Σύνδεση συνδρομητών

To δώρο του Γεωργίου Ουάσιγκτον

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2025 11:40
John Trumbull, Ο Στρατηγός Ουάσινγκτον παραιτείται από την θητεία του [το 1783], 1824, λάδι σε καμβά.
John Trumbull / United States Capitol rotunda, Washington D.C.
John Trumbull, Ο Στρατηγός Ουάσινγκτον παραιτείται από την θητεία του [το 1783], 1824, λάδι σε καμβά.

Ο Τόμας Τζέιμς Φλέμινγκ (Thomas James Fleming, 1927 – 2017) ήταν Αμερικανός ιστορικός και συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων. Το έργο του, περισσότερα από 40 βιβλία, επικεντρώνεται συνήθως στην Αμερικανική Επανάσταση. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 2007, η Wall Street Journal δημοσίευσε ένα κείμενό του με τον τίτλο Washington's Gift.  Το κείμενο εκείνο επικεντρωνόταν σε μια χριστουγεννιάτικη ιστορία σχετική με την γέννηση της Αμερικής, την οποία γνωρίζουν ελάχιστοι Αμερικανοί, όπως σημείωνε ο Φλέμινγκ. Αναφερόταν, βεβαίως, σε μια πράξη του Γεωργίου Ουάσιγκτον, καθοριστική για τις πεποιθήσεις που κυριάρχησαν στην Αμερική για την αυτοδιάθεση και τη λαϊκή διακυβέρνηση. Ο Φλέμινγκ περιέγραψε την άρνηση του Ουάσιγκτον να διεκδικήσει την απόλυτη εξουσία. Για να εκτιμήσει κάποιος την σημασία της, πρέπει να  ανατρέξει στη σκοτεινή περίοδο που ακολούθησε το τέλος της οκταετούς πάλης της Αμερικής για ανεξαρτησία.

Η ιστορία του Φλέμινγκ ξεκινάει με την άφιξη του στρατηγού Ουάσιγκτον στην Ανάπολη του Μέριλαντ, στις 19 Δεκεμβρίου 1783. Η χώρα ήταν επιτέλους εν ειρήνη – λίγες εβδομάδες μετά την αναχώρηση των τελευταίων βρετανικών στρατευμάτων από το λιμάνι της Νέας Υόρκης. Οι προηγούμενοι 8 μήνες όμως ήταν μια περίοδος φοβερής αναταραχής και αγωνίας για τον Ουάσιγκτον, ο οποίος ήταν πάντα εξαιρετικά συγκρατημένος στη συμπεριφορά του. Ο στρατός του είχε διαλυθεί, οι άντρες γύρισαν απλήρωτοι στα σπίτια τους από ένα χρεοκοπημένο Κογκρέσο. Δεν έγινε καν μια παρέλαση για να τονιστεί η νίκη, ούτε καν μια δήλωση ευχαριστιών για τα χρόνια θυσιών και κακουχιών που υπέστησαν οι στρατιώτες.

«Αντ’ αυτού», σημειώνει ο Φλέμινγκ, «πολλοί βουλευτές και οι σύμμαχοί τους στον Τύπο είχαν διεξαγάγει μια δηλητηριώδη εκστρατεία κατασυκοφάντησης του στρατού, και ειδικά των αξιωματικών, γιατί δήθεν απαίτησαν υπερβολικά ποσά για πληρωμές καθυστερούμενων μισθών όπως και συντάξεις. Ο Ουάσιγκτον είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να πείσει το Κογκρέσο να πληρώσει τους στρατευμένους αλλά είχε αποτύχει με αποτέλεσμα να έχει χάσει το σεβασμό πολλών από τους νεότερους αξιωματικούς. Μερικοί από αυτούς άρχισαν να τον αποκαλούν, υποτιμητικά, “Μεγάλη Ντίβα”, μια κοροϊδευτική αναφορά στην διεθνή φήμη του. Όταν αποχαιρέτησε τους αξιωματικούς του στην Ταβέρνα Φρόνσις (Fraunces Tavern), στη Νέα Υόρκη, στις αρχές Δεκεμβρίου, είχε ξεσπάσει σε λυγμούς βλέποντας την οργή και την απόρριψη στα πρόσωπα πολλών από τους συντρόφους του».

