Σύνδεση συνδρομητών

Πεπ Γκουαρντιόλα και Μίμης Δομάζος: Το πάθος για το ποδόσφαιρο

Παρασκευή, 02 Μαϊος 2025 08:51
2 Ιουνίου 1971, στάδιο Γουέμπλεϊ, Λονδίνο, Αγγλία. Ο Μίμης Δομάζος (πρώτο πλάνο, δεξιά), που πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 2025, με τους άλλους παίκτες του Παναθηναϊκού, μπαίνουν στον αγωνιστικό χώρο, να αγωνιστούν με αντίπαλο τον Άγιαξ, για τον Τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Για την ιστορία, νίκησε ο Άγιαξ 2-0. (Σε δεύτερο πλάνο, εικονίζεται ο τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού Τάκης Οικονομόπουλος, ο οποίος εξεδήμησε μερικές ημέρες μετά τον Δομάζο, στις 10 Φεβρουαρίου 2025).
Nationaal Archief Fotocollectie Anefo
2 Ιουνίου 1971, στάδιο Γουέμπλεϊ, Λονδίνο, Αγγλία. Ο Μίμης Δομάζος (πρώτο πλάνο, δεξιά), που πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 2025, με τους άλλους παίκτες του Παναθηναϊκού, μπαίνουν στον αγωνιστικό χώρο, να αγωνιστούν με αντίπαλο τον Άγιαξ, για τον Τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Για την ιστορία, νίκησε ο Άγιαξ 2-0. (Σε δεύτερο πλάνο, εικονίζεται ο τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού Τάκης Οικονομόπουλος, ο οποίος εξεδήμησε μερικές ημέρες μετά τον Δομάζο, στις 10 Φεβρουαρίου 2025).

Την Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2025, διεξήχθη ο τελευταίος γύρος των αγώνων της «φάσης του πρωταθλήματος» (League Phase) του Champions League της περιόδου 2024-2025. Η Μάντσεστερ Σίτι φιλοξένησε στο Έτιχαντ την Μπριζ και έπρεπε οπωσδήποτε να νικήσει για να είναι βέβαιη ότι θα συνεχίσει την φετινή της πορεία στην κορυφαία διασυλλογική ποδοσφαιρική οργάνωση στην Ευρώπη. Όσοι παρακολούθησαν τον αγώνα, θα θυμούνται ότι η κάμερα συχνά εστίαζε πάνω στον ισπανό προπονητή της αγγλικής ομάδας, Πεπ Γκουαρντιόλα. Ο Πεπ ζει κάθε παιχνίδι με πολλή ένταση και ψυχική αγωνία κι αυτό αποτυπώνεται στις κινήσεις του σώματός του και κυρίως στην εικόνα του προσώπου του, στους μορφασμούς του. Από αυτή την άποψη, βρίσκεται στον αντίποδα του Κάρλο Αντσελότι, του ιταλού προπονητή της Ρεάλ Μαδρίτης, που παραμένει ψύχραιμος και ανέκφραστος ακόμη κι όταν η ομάδα του χάνει με ευρύ σκορ –όπως ήδη δύο φορές συνέβη φέτος– από την αιώνια αντίπαλό της στην Ισπανία, την Μπαρτσελόνα.

Τελικά, η Μάντσεστερ Σίτι, παρότι έχανε με 1-0 στο ημίχρονο, γεγονός που ενέτεινε την αγωνία και το άγχος του Γκουαρντιόλα, νίκησε με 3-1 και προκρίθηκε στην επόμενη φάση του φετινού Champions League. Αυτό που συζητήθηκε, όμως, ευρύτερα δεν είναι η νίκη της αλλά το πόσο έντονα ο Γκουαρντιόλα ζει το ποδόσφαιρο, δηλαδή την προετοιμασία (σχεδιασμός, τακτική) και την εξέλιξη του κάθε αγώνα. Ιδίως φέτος, που η ομάδα του, λόγω πολλών τραυματισμών και κάποιων αποχωρήσεων παικτών, είναι ελλιπής, με αποτέλεσμα τους τελευταίους μήνες να έχει γνωρίσει αγωνιστική κάμψη τόσο στην Premier League όσο και στην Ευρώπη.

Τίθεται έτσι το ερώτημα, τι σημαίνει, τελικώς, για κάποιους κορυφαίους ανθρώπους του ποδοσφαίρου αυτό το ομαδικό άθλημα; Ένας φίλος του Γκουαρντιόλα είπε πως, όταν γευματίζει με τον Πεπ σε κάποιο εστιατόριο, σε χαλαρή διάθεση, συχνά παρατηρεί ότι ο Πεπ, μετά από ένα χρονικό διάστημα, αφαιρείται και αρχίζει να σκέπτεται τα «δικά» του! Προφανώς, το πώς θα αντιμετωπίσει την αντίπαλη ομάδα στον επόμενο αγώνα της Μάντσεστερ Σίτι, ποια τακτική θα υιοθετήσει, τι προβλήματα ταλαιπωρούν τους δικούς του παίκτες, κ.λπ. Με άλλα λόγια, το ποδόσφαιρο απορροφά πολύ μεγάλο μέρος της σκέψης του και της ενέργειάς του και στην εξωγηπεδική ζωή του.

