό αίρεση. Σαράντα επτά χρόνια οι γυναίκες στο Ιράν ζουν υπό καθεστώς μόνιμης απειλής εξόντωσης.
Υπάρχουν –τρόπος του λέγειν– άνθρωποι που πιστεύουν σοβαρά ότι μια φιγούρα όπως η Μαρία Καρυστιανού, χωρίς γνώση, εμπειρία και θεσμικό βάρος, μπορεί να εκπροσωπήσει τη χώρα στη διεθνή σκηνή; Ότι μπορεί να σταθεί απέναντι σε ηγέτες, διπλωμάτες και γεωπολιτικούς παίκτες και να διαπραγματευτεί τα συμφέροντα της Ελλάδας, ως δήθεν βαθύς γνώστης της διεθνούς πραγματικότητας;
Σήμερα, στο Ιράν βρίσκονται ξανά σε εξέλιξη εξεγέρσεις. Η εξέγερση του 2022 δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο ξέσπασμα αλλά το προοίμιο μιας διαδικασίας που επαναλαμβάνεται και βαθαίνει. Ένας λαός που τότε βγήκε στους δρόμους επιστρέφει σήμερα αντιμέτωπος με μια ακόμη σκληρότερη πραγματικότητα: τη μαζική φτωχοποίηση και την εξαθλίωση εκατομμυρίων Ιρανών πολιτών, στερημένων από στοιχειώδη δικαιώματα, εγκλωβισμένων σε μια θεοκρατική εξουσία που αντιμετωπίζει τη ζωή ως αναλώσιμη και την κοινωνία ως ύποπτη.
Την ίδια στιγμή, στη Βενεζουέλα, ένας άλλος λαός συνεχίζει να ασφυκτιά κάτω από ένα αυταρχικό καθεστώς που έχει μετατρέψει τη χώρα σε εργαστήριο φτώχειας, διαφθοράς και πολιτικής βίας. Δύο διαφορετικές γεωγραφίες, δύο διαφορετικά καθεστώτα, αλλά το ίδιο αποτέλεσμα: κοινωνίες που συνθλίβονται, πολίτες που στερούνται δικαιώματα, ζωές που απαξιώνονται στο όνομα της εξουσίας.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Διονύσης Σαββόπουλος έφερε στη μουσική μια νέα σύνθεση, τη δυναμική του ροκ ενωμένη με τη λαϊκή παράδοση και την ποίηση που τραγουδιέται χωρίς να χάνει το βάθος της. Έγραψε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους του, δημιουργώντας ένα προσωπικό ύφος όπου η λόγια σκέψη συνυπάρχει με το βιωματικό, το σαρκαστικό, το τρυφερό. Οι στίχοι του, συχνά αλληγορικοί, πλούσιοι σε συμβολισμούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κατάφεραν να προτείνουν μια νέα αισθητική αντίληψη απελευθερώνοντας το τραγούδι από τον ηρωικό διδακτισμό και την μεγαλοστομία.
Δύο ανοιχτά πολεμικά μέτωπα, στην Ουκρανία και στο Ισραήλ, συμπύκνωσαν τα τελευταία χρόνια όλα όσα η Δύση προτιμούσε να θεωρεί λυμένα. Πρόκειται για την ασφάλεια των συνόρων, την αξία της ανθρώπινης ζωής, το δικαίωμα της αυτοάμυνας, τα όρια της βίας. Η χρονιά που κλείνει δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες.
Η πρόσφατη τρομοκρατική επίθεση εναντίον Εβραίων που γιόρταζαν το Χανουκά στην παραλία Μποντάι του Σίδνεϊ έρχεται να προστεθεί σε άλλη μια καθαρή, στοχευόμενη ενέργεια αντισημιτικού μίσους. Εναντίον ανθρώπων λόγω της ταυτότητάς τους. Και γι’ αυτό ακριβώς αποτελεί πολιτικό γεγονός πρώτης γραμμής.
Δέκα πολιτικοί, δέκα βιβλία και καμία αυταπάτη
Πώς οι αγροτικές κινητοποιήσεις γκρεμίζουν τη λογική και υποδουλώνουν τη δημοκρατία
Πρόσφατα διάβασα μια ανάρτηση καθηγήτριας πανεπιστημίου με σοβαρό έργο και αδιαμφισβήτητη πνευματική συγκρότηση. Έγραφε πως «ο αγώνας των αγροτών είναι ιερός» και πως όλοι πρέπει να σταθούμε στο πλευρό τους. Μια φράση που προοριζόταν, υποθέτω, ως ηρωική ή ποιητική. Αλλά για μένα ήταν πολιτισμικό σοκ. Πώς γίνεται ένας άνθρωπος που διαβάζει Χάιντεγκερ στο πρωινό του, που γνωρίζει τις πιο απαιτητικές εκφάνσεις της φιλοσοφίας και της θεωρίας, με πλούσιο συγγραφικό έργο, να υποστηρίζει άκριτα ένα φαινόμενο που εδώ και πενήντα χρόνια αποτελεί σχολικό παράδειγμα συντεχνιακής αυθαιρεσίας, πελατειακών σχέσεων και συστηματικού εκβιασμού της κοινωνίας; Αν ένας τέτοιος άνθρωπος δεν βλέπει την πραγματικότητα, τότε ναι: έχουμε πρόβλημα. Όχι με τους «αμόρφωτους», αλλά με τους μορφωμένους.