Ο Φλέμινγκ συνεχίζει τη διήγησή του, αναφερόμενος στον Αλεξάντερ Χάμιλτον, βουλευτή ο οποίος ήταν ο πιο έμπιστος βοηθός του Ουάσιγκτον. Ο Χάμιλτον  έγραψε στον Ουάσιγκτον μια απαισιόδοξη επιστολή,λέγοντας  ότι η χώρα διαπνεόταν από «αίσθημα αντίθεσης στην ύπαρξη στρατού» και αυτό έβρισκε σύμφωνους πολλούς βουλευτές. Και πρόσθεσε ότι είχε «αδιάφορη γνώμη για την εντιμότητα» των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, σε μια ακραία έκφραση οργής.

Πολύ σύντομα, ο Χάμιλτον άρχισε να εκφράζει ακόμη χειρότερη γνώμη για το Κογκρέσο. Τα μέλη του εγκατέλειψαν τη Φιλαδέλφεια κακήν κακώς όταν μερικές εκατοντάδες απλήρωτοι στρατιώτες στη φρουρά της πόλης περικύκλωσαν το Πολιτειακό Μέγαρο της Πενσυλβάνια, απαιτώντας να τους καταβληθούν οι μισθοί που τους οφείλονταν. Ο βουλευτής Χάμιλτον χαρακτήρισε το γεγονός «απαίσιο και αηδιαστικό πέρα ως πέρα» και σύντομα παραιτήθηκε της έδρας του στο Κογκρέσο.

Η χώρα ήταν σύμφωνη.  Οι εφημερίδες, από τη Βοστώνη έως την Σαβάνα της Τζόρτζια, δημοσίευσαν καταδικαστικά σχόλια για το Κογκρέσο. Οι πολιτικοί κατέφυγαν στο Πρίνστον του Νιού Τζέρσεϊ, όπου απέρριψαν τη συμβουλή του Ουάσιγκτον να χρηματοδοτήσουν τη δημιουργία ενός μικρού, τακτικού στρατού, και μετά κατέληξαν στην Ανάπολη του Μέριλαντ.

Οι επιπτώσεις αυτές έφτασαν στο Άμστερνταμ, όπου τοπικοί τραπεζίτες προσπαθούσαν να διαθέσουν σε επενδυτές ομολογιακό δάνειο των ΗΠΑ που διαπραγματεύθηκε ο μετέπειτα πρόεδρος της χώρας Τζον Άνταμς. Όπως είναι ευνόητο, σε εκείνες τις συνθήκες η ζήτηση εξανεμίστηκε. Ακόμη και ο καλύτερος φίλος της Αμερικής στην Ευρώπη, ο Μαρκήσιος ντε Λαφαγιέτ, αναρωτήθηκε δημόσια εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες οδεύουν προς κατάρρευση. Ο Ουάσιγκτον, βαθύτατα αποθαρρημένος, δήλωσε ότι, κατά τη γνώμη του, «το ένα κεφάλι είχε χωρισθεί στα δεκατρία».

Η αφήγηση συνεχίζεται από τον Φλέμινγκ:

Υπήρχε κάποιος που μπορούσε να σώσει την κατάσταση; Πολλοί πίστευαν ότι μόνο ο Τζωρτζ Ουάσιγκτον μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτό το θαύμα.

Νωρίτερα εκείνη την χρονιά είχε δεχθεί εισηγήσεις να διαλύσει το Κογκρέσο και να κυβερνήσει σαν βασιλιάς χωρίς στέμμα, με τον τίτλο του προέδρου. Αρνήθηκε αποφασιστικά ακόμη και να συζητήσει την ιδέα. Τώρα πολλοί αναρωτιόντουσαν εάν είχε αλλάξει γνώμη. Κατ’ ελάχιστον, θα μπορούσε να εμφανισθεί προ του Κογκρέσου και να απευθύνει μια καταδικαστική αποκήρυξη της δειλής αναχώρησης τους από την Φιλαδέλφεια και της αγνωμοσύνης προς τους στρατιώτες του. Μια τέτοια πράξη θα κατέστρεφε τα οποιαδήποτε ψήγματα αξιοπιστίας είχαν απομείνει στους πολιτικούς.

Στις 12 το μεσημέρι της 23ης Δεκεμβρίου 1783, ο Ουάσιγκτον και δύο υπασπιστές του περπάτησαν από το ξενοδοχείο τους προς το Πολιτειακό Μέγαρο  της Ανάπολης, όπου συνεδρίαζε το Κογκρέσο. Ούτε 20 βουλευτές δεν είχαν θεωρήσει την περίσταση σημαντική για να παρευρεθούν.