 APRIL 11, 2009 - Football : Manager Josep Guardiola of FC Barcelona during the La Liga match between Barcelona and Recreativo Huelva at the Camp Nou Stadium on April 11, 2009 in Barcelona, Spain. Barcelona won the match 2-0. (Photo by Tsutomu Takasu)

Tsutomu Takasu

Ο Πεπ Γκουαρντιόλα, προπονητής της Μπαρτσελόνα το 2009.

 

Ο Μπιλ Σάνκλι,[1] ο αρχιτέκτονας της μεγάλης Λίβερπουλ που επρόκειτο, λίγο αργότερα, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 να κυριαρχήσει στην Αγγλία και στην Ευρώπη –ο οποίος, μάλιστα, παραιτήθηκε από το πόστο του, το 1974, το μετάνιωσε αμέσως και έκτοτε αισθανόταν δυστυχής μέχρι το τέλος της ζωής του, που επήλθε από καρδιακή προσβολή το 1981– είχε κάποτε δηλώσει:  «Μερικοί λένε ότι το ποδόσφαιρο είναι θέμα ζωής και θανάτου. Σας διαβεβαιώνω ότι είναι ακόμα πιο σημαντικό». Όσοι διανοούμενοι δεν συμπαθούν το ποδόσφαιρο μπορεί να καγχάσουν διαβάζοντας την παραπάνω φράση. Ακόμη κι αν έχουν δίκιο –πράγμα που δεν θα μας απασχολήσει στο παρόν κείμενο– αυτό δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι, για ανθρώπους του ποδοσφαίρου σαν τους προπονητές Πεπ Γκουορντιόλα και Μπιλ Σάνκλι, αλλά και τον δικό μας μεγάλο ποδοσφαιριστή, Μίμη Δομάζο, το ποδόσφαιρο ήταν η ίδια τους η ζωή.

Ο Μίμης Δομάζος υπήρξε, κατά πάσα πιθανότητα, ο κορυφαίος των ελλήνων ποδοσφαιριστών όλων των εποχών. Είχε εξαιρετική τεχνική κατάρτιση, «μιλούσε στην μπάλα», όπως λέμε σε τέτοιες περιπτώσεις οι ποδοσφαιρόφιλοι. Θρυλικές ήταν οι ντρίμπλες του, η ακρίβεια των μεταβιβάσεών του, ο τρόπος που «έβλεπε» όλο το γήπεδο, ακόμη και τα τακουνάκια του (όσο κι αν τα τελευταία εξενεύριζαν  ενίοτε τον προπονητή της «πορείας στο Γουέμπλεϊ», Φέρεντς Πούσκας). Παρά ταύτα, ενδέχεται άλλοι έλληνες παίκτες να είχαν ακόμη μεγαλύτερη τεχνική κατάρτιση, όπως, π.χ., ο «μάγος της ντρίμπλας» Βασίλης Χατζηπαναγής, αλλά και ο «αέρινος» Γιώργος Δεληκάρης. Επίσης, ο Τάκης Λουκανίδης μπορούσε να παίξει σε κάθε θέση (ακόμη και τερματοφύλακας), καθώς είχε την αναγκαία σωματική διάπλαση και πολύ καλή τεχνική κατάρτιση, που του το επέτρεπαν. Κανείς τους, όμως, δεν είχε τη διάρκεια συνδυασμένη με την ποιότητα –δηλαδή το υψηλό επίπεδο της απόδοσης σε βάθος χρόνου– που είχε ο κοντούλης από την Άμυνα Αμπελοκήπων ο οποίος μεταγράφηκε στον Παναθηναϊκό με προσωπική αμοιβή μια πορτοκαλάδα! Ο Δομάζος έκανε το ντεμπούτο του το 1959, σε ηλικία 17 ετών, σε έναν αγώνα του Παναθηναϊκού εναντίον του Ηλυσιακού, κι έμελλε να εξελιχθεί στον αδιαμφισβήτητο «Στρατηγό» της νέας ομάδας του για πάνω από είκοσι χρόνια. Για να προβώ σε ανάλογη σύγκριση με τρεις μεγάλους παίκτες της σύγχρονης εποχής του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, μπορεί ο Λιονέλ Μέσι να υπερτερεί σε τεχνική κατάρτιση του Κριστιάνο Ρονάλντο, όμως δεν είναι βέβαιο ότι το ίδιο ισχύει αν τον συγκρίνει κανείς με τους βραζιλιάνους βιρτουόζους της μπάλας, Ροναλντίνιο και Ρονάλντο Ναζάριο (που έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «το Φαινόμενο»). Αυτό που καθιστά τον Μέσι μεγαλύτερο ποδοσφαιριστή από εκείνους είναι η απόλυτη αφοσίωσή του στο παιχνίδι που τόσο αγαπά, γεγονός που σήμαινε –κι εξακολουθεί να σημαίνει– αντίστοιχες θυσίες εκ μέρους του. Οι τελευταίες τού εξασφάλισαν μεγάλες επιτυχίες πάνω στο χόρτο των γηπέδων, οπότε  και την παραμονή του επί μακρά σειρά ετών στην κορυφή, ως καλύτερου ποδοσφαιριστή στον κόσμο.