Ο στρατηγός και οι υπασπιστές του κάθισαν στις θέσεις τους στην αίθουσα. Ο πρόεδρος του Κογκρέσου, Τόμας Μίφλιν από την Πενσυλβάνια, κήρυξε την έναρξη της συνεδρίασης: «Κύριε, το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών είναι σε συνεδρίαση και έτοιμο να ακούσει τη δήλωση σας», είπε απευθυνόμενος στον Ουάσιγκτον.

Ο Μίφλιν ήταν ένας από τους στρατηγούς που είχαν προσπαθήσει να εξευτελίσουν τον Ουάσιγκτον και να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί, τον δύσκολο χειμώνα που ο στρατός του επαναστατημένου έθνους ήταν στρατοπεδευμένος στο Βάλεϊ Φορτζ (Valley Forge) της Πενσυλβάνια. Τον είχε αποκαλέσει ξιπασμένο εγωιστή, υποτίμησε τις στρατιωτικές του ικανότητες και τον κατηγόρησε για διαφθορά – αν και μερικούς μήνες αργότερα, ως υπεύθυνος επιμελητείας, εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση από τον στρατό κατηγορούμενος εκείνος για κατάχρηση εκατομμυρίων δολαρίων.

Απευθυνόμενος στον πνιγμένο στα σκάνδαλα αντίπαλο του, ο Ουάσιγκτον έβγαλε τον λόγο του από την τσέπη του σακακιού του και τον ξεδίπλωσε με τρεμάμενα χέρια. Διηγείται ο Φλέμινγκ:

«Κύριε Πρόεδρε», άρχισε με χαμηλή φωνή που μαρτυρούσε πόνο. «Αφού ολοκληρώθηκαν επιτέλους τα σπουδαία γεγονότα από τα οποία εξηρτάτο η παραίτησή μου, έχω τώρα την τιμή να προσφέρω τα ειλικρινή μου συγχαρητήρια προς το Κογκρέσο και να παρουσιασθώ ενώπιόν του για να παραδώσω στα χέρια σας την εντολή που μου επιδόθηκε και να διεκδικήσω το δικαίωμα να αποσυρθώ από την υπηρεσία της πατρίδος μου». Ο Ουάσιγκτον συνέχισε εκφράζοντας ευγνωμοσύνη για την υποστήριξη των «συμπατριωτών μου» και «του στρατού γενικότερα». Η αναφορά στους στρατιώτες του προκάλεσε συναισθήματα τόσο ισχυρά που έσφιξε το χαρτί με τον λόγο με τις δύο γροθιές του για να το κρατήσει σταθερό. Συνέχισε: «Το θεωρώ απαραίτητο καθήκον μου να ολοκληρώσω αυτή την τελευταία πράξη της ζωής μου στον δημόσιο βίο, αποθέτοντας τα συμφέροντα της πατρίδας μου στην προστασία του Παντοδύναμου Θεού και σε αυτούς που επιβλέπουν την θεϊκή πρόνοια των συμφερόντων αυτών [σς. δηλαδή το Κογκρέσο].»

Ο Φλέμινγκ γράφει ότι για αρκετή ώρα κατόπιν ο Ουάσιγκτον δεν μπορούσε να αρθρώσει άλλη λέξη. Έκλαιγε. «Τα λόγια του», σημειώνει ο Φλέμινγκ, «άγγιξαν μια φλέβα θρησκευτικής πίστης στα βάθη της ψυχής του, που είχε αναπτυχθεί  μέσα από εμπειρίες στα πεδία των μαχών και τον είχαν πείσει για την ύπαρξη ενός φιλεύσπλαχνου θεού που είχε προστατέψει τον ίδιο και τη χώρα του, κατ’ επανάληψη, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας. Χωρίς την πίστη του, μπορεί να μην ήταν ποτέ σε θέση να αντέξει τις δυσκολίες και την οργή που είχε ζήσει τους περασμένους οχτώ μήνες».

Τα υπόλοιπα, από την αφήγηση του Φλέμινγκ:

Ο Ουάσιγκτον έβγαλε μετά από το σακάκι του την περγαμηνή του διορισμού του ως διοικητή του στρατού των επαναστατημένων Αμερικανών.  «Έχοντας τώρα ολοκληρώσει το έργο  που μου ανατέθηκε, αποσύρομαι από τη μεγάλη σκηνή της δημόσιας δράσης και αποχαιρετώ το ενάρετο αυτό Σώμα υπό το οποίο υπηρέτησα, και καταθέτω τώρα την εντολή μου και εγκαταλείπω τον δημόσιο βίο». Κάνοντας ένα βήμα μπροστά, παρέδωσε το έγγραφο στον Μίφλιν.

Αυτή ήταν –και παραμένει– η πιο σημαντική στιγμή της αμερικανικής ιστορίας.

Ο άνθρωπος που θα μπορούσε να διαλύσει εκείνο το ανίκανο Κογκρέσο και να εξασφαλίσει, για τον ίδιο και τους στρατιώτες του, ανταμοιβές αντάξιες του θάρρους και των θυσιών τους, αποκήρυσσε την απόλυτη εξουσία. Με αυτή τη δημόσια και αδιαμφισβήτητη πράξη, ο Ουάσιγκτον έκανε περισσότερα για να επιβεβαιώσει την διακυβέρνηση της Αμερικής από τον λαό, από ό,τι θα μπορούσαν να κάνουν χιλιάδες διακηρύξεις από νομοθετικά σώματα και διατριβές φιλοσόφων.

 Ο Τόμας Τζέφερσον, συγγραφέας της σπουδαιότερης από αυτές τις διακηρύξεις, ήταν παρών σε αυτή την δραματική στιγμή, ως βουλευτής από την Βιρτζίνια. Διαισθητικά, αντελήφθη την ιστορικότητα της στιγμής. «Η μετριοφροσύνη ενός και μόνο ανθρώπου», έγραψε αργότερα, «μάλλον απέτρεψε από του να ολοκληρωθεί αυτή η επανάσταση, όπως οι περισσότερες άλλες έχουν τελειώσει, με υπονόμευση αυτής της ίδιας της ελευθερίας που είχε σαν σκοπό να εγκαθιδρύσει».

Στην Ευρώπη, η παραίτηση του Ουάσιγκτον αποκατέστησε το τρωθέν κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Εφημερίδες από το Λονδίνο έως την Βιέννη την ανέφεραν με θαυμασμό και περιέργεια. Ο Τζον Τρέμπουλ, ζωγράφος από το Κονέτικατ, που σπούδαζε τότε στην Αγγλία, έγραψε ότι είχε προκαλέσει «έκπληξη και θαυμασμό στην γωνιά αυτή του κόσμου».

Ο Ουάσιγκτον χαιρέτησε με χειραψία όλα τα παρόντα μέλη του Κογκρέσου και μερικούς θεατές. Εν τω μεταξύ, οι υπασπιστές του έφερναν τα άλογα και τα κάρα με τα προσωπικά του είδη από το ξενοδοχείο. Είχε δώσει εντολή να είναι όλα συσκευασμένα και έτοιμα για άμεση αναχώρηση.

Την επόμενη μέρα, ύστερα από μια στάση το βράδυ σε ένα πανδοχείο, συνέχισαν την πορεία προς την οικία του Ουάσιγκτον, στο Μάουντ Βέρνον [της Βιρτζίνια, πολύ κοντά στην σημερινή πρωτεύουσα των ΗΠΑ.]  Τελικά, καθώς έπεφτε η δύση στον χειμωνιάτικο ουρανό, είδαν το σπίτι, δίπλα στον ποταμό Ποτόμακ.  Μέσα από τα γυμνά κλαδιά των δέντρων και τα παγωμένα λιβάδια, οι τρεις ιππείς προχώρησαν προς το σπίτια με τις λευκές κολώνες στην πρόσοψη, τα παράθυρα του οποίου φωτίζονταν από το φως των κεριών. Στην πόρτα περίμενε η Μάρθα Ουάσιγκτον και δύο εγγόνια τους. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Ο Ουάσιγκτον –και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής– είχαν επιβιώσει των κινδύνων τόσο του πολέμου όσο και της ειρήνης.

Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της καναδικής επενδυτικής εταιρίας Syracuse Main, Inc. Έχει σπουδάσει οικονομικά (B.S., George Mason University) και χρηματοοικονομικά (M.S., University of Illinois at Urbana-Champaign, και Ph.D., University of Southern California).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.