Ο Μίμης Δομάζος δεν ήθελε ποτέ να χάνει (ως παίκτης), όπως και ο Πεπ Γκουαρντιόλα (ως προπονητής). Ο Πούσκας έλεγε ότι στον Δομάζο δεν άρεσε να χάνει ούτε καν στην προπόνηση. Το ποια ήταν η σχέση του Δομάζου με την μπάλα το είπε σύντομα και πυκνά ο Αριστείδης Καμάρας, ο συμπαίκτης του στον Παναθηναϊκό –και διακεκριμένος δικηγόρος στη συνέχεια– ο οποίος πέτυχε το τρίτο και καθοριστικό τέρμα στο 3-0 της ομάδας του επί του Ερυθρού Αστέρα Βελιγραδίου (στη ρεβάνς της ήττας με 4-1 στο Βελιγράδι), δίνοντας την πρόκριση στον Παναθηναϊκό στον τελικό του Κυπέλου Πρωταθλητριών Ευρώπης της περιόδου 1970-71, με αντίπαλο τον Άγιαξ, στο Γουέμπλει:

Ο Μίμης ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την εικόνα του ή τι έγραφαν οι εφημερίδες. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η μπάλα. Όλη η ζωή του ήταν το ποδόσφαιρο. Μόνο εκείνο τον ένοιαζε.

Και συμπλήρωσε για το ποδοσφαιρικό του ταλέντο και το πώς και πότε αυτό εκδιπλώθηκε πλήρως:

Όταν ήρθε ο Μπόμπεκ στον Παναθηναϊκό, άλλαξε το σύστημα που παίζαμε έως εκείνη τη στιγμή και από 4-2-4 το γύρισε σε 4-3-3. Με αυτό ο Δομάζος έλαμψε. Ήταν ένας μικρόσωμος δαίμονας. Ξέρετε, Ο Δομάζος είχε μια σειρά από ιδιόρρυθμες ντρίμπλες, τις οποίες είχε επινοήσει ο ίδιος και κανείς δεν μπορούσε να τις αντιγράψει. Ήταν μια ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα.[2]

Κλείνοντας, αν ήθελε κάποιος να σταθεί σε τρεις μόνον «στιγμές» -από τις πάμπολλες που συνθέτουν το ποδοσφαιρικό μεγαλείο του– οι οποίες φανερώνουν το πείσμα του Δομάζου, την αποφασιστικότητά του να μη χάνει, δηλαδή την ηγετική του στόφα, αυτές θα μπορούσε να είναι οι ακόλουθες:

Πρώτη «στιγμή» είναι η τρομερή του απόδοση στο ντέρμπι του Ολυμπιακού με τον Παναθηναϊκό στον Πειραιά, στις 17 Μαρτίου 1974, που έληξε 1-1. Στο 83ο λεπτό της αναμέτρησης κι ενώ ο Ολυμπιακός προηγείται στο σκορ, ο Δημητρίου εκτελεί πλάγιο από την δεξιά πλευρά, ο Γονιός παίρνει την κεφαλιά και ο Δομάζος, με γυρισμένη την πλάτη προς την εστία του Πουπάκη, κάνει ένα εκπληκτικό ανάποδο ψαλίδι και ισοφαρίζει.

Δεύτερη «στιγμή» αποτελεί η επίσης εξαιρετική απόδοσή του στον αγώνα της Εθνικής Ομάδας μας εναντίον της Ρουμανίας στο Βουκουρέστι, στις 16 Νοεμβρίου 1969, που έληξε 1-1, με τον Δομάζο να πετυχαίνει το μοναδικό τέρμα των Ελλήνων. Γράφηκε τότε στον Τύπο ότι ίσως αυτό να ήταν το καλύτερο παιχνίδι του Δομάζου με την Εθνική Ελλάδος. Έπαιξε με μεγάλο πείσμα σε αυτόν τον αγώνα διότι η Εθνική μας ήθελε οπωσδήποτε τη νίκη για να προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελο του 1970, που θα γινόταν στο Μεξικό, ενώ ο ίδιος επιθυμούσε διακαώς να αποδείξει σε κάποιους, για μια ακόμη φορά, ότι είναι ο αναντικατάστατος «Στρατηγός» και της Εθνικής μας Ομάδος. Όμως, λίγο η ατυχία, λίγο η αστοχία του Μίμη Παπαϊωάννου, εκείνη την ημέρα, η Εθνική μας δεν τα κατάφερε! Προπονητής της ήταν ο Λάκης Πετρόπουλος, που είχε διαδεχθεί τον Νταν Γεωργιάδη. Ο τελευταίος είχε, δυστυχώς, συγκρουστεί με τον Δομάζο δέκα ημέρες πριν από τον πρώτο αγώνα της Εθνικής Ελλάδος με την Εθνική Ρουμανίας, που έγινε στο Φάληρο στις 16 Απριλίου 1969, αποφασίζοντας να τον διώξει από την αποστολή. Ο αγώνας έληξε 2-2 και πολλοί κατόπιν υποστήριξαν ότι, αν ο Δομάζος έπαιζε εκείνη την ημέρα, το αποτέλεσμα του αγώνα θα μπορούσε να είναι νικηφόρο για την ελληνική ομάδα. Αυτή η ισοπαλία επί ελληνικού εδάφους υπήρξε μοιραία για την τελική κατάταξη της Ελλάδος στον προκριματικό αυτό όμιλο, στον οποίο ανταγωνιζόμασταν τις Εθνικές Ομάδες της Ρουμανίας, της Ελβετίας και της Πορτογαλίας. Η σπουδαία φουρνιά των Δομάζου, Σιδέρη, Κούδα, Παπαϊωάννου, Καμάρα, Ελευθεράκη και Χάιτα έχασε έτσι την ευκαιρία να λάβει μέρος σε ένα από τα πιο θεαματικά Μουντιάλ στην ιστορία του θεσμού, αυτό του 1970, το οποίο κέρδισε η πληρέστερη Εθνική Βραζιλίας όλων των εποχών, επικρατώντας στον τελικό της Εθνικής Ιταλίας με 4-1.

Τρίτη «στιγμή» υπήρξε η απόδοση του Δομάζου στον αγώνα των παλαιμάχων του Παναθηναϊκού εναντίον εκείνων του Άγιαξ, στο Άμστερνταμ, στις 20 Δεκεμβρίου 2000, σε μια άτυπη ρεβάνς του τελικού του Γουέμπλεϊ, στον οποίο ο Παναθηναϊκός, ως γνωστόν, είχε ηττηθεί με 2-0. Αυτή τη φορά, η ομάδα των Αθηνών κέρδισε με 1-0, χάρη σε ένα υπέροχο σουτ του Μίμη Δομάζου. Ο αγώνας διάρκεσε 24 λεπτά (δύο δωδεκάλεπτα) και ο Δομάζος δήλωσε, πριν από την διεξαγωγή του, ότι σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα «δεν προλαβαίνουμε ούτε να δέσουμε τα παπούτσια μας». Μόνον ο αειθαλής Μίμης Δομάζος θα μπορούσε να κάνει μια τέτοια δήλωση.

 

[1] Για τον Bill Shankly, αξίζει όποιος γνωρίζει αγγλικά να διαβάσει το υπέροχο άρθρο του James Corbett, “Bill Shankly: life, death and football” (βλ. εδώ: https://www.theguardian.com/football/2009/oct/18/bill-shankly-liverpool-manager).

[2] Διονύσιος Μαρίνος, «Η ευφυΐα του μικρού δαίμονα – Η ζωή και η τέχνη του Μίμη Δομάζου, που επί 27 χρόνια έκανε πιο φωτεινές τις ποδοσφαιρικές Κυριακές», Η Καθημερινή, Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025, σελ. 35.

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

Καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας και διεθνών σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Βιβλία του: Καστοριάδης και σύγχρονη πολιτική θεωρία (2009), Μαθηματικά και φυσική (2010), Μαθηματικά, θεωρητική ή πρακτική επιστήμη, εντέλει; (2016), Ένας αιώνας διεθνών σχέσεων 1919-2019 (επιμ. με τον Ανδρέα Γκόφα και τη Μαριλένα Κοππά, 2020), Κρίσιμες οντολογικές έννοιες στο έργο του Καστοριάδη (2022), Θεωρητικές και θετικές επιστήμες. Οι δύο κουλτούρες και οι διατομές τους (2022), Παναγιώτης Κονδύλης και Alexandre Kojève (2023).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.